Η απειλή της τεχνολογίας

Στο προηγούμενο άρθρο (για την πολιτική του μέλλοντος) ξεκίνησα την ανάπτυξη του σκεπτικού μου για την απειλή της εργασίας από την τεχνολογία, και γενικότερα για την κοινωνία όπως την ξέρουμε.

Συνοπτικά, και πολύ απλουστευτικά, τα πράγματα έχουν ως εξής:

Τα τελευταία πέντε χρόνια, μια νέα προσέγγιση στο θέμα της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) που ακούει στο όνομα Deep Learning,  έλυσε με μεγάλη επιτυχία προβλήματα προσομοίωσης της ανθρώπινης ευφυϊας σε συγκεκριμένους τομείς. Η επιτυχία αυτή επέτρεψε την εμφάνιση μεταξύ άλλων, των αυτοοδηγούμενων αυτοκινήτων, της αναγνώρισης εικόνων με ακρίβεια μεγαλύτερη από τον άνθρωπο, της μετάφρασης μεταξύ γλωσσών κ.α.

Σημειωτέον, ότι σε αντίθεση με παλαιότερες τεχνολογίες όπου ο άνθρωπος “δίδασκε” ένα σύστημα ΤΝ (supervised learning) τα νέα συστήματα λειτουργούν χωρίς καμιά προηγούμενη διδαχή. Μαθαίνουν μόνα τους (unsupervised learning).

Η επιτυχία είναι τόσο μεγάλη που η βιομηχανία πληροφορικής έχει στραφεί μαζικά στην υιοθέτηση τέτοιων τεχνολογιών με σκοπό την επίλυση όλο και δυσκολότερων προβλημάτων.

Ο συνδιασμός της ΤΝ με τη ρομποτική επιτρέπει πλέον την εκτέλεση σύνθετων εργασιών από μεριάς ρομπότ, χωρίς προηγούμενη εκμάθηση, πράγμα που του επιτρέπει να πλησιάζει και ξεπερνά την ανθρώπινη ικανότητα σε εργασίες υψηλής εξειδίκευσης.

Αυτό που δεν έχει λυθεί ακόμα, αλλά που οι ειδικοί αντιμετωπίζουν πλέον με μεγαλύτερη αισιοδοξία, είναι η δημιουργία γενικής ΤΝ (General AI) κάτι που θα αντιστοιχεί στη δημιουργία ενός τεχνητού έλλογου όντος.

Πολύ εύλογα, κάποοι θεωρούν ότι  ότι αν δεν τεθεί έλεγχος στην ανάπτυξη της ΤΝ, κάποια στιγμή θα δημιουργήσουμε μια ευφυϊα υπέρτερη από τη δική μας, με άγνωστα για την διαβίωση, ή κι επιβίωση μας, αποτελέσματα.

Προς το παρόν, οι τεχνολογικές εξελίξεις απειλούν άμεσα την ανθρώπινη εργασία καθώς τεχνητές ευφυϊες ή ρομπότ μπορούν να αντικαταστήσουν ανθρώπους σε δουλειές γραφείου ή εργοαστασίου. Η άποψη αυτή δεν είναι υποκειμενική. Συζητιέται ευρύτατα τον τελευταίο καιρό [πχ από PWC και WEF ] κι οι περισσότερες προβλέψεις είναι δυσοίωνες.

Αυτό που δεν συζητιέται ιδιαίτερα είναι το τι μπορεί να γίνει. Οι όποιες συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την πρόταση για ένα βασικό εισόδημα για όλους ανεξαρτήτως απασχόλησης και μια πρόταση για την φορολόγηση της εργασίας των ρομπότ.

Για να εξετάσουμε όμως πιθανές στρατηγικές πρέπει να κάνουμε ένα νοητικό πείραμα: να τραβήξουμε στα άκρα τις προοπτικές της αυτοματοποίησης και να δούμε σε ποιά δυνατά ενδεχόμενα μπορούν να οδηγήσουν. Η γνώση αυτή κάνει πιο ξεκάθαρες τις επιπτώσεις των επιλογών του σήμερα.

Επειδή μιλάμε για την ανθρώπινη εργασία, ας θυμηθούμε ότι αποτελεί έναν από τους συντελεστές της παραγωγής. Οι άλλοι είναι: γη, κεφάλαιο και, κατά μερικούς οικονομολόγους, η επιχειρηματικότητα με την έννοια της διαδικασίας της οργάνωσης των προηγούμενων τριών συντελεστών της παραγωγής.

Η ΤΝ  και τα Ρομπότ εμπίπτουν στον συντελεστή παραγωγής “κεφάλαιο”. 

Στο βαθμό που ΤΝ και ρομπότ μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως την ανθρώπινη εργασία, τα ενδεχόμενα που διαμορφώνονται για ένα μεσομακροπρόθεσμο μέλλον είναι:

    1. Τα μέσα παραγωγής να περάσουν σε κάποιας μορφής κοινοκτημοσύνη. Έτσι οι καρποί τους θα μπορούν να μοιράζονται κατά αναλογία σ’ όλα τα μέλη της κοινωνίας. Η αλλαγή της ιδιοκτησίας βέβαια δεν μπορεί να είναι αναίμακτη διαδικασία, οπότε μια τέτοια εξέλιξη θα συναντήσει μεγάλη αντίσταση από τους κατόχους του κεφαλαίου σήμερα και δεν μπορεί να προκύψει ειρηνικά. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή, ουτοπία, γιατί μοιάζει με τους σοσιαλιστικούς παράδεισους.
    2. Τα μέσα παραγωγής να μείνουν σε λίγους αλλά να γίνει μιας μεγάλης κλίμακας αναδιανομή στους καρπούς τους έτσι ώστε όλα τα μέλη της κοινωνίας να ζουν πάνω από το όριο φτώχειας ή εν πάσει περιπτώσει σε κάποιο υποφερτό επίπεδο. Αν κρίνουμε από την μέχρι σήμερα συζήτηση για το θέμα, αυτή είναι μάλλον η λύση προς την οποία τείνουν οι δυτικές κοινωνίες. Γι αυτό κι η συζήτηση για το βασικό εισόδημα έχει ξεκινήσει από τις πιο αναπάντεχες μεριές: την Silicon Valley και νυν δισεκατομυριούχους. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή, αισιόδοξα πραγματιστική, γιατί φαίνεται να υποστηρίζεται από τα νυν δεδομένα και την εξέλιξη του κοινωνικού κράτους στις δυτικές κοινωνίες.
    3. Τα μέσα παραγωγής να μείνουν σε λίγους χωρίς ιδιαίτερη αναδιανομή, πράγμα που θα οδηγήσει τις μάζες στην εξαθλίωση. Μια τέτοια εξέλιξη, παρότι δυσάρεστη κι απαισιόδοξη, δεν είναι αδύνατη, δεδομένης της ανθρώπινης ιστορίας και δεδομένου ότι για λιγότερο δημοκρατικά καθεστώτα αποτελεί μια φυσιολογική εξέλιξη . Στην πραγματικότητα, θα μεταβάλει τον κόσμο στο ανάλογο της σημερινής Αφρικής, με τη χαμηλή ανάπτυξη, μεγάλη ανισότητα, και χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή απαισιόδοξα πραγματιστική.  Είναι δε πραγματιστική γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν μπορεί να μεταβάλει μόνο την παραγωγική διαδικασία αλλά και τα μέσα καταστολής, το στρατό, την αστυνομία, την εφαρμογή του όποιου νόμου κτλ.
    4. Η τεχνολογική πρόοδος να οδηγήσει σε “αναβάθμιση” αυτού που ορίζουμε σήμερα σαν άνθρωπο, είτε με καθαρά βιολογικά μέσα, είτε με μια ένωση βιολογικού με ηλεκτρονικό (transhumanism, posthumanism). Σ΄αυτή την περίπτωση η (μετά-)ανθρώπινη εργασία σαν παραγωγικός πόρος, μπορεί να διατηρηθεί σε κάποιο βαθμό. Το πόσο θα καθορίσει αν θα αναπαράξουμε τη σημερινή κατάσταση σε ένα υψηλώτερο επίπεδο, ή θα έχουμε ένα μείγμα της αισιόδοξα πραγματιστικής εκδοχής με το σήμερα. Ας ονομάσουμε αυτό το ενδεχόμενο αισιόδοξη μετα-ανθώπινη εκδοχή.
    5. Τέλος, υπάρχει κι η εκδοχή του υπερκερασμού του ανθρώπου από την ΤΝ με ότι κινδύνους μπορεί να συνεπάγεται κάτι τέτοιο για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή δυστοπία.

Σε επίπεδο εθνών/κρατών, τα πράγματα είναι ακόμη πιο μπερδεμένα λόγω των διαφορετικών βαθμών κι επιπέδων ανάπτυξης, τόσο οικονομικής όσο και τεχνολογικής. Κράτη που υπολείπονται, κινδυνεύουν καταρχήν στο επίπεδο του προϊοντικού ανταγωνισμού αλλά και σε φυσικό επίπεδο, από μια στρατιωτική απειλή. Αρκεί να φανταστούμε ένα στρατό από μηχανές. Το πολιτικό κόστος του πολέμου στην χώρα που τον διαθέτει, πέφτει κατακόρυφα, κι άρα ο πειρασμός για να αναπτυχθεί και να χρησιμοποιηθεί ένας τέτοιος στρατός, ανεβαίνει αντιστρόφως ανάλογα.

Μια νέα πολιτική, συνεπώς, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τρεις παράγοντες:

  1. Το επίπεδο της χώρας στην οποία αναφέρεται.
  2. Το επίπεδο των σχέσεων με τις παρόμοιες χώρες τόσο από άποψη ανταγωνισμού όσο κι από άποψη συνασπισμού.
  3. Την αξιακή επιλογή για τα παραπάνω ενδεχόμενα, ιεραρχώντας τα εί δυνατόν κατά βαθμό προτίμησης.

Μια παρένθεση εδώ για να προλάβουμε μια προφανή αντίρρηση: “αφού η τεχνολογία εμφανίζεται τόσο απειλητική σ’ αυτούς τους τομείς, γιατί δεν την απαγορεύουμε;” Κι εδώ ακριβώς φτάνουμε σ’ αυτό που ανέφερα στο προηγούμενο άρθρο:

Στην αντιπαράθεση, παίρνω σαφώς θέση υπέρ της παγκοσμιοποίησης, για ένα και μόνο λόγο: τα προβλήματα που επικαλέστηκα στο σημείο 1 αλλά δεν έχω αναπτύξει ικανοποιητικά ακόμα, μπορούν να λυθούν μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πως μπορεί να επιβληθεί απαγόρευση αυτών των τεχνολογιών ελλείψη μιας υπερεθνικής οντότητας που θα αστυνομεύει μια τέτοια εφαρμογή; Δεδομένου του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που μπορούν να προσδώσουν, αν μια χώρα σπεύσει σε μονομερή απαγόρευση, τότε κινδυνεύει να πέσει θύμα μιας άλλης με λιγότερο ευαίσθητη συνείδηση.

Αν η απαγόρευση είναι η λύση, τότε με την παρούσα δομή του κόσμου είναι απλά αδύνατη. Στους παραπάνω τρεις παράγοντες πολιτικής, συνεπώς, πρέπει να προστεθεί κι ένας τέταρτος: Η θέση σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση.