Με αφορμή δύο μουσεία

This slideshow requires JavaScript.

Χτες, κατά τη διάρκεια μιας μικρής εκδρομής στη Φωκίδα, είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ δύο μουσεία: το Μουσείο Δελφικών Γιορτών Άγγελου και Εύας Σικελιανού στους Δελφούς, και το Ναυτικό και Ιστορικό Μουσείο Γαλαξειδίου.

Βέβαια, ήδη υπερβάλω χρησιμοποιώντας το ‘επισκεφτώ’ μιας και στο Μουσείο Σικελιανού δεν μπορέσαμε (: η γυναίκα μου κι εγώ) να περάσουμε την σιδερένια και κλειδωμένη αυλόπορτα.

Ο λόγος;

Το μουσείο δεν φαίνεται να έχει συγκεκριμένες ώρες που είναι ανοιχτό. Κανονίζεις την επίσκεψη με τηλεφωνικό ραντεβού. Πράγμα που μπορώ να καταλάβω για ένα μικρό περιφερειακό μουσείο. Αλλά στο τηλεφώνημα που κάναμε για να μας ανοίξουν πήραμε την απάντηση ότι … δεν δουλεύουν τα Σαββατοκύριακα (sic). Προφανώς, οι ανά τον κόσμο φίλοι του Σικελιανού γνωρίζουν διαισθητικά ότι πρέπει να πάνε μόνο καθημερινή και μάλιστα πρωινές ώρες.

Μικρό το κακό θα μου πείτε με όσα ζούμε αυτόν τον καιρό. Μικρό; Εξαρτάται.  Αν το καλοκοιτάξεις, διακρίνεις ότι συνοψίζει πολλά απ’ όσα ζούμε αυτό τον καιρό.

Λίγη ιστορία: το μουσείο ήταν το σπίτι που έχτισε το 1927 ο Άγγελος κι η Εύα Σικελιανού (που έχτισε η Εύα Πάλμερ δηλαδή, μιας κι αυτή έβαζε τα λεφτά) όταν ξεκινούσαν την προσπάθεια τους για την αναβίωση των Δελφικών γιορτών. Τι ήταν αυτή η αναβίωση; Με σύγχρονους όρους και χωρίς περιστροφές, μια παλαβομάρα. Αλλά χάρις σ’ αυτή την παλαβομάρα ξανάρχισε να παρασταίνεται σκηνικά το αρχαίο δράμα. Η εικόνα των πούλμαν που αδειάζουν θεατές και τουρίστες κατά εκατοντάδες στην Επίδαυρο είναι απότοκο αυτής της παλαβομάρας. Και γι αυτό οι παλαβομάρες δεν πρέπει να κρίνονται από τον στόχο τους αλλά από τις συνέπειες τους. Και κατ’ αυτό τουλάχιστον η παλαβομάρα του Σικελιανού είχε μια τεράστια θετική συνέπεια.

Πέραν όμως του δράματος, η ρομαντική αυτή προσπάθεια είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Κι οι ενδιαφέρουσες ιστορίες μπορούν να τραβήξουν ενδιαφέροντα κόσμο. Το σε τι έχουμε ανάγκη τον κόσμο τώρα, στην εποχή των ισχών αγελάδων, ελπίζω να μην χρειάζεται να το εξηγήσω.

Μια άλλη πτυχή της ιστορίας του μουσείου είναι πως το σπίτι είχε μείνει ερείπιο για  περίπου 70 χρόνια. Και πως το αρχείο του Σικελιανού είχε καταστραφεί, καεί και κλαπεί σε μεγάλο μέρος. Αναρωτιέται κανείς γιατί. Γιατί χρειάστηκαν 70 χρόνια για να ενδιαφερθεί κάποιος.  Και μόνο ωφελιμιστικά να το δεις,  η θέση της έπαυλης (γιατί περί αυτού πρόκειται) είναι ικανή να τραβήξει από μόνη της επισκέπτες. Είναι στο ψηλότερο σημείο του χωριού των Δελφών, με απίστευτη θέα στον κάμπο της Άμφισας και δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο στο ύψος του Σταδίου.

Απ’ ότι μάθαμε τώρα ανήκει (;) στο Δήμο Δελφών. Κι η αναστήλωση που έχει γίνει, εξωτερικά τουλάχιστον δείχνει υποδειγματική. Που σημαίνει ότι πρέπει να δαπανήθηκε ικανός αριθμός χρημάτων. Προς τι; Για να μισθοδοτείται κάποιος υπάλληλος να είναι stand by τις ώρες που δεν πατάει κανείς;

Στο δεύτερο μουσείο η εμπειρία ήταν πολύ καλύτερη: και ανοιχτό το βρήκαμε, και σε πολύ καλή κατάσταση και με περιποιημένο το ενδιαφέρον εκθεσιακό υλικό. Μια πινακίδα στην είσοδο μας πληροφορούσε ότι η ανακαίνιση έγινε με την αρωγή του ιδρύματος Νιάρχου.

Το αρχαιολογικό κομμάτι του μουσείου είναι σίγουρα ενδιαφέρον αλλά όχι κάτι μοναδικό. Η Ελλάδα βρίθει αρχαιολογικών μουσείων. Το ναυτικό μέρος όμως είναι μοναδικό μιας και σκιαγραφεί  την ναυτική ιστορία και τις  επιδόσεις  της πόλης στο τέλος του 19ου αιώνα. Μιας πόλης που αποτελούσε το δεύτερο μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας μετά τη Σύρα κι ένα από τα μεγάλα της Μεσογείου.

Παρακολουθώντας και μόνο τις υδατογραφίες των καραβιών του Γαλαξειδιού έμαθα να ξεχωρίζω το μπρίκι από τη σκούνα, το μπάρκο από το μπάρκο-μπέστια και το λόβερ από τη μπρατσέρα.

Κοιτάζοντας τους χάρτες με τα λιμάνια που προσέγγιζαν οι Γαλαξειδιώτες καπετάνιοι θαύμασα  κι απόρησα συγκρίνοντας με το σήμερα και την εσωστρέφεια που μας τρώει: Αζοφική και Κριμαία, Οδησσός και Βατούμ, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Μάλτα,  Βενετία, Λιβόρνο, Μασαλία,  Γιβραλτάρ κι ως πάνω στο Κάρντιφ και το Λίβερπουλ.

Κι εύλογα αναρωτιέσαι γιατί παρήκμασε; Το αίτιο είναι γνωστό: δεν προσαρμόστηκαν στον ατμό. Αλλά γιατί; Τι τους εμπόδισε; Δεν ξέρω, δεν έχω ιστορική γνώση για το θέμα όμως βλέποντας τα όργανα των καραβιών (πυξίδες, ρολόγια, ταχύμετρα, βυθόμετρα, διαβήτες για χάραξη πορείας κτλ) και τους χάρτες,  πρόσεξα ότι δεν υπήρχε τίποτα ελληνικής προέλευσης. Τα αντικείμενα που ενσωμάτωναν πολλή γνώση πάντα τα προμηθεύονταν από τη Δύση. Κι επειδή από το πανί στον ατμό είναι ένα άλμα σε γνώση, αυτό το παλαιό ντεφώ, της επίδοσης σε δραστηριότητες χαμηλής έντασης σε γνώση,  αποδείχτηκε μοιραίο.

Το μουσείο όμως έκρυβε κι άλλες εκπλήξεις, πιο ‘μοντέρνες’: οι τουαλέτες δεν διέθεταν χαρτί γιατί δεν είχαν να το αγοράσουν (sic) και τα βιβλία στης προθήκες στην είσοδο δεν επωλούντο γιατί τους το απαγόρευε η εφορία (sic). Για ποιό λόγο; Σε έλεγχο είχε διαπιστωθεί ότι δεν έκοβαν αποδείξεις (sic).

Αυτό το τελευταίο όταν  το άκουσα αφενός άρχισα να βγάζω ατμούς αφετέρου σκέφτηκα “κι εσύ αναρωτιέσαι για τον ατμό ηλίθιε”…