Μυτιλήνη: ο γρίφος με το λάδι

This slideshow requires JavaScript.

Στη διαδρομή  από το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης προς την πόλη, ο ελάχιστα παρατηρητικός περαστικός δεν θ’ αποφύγει να προσέξει -και να εντυπωσιαστεί- από μια σειρά μεγαλόπρεπων σπιτιών. Η λέξη ‘σπίτια’ τ’ αδικεί. Πρόκειται  καλύτερα για επαύλεις  και μέγαρα, παραταγμένα και στις δυό μεριές του δρόμου.

Η περιοχή λέγεται Σουράδα και φιλοξενεί μια σειρά αρχιτεκτονικούς ρυθμούς (νεοκλασσικό, νεογοτθικό, εκλεκτικισμό κ.α.) σε συχνότητα και πυκνότητα που δεν έχω δει σε άλλο μέρος στην Ελλάδα.

Αλλά κι η υπόλοιπη πόλη της Μυτιλήνης είναι διάσπαρτη από μεγάλα εντυπωσιακά κτίρια, είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά, πράγμα που έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τα στενά, ως επί το πλείστον, δρομάκια της που προδίδουν το οθωμανικό παρελθόν της.

Είναι γνωστό ότι αυτή η αρχιτεκτονική πανδαισία είναι κληρονομιά μιας εποχής που το νησί γνώριζε δόξες και κυρίως πλούτο: στα τέλη του 19ου αιώνα κι τις αρχές του 20ου. Βάση αυτού του πλούτου ήταν η ελιά που και σήμερα ακόμα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργημένων εκτάσεων (κάπου διάβασα ότι τα ελαιόδεντρα αριθμούν τα έντεκα εκατομύρια).

Περιδιαβαίνοντας την οποιαδήποτε σχετικά σημαντική πόλη του νησιού είναι απίθανο να μην πέσεις πάνω στα ερείπια κάποιου παλιού ελαιουργείου με τη χαρακτηριστική ψηλή καμινάδα ή ότι έχει μείνει απ’ αυτήν τέλος πάντων. Κι έτσι καταλαβαίνεις ότι σε κείνη την εποχή της ακμής, δεν ήταν σκέτα η γη που έπαιξε ρόλο, αλλά κυρίως η βιομηχανική  εκμετάλλευση της. Γιατί τα ελαιουργεία αυτά ήταν ατμοκίνητες βιομηχανικές μονάδες κι όχι τα παλια απλά λιοτρίβια που είχαν κινητήρια δύναμη μουλάρια και γαϊδούρια.

Κι όπου υπάρχει βιομηχανία υπάρχει κι αστική τάξη. Και τα μέγαρα της Σουράδας είναι δικά της δημιουργήματα.

Η οικονομική άνθηση του νησιού οφείλεται κατά πολύ στην φιλελευθεροποίηση του οθωμανικού καθεστώτος του 1839 (το λεγόμενο τανζιμάτ = μεταρρύθμιση) η οποία επέτρεψε στους χριστιανούς να επιδίδονται σε οικονομικές δραστηριότητες που δεν επιτρέπονταν ή επιτρέπονταν με περιορισμούς στο παρελθόν. Επιπλέον, μια σειρά από άλλα κίνητρα βοήθησαν ιδιαίτερα όπως οι μηδενικοί δασμοί για την εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού. Έτσι, η Λέσβος ανάπτυξε μια δυναμική εξαγωγική οικονομία γύρω από την ελιά κι έγινε σταδιακά ο κύριος τροφοδότης λαδιού και σαπουνιού της οθωμανικής ενδοχώρας  αλλά και των χωρών του Ευξείνου.

Επισκεφτήκαμε και τα δύο  μουσεία ελαιουργεία που έχει το νησί (κι η Ελλάδα ολόκληρη): το ένα στον Πάπαδο κοντά στο Πλωμάρι, κι  άλλο ένα στην Αγ. Παρασκευή κοντά στην Καλλονή.  Είχαμε έτσι την ευκαιρία να δούμε  όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Ο λέβητας που ζεσταινόταν το νερό και γινόταν ατμός και κινούσε με τη σειρά του όλο το εργοστάσιο ήταν ένα μεγάλο καζάνι, που αποτελείτο από  δύο κυλίνδρους τον ένα μέσα στον άλλον. Στον εσωτερικό έμπαινε σαν καύσιμο το κατάλοιπο της ελιάς   και ο μεγάλος γέμιζε με 2/3 νερό που όταν θερμαινόταν επαρκώς κι αποκτούσε γινόταν ατμός. Όταν ο ατμός ‘σήκωνε’ πίεση άνοιγαν μια βαλβίδα και τον διοχέτευαν στο κύκλωμα της ατμομηχανής που με τη σειρά της, μέσω ιμάντα, έδινε κίνηση σ΄ ένα μεγάλο άξονα που διέτρεχε την μια πλευρά του κτιρίου. Απ’ αυτόν τον άξονα, πάλι μέσω ιμάντων, έπαιρναν κίνηση τα δυο μεγάλα τριβεία που γινόταν η αρχική σύνθλιψη της ελιάς, και μετά 3 πρέσσες που συμπίεζαν τον πολτό κι έβγαζαν το λάδ και τέλος συσκευές Laval που γινόταν διαχωρισμός του λαδιού.

Δύο ενδιαφέροντα μηχανολογικά στοιχεία: οι πρέσσες και στα δύο εργοστάσια, κι ο ατμολέβητας του ενός ήταν κατασκευής του εργοστασίου Ισηγόνη στη Σμύρνη που ήταν ένας από τους βασικούς προμηθευτές των ελαιουργίων. Αν δεν σας λέει τίποτα το όνομα, θυμίζω ότι ο Alec Issigonis, απόγονος της οικογένειας των βιομηχάνων, ήταν ο σχεδιαστής του περιβόητου Μίνι Κούπερ. Η αρχική ατμομηχανή του Πάπαδου ήταν επίσης κατασκευή ενός μηχανουργείου της Μυτιλήνης. Την περίοδο εκείνη μόνο η Σμύρνη, η Σύρος κι ο Πειραιάς είχαν μηχανουργεία με τέτοιες δυνατότητες συνεπώς η κατασκευή αυτή ήταν τεχνολογικό επίτευγμα για την εποχή.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή η οικονομική ευμάρεια σταματάει απότομα. Πολύ απότομα. Τόσο που να ψάχνεις να βρεις κάτι άξιο λόγου που να έχει κτιστεί μετά το 1922 και να μην μπορείς. Κι είναι αυτό ένας γρίφος. Γιατί, ναι μεν, με το σχηματισμό του νεώτερου Τουρικού κράτους αλλά και την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, οι Μυτιληνιοί παραγωγοί λαδιού και σαπουνιού έχασαν εν μια νυκτί τις παραδοσιακές αγορές τους κι έτσι μια κρίση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά δεν είναι κατανοητό, τουλάχιστον σε μένα, γιατί δεν αναζήτησαν άλλες αγορές πιο δυτικά, παρά άφησαν όλες τις παλιές δραστηριότητες να εκφυλιστούν και τελικά να εκπνεύσουν. Δεν μπορεί δε να ήταν θέμα αύξησης του εργατικού κόστους αφού οι ήδη εξαθλιωμένοι χωρικοί που αποτελούσαν την κύρια εργατική δύναμη απλά πολλαπλασιάστηκαν με την έλευση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Ίσως κάποια αναδιανομή γης ή μεταβολή των διεθνών τιμών του λαδιού να μην επέτρεπε πλεόν μεγάλες παραγωγές και κέρδη. Το ακόμα πιο περίεργο είναι ότι η ελαιοπαραγωγή δεν σταμάτησε ποτέ. Απλά δεν έχει πια την ικμάδα του παρελθόντος και σταμάτησε να δημιουργεί μεγάλες περιουσίες.Μετά την Μικρασιατική δοκιμάστηκαν συνεταιριστικές μορφές παραγωγής (το ελαιοτριβείο στην Αγ. Παρασκευή είναι συνεταιριστικό) που πιθανώς να υπάρχουν ακόμα. Πάντως, τίποτα στο νεώτερο Μυτιληνιό αρχιτεκτονικό τοπίο δεν ‘μιλάει’ για μοντέρνα ελαιουργία όπως μιλούσαν οι καμινάδες στο παλιό.

Για τη σαπωνοποιία, την συγγενική αυτή βιομηχανική δραστηριότητα που βασίζεται σαν πρώτη ύλη στο κατάλοιπο της ελαιοπαραγωγής, μπορώ να καταλάβω ότι δεν ήταν μόνο θέμα αγορών αλλά και (ίσως κυρίως) τεχνολογίας. Τα μοντέρνα, τελείως χημικά, σαπούνια εκτόπισαν τα παληά, τα βασισμένα στην ελιά. Είναι ενδιαφέρον ότι η οικογένεια Παπουτσάνη, της ομώνυμης φίρμας σαπουνιών, προέρχεται από τη Μυτιλήνη. Το εργοστάσιο Παπουτσάνη στο Πλωμάρι έβγαζε κατά κύριο λόγο λάδι και σαν υποπροϊόν σαπούνι. Η οικογένεια πρόβλεψε την επερχόμενη καταστροφή και γι αυτό φρόντισε να μεταφέρει τις δραστηριότητες της στον Πειραιά κι έτσι διασώθηκε για ένα ακόμα αιώνα.

Είναι επίσης περίεργο πως μετά την χρυσή εποχή των λαδιών άνθισε η ποτοποιϊα του ούζου με δεκάδες μικρές φίρμες. Και μάλιστα παρά την έλλειψη τοπικής παραγωγής της πρώτης ύλης: της αιθυλικής αλκόολης που συνήθως βγαίνει από σταφύλια ή σταφίδες. Υπάρχει βέβαια τοπική παραγωγή γλυκάνισου αλλά το ακλόολ έρχεται, όπως μας είπαν σ’ ένα εργοστάσιο, από την Πάτρα!

Η τελευταία ‘βιομηχανία’ που ανέπτυξε η Λέσβος, κι αυτήν μάλλον αναιμικά, είναι ο τουρισμός. Συγκριτικά με την Κρήτη ή τη Ρόδο οι επιδόσεις είναι αστείες παρότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις. Πολλοί το αποδίδουν σε μια ιδιότυπη καραντίνα του νησιού από μεριάς επίσημης πολιτείας, λόγω του αριστερού προσανατολισμού του εκλογικού του σώματος. Αυτό μπορεί να έχει αλήθεια σ’ ότι αφορά επιδοτήσεις αλλά και πάλι δεν βλέπω πως θα στεκόταν εμπόδιο σ’ ιδιώτες που θα θέλαν να χτίσουν μοντέρνες τουριστικές μονάδες.

Περιηγούμενος το ανατολικό κυρίως τμήμα του νησιού, είχα πολλές φορές την αίσθηση ότι αφενός δεν βρίσκομαι σε νησί, κι αφετέρου δεν βρίσκομαι σε ελληνικό έδαφος. Η πυκνή βλάστηση, τα δίπατα σπίτια με τα χρωματιστά παράθυρα, τα τειχία από τον κοκκινωπό τραχείτη, τα μέγαρα με τους γύψινους διάκοσμους και τα ζωγραφιστά νταβάνια και τα κουφάρια των εργοστασίων που κάποια έχουν αναστηλωθεί κι έχουν γίνει ξενοδοχεία κι άλλα μουσεία, θυμίζουν περισσότερο Ιταλία ή Νότια Γαλλία παρά Ελλάδα.

Υπάρχει κάτι παραπάνω σε αρχοντιά σ’ αυτά που βλέπει κανείς και μια ηρεμία κι ηπιότητα που σίγουρα αντανακλάται και στο θυμικό των κατοίκων. Δεν θυμάμαι ν’ άκουσα ντόπιους να φωνάζουν, έστω και για πλάκα. Ίσως πάλι αυτή η ηρεμία να είναι η μάσκα μιας μελαγχολίας. Της μελαγχολίας των πληβείων που ζουν σ’ ένα αρχοντικό σκηνικό με τα φαντάσματα των πατρίκιων που δεν κατάφεραν ακόμα ν’ αντικαταστήσουν.