Ατομικές αποδράσεις, συλλογικός εγκλεισμός

Διαμαρτύρομαι συχνά για την παραβατικότητα των επιβατών του μετρό. Όχι γιατί είναι η χειρότερη, αλλά γιατί είναι αυτή που συναντάω συχνότερα.

Συζητώντας το   γιατί τόσοι συμπολίτες μας διαλέγουν το να μην πληρώσουν το αντίτιμο και να λαθρεπιβιβαστούν στους συρμούς,  άκουσα διάφορες εξηγήσεις κι επιχειρήματα. Ένα απ’ αυτά μου “χτύπησε”. Γιατί είναι λογικοφανές και γιατί εύκολα παρασύρει συναισθηματικά αυτόν που τ’ ακούει.

Λέει το επιχείρημα:

Η φθηνότερη μορφή του εισητηρίου, το μηνιαίο, στοιχίζει 30 Ευρώ. Για κάποιον που έχει μισθό 450 Ευρώ, αυτό είναι αδικαιολόγητα ακριβό. Θα έπρεπε να είναι φθηνότερο.  Υπάρχουν πολλοί που δυσκολεύονται να το πληρώσουν αλλά πρέπει να κάνουν χρήση του μετρό για να πάνε στη δουλειά τους.

Πράγματι 30 ευρώ στα 450 είναι περίπου 7%. Μόνο για ναύλα.

Δεν θα εξετάσω την οικονομική λογική αν κι έχω την εντύπωση ότι σαν ποσοστό στα χαμηλά εισοδήματα δεν διαφέρει από άλλες χώρες.

Το ερώτημα είναι αν αυτή η τακτική ωφελεί και ποιόν;

Προφανώς οφελείται άμεσα ο παραβάτης. Το μετρό χάνει έσοδα. Που, αν έχει κέρδη, θα μπορούσαν να επενδυθούν στο να διευρύνουν και να καλυτερέψουν το μεταφορικό του έργο, αν, δε, έχει ζημιές θα επιβαρύνουν το αποτέλεσμα και θα απαιτήσουν πόρους από την κυβέρνηση για να συνεχιστεί η λειτουργία και το κοινωνικό έργο που προσφέρει.

Με τη σειρά της η κυβέρνηση θ’ αναζητήσει πηγές νέων εσόδων ή μείωση δαπανών για να επιτύχει τους ανωτέρω σκοπούς. Κι επειδή η σχέση με την πηγή του προβλήματος, σ’ αυτό το επίπεδο έχει χαθεί, τα έσοδα θ’ αναζητηθούν οριζόντια.

Εδώ έρχεται το δεύτερο σύνηθες επιχείρημα: να τα πάρουν απ’ αυτούς που έχουν. Που είναι επίσης ευλογοφανές. Αλλά πριν μπούμε σε πολιτικές θεωρίες για το δέον και το σοφό τους πράγματος, ας κόψουμε τη συζήτηση λέγοντας απλά ότι αυτό δεν θα γίνει.

Αυτό που θα γίνει, και που το έχουμε δει κατά κόρον, είναι ότι η κυβέρνηση δεν θα τα πάρει απ’ αυτούς που έχουν αλλά απ΄ όπου μπορεί. Ευκαιριακά, και χωρίς σχεδιασμό. Γιατί οι λύσεις αυτές επιδιώκονται στα πλαίσια μιας κυβερνητικής θητείας κι η αναδιανεμητική πολιτική δεν είναι πάντα ψηλά στις προτεραιότητες.

Αντίθετα, μια από τις βασικές προτεραιότητες του εκάστοτε πολιτικού προσωπικού είναι η επανεκλογή. Η οποία  συνήθως “κανονίζεται” δια της εξαγοράς: χάρες σε ομάδες πίεσης, ευεργετικά νομοθετήματα για κρίσιμη εκλογική πελατεία, προσλήψεις, επιδόματα, αλλαγές εκλογικών νόμων κτλ.

Κι εδώ είναι το σημείο που δένουν τα πράγματα. Το πολιτικό προσωπικό δεν ενδιαφέρεται να πατάξει την παραβατικότητα. Την ανέχεται συνειδητά γιατί έτσι εκτονώνει μια μορφή δυσαρέσκειας που σε αντίθετη περίπτωση θα γινόταν πίεση εναντίον του. Πίεση γι αποτελέσματα, γι αλλαγές, για δύσκολες αποφάσεις. Όλ’ αυτά μπορούν να πάνε κάτω από το χαλί, καθώς ο παραβατικός ψηφοφόρος αφού με την παραβατικότητα τα βολεύει με τα μικρά προβλήματα, συγκεντρώνει τα πολιτικά του αιτήματα σε λίγα μεγάλα και γενικά που δεν δημιουργούν πίεση για έργο και γι αποτελέσματα ενώ, αντίθετα,  είναι πρόσφορα για γενικόλογη συνθήματολογία κι εξαγγελίες. Τα εθνικά θέματα κι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι οι δύο πιο κοινές γενικότητες που μαγνητίζουν την συμπεριφορά του ψηφοφόρου, χωρίς να τον απασχολούν οι ενοχλητικές λεπτομέρειες τι σημαίνει η πραγμάτωση των όποιων αιτημάτων κι εξαγγελιών.

Στην περίπτωση του μετρό, η παραβατικότητα είναι η ασφαλιστική δικλείδα για την πίεση προς το Υπουργείο Μεταφορών. Αυστηρή επιτήρηση θα οδηγούσε πιθανώς σε μαζική και συγκεκριμένη κινητοποίηση με συγκεκριμένο αίτημα (καλύτερη και φθηνότερη συγκοινωνία) που δεν θα παραπεμπόταν στις καλένδες των μεγάλων αγώνων.

Ποιός χάνει τελικά; Ο φτωχός παραβάτης. Όχι απαραίτητα ή μόνο αυτός του μετρό. Αλλά ο οποιοσδήποτε βολεύεται στην ατομική του λύση καθώς βουλιάζει μαζύ με όλους μας στο τέλμα της ανυπαρξίας πραγματικής λύσης.  Ως πότε;

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *