Μια Realpolitik συναίνεσης

Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ αφελής ή αθεράπευτα ρομαντικός, θέλω να μοιραστώ μερικές σκέψεις για το ποια θα μπορούσε να είναι μιας βάση συναίνεσης για την αντιμετώπιση της κρίσης που διανύουμε. Η αναζήτηση αυτής της γραμμής συναίνεσης πηγάζει από τ’ ότι δεν δεν μπορώ ν’ αποδεχτώ ότι το πρωταρχικό μέλημα των ναυαγών του καθ’ ημάς Τιτανικού είναι ν’ αποδώσουν ευθύνες για το ποιος φταίει που δεν είδε το παγόβουνο (ή, ακόμα χειρότερα, ποιος μας έρριξε ηθελημένα στο παγόβουνο) τη στιγμή που γύρω απλώνεται ένας απέραντος κι απειλητικός ωκεανός κι η στεριά κι η σωτηρία είναι οπουδήποτε αλλού εκτός από την γνώση και την αντίληψη τους.

Και, βέβαια, μιλώντας για συναίνεση, δεν αναφέρομαι σε μια (ουτοπική) ομοφωνία. Και δεν πρόκειται ούτε για μια άσκηση άρθροισης ποσοστών διαφόρων κομμάτων μέχρι να επιτευχθεί μια ‘καταστατική’ πλειοψηφία. 

Μιλάω για μια συναίνεση που να μπορεί να εκφράσει και να εκφραστεί , έστω, από μια απλή πλειοψηφία (> 50%) μιας και ούτε καν αυτή δεν έχει ποτέ επιτευχθεί, ή κυβερνήσει, από την μεταπολίτευση και μετά.

Σ’ αυτά τα πλαίσια διακρίνω κάποιες βάσεις οι οποίες προσφέρονται κι από τις συνθήκες, κι από τη ροπή των συνειδήσεων, να λειτουργήσουν σα σημεία αγκύρωσης και συμφωνίας που μπορεί να οδηγήσει σε χάραξη μια ρεαλιστικής εθνικής πολιτικής εξόδου από την κρίση.

1. Διαγραφή μέρους του χρέους με ευρωπαϊκή απόφαση

Διαβάζοντας τις αναλύσεις και τις απόψεις, κυρίως τις εκφραζόμενες εκτός Ελλάδος, και παρακολουθώντας την εξέλιξη της κρίσης των  sovereign debts  και τη συνεπακόλουθη του ευρώ, έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι η διαγραφή μέρους του ελληνικού χρέους, ως και 30% είναι κάτι που συζητιέται στα υψηλά ευρωπαϊκά κλιμάκια, θεωρείται αναπόφευκτη από τις αγορές κι έχει ήδη προεξοφληθεί. Το ποσοστό αυτό μεταφράζεται στο δυσθεώρητο νούμερο των 105 δις και θα είναι μια τεράστια ελάφρυνση για μας. Θα φέρει δε το εναπομείναν χρέος από το περίπου 150% του ΑΕΠ στο 100%. Ακόμα και μ’ αυτή την περικοπή το χρέος θα είναι μεγάλο, αλλά όχι πλέον σε άγνωστα επίπεδα, αφού με τέτοιο ύψος χρέους φλέρταρε για πάρα πολλά χρόνια η χώρα.

Το πως και το πότε θα ληφθεί αυτή η απόφαση εξαρτάται από δύο παράγοντες: 
  • τη γενικώτερη πορεία του χρέους των αδύνατων χωρών της Ευρώπης και τις ρυθμίσεις για το ευρώ
  • και την πορεία συμμαζέματος της δικής μας οικονομίας.
Στην πραγματικότητα ο ουσιαστικός παράγοντας είναι ο πρώτος.  Ο δεύτερος είναι ψυχολογικός. Και συνιστά επίδειξη καλής συμπεριφοράς: τέτοιας που να μπορεί να γίνει αντιληπτή από τους λαούς των χωρών που θα κληθούν να πληρώσουν τη δική μας διαγραφή χρέους (γιατί κάπου θα μετακυλιστεί αυτή, είναι zero sum game). Κι εδώ ακριβώς είναι το ζητούμενο: να μην τορπιλίζουμε με ενέργειες και δηλώσεις την εντύπωση προς τα έξω ότι we behave.

2. Εξάλειψη της ελλειμματικότητας

Στα πλαίσια της ‘καλής συμπεριφοράς’ που αναφέραμε παραπάνω, το κύριο καθήκον που πέφτει στους ώμους μας είναι η εξάλειψη των ελλειμμάτων γιατί αυτά είναι η αρχή του νήματος του κουβαριού το χρέους. Προφανώς, αυτό είναι το δυσκολώτερο σημείο συναίνεσης, γιατί συνεπάγεται μια ρήξη με μια καθεστηκυία τάξη αλλά και με συνήθειες δεκαετιών. Δεν θα επεκταθώ όμως εδώ, καθώς σκοπός μου δεν είναι η εξεύρεση  λύσεων αλλά η σκιαγραφηση των σημείων επιθυμητής συμφωνίας. Αρκεί να ενστερνιστούμε ότι το έλλειμα προσλαμβάνεται διεθνώς ως δείκτης κακής συμπεριφοράς κι άρα η μείωση του ως το αντίθετο.

3. Εστίαση των αναπτυξιακών προσπαθειών στους εμπορεύσιμους κλάδους.

Το οικονομικό μοντέλο το οποίο ανάπτυξε η Ελλάδα τις 3 τελευταίες δεκαετίες είχε μια πολύ απλή λογική: τη μεγένθυση της οικονομίας την χρηματοδοτούσαν τα δάνεια. Μεγάλο μέρος των δανείων διέρρεε άμεσα προς τις χώρες των δανειστών ως εισαγωγές. Το υπόλοιπο γινόταν εγχώρια οικονομική δραστηριότητα όπου μεγάλο μέρος της  τροφοδοτούσε μια σειρά κρατικοδίαιτες δραστηριότητες με αρκετές απ’ αυτές να μην ανήκουν στους λεγόμενους εμπορεύσιμους κλάδους ( = εμπόριο, υγεία, real estate, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κτλ). 
Με την αφαίρεση της δυνατότητας δανεισμού, η ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να ‘χρηματοδοτηθεί’ κρατικά. Πρέπει ν’ αυτοχρηματοδοτηθεί. Κι αυτό μπορεί να γίνει κατά κύριο λόγο δημιουργώντας προϊόντα κι υπηρεσίες που θα είναι αρεστά στην παγκόσμια αγορά γιατί από κει μόνο μπορεί να εισρεύσει χρήμα πλέον. 
Παρότι, ή ακόμα κι επειδή, το κράτος δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει την οικονομική δραστηριότητα, έχει ένα τελείως διαφορετικό ρόλο να παίξει: το κράτος πρέπει να διαμορφώσει τις συνθήκες της απρόσκοπτης και γρήγορης ανάπτυξης των εμπορεύσιμων κλάδων κι η δραστηριότητα του πρέπει ν’ αναπροσανατολιστεί σ’ αυτή την κατεύθυνση. Αυτό εύκολα λέγεται, πολύ δύσκολα γίνεται. Και γιατί το κράτος είναι υπερβολικά μεγάλο και συνεπώς δυσκίνητο, κι άρα πρέπει να μικρύνει, και γιατί ακόμα κι αν μικρύνει, πρέπει ν΄αποκτήσει προσωπικό και ικανό και με κίνητρα για απόδοση και κυρίως με πνεύμα υπηρεσίας προς την κοινωνία.

4. Δικαιοσύνη
Τα παραπάνω αφορούν στενά την οικονομία. Δεν αρκούν όμως μόνο οικονομικές πολιτικές για να μας βγάλουν από μια κρίση που δεν είναι μόνο, ή πρωτίστως, οικονομική. Χρειάζονται και κοινωνικές πολιτικές που θα στηρίξουν και θα ενδυναμώσουν και την υιοθέτηση της συναινετικής στάσης, αλλά και την επίτευξη των στόχων της. Κι η πιο ανέξοδη πολιτική, αλλά κι αυτή που μπορεί ν’ αποφέρει γρήγορα καρπούς στη διάθεση να επωμιστούμε στερήσεις και δύσκολες αλλαγές,  είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη κι η ενίσχυση της απόδοσης της.