30 χρόνια

Χτες, κάποια στιγμή που το μυαλό μου ήταν χαμένο σε μια ονειροπόληση, θυμήθηκα ότι φέτος συμπληρώνω 30 χρόνια επαγγελματικής ζωής. Η σκέψη με ξάφνιασε κάπως, κι αναπόφευκτα άρχισα να κάνω ένα απολογισμό αυτής της πορείας.

Μερικά στατιστικά πρώτα. Αυτά τα τριάντα χρόνια είναι περίπου ισομοιρασμένα ανάμεσα σε υπαλληλική ζωή και σε ζωή σαν επιχειρηματίας, σε περίπου ίσο αριθμό εταιρειών από την κάθε πλευρά: 4 σαν υπάλληλος, 3 σαν επιχειρηματίας.

Κι οι επτά αυτές εταιρείες είχαν ένα προφανές κοινό χαρακτηριστικό: τη σχέση με την πληροφορική, το ίντερνετ και τον ψηφιακό κόσμο. Αν μπρορούσα να μετρήσω φυγόκεντρες δυνάμεις από αυτό τον πυρήνα, θα έβρισκα τις περισσότερες στη προτελευταία μου απασχόληση, που είχε σχέση με digital marketing. Που όμως κι εκεί, το στοιχείο που με είχε τραβήξει, ήταν το digital κι όχι το marketing.

Για κάποιον που δεν έχει σπουδάσει πληροφορική, είναι λίγο παράξενη αυτή η εμμονή. Βέβαια, δεν θα μπορούσα να είχα σπουδάσει πληροφορική ακριβώς, γιατί δεν υπήρχαν οι σχετικές σχολές όταν ήμουν φοιτητής. Η σαγήνη του ψηφιακού κόσμου ξεκίνησε από το λύκειο, όταν πρωτοείδα ένα βιβλίο για υπολογιστές του ξαδέλφου μου που ήταν πρωτοετής ηλεκτρολόγος στο ΕΜΠ. Μετά ήρθαν τα Spectrum και τα πρώτα PC και κάπου εκεί κόλλησα. Όχι τόσο όμως ώστε να πάρω μια πορεία προγραμματιστή (πράγμα εφικτό τότε, γιατί οι περισσότεροι ήταν αυτοδίδακτοι), παρότι άρχισα να γράφω κώδικα από πολύ νωρίς και μάλιστα κάποιες στιγμές πήγαινα και στα πολύ βαθεία γράφοντας προγραμματάκια σε assembly για 8088.

Τα οικονομικά, το finance και το management τράβηξαν επίσης την προσοχή μου και η ενασχόληση μου στις εταιρείες πληροφορικής την πρώτη δεκαπενταετία ήταν γύρω από αυτά τα αντικείμενα.

Ο μικρότερος χρόνος που έμεινα σε κάποια εταιρεία ήταν το 1 χρόνος κι ο μεγαλύτερος τα 10. Σε 3 από τις 7 έμεινα 3 χρόνια, ενώ τα 10 τα πέρασα στην Oracle τη δεκαετία του 90 που ήταν κι ένα μεγάλο σχολείο απόλες τις απόψεις.

Από άποψη απολαβών, σαν υπάλληλος έβγαζα πολύ περισσότερα απότι σαν επιχειρηματίας. Αυτό μπορεί να λέει κάτι για μένα σαν επιχειρηματία, αλλά μπορεί να λέει και κάτι για την επιχειρηματικότητα γενικά. Ειδικά, την επιχειρηματικότητα που πάει να φύγει λίγο από την πεπατημένη, τη “σιγουράτζα”.

Εκ των υστέρων διαπιστώνω, ότι αυτό που με κρατούσε ή, πιο σωστά, κρατούσε το ενδιαφέρον μου σε υψηλά επίπεδα σε μια απασχόληση, ήταν ο διεθνής προσανατολισμός της εταιρείας, το κατά πόσο είχε εμπορικές σχέσεις, συνεργασίες ή εκτελούσε εργασίες εκτός Ελλάδος. Στις 5 από τις 7 παραπάνω εταιρείες υπήρχε αυτό το στοιχείο αλλά πιο έντονο ήταν σε δύο περιπτώσεις.

Συνεργαζόμενος με κόσμο από άλλες χώρες (Κορέα, Ισραήλ, Γερμανία, Βαλκάνια, ΗΑΕ, Αμερική, Ιταλία κ.α.) απέκτησα μια εικόνα του work ethic της κάθε μιας από αυτές τις χώρες.

Από πολύ νωρίς απορούσα τι ήταν αυτό που έκανε κάποιες από τις χώρες και τις εταιρείες που συναλλασόμουν πιο αποτελεσματικές, πιο κερδοφόρες, πιο καινοτόμες κτλ. Γιατί στο επίπεδο των peers δεν έβλεπα κάτι ιδιαίτερο, κάτι που να δικαιολογεί τη διαφορά. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις διέκρινα χαμηλότερο επίπεδο γενικών γνώσεων και μικρότερο commitment προς την εργασία.

Παράλληλα, όμως, έχοντας περάσει χρόνο σε διάφορα ξένα γραφεία, έβλεπα τις εταιρείες αυτές να δουλεύουν με σημαντικά μικρότερες ενδοεταιρικές εντάσεις και μ’ ένα καλοκουρδισμένο ρυθμό ενώ στην ελληνική πλευρά επικρατούσε πάντα ένα μικρό ή μεγάλο χάος. Ανεξαρτήτως βαθμίδος, το πνεύμα συνεργασίας ήταν πάντα χαμηλό και η αντιμετώπιση του άλλου καχύποπτη στην καλύτερη περίπτωση, υπονομευτική στη χειρότερη.

Ο Έλληνας στην εργασία ή φοβάται, οπότε ακολουθεί μια απαρέγκλιτη ρουτίνα για να μην χάσει τη θέση του, ή θέλει να επιβάλει τον δικό του κανόνα, όποιος κι αν είναι αυτός, από το θα έρχομαι όποτε μου καπνίσει, μέχρι το η εταιρεία θ’ ακολουθήσει εμένα.

Για να μην παρεξηγηθώ, προφανώς έχοντας γεννηθεί, ανατραφεί και μεγαλώσει σ’ αυτό το περιβάλλον, δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από αυτές τις συμπεριφορές. Απλά κάποιο κομμάτι του μυαλού μου είχε ανοίξει μια κάμερα και “κατέγραφε προς αρχειοθέτηση”.

Όπως οι περισσότεροι, από αυτή την περιορισμένη εμπειρία πηδάω σε γενικεύσεις που δεν δικαιολογούνται από το στατιστικό δείγμα. Δεν έχει σημασία όμως. Δεν γράφω paper, απλά ανασκαλεύω αναμνήσεις.

Και το ερώτημα που με απασχολεί είναι: “Can we fix it?”. Ή, πιο προσωπικά, τι έχω κάνει εγώ για να αλλάξω τα κακώς κείμενα που έβλεπα και βλέπω;

Όχι πολλά, είναι η απάντηση. Κι ίσως δεν είμαι και σε θέση πια να κάνω, όπως οξειδώθηκα μες τη νοτιά των ανθρώπων, που λέει κι ο Ελύτης.

Αλλά υπάρχει κάτι παρήγορο. Έχοντας ανακατευτεί με την νεόκοπη startup σκηνή από το ξεκίνημα της, βλέπω μια νέα γενηά (ένα μέρος της, καλύτερα) που είναι πιο ανοιχτή στις διεθνείς προκλήσεις και προοπτικές. Και που έχει μια διάθεση να πειραματιστεί όχι μόνο στα τεχνολογικά κι επιχειρηματικά αλλά και στις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Παρά τη γκρίνια, οι νέες εταιρείες που εμφανίζονται, είναι όλο και πιο ενδιαφέρουσες, με αντικείμενα όλο και πιο σύνθετα και knowledge intensive. Κι αυτό είναι σπουδαίο. Αλλά είναι το δεύτερο, οι ανθρώπινες συμπεριφορές, η ομαδικότητα, η αλληλοβοήθεια, η καλή προαίρεση, που θα κρίνουν την έκβαση, κατά την ταπεινή μου άποψη.

Κι όσο για μένα, απλά εύχομαι να είμαι ακόμα ενεργός για καιρό ακόμα για να το δω να συμβαίνει.

Leave a Reply