Author Archives: Nikos Anagnostou

Η Ευρώπη και τα ψηφιακά μονοπώλια

By Ramon Salinero

Τις προάλλες ο Economist σ’ ένα άρθρο του, ισχυριζόταν ότι η Ευρώπη πρέπει να χρησιμοποιήσει τη νομοθετική της δύναμη και την εξουσία να θέτει πρότυπα για να κερδίσει μια θέση στον πόλεμο της τεχνητής νοημοσύνης.

European policymakers can also make better use of the one area where they are world-class—setting standards. 

Σήμερα διαβάζω στο Businessweek για το πρόστιμο των 5 δις στη Google, και πως θα μπορούσε να δώσει ευκαιρία στην εμφάνιση αντιπάλων της. Ναι, υπάρχουν και τέτοιοι. Το άρθρο αναφέρει τη γαλλική μηχανή αναζήτησης την  Qwant  αλλά χαίρομαι που υπάρχει παρά τον άπειρα δύσκολο ανταγωνισμό που αντιμετωπίζει.

 The EU’s $5 billion July ruling against Google’s Android operating system also demanded changes to reduce the company’s self-promotion on Android devices, and it’s giving beleaguered rival search engines and web browsers a rare chance to compete.

Και τα δύο θέματα μου θυμίζουν ένα παλιότερο άρθρο μου στ’ αγγλικά όπου ισχυριζόμουν ότι ένας εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ και του υπόλοιπου κόσμου, όσον αφορά την Ευρώπη, θα ζημιώσει τις ΗΠΑ γιατί θα ορθώσουν εμπόδια σε πολύ σημαντικότερους τομείς από το ατσάλι και το κάρβουνο. Στην ουσία, θα επιβάλει η Ευρώπη, “δασμούς”, έλεγα, στα ψηφιακά προϊόντα των ΗΠΑ.

Και γιατί όχι;

Τα επιχειρήματα περί ανοιχτών αγορών κι ελεύθερου ανταγωνισμού, όταν μιλάς για εταιρείες σαν την Google  ή το Facebook, είναι αστεία. Εκεί που δρουν de facto μονοπώλια, δεν υπάρχει ανταγωνισμός καν, πολύ περισσότερο ελεύθερος.

Η Ευρώπη είναι δυσανάλογα φτωχή ψηφιακά. Χρειάζεται κάποιους μεγάλους αυτόχθονες παίκτες. Κι η προστασία που ορθώνουν οι Ευρωπαϊκοί κανονισμοί (ξέρετε, αυτοί που βάζουν οι άχρηστοι γραφειοκράτες των Βρυξελλών που δεν είναι εκλεγμένοι κτλ κτλ), είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία.

Πολύ ρομαντικά σκεπτόμενος μάλιστα, απορούσα που δεν έχει με κάποιο πιο συγκεκριμένο τρόπο διαμορφωθεί ήδη μια τέτοια πολιτική. Π.χ. να ορίστει ως  επίσημος browser η ΕΕ  στα όργανα της τον Νορβηγικό Opera. Ή, ακόμα πιο τραβηγμένο, να δώσει κίνητρα στον  Firefox να μεταφέρει την έδρα του στην Ευρώπη.

Κι ακόμα, πριν ακούσω για την Qwant , να προσελκύσει την Duck Duck Go που σαν την Qwant, διακηρύσει την προστασία των ψηφιακών δεδομένων των χρηστών.  Αν κι αυτό θα συμβεί έμμεσα αν ολοκληρωθεί η απελευθέρωση των Android.

Υπάρχουν τρόποι να φτιαχτεί το Ευρωπαϊκό ψηφιακό οχυρό. Η θέληση λείπει.

Nikos Anagnostou

01/10/2018

Η επιλογή δεν είναι από κάποια δημοσιογραφικά καλλιστεία αλλά από Δρ Ιωαννίδη του Στάνφορντ πλέον κι αν πιάνω σωστά το πνεύμα του άρθρου μάλλον θέλει να το τρίψει στη μούρη ορισμένων εδώ, του Υπουργού Παιδείας μη εξαιρουμένου, υποψιάζομαι.
Λέει πχ:
«Τα ελληνικά πανεπιστήμια ανέχονται νησίδες αριστείας, όμως οι δέκα κύριοι στόχοι τους είναι άλλοι: Να αποτελούν τον σκουπιδότοπο όλων των κομμάτων, να ανακυκλώνουν την παραπαιδεία, να προσπορίζουν εισόδημα από ενοικιαζόμενα, να μετατρέπουν ανίκανους καθηγητές σε ανίκανους πολιτικούς, να διατηρούν το επίπεδο καλλιέργειας στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα, να συντηρούν μαυσωλεία ιδεοληψιών, να εκχωρούν αφρούρητα ημισκότεινα οικόπεδα σε τοξικομανείς, να προσφέρουν πρακτική εξάσκηση στην τέχνη του ξυλοδαρμού, να διαθέτουν πεδία βολής για εύκαιρη ρίψη μολότοφ και να δίνουν πτυχία απλώς για να δίνουν πτυχία. Αριστεύουμε και στους δέκα στόχους»
Enjoy.
Για μένα πάντως είναι φρέσκο αεράκι μια τέτοια λίστα.

http://www.kathimerini.gr/987304/article/epikairothta/ellada/ellhnes-sthn-koryfh-ths-episthmhs

Nikos Anagnostou

23/09/2018

Αυτοί οι κουμουνιστές του Economist!

Πέραν της πλάκας, το μάτι μου έπεσε στο βίντεο ενώ σκεφτόμουν το περιβόητο Fundamental Attribution Error της ψυχολογίας, που περίπου λέει ότι τις αποτυχίες μας και τα στραβοπατήματα, τις αποδίδουμε περισσότερο την τύχη και τις συνθήκες, ενώ των άλλων τις αποδίδουμε στην προσωπικότητα και την πρόθεση. Αντίθετα, τις επιτυχίες μας τις αποδίδουμε στην προσπάθεια και την προσωπικότητα μας, ενώ των άλλων στις συνθήκες και την τύχη.

Χοντρικά, λοιπόν, ο Economist μας λέει ότι δεν γίνεσαι πλούσιος (στην Αμερική, τουλάχιστον) επειδή δούλεψες σκληρά αλλά επειδή γεννήθηκες έτσι, ή παντρεύτηκες έτσι.

Now, go dream of pitchforks. 

Nikos Anagnostou

20/09/2018

Σαν παιδί έχαιρα άκρας υγείας. Σ’ όλη μου την παιδική ηλικία άρρωστησα σοβαρά μόνο δυο φορές, τη μια με ιλαρά και την άλλη με ανεμοβλογιά. Η ανεμοβλογια με χτύπησε πολύ ελαφριά. Πέραν από τα εξανθήματα, δεν είχα τίποτα. Η ιλαρά όμως ήταν το κάτι άλλο: πυρετό 40 επι μέρες. Παραληρούσα. Είχα παραισθήσεις. Το δέρμα μου κατάστικτο. Κι έμεινα στο κρεββάτι βδομάδες. Το εμβόλιο για την ιλαρά δεν ήταν διαδεδομένο τότε. Κι οι γονείς μου ήταν απλοί άνθρωποι που πιθανώς να μη γνώριζαν.
Αν το είχα κάνει, θα είχα αποφύγει μια από τις πιο δυσάρεστες κι επώδυνες εμπειρίες της παιδικής μου ηλικίας.

Δεν ξέρω πως να χαρακτηρίσω τους γονείς που υποβάλλουν τα παιδιά τους σ’ αυτό το μαρτύριο. Γιατί ακόμα κι αν δεχτώ τον αστήριχτο κίνδυνο του εμβολίου για πρόκληση αυτισμού, ποιος είναι μεγαλύτερος κίνδυνος; Να αποκτήσεις αυτιστικό παιδί (που πάρα πολλά είναι αξιολογότατα και με ειδικες ικανότητες), ή να χάσεις το παιδί σου τελείως;

37 dead as measles cases spike in Europe

Με την αλλαγή του κλίματος δεν είναι η φύση που κινδυνεύει. Αυτή θα βρει το δρόμο της και, αναλόγως συνθηκών, κάποια είδη θα ευδοκιμήσουν και θα πολλαπλασιαστούν. Παράδειγμα, εδώ, οι αράχνες του Αιτωλικού. Οι αβεβαιότητες αφορούν βασικά εμάς τους ανθρώπους.
https://www.bbc.com/news/world-europe-45572331
 

Για ποιόν χτυπά το κουδούνι;


Jess Watters

Γλώσσα

Στο σχολείο ποτέ δεν ήμουν άσσος στη γραμματική. Ακόμα έχω θέματα, ειδικά με τη σύγχιση που μου έχουν προκαλέσει 3 + 1 διαφορετικές γραμματικές: οι τρεις που διδάχτηκα κι η μία που ισχύει πλέον δηλαδή αρχαία, καθαρεύουσα, δημοτική Τριανταφυλλίδη και δημοτική Μπαμπινιώτη.

Επίσης με τη σύνταξη έχω ακόμα θέματα. Όταν γράφω κάτι μεγάλο, στην πρώτη γραφή συνήθως ο λόγος είναι μακροπερίοδος, με πρωθύστερα κι ανορθόδοξες τοποθετήσεις των υποκειμένων και προσδιορισμών. Χρειάζεται κάμποσα περάσματα για να φέρω τέτοιες παραγράφους σε λογαριασμό.

Τα λέω αυτά για να τ’ αντιπαραβάλω με την έκπληξη που νοιώθω κάμποσα χρόνια τώρα με την αδυναμία στοιχειώδους σύνταξης κειμένων από την πλειονότητα των συνεργατών, πελατών, προμηθευτών κλπ.

Που, με δεδομένες τις αδυναμίες μου, για να είναι η δική μου έκπληξη μεγάλη, φαντάζομαι πόσο τεράστια θα είναι αυτών που όντως γράφουν και μιλάνε σωστά και με ευχέρεια.

Θα μπορούσα να το προσπεράσω λέγοντας “ε, με τεχνικά θέματα καταπιάνεσαι, δεν έχει πολλούς φιλόλογους εδώ. Τι περίμενες;”

Αλλά δεν δουλεύω στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, ούτε σε μηχανουργεία. Οι άνθρωποι με τους οποίους έρχομαι σ’ επαφή είναι, στην πλειονότητα τους, απόφοιτοι ΑΕΙ ή ΤΕΙ. Και, κατά τ’ άλλα, έξυπνοι, ικανοί κι, αρκετές φορές, επιτυχημένοι.

Τι είναι αυτό που εμποδίζει ένα έξυπνο κι ικανό άνθρωπο να μάθει σωστά τη γλώσσα του;

Αριθμητική

Πέραν του στενού μου κύκλου, στις τυχαίες συναλλαγές της καθημερινότητας, έχω συναντήσει σε μεγάλο ποσοστό το … πρόβλημα των ποσοστών. Το τόσο τοις εκατό, αποτελεί ένα δύσβατο λόφο που πάνω του γλυστράνε άνθρωποι που μπορούν να κάνουν με το μυαλό πράξεις 3 ή 4 ψηφίων. Όταν δε, πάμε στις πράξεις με ποσοστά (x -20%x), συνήθως επίκειται πανωλεθρία.

Οδηγίες χρήσης

Με την επιταχυνόμενη τεχνολογική πρόοδο, κατακλυζόμαστε συνεχώς από νέες συσκευές που δεν υπήρχαν όταν πηγαίναμε σχολείο, κι ούτε διδαχτήκαμε ποτέ πως να λειτουργούμε κάτι παρόμοιο.

Και δεν μιλάω για υπολογιστές και κινητά που έχουν, ομολογουμένως, μια καμπύλη εκμάθησης, αλλά πράγματα όπως ηλεκτρονικούς αναγνώστες, συναγερμούς και συσκευές αναπαραγωγής ήχου που συνδέονται με το κινητό κτλ, πράγματα, δηλαδή, που χρησιμοποιούμε καθημερινά αλλά που επίσης αλλάζουν καθημερινά.

Η εικόνα εδώ είναι η εξής: υπάρχουν οι τεχνοφοβικοί (που συνήθως θεωρούν εαυτούς αντίπαλους της τεχνολογίας για ιδεολογικούς λόγους) κι αυτοί που έχουν ανέβει την ηλικιακή κλίμακα. Και οι δύο ομάδες αδυνατούν να διεκπεραιώσουν βασικές ενέργειες με τέτοιες συσκευές χωρίς διδασκαλία, κι ακόμα κι ύστερα απ’ αυτήν.

Αιτήσεις και πρωτόκολλα

Αργά ή γρήγορα, έρχεται η στιγμή να συναλλαγούμε με το κράτος. Το κράτος που μισούμε όταν μας ζητά, αλλά αγαπάμε να μας δίνει.

Το πάρε δώσε αυτό έχει συνήθως τη μορφή της συμπλήρωσης κι υποβολής ενός εντύπου: μια αίτηση (χειρόγραφη ή μη), μια δήλωση (υπεύθυνη ή φορολογική) μια ψήφο (σωτήρια ή άχρηστη).

Με μηχανισμούς απαρχαιωμένους, προσωπικό ακατάλληλο κι ανεκπαίδευτο, η συναλλαγή με το κράτος αποδεικνύεται μια από τις πιο δύσκολες ικανότητες (στην κλίμακα του στοιχειώδους). Κι αυτό γιατί υπάρχουν πάντα κάποιες γραπτές οδηγίες που δεν αναζητούμε, δεν διαβάζουμε, δεν καταλαβαίνουμε, και, βέβαια, δεν επικαλούμαστε όταν πέφτουμε πάνω σε τοίχους αυθαιρεσίας κι αδιαλλαξίας.

Λειτουργικός αναλφαβητισμός

Αυτά που περιγράφω παραπάνω είναι όψεις του λειτουργικού αναλφαβητισμού. Κι αν τ’ αναγνωρίσατε από την εμπειρία της καθημερινότητας όπως διατρέχατε το κείμενο, πάει να πει ότι το πρόβλημα είναι γενικό και μεγάλο.

Κι αυτό το πρόβλημα έχει μια ρίζα: το σχολείο.

Το ελληνικό σχολείο παράγει λειτουργικά αναλφάβητους πολίτες ακόμα και σε περιπτώσεις που είναι εξαιρετικά γραμματιζούμενοι.

Θυμάμαι κι ακούω συχνά συζητήσεις του τύπου:

“τι τα θέλουμε τ’ αρχαία, φιλόλογοι θα γίνουμε; “

“τι τα θέλουμε τα μαθηματικά, επιστήμονες θα γίνουμε;”

κλπ

Συζητήσεις κι ενστάσεις που φανερώνουν τη βαθειά ριζωμένη πεποίθηση ότι το σχολείο είναι ή πρέπει να είναι μόνο μια επαγγελματική προετοιμασία.

Πολίτης ή εργαζόμενος;

Το να έχεις δουλειά είναι ευλογία. Το να ξέρεις να την κάνεις καλά, μεγαλύτερη. Αλλά οδοντοτεχνίτης, τραπεζικός, οδηγός ταξί και μεταλορύχος είσαι για ένα 8ωρο τη μέρα, πέντε μέρες τη βδομάδα, μέχρι τη συνταξιοδότηση. Η ζωή είναι ευρύτερη από την εργασία και το επάγγελμα, και χρονικά και ποιοτικά. Πολίτης και μέλος της κοινωνίας είσαι μέχρι το τέλος της ζωής σου.

Για το δεύτερο ποιός θα σ’ εκπαιδεύσει; Που θα μάθεις τις βασικές δεξιότητες να πλοηγείσαι, να επικοινωνείς και να συναλλάσεσαι σε μια σύγχρονη κοινωνία; Κι ακόμα περισσότερο, που θα μάθεις να μαθαίνεις, γιατί αυτή η κοινωνία αλλάζει με ιλιγγιώδης ρυθμούς κι απαιτεί πλέον ν’ αλλάζεις μαζί της. Κι αν δεν το κάνεις σε πετάει σε κάποιο περιθώριο: οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό.

Το σχολείο

Το σχολείο που ξεκίνησε σήμερα μ’ αγιασμό και ανάγνωση εγκυκλίου για το bullying, είναι αυτό που θα έπρεπε να προετοιμάζει λειτουργικά εγγράμματους πολίτες. Όχι γιατρούς, μηχανικούς, οικονομολόγους.

Πολίτες.

Και για να το κάνει, πρέπει να δείξει στα παιδιά το από που προερχόμαστε, τι είμαστε και που πηγαίνουμε. Σαν είδος (επιστήμη), σαν έθνος (ιστορία), σαν άνθρωποι (λόγος και τέχνες, ψυχολογία, κοινωνιολογία, αγωγή), σαν πολίτες (γραφή κι ανάγνωση, αριθμητική, ομιλία, κρίση).

Γιατί δεν μαθαίνουμε φυσική, χημεία, βιολογία για να δουλέψουμε κάποτε στο CERN ή στη NASA, αλλά για να μπορούμε να καταλάβουμε θέματα για τα οποία πιθανώς να κληθούμε ν’ αποφασίσουμε σε κάποια μελλοντική εκλογική διαδικασία, όπως: πυρηνική ενέργεια, εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τι σημαίνει διαστημικό ταξίδι, τι δουλειά κάνουν οι δορυφόροι και πως διαμορφώνονται σχέσεις κυριαρχίας κι εξάρτησης μέσα από την εκμετάλλευση του διαστήματος.

Δεν μαθαίνουμε ιστορία για να φοράμε αρχαίες περικεφαλαίες σε ευρωπαϊκά πρωταθλήματα αλλά για να αντιληφθούμε τη δυναμική των σχέσων των λαών, τις στάσεις τους και τις αποφάσεις τους και τι οδηγεί σε πρόοδο κι ευημέρια και τι σε μαρασμό κι υπανάπτυξη.

Δεν διαβάζουμε λογοτεχνία για να γίνουμε κουλτουριάρηδες αλλά για να ανιχνεύσουμε το δικό μας συναίσθημα, τη δική μας αίσθηση του ωραίου και του καλού.

Είναι δύσκολο να εξηγήσεις στα παιδιά αυτό το σκεπτικό. Αλλά δεν χρειάζεται. Αυτό που χρειάζεται είναι να εκμεταλλευτείς το έμφυτο χαρακτηριστικό της περιέργειας, για να τα οδηγήσεις να σκεφτούν και να ψάξουν, να δοκιμάσουν, ν’ αποτύχουν, να ξαναδοκιμάσουν και να μάθουν τελικά ότι η μάθηση δεν έχει τέλος. Η μάθηση είναι το ταξίδι.

Ο ηθικός χάρτης της Ελλάδας

Στο βιβλίο “The Righteous Mind” (hat tip στον Nikolaos Papachristou) ο εβραϊκής καταγωγής Αμερικάνος καθηγητής ψυχολογίας Jonathan Haidt επιχειρεί να χτίσει μια θεωρία που να εξηγεί την ηθικότητα (morality) γενικά, κι ειδικά το ρόλο της στις πολιτικές διαφορές κι αντιπαραθέσεις.

Το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον κι ο Haidt, στην πορεία της αιτιολόγησης των θέσεων του, διατρέχει την Δυτική φιλοσοφία, χρησιμοποιεί συμπεράσματα της ανθρωπολογίας, της εξελικτικής βιολογίας, της γενετικής και των νευροεπιστημών, και, βέβαια, της ψυχολογίας, χωρίς να γίνεται δυσνόητος κι ακατάληπτος.

Η πεμπτουσία του βιβλίου είναι η εξής:

Ο ελέφαντας κι ο αναβάτης του

Η διαμόρφωση της ηθικής συμπεριφοράς είναι κάτι οφείλεται στην εξελικτική μας ιστορία, τόσο βιολογικά, όσο και πολιτιστικά, και, ίσως το σημαντικότερο, ειδικά όταν αυτά τα δύο συμβαδίζουν κι αλληλοεπηρεάζονται.

Την πρωτοκαθεδρία στην ηθική συμπεριφορά την έχει η ενόραση, το ένστικτο και το συναίσθημα, σε αντίθεση με ότι ισχυρίζονται κι επιθυμούν οι ρατιοναλιστές από τον Πλάτωνα μέχρι τον Κάντ και τον Στούαρτ Μίλ.

Ο Heidt χρησιμοποιεί την εικόνα ενός ελέφαντα κι ενός αναβάτη του κι ισχυρίζεται πως ο ελέφαντας (το ορμέμφυτο, η ενόραση, το συναίσθημα) καθορίζει την πορεία, ενώ ο αναβάτης (ο λόγος) στην καλύτερη περίπτωση απλά την επηρεάζει.

Οι ηθικοί γευστικοί κάλυκες

Οι βάσεις των ηθικών νορμών μπορεί να διαφέρουν στις λεπτομέρειες τους από χώρα σε χώρα και πολιτισμό σε πολιτισμό αλλά κατά βάση εδράζονται σε γεννετικά προκαθορισμένους 6 πυλώνες:

  • Care (Φροντίδα)
  • Justice (Δικαιοσύνη)
  • Freedom (Ελευθερία)
  • Loyalty (Αφοσίωση)
  • Authority (Εξουσία)
  • Sanctity (Ιερότητα)

Αυτοί οι πυλώνες είναι γεννετικά καθορισμένοι και προδιαγράφουν αλλά δεν προκαθορίζουν. Προδιαγράφουν με την έννοια ότι θέτουν τα πλαίσια της συμπεριφοράς πριν ο άνθρωπος αρχίσει να σκέφτεται και να εξετάζει τις πράξεις του, αλλά μπορούν να μεταβληθούν από το περιβάλλον και το λόγο.

Ο Heidt τους παρομοιάζει με τους γευστικούς κάλυκες. Η ευαισθησία του κάθε κάλυκα κι ο βαθμός της συνειδητής επιλογής και καλλιέργειας του από το άτομο, καθορίζουν την ηθική προσωπικότητα.

Η ηθική είναι κάτι σαν κουζίνα που μπορεί να επαφίεται σε απλές μόνο γεύσεις ή να ξεδιπλώνει πολύπλοκους λεπτούς συνδιασμούς.

Η ηθική ενώνει και τυφλώνει

Η εξελικτική προέλευση της ηθικής θέτει σαν πεδίο της την ομάδα, τη φυλή, το “εμείς” κι εξηγεί διχοτομίες συμπεριφορών προς τους ομόφυλους, ομοεθνείς, ομόθρησκους σε αντίθεση με τους αλλόφυλους, αλλοεθνείς κι αλλόθρησκους. Έτσι η ηθική ενώνει μια ομάδα, αλλά τυφλώνει ως προς όλες τις άλλες.

Κατά τη γνώμη του Heidt, το ηθικό σύμπαν των liberals (προοδευτικών) βασίζεται στα τρία πρώτα συστατικά της ηθικής (care, liberty, justice) ενώ των συντηρητικών στον πλήρη κατάλογο.

Η ηθική της αφοσίωσης (loyalty), του σεβασμού στην εξουσία (authority) και της ιερότητας (sanctity) στ’ αυτιά των liberals ακούγονται σαν παρωχημένοι κώδικες που η ανθρωπότητα καλά θα κάνει να ξεχάσει.

Αυτή η θέση είναι που στερεί από τους προοδευτικούς τη δυνατότητα ν’ απευθυνθούν στις ομάδες που έχουν βαθειά μέσα τους αυτά τα τρία στοιχεία ηθικής κι έτσι τις αφήνουν βορά κι έρμαιο στις απολυταρχικές ιδεολογίες και στους κάθε λογής καιροσκόπους και λαϊκιστές.

Σταματάω εδώ την ηθελημένα μη πλήρη και στεγνή παρουσίαση του βιβλίου για ν’ αφήσω στον αναγνώστη τη χαρά να το ανακαλύψει μόνος του.

Γι αυτούς που βαριούνται ή δεν διαβάζουν, να ένα βίντεο με τον ίδιο το Heidt που συνοψίζει τις ιδέες του.


Θέλω τώρα να χρησιμοποιήσω την ανάλυση της ηθικότητας του Heidt για να επιχειρήσω μερικές παρατηρήσεις για την ελληνική πραγματικότητα.

Στον εδώ αυτοπροσδιοριζόμενο προοδευτικό χώρο παρατηρούμε μια διχοτομία μ’ αυτήν που κάνει ο Heidt μεταξύ conservatives και liberals. Η ηθική της αριστεράς και μέρους του κέντρου είναι αυτή των αμερικάνων liberals. Τα κύρια αιτήματα είναι για ίσες ευκαιρίες (justice), για προστασία των αδυνάτων (care), για δικαιώματα μειονοτήτων (care και liberty), η αλληλεγγύη των λαών (care και justice) κι η εξάλειψη της φτώχιας (care και justice).

Έχουμε όμως και την ελληνική ιδιομορφία, όπου μεγάλο κομμάτι της σοσιαλδημοκρατίας και του κέντρου δεν αντιτίθεται στην εκκλησία και δίνει μεγάλη σημασία στην ελληνικότητα, ότι κι αν σημαίνει αυτό.

Για τις πιο δύσκολες διαστάσεις της ηθικότητας (loyalty, authorigy, sanctity), τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά αν τα σκεφτόμαστε σε macro επίπεδο. Θα δώσω μερικά παραδείγματα για να διευκρινήσω τι εννοώ:

1.Εξουσία (ή κύρος) 

Η εξουσία σαν ηθική διάσταση δεν αναφέρεται σώνει και καλά στην πολιτική εξουσία αλλά στην έννοια μιας ιεραρχίας που τα μέλη μιας κοινότητας αναγνωρίζουν και σέβονται. Πχ ο σεβασμός απέναντι στους ηλικιωμένους. Λογικά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποδίδουμε σεβασμό σε κάποιους οι οποίοι κουβαλάνε μερικά χρόνια παραπάνω από μας, κι όμως η κοινή μας ηθική μας κάνει να υπακούουμε σ’ αυτή την αρχή.

Η προσωπική μου εμπειρία συνάδει: από τότε που απέκτησα γκρίζα μαλλιά (κι έχασα τα υπόλοιπα) οι νεότεροι με τους οποίους γνωρίζομαι και συνεργάζομαι μου απευθύνουν το λόγο στον πληθυντικό και πολλές φορές δυσκολεύονται να τον εγκαταλείψουν παρά την επιμονή μου. Όταν ρωτάω γιατί μου μιλάνε στον πληθυντικό, η απάντηση πάντα είναι μία: από σεβασμό.

Αντίθετα, στις διεθνείς επαφές μου οι αντίστοιχες ηλικίες δεν χρειάζονται καν προτροπή για να χρησιμοποιήσουν ενικό και μικρό όνομα. Το θεωρούν αυτονόητο.

Γιατί επιδεικνύουμε αυτό τον έστω επιφανειακό σεβασμό στους μεγαλύτερους; Είναι συμπεριφορά που εξηγείται μονάχα εν μέρει από τη οικογενειακή και σχολική αγωγή, ειδικά σε μια χώρα που η αγένεια είναι μάλλον κανόνας.

Το ελληνικό ηθικό σύμπαν μέσα στο οποίο ζούμε κι αναπνέουμε το επιβάλλει. Αναγνωρίζει άτυπες ιεραρχίες και τις σέβεται.

2. Αφοσίωση

Στην χώρα μας έχουμε πολύ λίγα επεισόδια καψίματος της εθνικής σημαίας, κυρίως από αναρχικούς. Τα κόμματα, ακόμα κι αυτά της άκρας αριστεράς που είναι τουλάχιστον κατ’ όνομα διεθνιστικά, δεν έχουν προβεί σε τέτοιες ενέργειες. Η σημαία έχει μείνει εντυπωσιακά σεβαστή, ο αυθόρμητος δε σημαιοστολισμός των σπιτιών στις εθνικές επετείους έχει μεν μειωθεί, παραμένει όμως σε υψηλά ποσοστά.

Η σημαία είναι ένα σύμβολο. Μ’ αυτό δηλώνουμε την συμμετοχή μας στη μεγάλη ομάδα που λέγεται ελληνικό έθνος. Ο σεβασμός προς τη σημαία είναι σεβασμός προς το έθνος που ανήκουμε. Είναι σεβασμός προς την ομάδα.

Η πίστη στη χώρα, το έθνος ή τη φυλή κρατεί καλά. Κι αυτό εξηγεί και τις αντιδράσεις στα εθνικά θέματα. Πχ γιατί η συντρηπτική πλειοψηρία των Ελλήνων δεν επιθυμεί συμβιβασμό στο Μακεδονικό.

Από την έρευνα “Τι πιστεύουν οι Έλληνες”

Για να καταλάβετε την εσωτερική σας προδιάθεση, κάντε το εξής νοητικό πείραμα. Έχετε μια σημαία στο σπίτι, που έχει φθαρεί και πρέπει να την αντικαταστήσετε; Πόσο εύκολα θα πετάγατε την παλιά στα σκουπίδια ή θα την κάνατε σφουγγαρόπανο; Αν αυτές οι προοπτικές σας δημιουργούν ένα σφίξιμο και μια αποστροφή, είναι γιατί έχει δράση το ηθικό συναίστημα της αφοσίωσης, το οποίο νοιώθεται πριν καν το σκεφτείτε να το παραβιάζετε.

3. Ιερότητα

Η έννοια του ιερού δεν είναι απαραίτητα θρησκευτική με τη στενή έννοια. Είναι αυτό που νοιώθουμε ότι μερικά πράγματα βεβηλώνονται από τη συμπεριφορά μας, παρότι λογικά δεν υπάρχει καμιά δικαιολόγηση για κάτι τέτοιο.

Παράδειγμα, όταν η Gucci ζήτησε τον Παρθενώνα για επίδειξη μόδας, η μεγάλη μερίδα του κόσμου ήταν αντίθετη. Πίσω από τις λογικές της αντίδρασης σε πολλές περιπτώσεις κρυβόταν η αίσθηση της βεβήλωσης. Απ’ όσο ξέρω η πλειονότητα των νεοελλήνων, εκτός από κάτι γραφικούς, δεν πιστεύει στο δωδεκάθεο. Από που προκύπτει αυτή η αίσθηση λοιπόν;

Η ελληνική κοινωνία μπορεί να μην είναι μια έντονα θρησκευόμενη κοινωνία είναι όμως μια κοινωνία που δεν απομακρύνεται από τη θρησκευτική μεταφυσική. Κι αυτό προκύπτει από την αντιδιαστολή της πίστης στο Θεό με την υπαγωγή στους θρησκευτικούς κανόνες.

Από την έρευνα “Τι πιστεύουν οι Έλληνες”

Από την έρευνα “Τι πιστεύουν οι Έλληνες”

Το ηθικό σύμπαν του Έλληνα ταιρίαζει περισσότερο με πιο παραδοσιακών κοινωνιών, κι αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν από τον λεγόμενο προοδευτικό χώρο τόσο στην χάραξη πολιτικής όσο και στην επικοινωνία.

Ανάλογες παρατηρήσεις ισχύουν και για τα εργασιακά περιβάλλοντα, όπου παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, οι Έλληνες φαίνεται ν’ αναμένουν και να προσαρμόζονται καλύτερα σε πιο ιεραρχικές δομές και παραδοσιακούς ρόλους.

Οι θέσεις του Heidt στο δικό μου νοητικό σύμπαν συμπληρώνουν την ανάλυση της ελληνικής κουλτούρας από τον Hofstede.

Συμπτωματικά, κι οι διαστάσεις της κουλτούρας είναι έξη. Μπορεί να υπάρχει σχέση; Σε κάποιους άξονες η σχέση φαίνεται προφανής. Πχ το Power distance αντιστοιχεί στο Authority του Heidt κι εκφράζεται πολύ καλά με το παράδειγμα του πληθυντικού προς τους μεγαλύτερους και για τις δύο διαστάσεις, κουλτούρας κι ηθικής.

 Και το masculinity/femininity μπορεί ν’ αντιστοιχεί στο care αφού η φροντίδα είναι κάτι κατεξοχήν μητρικό και θηλυκό κι από κει πηγάζει κι η αντίστοιχη ηθική διάσταση.


Τι σημασία έχουν όλ’ αυτά θα σκέφτεστε, αν έχετε διαβάσει μέχρις αυτό το σημείο. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ξέρει. Αποτελούν προσπάθειες αποκρυπτογράφησης αυτού του ομιχλώδους τοπίου που διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια με τις εθνικιστικές επιλογές, τους απομονωτισμούς και το φλερτάρτισμα με την απολυταρχία.

Μπορούν να προσφέρουν λύση; Δεν ξέρω. Φωτίζουν πάντως πλευρές του προβλήματος, κι αυτό είναι μια αρχή.

Στρατηγική υποστήριξη

 



Όταν έχεις αφήσει αρκετά πίσω την αφετηρία μιας startup, έχουν πια διαλυθεί οι ατμοί της ομίχλης των ονείρων που σου έδωσαν την αρχική ώθηση.

Ένα από τα πράγματα που βλέπεις ξεκάθαρα τότε, είναι ότι ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείσαι, έχεις ανταγωνισμό. Θα συμπλήρωνα, πολύ ανταγωνισμό, αλλά ας το αφήσουμε έτσι γενικό για να καλύπτει και την περίπτωση των λίγων, πραγματικά καινοτόμων, που δεν έχουν ακόμα ανταγωνιστές.

Αν σ’ αυτό το σημείο δεν έχεις γονατίσει ήδη κι αν το κεφάλι σου δεν έχει μείνει στα σύννεφα, αρχίζεις να σκέφτεσαι κάτι θεμελιώδες για την πορεία σου από δω και πέρα: “ποια θα είναι η στρατηγική μου;”.

Για ν’ αποφασίσεις, πρέπει πρώτα απόλα να γνωρίζεις, τι σημαίνει στρατηγική. Κι εδώ βοηθάει λίγο μια παιδεία τύπου MBA. Γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν σαφή αντίληψη περί τίνος πρόκειται και μπλέκουν τη στρατηγική με τακτικές αποφάσεις, επιμέρους κινήσεις και συγκεκριμένα πλάνα εφαρμογής.

To cut a long story short, και με κίνδυνο κάποιας απλοποίησης, να πούμε γρήγορα ότι στρατηγική είναι η κεντρική θέση που θα κατευθύνει όλες τις επιμέρους αποφάσεις σου και το πιθανότερο είναι να έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε τέσσερεις θεμελιώδεις στρατηγικές:

  • Ηγεσία κόστους
  • Ηγεσία διαφοροποίησης
  • Εστιασμό και ηγεσία κόστους
  • Εστιασμό και ηγεσία διαφοροποίησης

Η διαφορά των δύο πρώτων από τις δύο δεύτερες είναι το ότι οι μεν απευθύνονται στο σύνολο της αγοράς εντός της οποίας δραστηριοποιείται η επιχείρηση, ενώ οι δε σε κάποιο τμήμα της.

Ένα απλό παράδειγμα για να γίνει κατανοητό: Παπούτσια (σύνολο αγοράς) Αθλητικά παπούτσια (τμήμα αγοράς).

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη απόφαση που παίρνουμε είναι αν θα κινηθούμε προς το να επιτύχουμε ηγεσία κόστους (δηλαδή να έχουμε τις καλύτερες τιμές, από όλο τον ανταγωνισμό) ή ηγεσία διαφοροποίησης (δηλαδή να έχουμε προϊόν με χαρακτηριστικά τέτοια που να είναι το ελκυστικότερο, ανεξαρτήτως τιμής).

Στα ICT startup, κι ειδικά τα ελληνικά, η απόφαση είναι εύκολη και έρχεται από τα ίδια τα πράγματα: η ηγεσία κόστους είναι ανέφικτη και, σε μεγάλο βαθμό, άνευ νοήματος.

Είναι ανέφικτη, καταρχήν, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση ν’ ανταγωνιστούμε χώρες χαμηλού κόστους. Δεν έχουμε κάποιο φτηνό νόμισμα. Κι οι υποδομές που χρησιμοποιούμε (cloud platforms, third party apps κτλ) βρίσκονται σε χώρες υψηλού κόστους με αντίστοιχο τίμημα.

Επιπλέον δεν έχει και νόημα γιατί startup κάνεις με την ελπίδα να προσφέρεις κάτι που διαφέρει, όχι κάτι που είναι καρμπόν κάποιου άλλου. Δεν πρόκειται για στάρι ή για ρύζι.

Το ερώτημα λοιπόν είναι που στηρίζεις μια στρατηγική διαφοροποίησης; 

Μιλάμε για διαφοροποίηση, αλλά ο προσεκτικός αναγνώστης θα έχει ήδη παρατηρήσει ότι δεν έχουμε ορίσει σαφώς σε τι.

Διαφοροποίηση στο προϊόν, είναι η προφανής απάντηση.

Αλλά τι είναι προϊόν; Είναι μόνο το λογισμικό ή και το πως προσφέρεται; Τα κανάλια από τα οποία το προμηθευόμαστε, η ευκολία πληρωμής, οι ευνοϊκοί όροι, η διαδικασία εκπαίδευσης κι εκμάθησης κτλ; Και τι βάρος μπορεί να έχει το καθένα από τα επιμέρους στην αξιολόγηση και την κρίση του πελάτη;

Τεχνολογία

Για τα ICT startup το νούμερο ένα στοιχείο διαφοροποίησης θα έπρεπε να είναι η τεχνολογία. Αλλά πραγματική διαφοροποίηση στην τεχνολογία μπορεί να προκύψει μόνο αν υπάρχει και λειτουργεί το ανεξάντλητο φυτώριο ταλέντου και γνώσης που λέγεται ανώτατη παιδεία. Από τις εργασίες και τα εξειδικευμένα μεταπτυχιακά, την κατεύθυνση της έρευνας προς παραγωγικούς σκοπούς κλπ. προκύπτουν, αρχικά, οι νέες κατευθύνσεις κι ιδέες, κι οι εφαρμογές στη συνέχεια.

Παρότι έχουμε αξιόλογο διδακτικό προσωπικό κι εν δυνάμει ταλέντα, το όλο περιβάλλον βρίθει αντικινήτρων. Τα Πανεπιστήμια δεν είναι ελεύθερα να κάνουν το έργο τους και σύρονται συνεχώς προς τα κάτω. Όταν εμφανιστούν νέα ταλέντα που μπορούν να δημιουργήσουν πραγματικά νέες τεχνολογίες, το πιθανότερο είναι να μεταναστεύσουν για να εκπληρώσουν τους στόχους τους.

Συνεπώς στο κομμάτι τεχνολογία, εκεί που καταλήγει να στοχεύει και να ελπίζει περισσότερο μια ελληνική εταιρεία, είναι η επιτυχημένη εφαρμογή μιας υπάρχουσας τεχνολογίας κι όχι η εισαγωγή μιας νέας.

Το περιτύλιγμα

Το πως προσφέρεις ένα προϊόν, μπορεί να είναι και σημαντικότερο από το ίδιο το προϊόν. Οι χρήστες δεν είναι μηχανές (ακόμα) και παρορμούνται στο ν’ αγοράσουν μια υπηρεσία από πολλά και διάφορα:

  • Φήμη
  • Αισθητική
  • Ευκολία
  • Branding
  • Ταχύτητα αγοράς
  • Τρόποι αγοράς και πληρωμής

κ.α.

Πολλοί απ’ αυτούς τους τρόπους πρέπει να υποστηρίζονται από τεχνολογία κι έτσι πέφτουμε στο προηγούμενο πρόβλημα. Πολλοί άλλοι όμως μοιάζουν εφικτοί. Και θ’ αρκούσαν αν δεν παρεμβάλλονταν δύο άλλα προβλήματα που, και πάλι, δεν έχουν να κάνουν με τα statup αλλά τη χώρα.

  • Μικρό μέγεθος αγοράς που οδηγεί σε μικρό word of mouth
  • Περιορισμένης εμβέλειας μέσα προώθησης

Για να μη μακρηγορώ, με ανάλογο σκεπτικό πάνε στην άκρη οι περισσότερες επιλογές, εκτός από δύο:

  • Τον καλό σχεδιασμό που οδηγεί σε ευκολία χρήσης.
  • Την καλή υποστήριξη που “διασώζει” τον πελάτη από όλα τα άλλα shortcomings.

Η προσωπική μου επιλογή στο Discoveroom υπήρξε η δεύτερη. Κι έχει αποδώσει. Παρά τα μικρά μεγέθη, μας έχει ανταμείψει με loyalty πάνω από το μέσο όρο, σε μια αγορά που δεν φημίζεται για το loyalty των πελατών. Κι έχουμε ακούσει πολλές φορές επαινετικά σχόλια για την ταχύτητα και την ποιότητα της ανταπόκρισης μας.

Θα πάω ένα βήμα παραπέρα, για να ισχυριστώ ότι το θέμα της υποστήριξης είναι βασικά θέμα commitment. Δεν θέλει τρελές υποδομές κι εργαλεία. Και, ειδικά για τις startup, πιστεύω ακράδαντα ότι οι founders πρέπει να ξοδεύουν ικανό χρόνο υποστηρίζοντας οι ίδιοι πελάτες, ακόμα κι όταν έχει πάψει να είναι αναγκαίο λόγω μεγέθους. Κι αυτό γιατί είναι μια μοναδική ευκαιρία ν’ ακούσεις από πρώτο χέρι τι προβλήματα έχουν οι χρήστες, τι επιθυμούν, τι αγαπούν, τι μισούν, τι θα θέλανε, τι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν. Κι αν αυτό δεν είναι χρήσιμο, δεν ξέρω τι είναι.


Η εστίαση μας στο κομμάτι της υποστήριξης μου άνοιξε τα μάτια στις ελλείψεις των εργαλείων υποστήριξης. Κι από νωρίς σκέφτηκα κι επιθύμησα κάτι που δεν υπήρχε. Κι όπως γίνεται συνήθως, ότι δεν βρίσκεις έτοιμο, τελικά σηκώνεις τα μανίκια κι αρχίζεις να το φτιάχνεις. Αλλά αυτό είναι για επόμενο ποστ.

Υπάρχει τύπος προσωπικότητας κατάλληλος για startuper;

Με έξη νέα επιχειρηματικά κεφάλαια και 400 εκατομμύρια, η σύμπραξη Ευρωπαϊκής και ιδιωτικής χρηματοδότησης αναζητά πολλά νέα επιχειρηματικά σχήματα για χρηματοδότηση. Η έμφαση δεν είναι στο 400 εκατομύρια αλλά στο πολλά νέα επιχειρηματικά σχήματα. Αν υποθέσουμε ότι επιλεγούν τελικά γύρω στις 120 προτάσεις για χρηματοδότηση, θα πρέπει να υπάρξει μια προσφορά τουλάχιστον τετραπλάσια/πενταπλάσια για να έχει ενδιαφέρον η διαδικασία και πιθανότητες ευόδωσης το όλο εγχείρημα.

Προσωπικά πιστεύω ότι θα υπάρξει ο ικανός αριθμός προτάσεων. Έχοντας περάσει από το αντίστοιχο στάδιο πριν πέντε χρόνια και φιλοδοξώντας μια επανάληψη, θέλω να μοιραστώ μερικές σκέψεις όχι για τη διαδικασία αλλά για το soul searching που πρέπει να κάνουν όσοι αποφασίσουν να ξεκινήσουν. Πιστεύω ότι μπορεί να γλυτώσει πολλούς από άδικο κόπο και σπατάλη χρόνου.

Προφανώς δεν έχω κανενός είδους ειδίκευση γι αυτά που θα πω, ούτε κάποια παραδειγματική πορεία που μου δίνει carte blance να συμβουλεύω, ούτε καν καλή εμπειρική θεμελίωση. Είναι πράγματα που συμπέρανα από το δικό μου soul searching κι ίσως μπορεί να φανούν χρήσιμα και σε άλλους.

Πάμε λοιπόν.

Το πρώτο πράγμα που αναρωτιέται ή, τουλάχιστον, θα ‘πρεπε ν’ αναρωτιέται όποιος για πρώτη φορά ανοίγει πανιά στην επιχειρηματικότητα δεν είναι τόσο η ιδέα του, όσο αν ο ίδιος έχει ό τι απαιτείται.

Με πρόχειρη αναζήτηση μπορεί να βρει κανείς χιλιάδες άρθρα από χιλιάδες, πεπειραμένους εντός κι εκτός εισαγωγικών μέντορες. Για την ακρίβεια τόσα πολλά και σε κάποιο βαθμό αντιφατικά, που μάλλον σύγχιση προκαλούν παρά βοηθούν.

Επειδή την ερώτηση προς τον εαυτό του για το αν έχει ότι χρειάζεται δεν την κάνει κανείς μια μόνο φορά, αλλά σε κάθε φάση, ειδικά στις δύσκολες, ακόμα περισσότερο στις αποτυχίες και τα πισωγυρίσματα, ένα αντικειμενικό μέτρο είναι σαφώς προτιμώτερο από τις όποιες απόψεις τρίτων ή από την απλουστευτική θέση ότι αρκεί να θελήσεις αρκετά κάτι και θα γίνει.

Στην ψυχολογία, η κυρίαρχη θεωρία για την προσωπικότητα θεωρεί ότι αυτή συναρμόζεται από πέντε διαφορετικά χαρακτηριστικά (Big Five personality traits). Αυτά είναι τα ακόλουθα:

  • Openess:  δηλαδή να είναι κανείς ανοιχτός στην εμπειρία και στις νέες ιδέες. Σημαίνει συνήθως δημιουργικότητα, εφευρετικότητα, αγάπη για τις τέχνες και τις επιστήμες, κ.α.
  • Consientiousness: σημειοδοτεί εργατικότητα, αγάπη για συνέπεια και τάξη.
  • Extraversion: εξωστρέφεια, κοινωνικότητα, επικοινωνία.
  • Agreeableness: αποφυγή σύγκρουσης, διάθεση για προσφορά προς τους άλλους, ενσυναίσθηση, προσήνεια.
  • Neuroticism: εύκολη εμφάνιση αρνητικών συναισθημάτων.

Τα πέντα χαρακτηριστικά τα θυμάται κανείς εύκολα από τα αρχικά τους που συνθέτουν τη λέξη OCEAN (ωκεανός).

Η προσωπικότητα είναι ένα μίγμα από αυτά τα πέντα χαρακτηριστικά με διάφορους βαθμούς έντασης το καθένα.

Αυτά που θα περιμέναμε να βρούμε σε ανθρώπους με “κλήση” προς την επιχειρηματικότητα είναι:

  • Openess αφού ζητούμενο είναι η καινοτομία αλλά κι η γρήγορη προσαρμογή σε νέες συνθήκες κι αλλαγή πλεύσης, η υιοθέτηση νέων πρακτικών κι η δυνατότητα να αφουγκράζεται κανείς το περιβάλλον, από το στενό εσωτερικό της επιχείρησης ως το ευρύτερο κοινωνικό κι οικονομικό. Θα έλεγα είναι το νούμερο 1 από το επιθυμητό μίγμα χαρακτηριστικών κι οι επίδοξοι επιχειρηματίες πρέπει να “σκοράρουν” ψηλά σε openess, πάνω από 70%.
  • Conscientiousness καθώς startup σημαίνει πολλή δουλειά. Αλλά εδώ θέλει λίγο μεγαλύτερο μέτρο γιατί η αγάπη για την τάξη και την οργάνωση οδηγεί πολλές φορές σε δυσκαμψία και δογματικότητα. Θέλουμε κάτι πάνω από 50% αλλά όχι πολύ πάνω.

Είναι επίσης επιθυμητό να έχει κανείς χαμηλό ποσοστό neurotisism για να μην καταρακωθεί ψυχικά από τις αναποδιές και τις απογοητεύσεις, το συνεχές stress και την αβεβαιότητα.

Σχετικά με την εξωστρέφεια (extraversion), άποψη μου είναι ότι για μη τεχνικούς founders είναι ένα συν καθώς κατά πάσα πιθανότητα η δουλειά τους θα επικεντρωθεί περισσότερο στις πωλήσεις και το marketing. Οι τεχνικοί founder αναμένεται να σκοράρουν χαμηλότερα σ’ εξωστρέφεια. Αν είναι πολύ χαμηλά, αυτό μπορεί ν’ αποδειχτεί πρόβλημα καθώς πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνούν αποτελεσματικά, συχνά και με πολλούς (πελάτες, επενδυτές, υπαλλήλους).

Τέλος, το εναπομένον χαρακτηριστικό (agreeableness) μάλλον δεν ταιριάζει με την επιχειρηματικότητα γιατί η τελευταία ενέχει πολύ ανταγωνισμό. Μπορεί όμως να είναι βοηθητική σ’ ένα τύπο επιχειρηματικότητας, την κοινωνική επιχειρηματικότητα.

Τα ποσοστά που αναφέρω δεν είναι απόλυτα, ούτε έχουν προκύψει από κάποια αντικειμενική μελέτη. Είναι gut feeling και γι αυτό δεν πρέπει να τα παίρνει κανείς πολύ τοις μετρητοίς. Περισσότερο σαν ένδειξη κατεύθυνσης, παρά σαν μέτρηση.

Πως όμως διαγνώνουμε τον τύπο της προσωπικότητας μας;

Υπάρχουν πολλά τεστ. Άλλα διατίθενται δωρεάν, άλλα επί πληρωμή. Πολλά χρησιμοποιούν το μοντέλο των Big Five  παραλλαγμένο ή επαυξημένο. Υπάρχουν ολόκληρες online υπηρεσίες που κάνουν αυτή τη δουλειά.

Εδώ είναι ένα δωρεάν τεστ https://openpsychometrics.org/tests/IPIP-BFFM/.

Κι εδώ ένα επί πληρωμή (πολύ μικρό ποσό): https://www.understandmyself.com/personality-assessment

Αν θέλετε να κάνετε μια διασταύρωση μπορείτε να δοκιμάσετε κι ένα αυτόματο τρόπο διάγνωσης με τη βοήθεια της IBM και λίγου machine learning.   Αρκεί να έχετε δείγματα γραπτού στ’ αγγλικά:  https://www.ibm.com/watson/services/personality-insights/

Κατά τ’ άλλα, καλή αρχή 🙂

 

 

 

 

 

 

 

 

Πόσο καιρό χρειάζεται μια ιδιοφυϊα ν’ ανθίσει;

Διαβάζοντας χτες ένα παλιό άρθρο για το πως ν’ αναθρέψεις μια ιδιοφυΐαάρχισα να σκέφτομαι το κατά πόσο υπάρχει θέμα χρόνου στο πότε θα εμφανιστεί μια ιδιοφυΐα. Μπορεί, ας πούμε, ν’ αργήσει 20, 30, 40 ή 50 χρόνια; Μπορεί να λάμψει όταν κάποιος έχει πατήσει τα εξήντα; Τα εβδομήντα ή ακόμα παραπάνω;

Η πρώτη σκέψη που κάνει κανείς είναι πως όχι, κι αυτό γιατί μπαίνει σε λειτουργία το availability bias που όταν διερωτώμαστε για ένα θέμα, αυτό που μας έρχεται πρώτο στο νού, είναι ότι είναι πιο διαθέσιμο από αναμνήσεις. Κι η μνήμη μας, αν δεν ζούμε σαν ερημίτες, έχει κατακλυστεί από ιστορίες προικισμένων παιδιών ή λαμπρών νέων. Καλλιτεχνών, επιστημόνων, ιδίως μαθηματικών, και, τελευταία, επιχειρηματιών.

Ποιός, αλήθεια, δε θα φέρει στο νου του το Μότσαρτ να παίζει πιάνο σαν βιρτουόζος από τα 4; Ή για να το φέρουμε κοντά μας, το Σγούρο και τον Καβάκο;

Κι άλλα, λιγότερο γνωστά, παραδείγματα, όπως:

  • του Γκάους που στο δημοτικό, σε ηλικία 8 ετών, λύνει σε δευτερόλεπτα το πρόβλημα που τους έχει βάλει ο δάσκαλος “Πόσο είναι το άρθροισμα των αριθμών από το 1 ως το 100”.
  • του Γκαλουά, που θεμελίωσε τη θεωρία ομάδων πριν τον πρόωρο θάνατο του στα 21!
  • του Αϊνστάιν που δημοσιεύει το 1905, το λεγόμενο annus mirabilis, όντας 26 χρονών δημοσιεύει, όχι μια, αλλά τέσσερεις, θεωρίες (φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, για την κίνηση Brown, την ειδική θεωρία της σχετικότητας, την ισοδυναμία ενέργειας — μάζας) που αλλάζουν κυριολεκτικά την πορεία της φυσικής.

Στα μαθηματικά, ειδικά, αν κάποιος έχει περάσει τα τριάντα, δεν αναμένεται να κάνει μεγάλη συμβολή στην επιστήμη του, το δε ανώτατο βραβείο των μαθηματικών (Fields metal) δίνεται μόνο για ηλικίες κάτω των 40.

Κι ενώ φαίνεται πως ιδιοφυϊα και νεότητα πάνε χέρι χέρι, αν εμβαθύνει λίγο κανείς βρίσκει πολλά παραδείγματα late geniuses, ανθρώπων, δηλαδή,που έλαμψαν σε μεγάλη ηλικία, όπως ο Θερβάντες που έγραψε τον Δον Κιχώτη όταν κόντευε τα 60, ή ο Γκωγκέν, που η μεγάλη του παραγωγή γίνεται μετά τα 50.

Ψάχνοντας να βρω αν υπάρχει καμιά εξήγηση για το φαινόμενο, έπεσα πάνω στον οικονομολόγο David Galenson, που ερευνώντας συσχετίσεις μεταξύ τιμών έργων τέχνης και ηλικιών καλλιτεχνών, διαμόρφωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία για τους τύπους ιδιοφυΐας.

Στο βιβλίο “Old Master and Young Geniouses”, o Galenson ισχυρίζεται ότι υπάρχουν δύο τύποι ιδιοφυΐας: η εννοιολογική (conceptual) κι η πειραματιστική (experimentalist). Οι νεαρές ιδιοφυΐες είναι κυρίως του πρώτου τύπου, ενώ οι ώριμοι δάσκαλοι είναι του δεύτερου. Κι ακριβώς αυτό εξηγεί και τη διαφορά του χρόνου εμφάνισης της ιδιοφυΐας: ο μακροχρόνιος πειραματισμός, η εμπειριστική προσέγγιση προς ένα στόχο, που δεν είναι σαφής ή εκ των προτέρων τεθείσα, προφανώς παίρνει πολύ χρόνο. Αντίθετα, οι νεαρές ιδιοφυΐες ξέρουν καλά προς τα που θέλουν να κατευθυνθούν κι ο τρόπος που εργάζονται προς αυτό, μοιάζει με την παραγωγική μέθοδο της λογικής, που εξάγει τα συμπεράσματα από μια μικρή ομάδα αρχών.

Οι πειραματιστές δουλεύουν επαγωγικά. Πρέπει να συσσωρεύσουν πολύ εμπειρία, να κάνουν πολλές δοκιμές και λάθη, κι εντωμεταξύ, πρέπει και να ζήσουν, γι αυτό περισπώνται και σε βιοποριστικές απασχολήσεις, λίγο πολύ άσχετες με την κύρια επιδίωξη τους.

Αν σας κίνησα το ενδιαφέρον, ακούστε αυτό το podcast που ανακάλυψα τυχαία. O Galenson αναπτυσει επί 20 λεπτά τη θεωρία του, μιλώντας για το θέμα που κυρίως τον ενδιαφέρει, τους ζωγράφους, αλλά με αναφορές και σ’ άλλα πεδία. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η κρίση του για το δίδυμο Steve Jobs, Steve Wozniak.

Πάντως, όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να σκεφτώ κανενός είδους ιδιοφυΐα, με μεγάλης ακτινοβολίας έργο, που να έχει περάσει τα εβδομήντα. Φαίνεται ότι ακόμα κι η ιδιοφυΐα κάποια στιγμή συνταξιοδοτείται.