Για ποιόν χτυπά το κουδούνι;


Jess Watters

Γλώσσα

Στο σχολείο ποτέ δεν ήμουν άσσος στη γραμματική. Ακόμα έχω θέματα, ειδικά με τη σύγχιση που μου έχουν προκαλέσει 3 + 1 διαφορετικές γραμματικές: οι τρεις που διδάχτηκα κι η μία που ισχύει πλέον δηλαδή αρχαία, καθαρεύουσα, δημοτική Τριανταφυλλίδη και δημοτική Μπαμπινιώτη.

Επίσης με τη σύνταξη έχω ακόμα θέματα. Όταν γράφω κάτι μεγάλο, στην πρώτη γραφή συνήθως ο λόγος είναι μακροπερίοδος, με πρωθύστερα κι ανορθόδοξες τοποθετήσεις των υποκειμένων και προσδιορισμών. Χρειάζεται κάμποσα περάσματα για να φέρω τέτοιες παραγράφους σε λογαριασμό.

Τα λέω αυτά για να τ’ αντιπαραβάλω με την έκπληξη που νοιώθω κάμποσα χρόνια τώρα με την αδυναμία στοιχειώδους σύνταξης κειμένων από την πλειονότητα των συνεργατών, πελατών, προμηθευτών κλπ.

Που, με δεδομένες τις αδυναμίες μου, για να είναι η δική μου έκπληξη μεγάλη, φαντάζομαι πόσο τεράστια θα είναι αυτών που όντως γράφουν και μιλάνε σωστά και με ευχέρεια.

Θα μπορούσα να το προσπεράσω λέγοντας “ε, με τεχνικά θέματα καταπιάνεσαι, δεν έχει πολλούς φιλόλογους εδώ. Τι περίμενες;”

Αλλά δεν δουλεύω στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, ούτε σε μηχανουργεία. Οι άνθρωποι με τους οποίους έρχομαι σ’ επαφή είναι, στην πλειονότητα τους, απόφοιτοι ΑΕΙ ή ΤΕΙ. Και, κατά τ’ άλλα, έξυπνοι, ικανοί κι, αρκετές φορές, επιτυχημένοι.

Τι είναι αυτό που εμποδίζει ένα έξυπνο κι ικανό άνθρωπο να μάθει σωστά τη γλώσσα του;

Αριθμητική

Πέραν του στενού μου κύκλου, στις τυχαίες συναλλαγές της καθημερινότητας, έχω συναντήσει σε μεγάλο ποσοστό το … πρόβλημα των ποσοστών. Το τόσο τοις εκατό, αποτελεί ένα δύσβατο λόφο που πάνω του γλυστράνε άνθρωποι που μπορούν να κάνουν με το μυαλό πράξεις 3 ή 4 ψηφίων. Όταν δε, πάμε στις πράξεις με ποσοστά (x -20%x), συνήθως επίκειται πανωλεθρία.

Οδηγίες χρήσης

Με την επιταχυνόμενη τεχνολογική πρόοδο, κατακλυζόμαστε συνεχώς από νέες συσκευές που δεν υπήρχαν όταν πηγαίναμε σχολείο, κι ούτε διδαχτήκαμε ποτέ πως να λειτουργούμε κάτι παρόμοιο.

Και δεν μιλάω για υπολογιστές και κινητά που έχουν, ομολογουμένως, μια καμπύλη εκμάθησης, αλλά πράγματα όπως ηλεκτρονικούς αναγνώστες, συναγερμούς και συσκευές αναπαραγωγής ήχου που συνδέονται με το κινητό κτλ, πράγματα, δηλαδή, που χρησιμοποιούμε καθημερινά αλλά που επίσης αλλάζουν καθημερινά.

Η εικόνα εδώ είναι η εξής: υπάρχουν οι τεχνοφοβικοί (που συνήθως θεωρούν εαυτούς αντίπαλους της τεχνολογίας για ιδεολογικούς λόγους) κι αυτοί που έχουν ανέβει την ηλικιακή κλίμακα. Και οι δύο ομάδες αδυνατούν να διεκπεραιώσουν βασικές ενέργειες με τέτοιες συσκευές χωρίς διδασκαλία, κι ακόμα κι ύστερα απ’ αυτήν.

Αιτήσεις και πρωτόκολλα

Αργά ή γρήγορα, έρχεται η στιγμή να συναλλαγούμε με το κράτος. Το κράτος που μισούμε όταν μας ζητά, αλλά αγαπάμε να μας δίνει.

Το πάρε δώσε αυτό έχει συνήθως τη μορφή της συμπλήρωσης κι υποβολής ενός εντύπου: μια αίτηση (χειρόγραφη ή μη), μια δήλωση (υπεύθυνη ή φορολογική) μια ψήφο (σωτήρια ή άχρηστη).

Με μηχανισμούς απαρχαιωμένους, προσωπικό ακατάλληλο κι ανεκπαίδευτο, η συναλλαγή με το κράτος αποδεικνύεται μια από τις πιο δύσκολες ικανότητες (στην κλίμακα του στοιχειώδους). Κι αυτό γιατί υπάρχουν πάντα κάποιες γραπτές οδηγίες που δεν αναζητούμε, δεν διαβάζουμε, δεν καταλαβαίνουμε, και, βέβαια, δεν επικαλούμαστε όταν πέφτουμε πάνω σε τοίχους αυθαιρεσίας κι αδιαλλαξίας.

Λειτουργικός αναλφαβητισμός

Αυτά που περιγράφω παραπάνω είναι όψεις του λειτουργικού αναλφαβητισμού. Κι αν τ’ αναγνωρίσατε από την εμπειρία της καθημερινότητας όπως διατρέχατε το κείμενο, πάει να πει ότι το πρόβλημα είναι γενικό και μεγάλο.

Κι αυτό το πρόβλημα έχει μια ρίζα: το σχολείο.

Το ελληνικό σχολείο παράγει λειτουργικά αναλφάβητους πολίτες ακόμα και σε περιπτώσεις που είναι εξαιρετικά γραμματιζούμενοι.

Θυμάμαι κι ακούω συχνά συζητήσεις του τύπου:

“τι τα θέλουμε τ’ αρχαία, φιλόλογοι θα γίνουμε; “

“τι τα θέλουμε τα μαθηματικά, επιστήμονες θα γίνουμε;”

κλπ

Συζητήσεις κι ενστάσεις που φανερώνουν τη βαθειά ριζωμένη πεποίθηση ότι το σχολείο είναι ή πρέπει να είναι μόνο μια επαγγελματική προετοιμασία.

Πολίτης ή εργαζόμενος;

Το να έχεις δουλειά είναι ευλογία. Το να ξέρεις να την κάνεις καλά, μεγαλύτερη. Αλλά οδοντοτεχνίτης, τραπεζικός, οδηγός ταξί και μεταλορύχος είσαι για ένα 8ωρο τη μέρα, πέντε μέρες τη βδομάδα, μέχρι τη συνταξιοδότηση. Η ζωή είναι ευρύτερη από την εργασία και το επάγγελμα, και χρονικά και ποιοτικά. Πολίτης και μέλος της κοινωνίας είσαι μέχρι το τέλος της ζωής σου.

Για το δεύτερο ποιός θα σ’ εκπαιδεύσει; Που θα μάθεις τις βασικές δεξιότητες να πλοηγείσαι, να επικοινωνείς και να συναλλάσεσαι σε μια σύγχρονη κοινωνία; Κι ακόμα περισσότερο, που θα μάθεις να μαθαίνεις, γιατί αυτή η κοινωνία αλλάζει με ιλιγγιώδης ρυθμούς κι απαιτεί πλέον ν’ αλλάζεις μαζί της. Κι αν δεν το κάνεις σε πετάει σε κάποιο περιθώριο: οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό.

Το σχολείο

Το σχολείο που ξεκίνησε σήμερα μ’ αγιασμό και ανάγνωση εγκυκλίου για το bullying, είναι αυτό που θα έπρεπε να προετοιμάζει λειτουργικά εγγράμματους πολίτες. Όχι γιατρούς, μηχανικούς, οικονομολόγους.

Πολίτες.

Και για να το κάνει, πρέπει να δείξει στα παιδιά το από που προερχόμαστε, τι είμαστε και που πηγαίνουμε. Σαν είδος (επιστήμη), σαν έθνος (ιστορία), σαν άνθρωποι (λόγος και τέχνες, ψυχολογία, κοινωνιολογία, αγωγή), σαν πολίτες (γραφή κι ανάγνωση, αριθμητική, ομιλία, κρίση).

Γιατί δεν μαθαίνουμε φυσική, χημεία, βιολογία για να δουλέψουμε κάποτε στο CERN ή στη NASA, αλλά για να μπορούμε να καταλάβουμε θέματα για τα οποία πιθανώς να κληθούμε ν’ αποφασίσουμε σε κάποια μελλοντική εκλογική διαδικασία, όπως: πυρηνική ενέργεια, εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τι σημαίνει διαστημικό ταξίδι, τι δουλειά κάνουν οι δορυφόροι και πως διαμορφώνονται σχέσεις κυριαρχίας κι εξάρτησης μέσα από την εκμετάλλευση του διαστήματος.

Δεν μαθαίνουμε ιστορία για να φοράμε αρχαίες περικεφαλαίες σε ευρωπαϊκά πρωταθλήματα αλλά για να αντιληφθούμε τη δυναμική των σχέσων των λαών, τις στάσεις τους και τις αποφάσεις τους και τι οδηγεί σε πρόοδο κι ευημέρια και τι σε μαρασμό κι υπανάπτυξη.

Δεν διαβάζουμε λογοτεχνία για να γίνουμε κουλτουριάρηδες αλλά για να ανιχνεύσουμε το δικό μας συναίσθημα, τη δική μας αίσθηση του ωραίου και του καλού.

Είναι δύσκολο να εξηγήσεις στα παιδιά αυτό το σκεπτικό. Αλλά δεν χρειάζεται. Αυτό που χρειάζεται είναι να εκμεταλλευτείς το έμφυτο χαρακτηριστικό της περιέργειας, για να τα οδηγήσεις να σκεφτούν και να ψάξουν, να δοκιμάσουν, ν’ αποτύχουν, να ξαναδοκιμάσουν και να μάθουν τελικά ότι η μάθηση δεν έχει τέλος. Η μάθηση είναι το ταξίδι.