sirines-sto-aigaio

Οι ταινίες σαν startup

Τα όσα ακολουθούν είναι μεν μια συνέχεια του προηγούμενου μου ποστ, αλλά είναι κι αποτέλεσμα έμπνευσης από μια ανάλογη ιδέα: το βιβλίο σαν startup (αν ενδιαφέρεστε για την πηγή της έμπνευσης πηγαίντε στο leanpub).

Η αναλογία είναι απλή κι οι παραλληλισμοί πολλοί και σε πολλά επίπεδα, εκτός από ένα. Ένα startup στοχεύει να ζήσει για πάντα, άσχετο αν σπάνια το καταφέρνει. Μια ταινία στοχεύει να ζήσει για πάντα επίσης αλλά ουσιαστικά, σαν πολιτιστικό προϊόν, ο ενεργός χρόνος ζωής της (αυτός δηλαδή που μπορεί να δημιουργήσει υπολογίσιμα εισοδήματα) είναι μικρός.

Κατά τ’ άλλα:

  • Κι οι ταινίες και τα startup είναι ομαδικές προσπάθειες. Βασίζονται σε 1-3 κύριους συντελεστές (στα startup είναι οι  co-founders , στις ταινίες ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος και κάποιος από τους: υπεύθυνος φωτογραφίας, μουσικής, πρωταγωνιστές κτλ).
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπεισέρχεται η αβεβαιότητα και το υψηλό ρίσκο.
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ανάγκη για χρηματοδότηση.
  • Κατ’ εξαίρεση, μια ταινία μπορεί να δημιουργηθεί από μεράκι των δημιουργών της με λεφτά δικά τους και μόνο, όπως ένα startup μπορεί να ξεκινήσει με προσωπικά λεφτά και ιδρώτα των ιδρυτών -και ίσως της οικογένειας και των φίλων τους, και να οδηγήσει σε μια μεγάλη επιτυχία.
  • Μια ταινία μπορεί να μην αποσκοπεί στην οικονομική εκμετάλλευση και στο κέρδος όπως κι ένα open source project (που δεν είναι startup αλλά λειτουργεί πάνω κάτω με τους ίδιους όρους).
  • Τα startup αυτοπαρουσιάζονται σε startup competitions όπως οι ταινίες σε φεστιβάλ. Και στις δύο περιπτώσεις το ζητούμενο είναι η αναγνώριση κι η σύναψη εμπορικών ή άλλων επιχειρηματικών συμφωνιών.

Αφήνω σε σας ν’ ανακαλύψετε κι άλλες αναλογίες για να εξετάσω το που αυτές μπορούν να οδηγήσουν.

Το ζητούμενο από το προηγούμενο ποστ ήταν ο ελληνικός  κινηματογράφος σαν εξωστρεφής δραστηριότητα. Κι αυτή την δυνατότητα προσπαθεί να ερευνήσει κι η αναλογία μιας ταινίας μ’ ένα startup. Για να ψάξουμε όμως τη δυνατότητα λίγο καλύτερα, χρειάζεται μια μικρή ιστορική αναδρομή στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή την οποία θα την επιχειρήσω καθαρά από μνήμης, χωρίς να έχω ανατρέξει σε σχετικές πηγές που, γι αυτό, θα είναι ανοιχτή σε αναθεωρήσεις.

Παλιός ελληνικός κινηματογράφος

Κάτω απ’ αυτό τον όρο θα ‘τσουβαλιάσω’ όλη την ελληνική παραγωγή μέχρι την μεταπολίτευση, αν και τα όρια δεν είναι τόσο σαφή. Απλά το ορόσημο αναφοράς είναι βολικό κι όχι πολύ λανθασμένο.

Στο μεγάλο μέρος του, ίσως και στο σύνολο, δεν το γνωρίζω, ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είναι αποτέλεσμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας ως προς την παραγωγή (με τη Φίνος Φίλμ το πιο γνωστό παράδειγμα).

Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι εκείνο του Χόλυγουντ, με ένα εγχώριο σταρ σύστεμ που λειτουργεί σαν το δέλεαρ για την παρακολούθηση μιας νέας ταινίας.

Οικονομικά ο παλιός κινηματογράφος τα καταφέρνει καλά: τα εισητήρια που κόβουν οι ταινίες το 60 θα τα ζήλευαν και μεγάλες σημερινές blockbuster παραγωγές. Το “Υπολοχαγός Νατάσα” πιάνει δε το για πολλά χρόνια ρεκόρ των 750χιλ. εισητηρίων.

Κι ενώ το μεγάλο μέρος της παραγωγής είναι εμπορικές ταινίες που απευθύνονται κυρίως στην εσωτερική αγορά, υπάρχει χώρος και για ποιοτικότερες, πιο καλλιτεχνικές παραγωγές, που γίνονται κι οι πρεσβευτές του ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό,  όπως ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου κά.

Κι εδώ είναι η ιδιομορφία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: το εμπορικό είναι εσωστρεφές (non tradable, με διεθνείς όρους, θα λέγαμε), ενώ το ποιοτικό αναζητάει μια δικαίωση κι ένα λόγο ύπαρξης εκτός Ελλάδος.

Στις ποιοτικές επιτυχίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου μεγάλο λόγο παίζουν οι συνέργειες: και στην περίπτωση του Κούνδουρου που προανέφερα αλλά κυρίως στο Ποτέ την Κυριακή του Ντασσέν και της Μελίνας, είναι η μουσική του Χατζιδάκη που υποστηρίζει ικανά τις ταινίες.

Μια άλλη συνέργεια είναι επίσης ενδιαφέρουσα στην περίπτωση του Κούνδουρου: το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Αναφέρω αυτά περί συνεργειών για να ξαναθυμήσω την αναλογία με τα  startup: οι ταινίες είναι ομαδικά δημιουργήματα και ο ρόλος της ομάδας των ‘co-founders’ σημαντικός στην επιτυχία τους.

Η ρόδινη διαδρομή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ανακόπτεται, απότομα σχετικά, από την επέλαση της τηλεόρασης. Είναι κλασσικό disruption και βέβαια όχι μόνο ελληνικό. Απλά στην Ελλάδα οι συνθήκες παραγωγής του ‘παραδοσιακού’ κλάδου δεν άντεξαν στην διαδικασία της προσαρμογής.

Η εμπορικότερη ελληνική ταινία

Νεώτερος Ελληνικός Κινηματογράφος

Ο μετά την μεταπολίτευση κινηματογράφος χαρακτηρίζεται από τη στροφή στο πιο ‘κουλτουριάρικο’ και λόγω του ότι το εμπορικό έχει μετακομίσει στην τηλεόραση αλλά και λόγω του πολιτικού πνεύματος που εισάγεται από τη Γαλλία, κυρίως με τον επαναπατρισμό των πολιτικών (αυτο)εξόριστων διανοουμένων, αλλά και το γενικώτερο πνεύμα της εποχής. Το πιο εξέχον παράδειγμα και το role model αυτής της περιόδου, μέχρι τα τέλη του ’80, είναι ο προσφάτως εκλιπών Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Αυτό όμως που είναι μεγαλύτερης σημασίας είναι η αλλαγή στη διαδικασία της παραγωγής ταινιών: στην πλειονότητα τους δεν χρηματοδοτούνται πια από ιδιώτες αλλά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Συνέπεια αυτού είναι η ύπαρξη μιας νέας δυνατότητας: του να παράγονται ταινίες οι οποίες δεν βρίσκουν κοινό, απλά και μόνο γιατί κρίνονται a priori καλλιτεχνικές.

Παράλληλα, υπάρχουν δείγματα παραγωγής όπως το Λούφα και Παραλλαγή του Νίκου Περάκη όπου ακολουθούν το δρόμο της ιδιωτικής παραγωγής και  της εμπορικής αλλά ποιοτικής ταινίας, που θυμίζουν ότι ο κινηματογράφος μπορεί να μετασχηματιστεί και να ξαναγίνει σημαντικός στις νέες συνθήκες.

Από τη δεκαετία του 90 και μετά, και με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης και της άνθισης της διαφήμισης δημιουργούνται νέες συνθήκες: αφενός οι κινηματογραφιστές μπορούν να έχουν ένα daytime-job στη διαφήμιση, αφετέρου σχηματίζεται ένα νέο star system, το τηλεοπτικό.  Το εμπορικό ζενίθ αυτής της νέας συνθήκης είναι η ταινία του 1999 Safe Sex που σπάει το φράγμα του 1 εκατομυρίου εισητηρίων. Την παραγωγή της ταινίας, κι εδώ είναι το ενδιαφέρον, κάνει ένα τηλεοπτικό κανάλι (το Mega Channel) το οποίο κάνει έτσι cash out  στο μέχρι τότε star system του.

Τη δεκαετία του 2000 τα μεγάλα νούμερα εισητηρίων στον ελληνικό κινηματογράφο επανέρχονται: με το Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίo να φτάνει στο all time high εισητηρίων με κοντά 1,3 εκατομ. ακολουθούμενο κοντά από την Πολίτικη Κουζίνα.  Από πλευράς παραγωγής το μεν πρώτο είναι της CL Productions, μιας εταιρίας καθαρά κινηματογραφικών παραγωγών, ενώ το δεύτερο της  Village Roadshow που εκτός από τις ομώνυμες αίθουσες κάνει και κινηματογραφικές διανομές.

Η πορεία των τελευταίων χρόνων δείχνει να αναβιώνει, σε κάποιο βαθμό, χαρακτηριστικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: ιδιωτική παραγωγή, εγχώριο star system και μεγάλο αριθμό εισητηρίων, χωρίς όμως ν’ αναδεικνύει μόνιμους και σταθερούς ‘παίχτες’ σ’ όλο το production chain της κινηματογραφικής παραγωγής.

Το σήμερα της κρίσης

Στις σημερινές συνθήκες ο ελληνικός κινηματογράφος αντιμετωπίζει τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν κι όλοι οι άλλοι κλάδοι της οικονομίας: μειωμένα εισοδήματα των θεατών, που οδηγούν σε μειωμένα εισητήρια, απώλειες των βιοποριστικών θέσεων εργασίας (τηλεόραση, διαφήμιση) των διαφόρων συντελεστών (ηθοποιοί, τεχνικοί, σκηνοθέτες) και, βέβαια, περαιτέρω στένεμα στα κεφάλαια χρηματοδότησης. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να οδηγηθεί ξανά σε μια περίοδο μαρασμού. Μπορεί όμως να εκμεταλευτεί και την κρίση σαν ευκαιρία.

Πως;

Πρώτα απ’ όλα οι νέες συνθήκες δυσκολεύουν το να κάνεις κινηματογράφο εκ του ασφαλούς: είτε έχοντας μια daytime job, είτε έχοντας μια κρατική χρηματοδότηση.  Άρα, αν υπάρξει συνέχεια, αυτή θα είναι συναρτημένη από το κατά πόσο μπορεί ο ελληνικός κινηματογράφος να περάσει σε μια διεκδίκηση μέλλοντος μέσα στο διεθνές περιβάλλον παίρνοντας ρίσκα.

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να μας επιτρέψει αισιοδοξία γι αυτό, είναι αφενός ότι το εσωτερικό περιβάλλον είναι πλέον εχθρικό, οπότε αναγκαστικά η εξωστρέφεια είναι η μόνη διέξοδος, και, κυρίως, το γεγονός ότι οι νεώτεροι κινηματογραφιστές έχουν μεγαλώσει σε μια εποχή διασύνδεσης: έχουν τις ευκαιρίες και τις προσβάσεις που προσφέρονται από το internet όσον αφορά την πληροφόρηση και την εύρεση συντελεστών και πόρων. Κι όπως και με τα ελληνικά startups,  ο άνθρωπος του κινηματογράφου έχει ένα carrier path να ονειρεύεται: ότι μια ελληνική διεθνής επιτυχία μπορεί ν’ ανοίξει τις πόρτες των μεγάλων στούντιο. Το Hollywood είναι η Silicon Valley  των κινηματογραφιστών κι οι μεγάλες παραγωγές όπως και οι μεγάλες χρηματοδοτήσεις λαμβάνουν χώρα κυρίως  σ΄αυτή τη πλευρά της γης.

Ευκαιρίες και συνέργειες

Κάνοντας τη νοητική αναδρομή στον ελληνικό κινηματογράφο ένα πράγμα που συνειδητοποίησα, και που μου προκάλεσε κατάπληξη, είναι πόσο λίγο,  σε αντίθεση με άλλους κινηματογράφους, αντλεί από την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Ενώ στο Hollywood το να γίνει ταινία ένα επιτυχημένο βιβλίο είναι σχεδόν δεδομένο κι αυτονόητο, στην Ελλάδα τα παραδείγματα είναι ελάχιστα. Αναρωτιέται κανείς γιατί. Τόση λίγη εκτίμηση έχουν στην ελληνική λογοτεχνία οι κινηματογραφιστές μας; Γιατί δεν κάνει κάποιος ταινίες τα βιβλία  που μπορούν να έχουν μια υγιή δόση και ποιότητα και εμπορικότητας; Του Μάρκαρη, ας πούμε.

Σε μικρότερο βαθμό το ίδιο ισχύει και για τη μουσική: οι ταινίες ή θα έχουν καθαρά κινηματογραφική μουσική, (αξιόλογη καθ’ όλα, όπως του Δημήτρη Παπαδημητρίου ή της Ελένης Καραϊνδρου) ή πιο παραδοσιακή (ρεμπέτικα, έντεχνο κτλ). Η σύγχρονη ελληνική μουσική παραγωγή απουσιάζει. Και πάλι γιατί; Δεν είναι άξια λόγου; Δεν αρέσει στους σκηνοθέτες; Δεν έχω απάντηση.

Η ελληνική κρίση οδεύει να είναι άλλη μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τον κινηματογράφο για ένα ακόμα λόγο: δεν έχει επιχειρήσει να την αφηγηθεί. Ας σκεφτούμε πως από μόνο του το θέμα είναι ικανό να προσελκύσει διεθνές κοινό μιας και το ζήτημα ‘διαφημίζεται’ στα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης αδιάλειπτα τα τελευταία δύο χρόνια. Και δεν εννοώ μ’ αυτό μια νέα γενιά πολιτικών ταινιών. Χορτάσαμε απ’ αυτές, όχι. Εννοώ μια εικονογράφηση της κοινωνίας όπως έχει αυτή διαμορφωθεί σ’ αυτές τις συνθήκες. Ζούμε μια πρωτόγνωρη περίοδο της ιστορίας μας, που σε ανθρώπινο επίπεδο, παράγει τόνους ιστορίες άξιες αφήγησης, αλλά ο ελληνικός κινηματογράφος δείχνει να τις αγνοεί. Ή να τις σνομπάρει. Αντ’  αυτού επιλέγει ή να στρέφει το βλέμμα σε μια αμφίβολη ελαφρότητα ή να επιδίδεται σε κρυπτικές ομφαλοσκοπήσεις. Γιατί; Είναι νωρίς μήπως;

 

Μια πρόταση δράσης

Αν υποθέσουμε ότι αυτά που λέω  τ’ ακούσουν κάποιοι άμεσα ενδιαφερόμενοι (κινηματογραφιστές) και θέσουν το (απίθανο) ερώτημα τι θα μπορούσαν να κάνουν για να εκμεταλευτούν τις νέες συνθήκες, θα είχα να προτείνω τα παρακάτω:

  • Πρώτα ν’ αρχίσουν να μαζεύονται και να συζητούν τις ιδέες τους για ταινίες, ν΄ανταλλάσουν ειλικρινείς απόψεις και να παίρνουν  feedback όχι μόνο από το συνάφι τους. Ένα είδος Opec Coffee για τον κινηματογράφο, ή κάτι τέτοιο.
  • Να ψάξουν θέματα και στην ελληνική λογοτεχνία και στην διεθνή. Η ιστορία είναι το πρωταρχικό σε μια αφήγηση. Δεν πρόκειται για ντοκυμανταίρ. Και δεν είναι δεδομένο ότι κάποιος που γνωρίζει τα μυστικά της αφηγηματικής γλώσσας (ο κινηματογραφιστής εν προκειμένω) μπορεί να επινοεί ιστορίες άξιες αφήγησης.
  • Να σκεφτούν σαν θεατές μιας μακρινής χώρας. Να προσπαθήσουν να μιλήσουν σε τέτοιους θεατές, χωρίς απαραίτητα να κάνουν υποχωρήσεις στο εύκολο και στο κοινότυπο.
  • Και κυρίως και πάνω απ’ όλα να τολμήσουν να ξεκινήσουν (start up) ακόμα κι αν δεν έχουν υπεσχημένη ούτε μια δραχμή (παλαιά ή μέλλουσα).

Update 1:

Από το σχόλιο του Απόστολου βρήκα σ’ αυτό το αφιέρωμα στα 100 χρόνια του  (ελληνικού) κινηματογράφο από την εκπομπή παρασκήνιο, την ακόλουθη κι αρκετά παλιά δήλωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου που είναι στην καρδιά του θέματος που πραγματεύομαι(το  screencast είναι λίγο κακής ποιότητας, αλλά σημασία έχει ο ήχος).

6 thoughts on “Οι ταινίες σαν startup

  1. apostolos

    Aξιολόγοτατo κείμενο. Η πρόταση δράσης αν και είναι προφανές ότι για να επιτευχθεί απαιτείται σύμπνοια απόψεων, έστω στην αντίληψη του πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα σήμερα, σκοντάφτει στις ιδιαιτερότητες του χώρου.

    Ανέκαθεν το μεγάλο παράπονο των σκηνοθετών – ή η μεγάλη πρόφαση για να δικαιολογήσουν τον συγκεντρωτισμό τους – ήταν ότι δεν έβρισκαν σεναριογράφους να γράψουν “δωρεάν” και να πληρωθούν κεφαλαιοποιώντας την αμοιβή τους (εν ολίγοις αν πάει καλά η ταινία πληρώνονται, αν δεν πάει κλάφτα Χαράλαμπε).

    Μάλιστα, ο χώρος του κινηματογράφου έχει πολωθεί άσχημα ανάμεσα σε σκηνοθέτες & σεναριογράφους από τότε που οι δεύτεροι ζήτησαν αύξηση του ποσοστού των δικαιωμάτων της εκάστοτε ταινίας στην οποία συμμετείχαν. Aυτό έχει οδηγήσει στο ότι (πρόχειρα στατιστικά) από τις περίπου 250 ταινίες που γυρίστηκαν την τελευταία δεκαετία, στις 230 περίπου το σενάριο υπογράφει ή συνυπογράφει ο σκηνοθέτης κάτι που καταδεικνύει την δυσκολία που αναφέρω παραπάνω.

    Το startup μιας ταινίας είναι δύσκολο όσο οι σκηνοθέτες θεωρούν ότι και το σενάριο είναι δική τους υπόθεση αλλά και όσο οι σεναριογράφοι εμμένουν στην δική τους αντίληψη περί απόδοσης του νοήματος των γραπτών τους.

    Μοιραία, φθάνουμε κι εδώ σε ένα προς το παρόν άλυτο θέμα νοοτροπίας. Άλυτο ως προς το γεγονός ότι η αλλαγή νοοτροπίας αναμφισβητητα απαιτεί χρόνο.

    1. Nikos Anagnostou Post author

      Πολύ ενδιαφέρον insight αυτό περί ‘κόντρας’ σκηνοθετών σεναριογράφων Απόστολε. Από που αντλείς αυτή την πληροφορία; Είναι προσωπικές επαφές ή υπάρχει κάτι δημόσια; Πάντως η απάντηση νομίζω είναι στη νούμερο 1 πρόταση: η δημιουργία ενός πλαισίου συζήτησης κι ανταλλαγής απόψεων των ενδιαφερομένων μέσα από ζωντανή και συχνή επαφή. Θυμίζω ότι περίπου αντίστοιχες αντιρρήσεις ακούγονταν και για το opencoffee όταν πρωτοξεκίνησε.

  2. apostolos

    Νίκο, κυρίως από προσωπικές πληροφορίες και μόνο από την πλευρά των σκηνοθετών δυστυχώς.

    Όμως δες αυτή την εκπομπή του Παρασκηνίου (ΕΤ1), θα κατανοήσεις πολλά σχετικά με το πως βλέπουν (τουλάχιστον οι σκηνοθέτες) τον ελληνικό κινηματογράφο διαχρονικά, αλλά και την σχέση τους με τους σεναριογράφους.

    http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=6657&tsz=0&autostart=1

  3. Μανώλης Ανδριωτάκης

    Νίκο η πρότασή σου είναι εξαιρετική. Εύχομαι ειλικρινά να φτάσει σε γόνιμα μυαλά και να προχωρήσει. Απ’ την πλευρά μου, είμαι μέσα!

    1. Nikos Anagnostou Post author

      Το να το λες εσύ, που κάνεις ταινίες, μετράει. Ευχαριστώ!

Comments are closed.