Η άνοδος του B2B

Αν παρατηρείτε, έστω κι από απόσταση, την εξέλιξη και την ιστορία των ελληνικών startups (ναι, ξέρω δεν έχουμε πολλά, διάσημα κτλ, αλλά κάτι έχουμε πλέον), θα έχετε προσέξει μια ενδιαφέρουσα στροφή: ενώ τότε στην αρχή, περί τα μέσα του 2000, όταν μιλάγαμε για ελληνικό startup το κυρίαρχο business model που έρχόταν στο μυαλό είχε σχέση … με τη διαφήμιση που θα προβαλόταν στον τυχαίο επισκέπτη, τα project κι οι ομάδες αλλά και τα startup που ξεκινάνε τελευταία έχουν μια διαφορετική στόχευση. Όχι όλα βέβαια,  αλλά ένα σεβαστό ποσοστό τους.

Η στόχευση αυτή αφορά κάποια επαγγελματική ομάδα προς την οποία το startup αποσκοπεί να προσφέρει κάποια υπηρεσία επ’ αμοιβή.

Πριν προχωρήσω σε παραδείγματα να κάνω μια ενδιαφέρουσα διάκριση: άλλο ποιοί είναι οι χρήστες μιας υπηρεσίας κι άλλο ποιοί λαμβάνουν μια υπηρεσία για την οποία πληρώνουν. Αυτά τα δύο δεν είναι αναγκαστικό να συμπίπτουν. Το παράδειγμα του taxibeat είναι διαφωτιστικό: χρήστες είμαστε δυνάμει όλοι όσοι χρησιμοποιούμε ταχτικά ή περιστασιακά ταξί, αλλά πελάτες του  taxibeat είναι οι ταξιτζήδες. Είναι αυτή η επαγγελματική ομάδα που λαμβάνει μια υπηρεσία μέσα από το taxibeat (πείτε την μάρκετιν, πείτε την πωλήσεις) για την οποία κρίνει ότι αξίζει τον κόπο να πληρώσει. Και πληρώνει.

Οι επαγγελματίες οποιασδήποτε κατηγορίας είναι μαθημένοι στο να πληρώνουν κάτι και κάποιους για να διεκπεραιώσουν τη δική τους δουλειά. Και γι αυτό οι υπηρεσίες προς επαγγελματικές ομάδες πάντα είναι ευκολώτερες στο να δημιουργήσουν έσοδα. Και μάλιστα στο βαθμό που οι προσφερόμενες υπηρεσίες είναι ποιοτικές, αυτά τα έσοδα και αυξητικά θα είναι και βάθος χρόνου θα έχουν.

Δυό παλαιότερα ελληνικά startup το ξέρουν αυτό καλά: το transifex  και το megaventory.

Αλλά προς τα κει φαίνεται πως κατευθύνεται κι η νεώτερη γενιά: το bugsense  που απευθύνεται στους δημιουργούς εφαρμογών για κινητά,το  WorkableHR που προσφέρει HR & Recruitment management, το doctoranytime  που απευθύνεται στους γιατρούς, το instabuck που είναι μια e-commerce πλατφόρμα για digital goods κι απευθύνεται σε μουσικούς, εικαστικούς, προγραμματιστές κλπ, το warp.ly που προσφέρει υπηρεσίες μάρκετιν μέσω κινητών,  το cssigniter  που απευθύνεται σε δημιουργούς ιστοσελίδων, το gnostix και το monitor  που παρέχουν υπηρεσίες social analytics σε εταιρείες, το eventora που απευθύνεται σε διοργανωτές εκδηλώσεων κ.α.

Θεωρώ προς αυτός ο ‘αναπροσανατολισμός’ είναι και σωστός και υγιής.

Γιατί τα ελληνικά startup ζούνε (και θα ζούνε γι αρκετό καιρό ακόμα) χωρίς τις μεγάλες χρηματοδοτικές ευκαιρίες που παρέχουν οι αγορές της Αμερικής ή κάποιων Ευρωπαϊκών χωρών. Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να μπορέσουν να σταθούν γρήγορα στα πόδια τους πριν τελειώσει το μικρό αρχικό τους κεφάλαιο.

Γιατί, επίσης,  δεν ξεχνάνε έτσι ότι είναι (ή θα γίνουν) πρώτα και κύρια επιχειρήσεις κι ο σκοπός τους είναι να λειτουργούν σαν επιχειρήσεις κι όχι σαν άλλοθι για lifestyle διαβίωση των ιδρυτών τους.

Το Business to Business (B2B) δεν είναι sexy βέβαια. Τις περισσότερες φορές τουλάχιστον. Δεν θα κάνει μια υπηρεσία household brand, κάτι που θα γέμιζε με υπερηφάνεια τους ιδρυτές της. Δεν προσφέρει την αναγνωρισιμότητα και την εμβέλεια μια μεγάλης B2C υπηρεσίας. Αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ν’ αναφύονται υπηρεσίες που θα μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης και να φέρουν χρήμα από εκτός εντός Ελλάδος. Και παρότι το δείγμα είναι μικρό ακόμα, νομίζω είμαστε σε καλό δρόμο.

Update 1

Το καλό με αυτά τα ποστ είναι ότι … αυτοσυμπληρώνονται. Είχα ήδη δύο ειδοποιήσεις για προσθήκες startup: το  singletonapps που είναι template  εφαρμογών κινητού για διάφορα verticals, και το  incrediblue  που είναι marketplace για  ενοικίαση σκαφών αναψυχής.

Enhanced by Zemanta

7 thoughts on “Η άνοδος του B2B

  1. Kostis Mamassis

    Νίκο,

    πολύ σωστή η προσσέγιση.

    Νομίζω ότι μια στροφή που παρατηρείται τελευταία πρός το B2B (enterprise market etc.) ευνοεί -κατά κάποιο τρόπο- τα startups που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε κεφάλαιο (όπως π.χ. τα Ελληνικά). Και αυτό γιατί όπως σωστά αναφέρεις, είναι πολύ συνηθισμένο οι επιχειρήσεις να πληρώνουν για μια υπηρεσία καθώς τους ενδιαφέρει το ROI και όχι το κόστος.

    Αντίθετα, πολύ δύσκολα θα δούμε consumer startups απο Ελλάδα καθώς το μοντέλο των consumer startups βασίζεται σε πώληση διαφήμισης που απαιτεί πολλούς χρήστες τους οποίους για να φέρεις και να υποστηρίξεις χρειάζεσαι οποσδήποτε VC.

  2. javapapo

    Well said! Φαίνεται ότι η στροφή γενικότερα τους πάει και μάλλον έχουμε πιο sustainable προσπάθειες.

    Επίσης θεωρώ ότι μπαίνουμε πια σε μια νέα εποχή ..και αφήνουμε πίστω…το ‘Ι have a startup – so I am cool, fuck me..and stuff’ lifestyle.Εύστοχη παρατήρηση!

  3. cosmix

    Ισοπεδωτικός στις συγκρίσεις, θαρρώ, Νίκο, και νομίζω εκτός πραγματικότητος σε σημεία. Εξηγούμαι:

    Αφ’ενός πρέπει να ορίσεις (επαρκώς) τι εννοείς με το B2B. Αν ακολουθήσεις έναν τυπικό ορισμό βιβλίου δηλαδή πως ‘B2B είναι μια υπηρεσία που χρηματοδοτείται από τον επιχειρηματικό τομέα, δηλαδή που πουλά προϊόντα και υπηρεσίες σε επιχειρήσεις/επιτηδευματίες’, τότε ναι, θα έλεγες πως μια εταιρία όπως το taxibeat/doctoranytime/e-food κλπ. είναι B2B. Αλλά τότε όλες οι επιχειρήσεις που βασίζονται σε διαφήμιση (δηλαδή που πουλούν υπηρεσίες προβολής ως μέσα) θα θεωρούνταν επίσης B2B, κάτι που κατά την άποψή μου είναι, αν μη τι άλλο, αφελές.

    Κατά την δική μου άποψη το taxibeat ή το doctoranytime δεν είναι επιχειρήσεις B2B σε καμία περίπτωση, όπως π.χ. είναι το transifex ή το warp.ly. Είναι υπηρεσίες που γέμισαν ένα κενό στην *καταναλωτική* αγορά, έγιναν (το taxibeat τουλάχιστον, μέχρι στιγμής) household names, προσφέρονται δωρεάν στο κοινό και που παράλληλα έχουν μοντέλο χρηματοδότησης τους επαγγελματίες. Εγώ θα τις ονόμαζα υπηρεσίες-μεσίτες, υβρίδια που βασίζονται (και αυτό είναι καθαρά εμπορικό κριτήριο χρηματοδότησης που δεν προϋποθέτει διαφορετικό business plan ή operations) σε έσοδα από επιχειρήσεις και όχι από τον τελικό καταναλωτή. Παρέχουν μια τεχνολογική πλατφόρμα για να παντρέψουν την προσφορά και την ζήτηση με ένα καλύτερο/φθηνότερο/γρηγορότερο τρόπο απ’΄ότι στο παρελθόν. Δεν είναι B2C γιατί όντως προσφέρουν υπηρεσίες και σε επιχειρήσεις. Όμως δεν είναι ούτε B2B γιατί έχουν σαφές, ξεκάθαρο αλλά προ πάντων κυρίαρχο — πιστεύω — ‘consumer’ component. Και τα δυο μέρη είναι απαραίτητα για την επιτυχία τους. Αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν, π.χ. στον χώρο της εστίασης, απέτυχαν ακριβώς γι’αυτόν τον λόγο: με το ίδιο μοντέλο και την ίδια προσέγγιση, καθώς δεν βρήκαν την ανταπόκριση που χρειαζόταν από το κοινό (consumers) η συνοχή της υπηρεσίας και η ελκυστικότητά της στους επαγγελματίες κατέρρευσε.

    Κάτι τέτοιο δεν ισχύει απαραίτητα σε μοντέλα B2B όπου ο πάροχος συχνά είναι είναι εντελώς ‘αόρατος’ στον τελικό καταναλωτή και η αξία της υπηρεσίας ανεξάρτητη από την επιτυχία του πελάτη. Οικείο σου παράδειγμα είναι σίγουρα το transifex, μια καθαρά B2B υπηρεσία, ή το warp.ly, το gnostix ή το monitor της sidebar ή ακόμη η 37signals με τα highrise και campfire κλπ. προϊόντα της, η atlassian και το github. Αυτά είναι B2B υπηρεσίες, όχι το taxibeat.

    Τέλος να αναφέρω πως, τουλάχιστον στην Ελλάδα, με την μικρή εμπειρία μου στον χώρο της δραστηριοποίησης σε ‘νέες επιχειρήσεις’ τα τελευταία επτά περίπου χρόνια, θα έλεγα πως αν μη τι άλλο το ‘lifestyle’ bragging που συχνά συνοδεύει το hype των startups γινόταν/γίνεται από άτομα που δεν βρίσκονται στον πυρήνα του χτισίματος, του σχεδιασμού και της οργάνωσης μιας επιχείρησης, αλλά από αυτούς που αρκούνται να περιφέρονται δορυφορικά αυτών, να αναμασάνε κονσερβοποιημένες ιδεολογίες (συχνά τρίτων) και να υποκλίνονται στο μοντέλο του valley με τις μυθικές επενδύσεις από επενδυτές-θεσμούς που εν μέρει διαστρεβλώνουν την ‘αγορά’ εγγυώμενοι μια μελλοντική κερδοφορία, αγνοώντας την πραγματικότητα της Ευρώπης (πόσο δε μάλλον της Ελλάδος). Οι περισσότεροι νέοι (και όχι τόσο νέοι) που γνώρισα στην μέχρι τώρα πορεία μου, παλεύουν, εργάζονται και αγωνιούν για την επέκταση, ανάπτυξη και επιβίωση της εταιρίας τους και δουλεύουν σκληρά και σιωπηλά. Δεν λέω, σίγουρα έχει την αξία του το success-theater που παρατηρείται, σε πολλαπλά επίπεδα, στον χώρο της νέας επιχειρηματικότητας, αλλά νομίζω πως μέρος του άρθρου σου είναι, πέραν από ανακριβές, αν μη τι άλλο αφορηστικό. Δεν ξέρω πολλά startups που να έχουν επιβιώσει στην Ελλάδα χωρίς, τουλάχιστον, μια ελάχιστη φρονιμότητα σε ό,τι αφορά την κερδόφορία τους, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα.

    My 2¢

  4. Nikos Anagnostou Post author

    Ω Δημόσθενες, νομίζω ότι σχολιάζεις περισσότερο ως θιγμένος (που δεν θα ‘πρεπε γιατί δεν βλέπω κάτι που να σε αφορά στα παραπάνω) παρά ως κρίνων. Δηλαδή αν δεν είναι ισοπεδωτικός ο χαρακτηρισμός “ισοπεδωτικός” και “εκτός πραγματικότητας” γι αυτό το πολύ ήπιο σε τόνο κείμενο τότε ποιός είναι;

    Ένα ένα:

    α. Η πώληση διαφήμισης είναι B2B πέρα για πέρα. Δεν υπάρχουν υβριδικά μοντέλα. Ο χαρακτηρισμός B2B ή B2C προκύπτει από το ποιός τιμολογεί ποιόν. Και δεν τιμολογείς λίγο στον ένα και λίγο στον άλλο για το ίδιο πράγμα.
    Το media business, που είναι το κυρίαρχο business πώλησης διαφήμισης, είναι 2 business models κάτω από την ίδια στέγη. B2C για το μέρος της πώλησης της ενημέρωσης και Β2Β για το μέρος της πώλησης της διαφήμισης. Δεν υπάρχει τίποτα περίεργο σ’ αυτό. Ακόμα και το ίδιo προϊόν μπορεί να πουλιέται με δύο μοντέλα: ένας εισαγωγέας Η/Υ που πουλάει χοντρική και λιανική είναι B2B (χοντρική) ή Β2C (λιανική) αναλόγως τη δραστηριότητα.
    Στο media business το B2C ιστορικά οδηγήθηκε σε free υπηρεσία προς χάριν του B2B (αρχικά με το ραδιόφωνο, μετά με την τηλεόραση και τέλος με το internet). Και γι αυτό δίνει την εντύπωση ‘μικτού’ μοντέλου.
    Και το taxibeat απ’ αυτή την άποψη είναι ‘μικτό’ μοντέλο: γιατί (θα μπορούσε να) πουλάει μια πληροφορία στον καταναλωτή και μια υπηρεσία (μάρκετιν/sales) στον ταξιτζή.
    Και το δικό σας business τέτοιο είναι: (θα μπορούσατε να) πουλάτε πληροφορία στον καταναλωτή και πουλάτε και διαφήμιση στην εταιρεία.
    Και βέβαια δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο ούτε το κατακριτέο σ’ αυτό.

    β. Αν έκανα μια διαφοροποίηση των λοιπών b2b από τη πώληση διαφήμισης είναι γιατί υπάρχει μια διαφορά specificity (τουλάχιστον στα απλά μοντέλα display διαφήμισης): γι αυτό μίλησα για μια (όχι πολλές) επαγγελματική ομάδα. Αυτό φαίνεται από τα περισσότερα, όχι όλα, τα startup που ανέφερα. Είναι μια παρατήρηση, όχι μια αξιολογική κρίση.

    γ. Για τα περί lifestyle, που αν κρίνω από τη διατύπωση σου πρέπει να είναι και το σημείο που κυρίως σ’ ενόχλησε, η απάντηση είναι ήδη μέσα στο σχόλιο σου. Λες: “Δεν ξέρω πολλά startups που να έχουν επιβιώσει στην Ελλάδα χωρίς, τουλάχιστον, μια ελάχιστη φρονιμότητα…” Προφανώς, όσα έχουν επιβιώσει κάτι σωστό έκαναν και γι αυτό επιβίωσαν. Η κριτική μου αφορά αυτά που δεν επιβίωσαν, κι όχι αυτά που επιβίωσαν. Δες π.χ. πόσες απόπειρες έγιναν για δημιουργία social networks.

    δ. Τέλος, νομίζω ότι μου απαντάς σα να έχεις διαβάσει στο ποστ μου μια γενίκευση του τύπου “Παρατήστε όλα τ’ άλλα και κάντε μόνο b2b”. Δεν υπάρχει ακόμα ο κόσμος που να μπορεί να ισχύσει κάτι τέτοιο :)

  5. cosmix

    Σ’ευχαριστώ Νίκο. Πέραν από τις φιλολογικές ασκήσεις, το μάθημα ιστορίας κλπ. περιγραφές, αν ξαναδιαβάσεις το κείμενό σου και το σχόλιό μου μάλλον θα διακρίνεις ποιά είναι τα σημεία που σχολιάζω, δεν δέχομαι την χρησιμότητα του παραδοσιακού ορισμού του B2B (το γράφω άλλωστε) αλλά επιπλέον τα μοντέλα για τα οποία συζητάμε είναι κατά πολύ νεότερα των παραδοσιακών μορφών τιμολόγησης/κερδοφορίας και κατά συνέπεια θαρρώ πως οι ορισμοί που επικαλείσαι είναι, κατά την άποψή μου, όχι απλώς παρωχημένοι αλλά, επί της ουσίας, ανεπαρκείς. Ισοπεδωτική λοιπόν είναι η διάκριση B2C/B2B όπως ορίζεται παραδοσιακά και υιοθετείς στο άρθρο σου. Το εκτός πραγματικότητας πήγαινε στον ορισμό B2B και B2C με όρους τιμολόγησης.

    Τώρα, δεν έχω καμία ένσταση ως προς τη διαφοροποίηση διαφήμισης ως μέσο χρηματοδότησης ή μη. Αν μη τι άλλο θα έχεις καταλάβει εικάζω πως είμαι υπερ τις μεγαλύτερης ‘ανάλυσης’ των συνιστωσών και κατά της μονοδιάστατης διάκρισης B2B/B2C που καθορίζει την ουσία του κειμένου σου. Συμφωνούμε πως είναι εντελώς διαφορετικά μοντέλα. Πραγματικά δεν ξέρω πως προκύπτει και τι σχέση έχει η εξήγηση σου στο (β) με το σχόλιό μου, αλλά συμφωνούμε ως προς αυτό. Διαφωνώ μόνον συγκεκριμένα σε αυτά που έγραψα παραπάνω ως προς τον προσδιορισμό B2B για τους λόγους που περιγράφω.

    Στα σημεία που περιγράφεις στην απάντησή σου: Ναι, η πώληση διαφήμισης είναι ξεκάθαρα B2B. Παραδοσιακά ένα μέσο που πουλά διαφήμιση σε μια διαφημιστική ή ένα media shop παρέχει μια B2B υπηρεσία στην διαφημιστική εταιρία ή το media shop. Ενδεχομένως όμως, ακόμη και για το παραδοσιακό αυτό μέσο (π.χ. μια εφημερίδα) κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει πως ακόμη και αυτός ο ορισμός, δεν παρέχει αμιγώς B2B υπηρεσίες, επειδή χρεώνει και μια τιμή/συνδρομή στους αναγνώστες του. Στην πραγματικότητα νομίζω πως είναι πολύ δύσκολο να αποκαλέσεις B2B ένα τέτοιο μέσο, παρ’ότι ενδεχομένως το μεγαλύτερο μέρος του τζίρου του να προέρχεται από διαφημίσεις.

    Αν αυξήσεις την πολυπλοκότητα, όπως συμβαίνει σήμερα με δικτυακές/smartphone εφαρμογές, νομίζω πως θα δείς πως πολύ συχνά αυτά τα μοντέλα δεν χωρόυν σε μια από τις δυο κατηγορίες. Αυτή είναι η ένστασή μου. Φυσικά, μπορείς να επιμένεις στον κανόνα ‘της τιμολόγησης’ (που ανέφερα αρχικά ούτως ή άλλως, απορρίπτοντας τον, και επαναλαμβάνεις στην απάντησή σου) και τότε ναι, σε κάποιες περιπτώσεις (όπως του taxibeat) είναι τετριμμένη η απάντηση του τι είναι B2B, όμως τότε θα πρέπει να δεχθείς πως πρακτικά το 90% των ‘επαγγελματικών’ εφαρμογών που έχουν διατεθεί στο διαδίκτυο/κινητά έχουν ένα B2B μοντέλο. Και αυτό είναι από αφελές εώς παραπλανητικό κατά την άποψή μου: Θαρρώ πως ο ορισμός αυτός όχι μόνον δεν είναι χρήσιμος αλλά ούτε ουσιώδης σε αυτού του είδους τις επιχειρήσεις καθώς τα μοντέλα τους είναι πολυπλοκότερα αυτής της διάκρισης.

    Σκέψου για παράδειγμα μια δωρεάν co-branded (με μια εταιρία αθλητικών ειδών) εφαρμογή για γυμναστική που διαθέτει premium λειτουργικότητα με in-app purchase και ταυτόχρονα παρέχει δυνατότητα in-app subscription σε προγράμματα και περιεχόμενο coaching από κάποιον personal trainer. 4-way monetisation. Κάποια B2B, κάποια B2C. Με τον παραδοσιακό τρόπο. Κατ’εμέ αυτή η εφαρμογή έχει ξεκάθαρα B2C χαρακτήρα μέχρι τη στιγμή που θα αρχίσει να παρέχει κάποια επιπλέον υπηρεσία σε επιχειρήσεις (π.χ. analytics για το είδος των ασκήσεων που κάνουν οι χρήστες της).

    Αν διαβάσεις τα δικά σου γραφόμενα, κατά βάθος αναγνωρίζεις την διάκριση που κάνω. Γράφεις, για παράδειγμα “Το Business to Business (B2B) δεν είναι sexy βέβαια. Τις περισσότερες φορές τουλάχιστον. Δεν θα κάνει μια υπηρεσία household brand, κάτι που θα γέμιζε με υπερηφάνεια τους ιδρυτές της. Δεν προσφέρει την αναγνωρισιμότητα και την εμβέλεια μια μεγάλης B2C υπηρεσίας”.

    Κι’όμως, οι πιο επιφανείς υπηρεσίες, κατά τα λεγόμενά σου, είναι B2B υπηρεσίες και όχι B2C. Σε αυτά συγκαταλέγονται τα μεγαλύτερα household names, οι πιο σέξυ εταιρίες όπως το Facebook για παράδειγμα. Ή η Google. Ή το Flipboard. Ή όλα τα household names στον χώρο των εκδόσεων.

    Εν ολίγοις αυτό που σου γράφω είναι το εξής: μην κολλάς σε παρχωρημένες διακρίσεις και ορισμούς που δεν έχουν θέση στην σημερινή ψηφιακή οικονομία. Όπως αναγνωρίζεις την διάκριση για το specificity της διαφήμισης, τόλμησε να δεις και την διαφορά στο ευρύτερο μοντέλο. Οι ενστάσεις μου δεν έχουν να κάνουν με το μέρος του κειμένου σου που αναδεικνύει την αξία του transactional μοντέλου, ή του B2B μοντέλου ή των ‘υβριδικών’ μοντέλων που περιγράφω παραπάνω. Έχουν να κάνουν με την εμμονή σε ένα παρωχημένο πλαίσιο.

    Σε ότι αφορά το lifestyle: Το point μου ήταν πως αναγνωρίζω πως έχει υπάρξει μια υποκουλτούρα εξύμνησης της επιχειρηματικότητας με διαστάσεις και χαρακτήρα lifestyle, η οποία καλλιεργείται όμως κυρίως από άτομα που συχνά δεν επιχειρούν τα ίδια αλλά αρκούνται στο να παπαγαλίζουν μια ευρύτερη ιδεολογία που εξυμνεί την επιχειρηματικότητα και από εκεί προκύπτει, απ’όσο έχω δεί, το lifestyle κομμάτι που σχολιάζει ο πάπο. Δεν ξέρω αν τα εγχώρια social networks απέτυχαν γι’αυτούς τους λόγους ή όχι, αλλά σε κάθε περίπτωση είμαι βέβαιος πως το 90% των startups που εν τέλει αποτυγχάνουν αντί να αποφοιτήσουν σε κάτι μεγαλύτερο, ιδιαίτερα όταν δραστηριοποιούνται σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, ενδέχεται να αποτυγχάνουν για μια πληθώρα λόγων που λίγο έχει να κάνει με το entrepreneurship as a lifestyle (ή, έστω, την έλλειψη καλών ιδεών και πλάνου για την κερδοφορία της εταιρίας): στην τελική η Ελληνική είναι μια μη-ντετερμινιστική αγορά, οι εταιρίες δέχονται ελάχιστη υποστήριξη και τα περιθώρια ελάχιστα.

    Για τα περί ενόχλησης, θιξίματος κλπ., νομίζω πως έχεις την τάση να παρερμηνεύεις συναισθήματα βάσει γραπτού λόγου — και σε διαβεβαιώνω πως δεν είναι έτσι. Αν εκλαμβάνεις τόσο αρνητικά τα σχόλιά μου έτσι ώστε να μου αποδίδεις συναισθήματα που δεν έχω, τότε ίσως να αποφεύγω τον σχολιάσμο στο μέλλον. Αν μη τι άλλο νομίζω πως εξήγησα επαρκώς τι εννοούσα.

    Με εξαίρεση τον τομέα των παιχνιδιών, σοβαρές, κερδοφόρες εφαρμογές με (αμιγώς) transactional B2C μοντέλο είναι ελάχιστες γιατί μέχρι πρότινος αυτό ήταν αρκετά δυσκολότερο από τις εναλλακτικές. Η έλευση των διάφορων stores το έχει κάνει ευκολότερο, αλλά ακόμη και σήμερα είναι αρκετά πολύπλοκο (εμπορικά) ώστε να γίνει σωστά. Αν πραγματικά πιστεύεις αυτά που γράφεις στο (δ) ως προς το προηγούμενo σχόλιό μου, είτε δεν το διάβασες ή απλά δεν έχεις διάθεση για δημιουργική συζήτηση γιατί δεν θα μπορούσες να είσαι περισσότερο λάθος. =)

  6. Nikos Anagnostou Post author

    Αν κάτσω ν’ απαντήσω αναλυτικά Δημοσθένη, το έχασα το τραίνο. Απλά δεν ορίζεις σαφώς το τι εννοείς με το B2B. Και συνεπώς τα περί παρωχημένων, ελλείψει νέου ορισμού, είναι απλά τωρινά.
    Μόνο μια κουβέντα για το περί ενόχλησης: ο λόγος σου δεν είναι ουδέτερος. Δεν είναι ισοδύναμες οι φράσεις: “Διαφωνώ, κάνεις λάθος” και “Είσαι ισοπεδωτικός κι εκτός πραγματικότητας” Κι αυτό δεν είναι παραξενιά μου. Αν έχω μάθει κάτι μέσα στα χρόνια είναι ν’ αντιλαμβάνομαι τη διαφορά στο ύφος. Και δεν στο λέω θιγμένα (με τη σειρά μου). Στο λέω για να το σκεφτείς.

  7. cosmix

    Νίκο, δεν έχω πρόβλημα αν δεν θέλεις να απαντήσεις. Ούτε καν αν δεν θες να διαβάσεις το σχόλιό μου. Ως προς το προκείμενο νομίζω εξήγησα εξ’αρχής γιατί δεν δέχομαι τους textbook παραδοσιακούς ορισμούς B2C/B2B στα πλαίσια τέτοιων εταιριών και γιατί θεωρώ λάθος την νομενκλατουρα του άρθρου. Ναι, δεν υπάρχει νέος ορισμός· ο παλιός είναι ανεπαρκής. Οι όροι είναι ανεπαρκείς, ανούσιοι, παρωχημένοι. Συμφωνώ ως προς την παρατήρηση περί διαφοροποίησης των μοντέλων κερδοφορίας των νέων εταιριών, που είναι και η ουσία του άρθρου και ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα.

    Προφανώς σε μια απάντηση που καταπιάνεται στο μεγαλύτερο μέρος της με τρείς λέξεις και κατά τα άλλα είναι σχεδόν κενή περιεχομένου ως προς το περιεχόμενο του σχολίου μου, διαφαίνεται η έντονη ενόχληση σου. Και ενώ εξήγησα παραπάνω τι εννούσα με το ‘ισοπεδωτικός στις συγκρίσεις’ και ‘εκτός πραγματικότητας’ απολογούμαι γιατί προφανώς προσβλήθηκες από αυτές: δεν είναι δυνατόν άλλωστε να γράφεις ‘δεν είμαι θιγμένος’ και να με παροτρύνεις να σκεφτώ και ταυτόχρονα η μισή σου απάντηση λέει το αντίθετο. Σε διαβεβαιώνω δεν υπήρχε καμία τέτοια πρόθεση. Και όχι δεν είναι παραξενιά σου, είναι ενδεχομένως ευαισθησία που έχεις, απ’ότι θυμάμαι, επιδείξει και στο παρελθόν συνδυαζόμενη με την ατυχή επιλογή λέξεων που στην διόρθωσή απέκτησαν σαφώς πιο παρεξηγήσιμο νόημα από αυτό που εγώ ήθελα να τους δώσω.

    Μη χάνεις το τρένο.

Comments are closed.