Δημόσιος Χώρος, Δημόσιο Χρέος

> Οι διαδρομές στο χώρο είναι και διαδρομές στην ιστορία του. Κι αν κάτσεις να την ξεφυλλίσεις βλέπεις ότι πολλά ανεξήγητα δεν είναι καθόλου ανεξήγητα, και πολλά καινοφανή συμβαίνουν για αιώνες.
> Πήγαμε μια βόλτα με τ’ αυτοκίνητο ως την Πάρνηθα νωρίτερα. Είχα πολλά χρόνια ν’ ανέβω. Τη δεκαετία του ’80 ήμουν ταχτικός πεζοπόρος ορειβάτης εκεί, κι ήξερα δρόμους και μονοπάτια, κορφές και χαράδρες, βρύσες και σπηλιές. Κι έτσι, αναπόφευκτα, η αυτοκινητάδα πήρε το χαρακτήρα ενός driving down the memory lane.
> Επειδή ο παλιός γνώριμος δρόμος δεν μου ήταν τόσο γνώριμος πια, κοίταζα γύρω συγκρίνοντας τις αναμνήσεις μου ήδη από το σημείο που αφήνεις την Εθνική για ν’ ανηφορήσεις.  Μάλιστα, κάνοντας λάθος, δεν έστριψα έγκαιρα ανεβαινοντας την Εθνική, κι έτσι αναγκάστηκα να μπω από την είσοδο που οδηγεί στο Ολυμπιακό χωριό. Ο δρόμος αμέσως μου έδωσε την σωστή εντύπωση: έργο εντυπώσεων γιατί από κει θα πέρναγαν οι αθλητές. Η αλήθεια φαινόταν αμέσως στη διασταύρωση. Στρίβοντας αριστερά στην ταμπέλα για Πάρνηθα, οι δύο λωρίδες του κάθετου δρόμου γίνονταν μια μετά από 30 μόλις μέτρα. Και τι μια! Κάτι σαν μονοπάτι με ‘αυτοφυή’ άσφαλτο στα περισσότερα σημεία. Παντού γύρω άναρχη δόμηση. Εργοστάσια ανακατεμένα με σπίτια. Οι άξονες των κτισμάτων ασαφείς. Η συνισταμένη τους το μηδέν. Δε θέλει πολύ να καταλάβεις ότι η περιοχή έχει στην ουσία αποικηθεί. Με ρεσάλτο.
> Δεν ξέρω τι ποσοστό είναι εντός σχεδίου πλέον και μετά από πόσα συγχωροχάρτια στ’ αυθαίρετα και τις καταπατήσεις. Αυτό που ξέρω είναι πως εκεί κανονικά έπρεπε να είναι ή χωράφια ή δάσος.
> Στρίβοντας στη διασταύρωση με την Κ. Καραμανλή το μέρος μου φάνηκε πιο γνώριμο. Από το σημείο που γίνεται Πάρνηθας και πάνω οι γνωστές ταβέρνες με την αισθητική διηνεκούς φεστιβάλ κιτς, έχουν πολλαπλασιαστεί και μεγαλώσει. Σημεία ευμάρειας κάτι μπρούτζινα κατσίκια (;) στις εισόδους μερικών, μια χτιστή ‘αψίδα’ πάνω από το δρόμο κ.α.
> Αφήνοντας πίσω τις ‘κατοικημένες’ περιοχές, συνεχίσαμε προς το τελεφερίκ (που ήταν κλειστό) κι έπειτα ανηφορήσαμε προς το Μον Παρνες. Φτάνοντας όμως στην κορφή με περίμενε ένα σοκ. Προφανώς θυμόμουν ότι είχε καεί η Πάρνηθα. Προφανώς κι είχα δει φωτογραφίες, βίντεο και χάρτες. Αν δεν δεις όμως από κοντά,  δεν συνειδητοποιείς την έκταση της απώλειας. Εκεί που στις αναμνήσεις μου φύτρωναν έλατα, τώρα απλώνονταν κομμένοι κορμοί, μαυρισμένοι, ξαπλωμένοι πάνω στους μυτερούς βράχους, να τους χαϊδεύει ένα ελάχιστο αλλά φιλότιμο χαμομηλάκι. Το μάτι ένα γύρω μια ερήμωση.
> Δυο εικόνες πάλευαν να συγκεραστούν στο μυαλό μου, η μια φανταστική και η άλλη του απώτατου παρελθόντος: η περιοχή που περιγράφεται ως “The desolation of Smaug” στο Hobbit του J.R.R. Tolkien, και το απολιθωμένο δάσος της Μυτιλήνης. Γιατί και στις δύο μια πυρωμένη ανάσα είχε δημιουργήσει την καταστροφή: ενός δράκου κι ενός ηφαιστείου. Είναι όμως καλό (τρόπος του λέγειν) για την ψυχή να μπορεί να ρίξει ευθύνη. Να πει, “να ο δράκος έφταιγε” και να τον μισήσει ή αναθεματίσει. Στην περίπτωση της Πάρνηθας ο φταίχτης είναι κρυμμένος πάντα μέσα σε σκιές κι υπόνοιες.
> Προχωρήσαμε ως το Μον Παρνές που το βρήκα κακόγουστο όπως το θυμόμουν, και βέβαια κλειστό. Στο ενδιάμεσο, σε ταμπέλες και βράχους, συνθήματα, υποτίθεται, αναρχικών, με αίτημα να φύγει το καζίνο.  Για την απέραντη αυτή ερήμωση δεν ένοιωσε καμιά συγκίνηση ο συνθηματογράφος.
> Στην Αγία Τριάδα ο παππάς και κάποιες κυρίες είχαν στήσει ένα τραπέζι με νηστίσιμα και μας κέρασαν. Μες το εκκλησάκι περίμενε την πρόωρη περιφορά του ένας μικρούλης επιτάφιος, σκέτο πανί, χωρίς κανένα λουλούδι στολισμένος. Που άμα το σκεφτείς ήταν ταιριαστό. Θα ήταν βλάστημο να τελετουργείς την άνοιξη με τόσο ‘χειμώνα’ γύρω. Τα χαμόγελα του παππά και των κυριών πάντως ήταν μια ακτίδα ζωής.
> Γυρίσαμε πίσω σιωπηλοί. Στο μυαλό μου ήδη περιστρέφονταν αυτά που γράφω τώρα. Αν πας πίσω τη μνήμη σου, όσο νέος ή όσο μεγάλος και να ‘σαι, κι όποιο γεωγραφικό σημείο αναφοράς και να έχεις, θα δεις την ίδια ιστορία, το ίδιο μοτίβο. Ο χώρος, αυτός που λέμε αφηρημένα ‘πατρίδα μας’, που θεωρητικά ανήκει σε όλους, κι όλοι έχουμε λόγο υποτίθεται να τον σεβόμαστε, ο χώρος αυτός, ο δημόσιος, είναι λεία. Είναι λάφυρο. Το χειρότερο, είναι προς κατανάλωση. Αποπατούμε επάνω του και τον εγκαταλείπουμε με γκριμάτσα μορφασμού, για να πάμε στο επόμενο ελεύθερο στέμμα να κάνουμε το ίδιο. Ο χώρος αυτός δεν ανήκει σε όλους. Ανήκει σ’ όποιον προλάβει. Η γη δεν είναι συντελεστής παραγωγής, είναι συντελεστής κατανάλωσης.
> Στις διάφορες ερμηνείες για το δημόσιο χρέος, έχουμε γενικά τις εξής προσεγγίσεις: ότι είναι απόρροια μιας ευρύτερης νομοτέλειας (: κρίση του καπιταλισμού, σαθρή ΟΝΕ, τραπεζική κρίση κτλ), και ότι είναι ένα ιδιάζον ελληνικό φαινόμενο που οφείλεται στη σπατάλη, την κλοπή και την κατάχρηση του δημόσιου χρήματος από διάφορες κοινωνικές ομάδες. Με τέτοια μακρυά παράδοση λεηλάτησης και ιδιοποίησης της  δημόσιας γης ακόμα κι από τον τελευταίο από μας, πως μπορεί κανείς να πιστέψει ότι και για το κράτος οι συμπεριφορές δεν είναι ανάλογες; Ένας άλλος δημόσιος ‘χώρος’ είναι το κράτος. Ξέφραγος. Και μ’ ελάχιστες αντιστάσεις στα ρεσάλτα.