Τον καιρό (μας) του σιδήρου


Οι παραπάνω φωτογραφίες προέρχονται από το Bιομηχανικό μουσείο Ερμούπολης το οποίο επισκέφτηκα πριν δυό βδομάδες.
Είναι μερικές μόνο από τις πολλές που τραβήξαμε με τη γυναίκα μου (δείτε εδώ για περισσότερες) κι είναι επιλεγμένες με ένα και μόνο κριτήριο: είναι μηχανολογία ελληνικής προέλευσης.

  • Η πρώτη δείχνει  δύο πετρελαιομηχανές κατασκευασμένες από Συριανό μηχανουργείο (Γαλανού) κάπου στα μέσα του 50.
  • Η δεύτερη μια αντλία και πάλι Συριανής προέλευσης (μηχανουργείο Μπαρμπέτα).
  • Η τρίτη καλούπι για λαμπόγυαλο από το Υαλουργείο Σύρου (ποιός θυμάται καν τι είναι αυτό;)
  • Κι η τέταρτη δύο πανομοιότυπες πρέσσες (;) και πάλι από το Υαλουργείο Σύρου εκ των οποίων η αριστερή είναι το ξένο  αγγλικό πρότυπο κι η δεξιά το ελληνικό αντίγραφο.

Αν κρυφτεί κανείς στην αίθουσα του μουσείου που τις φιλοξενεί, θα παρατηρήσει την σχεδόν πανομοιότυπη απορία των επισκεπτών ζωγραφισμένη ανάγλυφα στο πρόσωπο τους: “Μα καλά, φτιάχναμε μηχανές στην Ελλάδα; Και μάλιστα στη Σύρο;”.

Κι η θλιβερή απάντηση είναι πως, ναι, φτιάχναμε. Όχι τίποτα τεχνολογίες αιχμής. Αντίγραφα ξένων προτύπων συνήθως. Αλλά φτιάχναμε. Μ’ ελληνικά χέρια. Μηχανές. Σίδερα. Που έπρεπε να λειώσουν σε ψηλές θερμοκρασίες, να μπουν σε καλούπια, να τορνευτούν, να συναρμολογηθούν, να λειτουργήσουν και τελικά να πουληθούν.

Δεν ξέρω τι επιχειρήματα μπορεί να είχαν ή έχουν οι οικονομολόγοι για το ποιόν και το μέλλον αυτών των μικρών μηχανουργείων – μικρών βιομηχανιών που σταδιακά εξαφανίστηκαν. Εμένα η ανάμνηση τους μου φέρνει μια θλίψη. Πολύ περισσότερο γιατί ο πατέρας μου ήταν μηχανουργός και μου τον θυμίζουν. Και μου θυμίζουν ότι έχω περάσει ώρες μικρός μες στο μηχανουργείο που δούλευε, παίζοντας με τόρνους και τρυπάνια και θαυμάζοντας τον που δάμαζε αυτά τ’ αλύγιστα τέρατα.  Που να φανταστώ ότι κάτι τέτοια τέρατα λυγίζουν εύκολα κάτω από την πίεση των ROI, ποδοπατιούνται από κρατικές τζίφρες σε βιομηχανικές πολιτικές και καταφρονούνται από όνειρα εισοδηματία.

Είναι εύκολο να είναι κανείς εκ των υστέρων προφήτης, αλλά δεν μπορώ να μην το πω: μια χώρα δε ζει μόνο μ’ επιστήμονες. Θέλει και τεχνίτες. Κι αν το ίδιο πρόσωπο συνδιάζει και τα δύο, ακόμα καλύτερα.

 

Αφιερωμένο στο σημερινό GTUG.

6 thoughts on “Τον καιρό (μας) του σιδήρου

  1. Pingback: buzz

  2. Konstantinos Koukopoulos

    Καταλαβαίνω την νοσταλγία, όπως ίσως και θα καταλάβαινα και έναν θυμό που άνωθεν πολιτικές έχουν εξαφανίσει με το ζόρι ορισμένα χρήσιμα επαγγέλματα ή βιομηχανίες. Αρκεί να μη γενικεύουμε και αρχίσουμε να νοιώθουμε νοσταλγία για το χαμένο επάγγελμα του καντιλανάφτη που κατέστρεψαν οι εφευρέτες και επενδυτές στον ηλεκτρισμό.

  3. Konstantinos Koukopoulos

    Παρά όμως τα παραπάνω ο καιρός έχει γυρίσματα, και η κουλτούρα του “πετάω και παίρνω νέο” δεν είναι μονόδρομος. Η αντίθετη κουλτούρα του “φτιάχνω και επιδιορθώνω” δεν έχει πει την τελευταία της κουβέντα, ίσως απεναντίας ξανανεβαίνει, απλά εντασσόμενη στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Όμως αν κάτι θα πρέπει να το αναγνωρίσουμε ως πλάνη, όχι σήμερα αλλά ανέκαθεν, είναι η λατρεία της αυτάρκειας που προσδίδει υπερβολική αξία στο να έχει κάθε χώρα ή κοινότητα τη δυνατότητα να παράγει μόνη της τα αγαθά που χρειάζεται. Αυτή η αντίληψη ελπίζω να έχει πει την τελευταία κουβέντα της.

  4. adamo

    “μια χώρα δε ζει μόνο μ’ επιστήμονες. Θέλει και τεχνίτες”

    We’ve got all the chiefs, but no Indians…

Comments are closed.