Mousepad σε μορφή χαλιού

(Συγ)κρίνοντας την Κωνσταντινούπολη

Βρέθηκα τις μέρες των Χριστουγέννων κάπως απρόσμενα στην Κωνσταντινούπολη. Για όσους ήδη τρόμαξαν πως ακολουθεί ταξιδιωτικό ποστ, μην ανησυχείτε: δεν είναι της συνήθειας και του ύφους μου. Τα όσα ακολουθούν είναι αυτά που τριγύριζαν στο μυαλό μου τις τέσσερεις μέρες που πέρασα εκεί, τα όσα είδα κι οι συγκρίσεις που έκανα  με την Αθήνα, κι έχουν σχέση με τη συνήθη θεματολογία μου: οικονομία, τεχνολογία, επιχειρήσεις κτλ.

1. Συγκοινωνίες

Είχα επισκεφτεί την Πόλη στα μέσα του ’90 για δουλειά. Δεν υπάρχει σύγκριση σ’ ότι είχα δει τότε με το τώρα. Αλλά αυτό είναι αναμενόμενο γιατί έχει περάσει αρκετός καιρός.

Το αεροδρόμιο είναι πια ένα πολύ μεγάλο και σύγχρονο αεροδρόμιο, αν και κάπως άγχρωμο, 3-4 φορές μεγαλύτερο από το Ελ. Βενιζέλος, και λέγεται, βέβαια, Ατατούρκ. Συνδέεται δε με την πόλη με μετρό.

Το μετρό, όπως κι οι λοιπές συγκοινωνίες, είναι καθαρά και σύγχρονα κι αρκετά τακτικά. Το τραμ ειδικά είναι σαν ένα επίγειο μετρό.

Ενδιαφέρον έχουν κι οι θαλάσσιες συγκοινωνίες που ενώνουν την παλιά με τη νέα πόλη (δηλαδή την πόλη δυτικά κι ανατολικά του Κεράτιου κόλπου αντίστοιχα, στην Ευρωπαϊκή πλευρά) και την Ασιατική πλευρά.

Το εισητήριο είναι το ίδιο παντού, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μετρό ή φέρρυ μπόουτ: 2 νέες τουρικές λίρες ήτοι περίπου 80 λεπτά δικά μας.

Δεν υπάρχει ενιαίο εισητήριο, αλλά υπάρχει ένα σύστημα με μονάδες που δίνει 10% έκπτωση ανά διαδρομή.

Σημειωτέον ότι στα μέσα συγκοινωνίας συγκαταλέγονται και 3 υπόγεια τελεφερίκ που ανεβάζουν στο πιο κεντρικό σημείο της Πόλης: την οδό Ιστικλάλ και την πλατεία Ταξίμ.

2. Επικοινωνίες

Από τη λίγη χρήση που έκανα στο κινητό, διαπίστωσα ότι πιάνει παντού κι ότι τα data services έχουν μεγαλύτερη από μας ταχύτητα (: ανέβασμα φωτογραφίας στο facebook σχεδόν στιγμιαία) .

Κάτι που μου  έκανε εντύπωση: σε κάποιο ρεστωράν όταν ζητήσαμε μια πληροφορία από ένα γκαρσόνι για κάποιο άλλο κοντινό μαγαζί, πήγε κι έψαξε στο smartphone του και μας έφερε τη σχετική σελίδα στ’ αγγλικά για να μας διαφωτίσει.

3. Κτίρια

Η Κωνσταντινούπολη, όπως κι η Αθήνα, δεν έχει σαφείς διακρίσεις ανάμεσα σε παλιά και νέα πόλη από πολεοδομική άποψη: στη δυτική πλευρά, που είναι τα περισσότερα ιστορικά μνημεία, συναντά κανείς ανάκατα κτίσματα αιώνων, ετοιμόροπες ξύλινες κατοικίες εκατονταετίας και το γνώριμο σχήμα και όγκο των πολυκατοικιών. Ο βαθμός όμως επιβίωσης παλιών κτισμάτων είναι σημαντικά μεγαλύτερος από την Αθήνα.

Στην Ανατολική πλευρά μέτρησα από μακρυά τουλάχιστον 40 ουρανοξύστες που η θέα τους από την ασιατική πλευρά κάνει την Πόλη να φέρνει λίγο προς Μανχάταν.Σημειωτέον ότι το έδαφος δεν είναι πεδινό. Παντού υπάρχουν σχετικά απότομοι λόφοι κι οι ουρανοξύστες είναι χτισμένοι πάνω σ’ αυτούς κι όχι κοντά στην παραλία.

Τα μεσαίας  ηλικίας (με όρους αιώνων) κτίσματα του 19ου κι αρχών 20ου αιώνα, είναι πολυόροφα και με αρκετό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.

4. Δημογραφικά

Ο πληθυσμός της Πόλης έχει αγγίξει τα 14 εκατομύρια κι η αύξηση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα εσωτερικής μετανάστευσης. Οι Κούρδοι αποτελούν σημαντικό μέρος αυτού του ρεύματος. Η μετακίνηση αυτή προκαλεί εντάσεις και τριβές στην Κωνσταντινοπολίτικη κοινωνία, με τους ‘βέρους’ Κωνσταντινοπολίτες Τούρκους να προτιμούν την Ανατολική πλευρά ενώ οι νεόφερτοι και πιο συντηρητικοί τη Δυτική και πιο ιστορική, την οποία οι πρώτοι περιφρονούν.

Εκτός από τους Τούρκους, μια μεγαλούπολη σαν την Πόλη είναι μαγνήτης για μια πανσπερμία μεταναστών. Εκεί όμως οι συγκρίσεις με την Αθήνα προκαλούν κάποιες εκπλήξεις: δεν υπάρχει, ας πούμε, εύκολα παρατηρήσιμη μερίδα Νιγηριανών (που είναι και ομόθρησκοι με τους Τούρκους) ή άλλων Αφρικανών. Ούτε Πακιστανούς διακρίναμε, πράγμα ακόμα πιο περίεργο. Συναντήσαμε όμως αρκετούς Ιρακινούς, που ήταν αναμενόμενο. Από τα μορφολογικά δε χαρακτηριστικά τους θα μπορούσα να υποθέσω επίσης και την παρουσία Καυκάσιων και γηγενών της Κεντρικής Ασίας, αλλά αυτό είναι απλή εικασία.

5. Τουρισμός/Ποιότητα υπηρεσιών

Η Πόλη είναι το οικονομικό κέντρο της Τουρκίας. Δεν έχω ακριβή αντίληψη της διάρθρωσης της οικονομικής ζωής, ούτε μπορεί εύκολα κανείς να εξάγει συμπεράσματα περιηγούμενος μόνο σε τουριστικού ενδιαφέροντος προάστια. Αλλά αυτό που είναι σίγουρα σαφές, είναι ότι ο τουρισμός καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας. Κι είναι αυτή κυρίως η σύγκριση με την Αθήνα που ήταν η πιο στενάχωρη.

Είναι αλήθεια πως η Πόλη έχει τουρισμό πολύ μεγαλύτερο και παλαιότερο από την Αθήνα και λόγω της πολιτικής σημασίας της σαν πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους, αλλά και της γεωγραφίας της και του μοναδικού τοπίου της.

Παρότι είναι εμφανής η παραμέληση του βυζαντινού παρελθόντος της κι υπάρχει ένα διάχυτο κόμπλεξ γύρω απ’ αυτό, η τουριστική βιομηχανία δεν παύει να το αξιοποιεί, με πιο τρανταχτό παράδειγμα, βέβαια, την Αγία Σοφία.

Σε αντίθεση, όμως, με την Αθήνα που, βασικά, μόνο το (μακρινό) παρελθόν προσπαθεί ν’ αξιοποιήσει, ‘περιορίζοντας’ την Αθηναϊκή εμπειρία του τουρίστα στον πέριξ της Ακρόπολης χώρο, ο τουρισμός στην Τουρκία δεν στρέφεται αποκλειστικά στο ιστορικό στοιχείο. Ίσως δε να στρέφεται και λιγότερο σ’ αυτό.

Το χαρτί που παίζει η Πόλη στον τουρισμό είναι αυτό του εξωτικού.

Προσφέρει

  • την εμπειρία των παλιών αγορών (εντυπωσιακό το Καπαλί Τσαρσί, η παλιά σκεπαστή αγορά με τα εκατοντάδες μαγαζάκια με υφαντά και είδη χειροτεχνίας, αλλά κι η μικρότερη, επίσης κλειστή, αιγυπτιακή αγορά με τα μπαχαρικά),
  • των χαμάμ (που μερικά μετράνε 5 αιώνες ζωής),
  • των μίνι κρουαζιερών στο Βόσπορο ή στα πριγκιπονήσια,
  • την περιπλάνηση στο ανατολίτικο γκουρμέ (που, παρεπιπτόντως, ως Έλληνες, είμασταν σε θέση ν’ αξιολογήσουμε καλύτερα από το μέσο ευρωπαίο και να τιμήσουμε ανάλογα),
  • αλλά και τις αγορές με σύγχρονα προϊόντα,
  • τη νυχτερινή διασκέδαση (από χορό της κοιλιάς ως ψαγμένα τζαζ μπαρ),
  • και, για τα μεγάλα βαλάντια, την μυθική πολυτέλεια που προσφέρουν ξενοδοχεία σαν το Τσιραγάν, παλιό σαράι, που,  όπως μας πληροφόρησε ένας οδηγός, μια σουϊτα του πάει 21000 Ευρώ τη νύχτα, νούμερο που δυσκολεύομαι να πιστέψω.

Το σέρβις στα μαγαζιά, τις καφετέριες και τα ρεστωράν είναι καλό ως πολύ καλό και σίγουρα καλύτερο από το αντίστοιχο Αθηναϊκό. Μπορεί να μην έχει το τακτ και την κομψότητα του ευρωπαϊκού, αλλά έχει φρεσκάδα (μιας κι οι περισσότεροι εργαζόμενοι είναι πολύ νέοι), αυθόρμητο χαμόγελο και προσοχή στα ουσιώδη: να μην περιμένεις πολύ, να σε βοηθήσουν ν’ αποφασίσεις, να σε κάνουν να νοιώσεις άνετα (: δεν πρέπει να υπάρχει γκαρσόνι στην Πόλη που να μην ξέρει μερικές ελληνικές προτάσεις).

Επιπλέον, οι τιμές είναι, για το μέσο Ευρωπαίο, χαμηλές ως πολύ χαμηλές. Κι η ποιότητα 2-3 φορές πάνω από την αντίστοιχη ελληνική.

Μου έκανε εντύπωση που δεν συνάντησα σερβιτόρους χωρίς κάποιου είδους ‘στολή’, πράγμα που δέχτηκα ευχάριστα γιατί έχω κουραστεί από αυτή την ψευτοάνετη και ψευτοφιλική casual εμφάνιση και συμπεριφορά των αντίστοιχων Αθηναίων.

Ένα πιο ουσιαστικό παράδειγμα τουριστικής υπεροχής ήταν η προσοχή στις τουαλέτες: δεν συνάντησα ούτε μια που να μου προκαλέσει αίσθημα σιχασιάς κι αποστροφής. Η μόνη πολύ βρώμικη τουαλέτα στην οποία μπήκα ήταν του Πατριαρχείου που επισκέπτονται κυρίως Έλληνες, πράγμα που λέει πάρα πολλά.

Το αποκορύφωμα της τουριστικής ευγένειας ήταν το προσωπικό του ξενοδοχείου που μέναμε, ένα μικρό μπουτίκ οτέλ κοντά στην Αγία Σοφία. Κάθε φορά που κάναμε την εμφάνιση μας στο χώρο της ρεσεψιόν, σηκώνονταν όλοι όρθιοι, ‘κλαρίνο’ που λέγαμε στο στρατό, κάτι που δεν έχω συναντήσει πουθενά αλλού στον κόσμο (κι έχω ταξιδέψει σε 4 ηπείρους). Κι ενώ μας έκανε να νοιώθουμε αμήχανα κι ίσως άβολα, το καταλαβαίνω πολύ καλά σαν μαρκετίστικη τακτική. Ήταν ένα ξεκάθαρο σήμα προς εμάς τους τουρίστες ότι τους είμαστε σημαντικοί.

Δεν ξέρω τι γίνεται το καλοκαίρι αλλά η σύνθεση του τουρισμού ήταν άλλο ένα στοιχείο έκπληξης: οι Ευρωπαίοι ήταν μάλλον η μειονότητα. Κι απ’ αυτούς οι περισσότεροι προέρχονταν από χώρες που βρέχει η Μεσόγειος: Ισπανοί, Γάλλοι, Ιταλοί και οι απανταχού παρόντες Έλληνες. Είδαμε πολλούς τουρίστες από την Άπω Ανατολή, κάποιους που έδειχναν Αραβική προέλευση, Ρώσους, και κάποιους με μπερδεμένα στοιχεία: όπως Αμερικάνους μεν πολίτες, αλλά εμφανώς Μουσουλμάνους (μαντήλες οι γυναίκες) και με φυλετικά στοιχεία από Πακιστάν, Ινδοκίνα κτλ. ή άλλους με Ευρωπαϊκή εμφάνιση (με εξαίρεση και πάλι την κομψή μουσουλμανική μαντήλα των κυριών,νεαρών κοριτσιών κυρίως) και ομιλία που δεν μπορούσα να τοποθετήσω σε κάποια γνωστή σε μένα γλωσσική ομάδα.

6. Τοπικά προϊόντα, σχέση με τουρισμό

Τα αναρίθμητα τουριστικά μαγαζιά που συναντάς κυρίως στη δυτική πλευρά, πουλάνε μεν τ’ απαραίτητα σουβενίρ αλλά δεν εξαντλούνται εκεί. Υπάρχει μια στενή συνάφεια τουρισμού και παραγωγής παραδοσιακών προϊόντων: υφαντά, χαλιά, δερμάτινα,  σαπούνια, γλυκά, αλλαντικά κι άλλα τέτοια είδη, ξεχειλίζουν τα τουριστικά μικρομάγαζα. Η εμπειρία σ’ αυτά τα μαγαζιά είναι τυπική της μέσης ανατολής: παζάρια, γαλιφιές, πονηριές κτλ αλλά κάποιοι έχουν αρχίσει να διαφοροποιούνται, και γι’ αυτό θα δεις σε κάποιες  προθήκες την ταμπέλα “Fixed price”, που σημαίνει ότι δεν διαπραγματεύονται κι ότι οι τιμές είναι αυτές που λένε τα ταμπελάκια.

Προσπαθούσα (άκαρπα) να κάνω με το νου μου την οικονομική αριθμητική αυτής της σχέσης: πόσο ο τουρισμός στηρίζει παραδοσιακά επαγγέλματα ή βιομηχανίες; Είναι δύσκολο να πει κανείς τι απ’ όλα αυτά παράγεται όντως στην Τουρκία και τι εισάγεται από την Ανατολή. Αλλά και τα μισά να είναι ντόπιας παραγωγής, το μέγεθος της Πόλης και του τουρισμού της μου έδωσαν την εντύπωση ότι θα κρατάνε στη ζωή πολλές άγνωστες κι άσημες επαρχίες.

7. Θρησκεία/Ήθη

Η Τουρκία ήταν παραδοσιακά χαλαρή στα θρησκευτικά ήθη ακόμα και πριν τον Κεμάλ. Η πρόσφατη επικράτηση όμως των Ισλαμιστών του Ερντογάν έχει αλλάξει τους συσχετισμούς. Υπάρχει μια έκδηλη συντηρητική στροφή στην κοινωνία της Πόλης, με βασικούς στηρικτές της τις ορδές των εσωτερικών μεταναστών.

Δεν το συνειδητοποιείς αμέσως, αλλά αυτό έχει επιπτώσεις στα ήθη της πόλης: δεν βλέπεις πουθενά γυμνό σε αφίσσες, δεν συναντάς εύκολα στριπτηζάδικα (που στην Αθήνα είναι ένα στο τετράγωνο πλέον) και,  κάτι που εικάζω ότι οφείλεται σ’ αυτό, δεν υπάρχει εγκληματικότητα στους δρόμους. Μπορείς να κυκλοφορήσεις αργά τη νύχτα, χωρίς ιδιαίτερο φόβο.

Στην Αθήνα δεν υπάρχει πλέον τοίχος χωρίς γκραφίτι, κάτι που μου είναι ακατανόητο και δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί δεν έχει δημιουργήσει μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις αιτίες του φαινομένου. Πολύ περισσότερο, γύρω από την επίπτωση που έχει στην εικόνα της πόλης και ειδικά στην πρόσληψη της από τους τουρίστες, που για τους περισσότερους απ αυτούς, το γκραφίτι είναι συνώνυμο γκετοποίησης, περιθώριου και μη ασφαλών περιοχών.

Στην Πόλη συναντήσαμε αντίστοιχες περιοχές αλλά η έκταση των γκραφίτι ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Ίσως το παρακάτω περιστατικό εξηγεί το γιατί. Το παραθέτω ασχολίαστο.

Ένα βράδι που γυρνούσαμε μετά τις δώδεκα στο ξενοδοχείο, κατηφορίζοντας από τον πύργο του Γαλατά προς την ομώνυμη  γέφυρα του Κεράτιου, γίναμε μάρτυρες του εξής περιστατικού: κάποιος φύλακας ενός κτιρίου επέπληττε ένα νεαρό. Στην συνέχεια τον πλησίασε και τον καρπάζωσε χωρίς ο άλλος να προβάλει ιδιαίτερη αντίσταση. Έδειχνε μάλλον φοβισμένος. Το αίτιο αυτής της συμπεριφοράς αποδείχτηκε πως ήταν κάτι που ο νεαρός είχε γράψει με μαρκαδόρο στον τοίχο του κτιρίου. Δεν καταλαβαίναμε τι διαμοιβόταν αλλά ο νεαρός έδειχνε να λέει στο φρουρό  ότι έκανε κάτι ασήμαντο. Το εντυπωσιακό όμως ήταν που άρχισε αμέσως να το σβήνει με το δάχτυλο και το σάλιο του.

Αν παράθεσα όλα τα παραπάνω, σ’ αυτό το ασυνήθιστα μακροσκελές, για μένα, ποστ, είναι γιατί βασικά μ’ απασχολούσε κι απασχολεί το εξής ερώτημα: Πως, ενώ έχουμε εναποθέσει την πλειονόητα των ελπίδων μας για οικονομική ανάκαμψη στον τουρισμό, μπορούμε ν’ ανταγωνιστούμε αυτό τον γείτονα που δείχνει να έχει καλύψει όλες του τις πλευρές και πέραν από το σίγουρο δέλεαρ της χαμηλής τιμής, στο οποίο άνετα μας ‘πατάει’, να υπερέχει και σε ποιότητα; Και το ‘πως’ του ερωτήματος δεν έχει την έννοια του ‘δεν γίνεται’ αλλά είναι ένα γνήσιο ερώτημα, ένα από τα ερωτήματα που θα έπρεπε να θέτουμε κι ατομικά και συλλογικά στους εαυτούς μας.

Κι αν θελήσω να δώσω μια πρώτη απάντηση θα ξεκινήσω από το ερώτημα του υποψήφιου τουρίστα μας: “γιατί να πάω στην Αθήνα;”

Αν τον αφήνουμε ν’ απαντά “για να δω την Ακρόπολη, άντε και το νέο μουσείο της”, τότε η παραμονή του θα είναι διάρκειας Σαββατοκύριακου κι η Αθήνα δεν θα συνδιάζεται στο μυαλό του με μια εμπειρία ξεχωριστή που θα ήθελε να επαναλάβει, είτε σαν νέα επίσκεψη, είτε σαν αφήγηση προς τους φίλους και γνωστούς του.

Χρειαζόμαστε μια νέα αφήγηση. Για να έρθει ο τουρίστας να ζήσει το μύθο του στην Ελλάδα (live your myth in Greece κατά τ’ άλλα) πρέπει να έχουμε ένα μύθο ν΄ αφηγηθούμε. Κι όχι ένα παραμύθι…

 

14 thoughts on “(Συγ)κρίνοντας την Κωνσταντινούπολη

  1. amarkos

    Εξαιρετική η περιγραφή σου, Νίκο, η οποία μάλιστα δένει εντυπωσιακά με τη δική μου πρόσφατη εμπειρία στην Πόλη. Καλή χρονιά με υγεία και επιτυχίες.

  2. ανανεωσιμες πηγες ενεργειας

    Πραγματικά η Κωνσταντινούπολη είναι πόλη σε σχεση με την Αθήνα που παραμένει χωριό!! Σε νοοτροπία εννοώ και συγκεκριμένα χωρίς σύγχρονη μέθοδο φιλοξενίας τουριστών!!

  3. cmm

    υπαρχει λοιπον ενας υπολανθανων μιλιταρισμος/συντηριτισμος της κοινωνιας. (απο το νεαρο με τους μαρκαδορους, τους μεταναστες που δεν υπαρχουν, το ξενοδοχειο κλαρινο)
    απλα να το λεμε και αυτο γιατι δεν γινεται να παλευουμε για ‘ελευθερα” εξαρχεια, υποδοχη μεταναστων ανεξαρτητως αριθμου, και ταυτοχρονα να μας κανει εντυπωση η “ταξη” στον πολη.

    1. Nikos Anagnostou Post author

      Δεν είπα πουθενά ότι δεν υπάρχουν μετανάστες. Το αντίθετο. Απλά έχουν διαφορετική προέλευση από τους δικούς μας.

    1. Nikos Anagnostou Post author

      Δες τι λέει το μενού πάνω πάνω στο μπλογκ για άδεια χρήσης 😉

  4. Pingback: Κίνημα της 4ης Ιανουαρίου | thess.gr

  5. Σ.Σ.

    Εδώ κάτοικος Κωνσταντινουπόλεως για μερικά χρονιά και αυτά τα ζω κάθε ημέρα. Έχει πολλά προβλήματα σαν μια μεγαλούπολης άλλα ένα που πραγματικά εξυπηρετεί είναι το πολύ καλό σέρβις στα εστιατόρια και το γεγονός ότι τα μαγαζιά είναι ανοιχτά μέχρι της δέκα το βραδύ και βάλε μερικά άλλα και έτσι εξυπηρετείτε ο κόσμος μετά τις δουλείες του.

    1. Nikos Anagnostou Post author

      Α, ευχαριστώ για την επιβεβαίωση!

  6. Despina Oikonomou

    Μπραβο, ωραιο ρεαλιστικο κειμενο που σε κανει να σκεφτεις και να θελησεις να γινεις καλυτερος. Σαν Ελληνιδα του εξωτερικου ομως, δεν ξερω πως να ξεπερασω την εννοια του εξυπνακια γηγενη που μα ςνομιζει ολους κοροιδα, αφελεις κλπ. Πως γινεται να βγαλουμε τον καλυτερο εαυτο μας εξω και να τον χρησιμοποιησουμε για να εχουμε μια καλυτερη χωρα στην οποια συμβιωνουμε;

    1. Nikos Anagnostou Post author

      Αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο Δέσποινα.

  7. Demi

    Χωρίς να έχω πάει ακόμα στην Πόλη, το κείμενο αναφέρει πράγματα που έχω ακούσει από πολλούς επισκέπτες της… το συμπέρασμα που βγάζω, παραπέμπει στο μύθο του λαγού και της χελώνας. Ενώ εμείς ήμασταν απασχολημένοι με το να χλευάζουμε τους Τούρκους και να καμαρώνουμε απλά και μόνο επειδή είμαστε Ελληνες, εκείνοι δούλευαν, δούλευαν και δούλευαν. Αποτέλεσμα, μία πόλη σύγχρονη, που δεν έχει χάσει όμως τα μοναδικά χαρακτηριστικά της. Μία πόλη όπου μπορεί κανείς να περπατήσει το μεγαλύτερο κομμάτι της, Αλήθεια, πόσες περιοχές στην Αθήνα “περπατιούνται” άνετα? Και πόσο εκνευριστικό να υπάρχει μόνο ένα εισιτήριο των 1,40? Λίγα από τα πολλά άσχημα της πόλης μας.

  8. Athanassia

    Νίκο από όσα έχω διαβάσει και ενημερωθεί σχετικά με την Κωνσταντινούπολη έχεις κάνει μια καλή και περιεκτική περιγραφή των σημείων που θα ενδιέφεραν έναν επισκέπτη. Επίσης χωρίς να θέλω να σε λιβανίσω θα μπορούσε να είναι ένα κείμενο ενός αξιόπιστου ταξιδιωτικού οδηγού που θα διάβαζα με το ίδιο ενδιαφέρον…μάθε τέχνη και άστηνα

Comments are closed.