Author Archives: Nikos Anagnostou

Ειδήσεις από το διάστημα

Πριν 3 χρόνια έγραφα ενθουσιασμένος για ένα πείραμα αποστολής από ερασιτέχνες μιας κάμερας στην στρατόσφαιρα, και για την αντίστοιχη βιντεοσκόπηση όλου του ταξιδιού.

Σήμερα έμαθα ότι  κι ένας Έλληνας επιχείρησε κάτι ανάλογο, και μάλιστα για δεύτερη φορά. Καλωσορίστε το SlaRos Project.

[via]

Kindle Paperwhite

Μεγέθη kindle 3 και paperwhite σε σχέση μ' ένα χέρι

Μεγέθη kindle 3 και paperwhite σε σχέση μ’ ένα χέρι

Πριν 4 βδομάδες έσπασα κατά λάθος την οθόνη του Kindle μου (: ένα Kindle 3).

Σε επικοινωνία μου με την amazon μου απέκλεισαν το ενδεχόμενο επισκευής (παρότι, όπως ανακάλυψα εκ των υστέρων, ότι δεν κάνει η amazon μπορείς να το κάνεις μόνος σου), κι έτσι παράγγειλα ένα καινούργιο: το  paperwhite αυτή τη φορά.

Πριν δυό βδομάδες το παρέλαβα και το χαίρομαι από τότε. Γιατί:

  1. Η οθόνη είναι πλέον  touch screen πράγμα που κάνει τη πρόσβαση στο μενού, τη μεγένθυση των χαρακτήρων και το γράψιμο σχολίων πολύ ευκολότερα από το 3.
  2. Εκτός από touch η οθόνη είναι φωτιζόμενη και μάλιστα με ρυθμιζόμενη φωτεινότητα, χωρίς να παύει να έχει τα χαρακτηριστικά της  e-ink (να μπορείς να διαβάζεις στον ήλιο). Σημαντική βελτίωση αυτό.
  3. Επειδή λείπει το πληκτρολόγιο το όλο μέγεθος της συσκευής είναι πιο μικρό.
  4. Δεν υπάρχουν τα πλευρικά κουμπιά αλλαγής σελίδας. Η touch οθόνη όμως είναι ευαίσθητη ανά περιοχή. Ένα κλικ στη δεξιά πλευρά και αλλάζεις σελίδα, ένα κλικ στην αριστερή και γυρίζεις στην προηγούμενη. Δεν μου πολυαρέσει αυτό. Με τα πλευρικά κουμπιά μπορούσες ν΄αλλάζεις σελίδα με το χέρι που κρατούσες το kindle. Τώρα πρέπει να χρησιμοποιήσεις και το δεύτερο.
  5. Το πλαίσιο γύρω από την οθόνη είναι μικρό για να το κρατάς με άνεση. Στο 3 και να πήγαινε το δάχτυλο πάνω στην οθόνη δεν υπήρχε πρόβλημα, ενώ στο paperwhite το ακούμπισμα του δακτύλου έχει το side effect της αλλαγής σελίδας, πράγμα που σε αποσυντονίζει.
  6. Από πλευράς software έχουμε επίσης κάποιες καινοτομίες, όπως η παρουσίαση των βιβλίων με εξώφυλλα κι όχι μόνο με λίστα. Αλλά αυτό που είναι πραγματικά καινούργιο και χρήσιμο είναι το X-Ray,  όπου, όταν βρίσκεσαι σε μια σελίδα μυθιστορήματος ας πούμε,πατώντας το εντοπίζει τους κύριους ήρωες που αναφέρονται σ’ αυτήν και σου δίνει link για τις προηγούμενες εμφανίσεις τους στο βιβλίο.
  7. Μια μεγάλη έλλειψη του paperwhite; Δεν έχει τη μηχανική ανάγνωση που είχε το 3, ούτε γενικά σύστημα ήχου. No more mp3s την ώρα που διαβάζεις. Όχι πως το χρησιμοποιούσα, αλλά λέμε. Η μηχανική ανάγνωση ήταν κάτι πάντως. Δεν θα μπορούσες να ακούσεις ολόκληρο βιβλίο αλλά για κανένα κεφαλαιάκι όταν ήταν κουρασμένα τα μάτια, έκανε δουλειά.

Συμπερασματικά: από το 3 θα ήθελα τα κουμπιά πλοήγησης και το μεγαλύτερο πλαίσιο. Για όλα τα υπόλοιπα το paperwhite με υπερ-καλύπτει.

Διατρέχοντας μιαν Άγρια Δύση

Γυρίσαμε πριν λίγο από την Καλαμάτα, τελευταίο σταθμό ολιγοήμερων διακοπών λόγω δεκαπενταύγουστου. Ο χρόνος επιστροφής ήταν ένα μικρό ρεκόρ: 2 ώρες παρά πέντε λεπτά για να διανύσουμε τα 211 χιλιόμετρα της απόστασης που χωρίζει την Αθήνα από την Καλαμάτα. Το κομμάτι του δρόμου Τρίπολη Καλαμάτα δεν το είχα ξαναπεράσει κι ήταν μια ευχάριστη έκπληξη γιατί πρόκειται για ένα άρτιο κι ασφαλή αυτοκινητόδρομο. Προσθέτοντας το τμήμα Τρίπολη Κόρινθος και το Κόρινθος Αθήνα που είναι άλλοι δύο ασφαλείς αλλά παλαιότεροι αυτοκινητόδρομοι, έχεις το 211 χιλιόμετρα του καλύτερου οδικού άξονα που διαθέτει η Νότια Ελλάδα.

Η γκρίνια (γιατί κάποτε θα φτάναμε και σ’ αυτήν) αρχίζει όταν αρθοίζεις τα διόδια που πρέπει να πληρώσεις: 3 στο τμήμα της Καλαμάτας (1,40+1,20+1,90 = 4,50€), 2 στο τμήμα της Τρίπολης (2,40+2,50 =4,90 €) κι 1 μετά την Κόρινθο 3,20€.

 

Σύνολο διοδίων: 12,60€!

Για το τμήμα της Καλαμάτας να το καταλάβω, είναι καινούργιο κάπως πρέπει να το πληρώσουμε. Για το τμήμα της Τρίπολης δεν ξέρω  πως να το δικαιολογήσω: το συγκεκριμένο δρόμο τον θυμάμαι έτσι καμιά 20ετία. Ακόμα περισσότερο το δρόμο από Κόρινθο Αθήνα με εξαίρεση τα σαφώς νεώτερα, όχι και πολύ προφανούς χρησιμότητας τούνελ (αν θυμάμαι καλά πως ήταν ο δρόμος πριν).

Εν πάσει περιπτώσει, το να έρχομαι σε δύο ώρες από την Καλαμάτα στην Αθήνα το θεωρώ οικονομία και σε χρόνο και σε βενζίνη οπότε κάπως θα καταπιώ τα διόδια. Αν θεωρούσα το ποσό δυσβάσταχτο, θα πήγαινα από την παλιά εθνική.

Φαίνεται όμως ότι δεν έχουν κι άλλοι την ίδια στωικότητα με μένα. Στον πρώτο πρώτο σταθμό διοδίων που σταθήκαμε, προπορευόταν στην ουρά για το γκισέ μια μηχανή σχετικά μεγάλη. Πρόσεξα αμέσως ότι ο οδηγός της την κρατούσε ασυνήθιστα δεξιά  κι είπα στη γυναίκα μου ότι αυτός θα προσπαθήσει να περάσει χωρίς να πληρώσει. Πράγματι, μόλις πλήρωσε το μπρος απ’ αυτόν αυτοκίνητο και σηκώθηκε η μπάρα, μάρσαρε και πέρασε μαζί του. Η ταμίας τον αντιλήφθηκε και κάλεσε κάποιον προς ενημέρωση.

Το ίδιο ακριβώς σκηνικό επαναλήφθηκε και με άλλη μηχανή στα διόδια της Κορίνθου. Εδώ δεν μου φάνηκε να κάνει κάτι η ταμίας, πέραν από μια δυσαρέσκεια και μουρμούρα, αλλά δεν παίρνω κι όρκο.

Καθώς συνέχισα  προς Αθήνα, κατά 12,60€ φτωχότερος, σκεφτόμουν αυτά τα δύο περιστατικά. Δεν μπορούσα να δικαιολογήσω τη συμπεριφορά με το να υποθέσω ότι μπορεί να μην είχαν λεφτά. Κάτι που θα έκανα ίσως για ένα τσαμπατζή λεωφορείου. Γιατί για να ταξιδεύεις σ’ εθνική οδό, που σημαίνει να καλύπτεις μεγάλη απόσταση, σημαίνει ότι λεφτά για βενζίνη έχεις, οπότε απίθανο να μην έχεις και για διόδια. Προφανώς η συμπεριφορά αυτή δεν ήταν απελπισίας αλλά ηθελημένη. Ας πούμε από πεποίθηση, κάτι σαν διαμαρτυρία. Και δεδομένου ότι τα διόδια με είχαν ‘τσούξει’ κι εμένα, θα μπορούσα να μπω στον πειρασμό να τους δικαιολογήσω.

Αλλά όχι. Γιατί αυτό που είδα στην συμπεριφορά τους είναι αυτό που βλέπω σ΄ ένα ολόκληρο σύστημα που με σφίγγει και που μισώ: κάποιοι βρίσκουν συνεχώς λύση για το δικό τους πρόβλημα με το να εκμεταλεύονται μια συνθήκη, μια τρύπα του συστήματος (ένα αυτοκίνητο δύσκολα θα μπορούσε να περάσει χωρίς να σπάσει τη μπάρα ή να τρακάρει, ενώ η μηχανή χωράει να περάσει παράλληλα), κρατάνε ήσυχοι τη συνείδηση τους γιατί πιθανά πατάνε σε ένα γενικώτερο αίσθημα οργής ή δυσαρέσκειας για ένα κακώς έχειν, και τελικά παραβατούν γινόμενοι μέρος του συστήματος.

Υπερβάλλω; Τι άλλο είναι το ‘σύστημα’ παρά μια σειρά προνόμια και βολέματα που συσσωρεύουν de facto ή de jure λίγοι εις βάρος των πολλών; Οτιδήποτε, όσο μικρό κι αν είναι, όπως κι αν το προσπορίζεσαι, αν οδηγεί σε μια ανισοκατανομή πλούτου ή ευκαιρίας,  σε κάνει μέρος του συστήματος. Οι δυό αναβάτες  στη συνείδηση μου, συγκαταλέγονται στους γνωστούς πονηρούς που τη βολεύουν τσάμπα κι οι λοιποί εμείς είμαστε τα γνωστά κορόϊδα που πληρώνουν και πληρώνουν και πληρώνουν.

Θα μου πείτε, μιλάς γι αυτούς και δεν μιλάς για τις εταιρείες που εκμεταλλεύονται τους δρόμους και που ποιος ξέρει πως πήραν αυτό το δικαίωμα; Είναι αυτό το “ποιος ξέρει” που με κωλύει. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν το πήραν τίμια ή όχι, αν η τιμή που χρεώνουν είναι “λογική” ή όχι, δεν ξέρω τι υποχρεώσεις έχουν προς το κράτος, και γι αυτό, με δυσκολία ομολογώ, το βουλώνω. Τους δίνω το benefit of doubt.

Αν, παρόλαυτα,  ήθελα να διαμαρτυρηθώ, και για να είμαι σύμφωνος με τη συνείδηση μου, θα επέλεγα έναν από τους παρακάτω τρεις τρόπους:

  1. Θα παρανομούσα όπως οι αναβάτες αλλά δεν θα απέφευγα  να πιαστώ: γιατί το θέμα δεν είναι να κερδίσω τα 1-2 ευρώ αλλά να δημοσιοποιήσω τη σύλληψη μου για να ευαισθητοποιήσω, ει δυνατόν, τον κόσμο για το παράλογο των διοδίων.
  2. Θα επέλεγα ένα μποϋκοτάζ: δεν θα χρησιμοποιούσα το συγκεκριμένο δρόμο και θα καλούσα και τους άλλους να κάνουν το ίδιο, για να πιέσουμε οικονομικά ν’ αλλάξει κάτι.
  3. Θα επέλεγα μια ευρύτερη πολιτική στάση: να υποστηρίζω μια πολιτική δύναμη που υπόσχεται να ερευνήσει το θέμα και να το αλλάξει.

Έβαλα στον τίτλο την Αγρια Δύση. Γιατί αυτό που σημαίνει η άγρια Δύση είναι είτε η ανυπαρξία νόμου, είτε η αδυναμία να εφαρμοστεί. Στα 211 χιλιόμετρα που διέτρεξα, αστυνομία είδα μόνο στα διόδια της Ελευσίνας. Και ήταν το ανατολικότερο σημείο της διαδρομής. Δυτικά του .. Πέκος τι;  Ισχύει η περιγραφή της ιστορίας του Λούκυ Λούκ “Ο Δικαστής” .

Στην Αγρια Δύση υπήρχαν αρκετά μέρη όπου δεν είχε φθάσει ο Νόμος, και ένα από αυτά ήταν κάπου στα Δυτικά του ποταμού Πέκος. Μερικοί νομιμοφανείς ντεσπεράντος αναλαμβάνουν να εφαρμόσουν τον νόμο και κάνουν τα πρόστιμα να πέφτουν σαν το χαλάζι στα κεφάλια των άμοιρων κατοίκων, ειδικά σε μερικούς που τους έχουν, χμ, μια ιδιαίτερη αδυναμία.

Μυτιλήνη: ο γρίφος με το λάδι

This slideshow requires JavaScript.

Στη διαδρομή  από το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης προς την πόλη, ο ελάχιστα παρατηρητικός περαστικός δεν θ’ αποφύγει να προσέξει -και να εντυπωσιαστεί- από μια σειρά μεγαλόπρεπων σπιτιών. Η λέξη ‘σπίτια’ τ’ αδικεί. Πρόκειται  καλύτερα για επαύλεις  και μέγαρα, παραταγμένα και στις δυό μεριές του δρόμου.

Η περιοχή λέγεται Σουράδα και φιλοξενεί μια σειρά αρχιτεκτονικούς ρυθμούς (νεοκλασσικό, νεογοτθικό, εκλεκτικισμό κ.α.) σε συχνότητα και πυκνότητα που δεν έχω δει σε άλλο μέρος στην Ελλάδα.

Αλλά κι η υπόλοιπη πόλη της Μυτιλήνης είναι διάσπαρτη από μεγάλα εντυπωσιακά κτίρια, είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά, πράγμα που έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τα στενά, ως επί το πλείστον, δρομάκια της που προδίδουν το οθωμανικό παρελθόν της.

Είναι γνωστό ότι αυτή η αρχιτεκτονική πανδαισία είναι κληρονομιά μιας εποχής που το νησί γνώριζε δόξες και κυρίως πλούτο: στα τέλη του 19ου αιώνα κι τις αρχές του 20ου. Βάση αυτού του πλούτου ήταν η ελιά που και σήμερα ακόμα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργημένων εκτάσεων (κάπου διάβασα ότι τα ελαιόδεντρα αριθμούν τα έντεκα εκατομύρια).

Περιδιαβαίνοντας την οποιαδήποτε σχετικά σημαντική πόλη του νησιού είναι απίθανο να μην πέσεις πάνω στα ερείπια κάποιου παλιού ελαιουργείου με τη χαρακτηριστική ψηλή καμινάδα ή ότι έχει μείνει απ’ αυτήν τέλος πάντων. Κι έτσι καταλαβαίνεις ότι σε κείνη την εποχή της ακμής, δεν ήταν σκέτα η γη που έπαιξε ρόλο, αλλά κυρίως η βιομηχανική  εκμετάλλευση της. Γιατί τα ελαιουργεία αυτά ήταν ατμοκίνητες βιομηχανικές μονάδες κι όχι τα παλια απλά λιοτρίβια που είχαν κινητήρια δύναμη μουλάρια και γαϊδούρια.

Κι όπου υπάρχει βιομηχανία υπάρχει κι αστική τάξη. Και τα μέγαρα της Σουράδας είναι δικά της δημιουργήματα.

Η οικονομική άνθηση του νησιού οφείλεται κατά πολύ στην φιλελευθεροποίηση του οθωμανικού καθεστώτος του 1839 (το λεγόμενο τανζιμάτ = μεταρρύθμιση) η οποία επέτρεψε στους χριστιανούς να επιδίδονται σε οικονομικές δραστηριότητες που δεν επιτρέπονταν ή επιτρέπονταν με περιορισμούς στο παρελθόν. Επιπλέον, μια σειρά από άλλα κίνητρα βοήθησαν ιδιαίτερα όπως οι μηδενικοί δασμοί για την εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού. Έτσι, η Λέσβος ανάπτυξε μια δυναμική εξαγωγική οικονομία γύρω από την ελιά κι έγινε σταδιακά ο κύριος τροφοδότης λαδιού και σαπουνιού της οθωμανικής ενδοχώρας  αλλά και των χωρών του Ευξείνου.

Επισκεφτήκαμε και τα δύο  μουσεία ελαιουργεία που έχει το νησί (κι η Ελλάδα ολόκληρη): το ένα στον Πάπαδο κοντά στο Πλωμάρι, κι  άλλο ένα στην Αγ. Παρασκευή κοντά στην Καλλονή.  Είχαμε έτσι την ευκαιρία να δούμε  όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Ο λέβητας που ζεσταινόταν το νερό και γινόταν ατμός και κινούσε με τη σειρά του όλο το εργοστάσιο ήταν ένα μεγάλο καζάνι, που αποτελείτο από  δύο κυλίνδρους τον ένα μέσα στον άλλον. Στον εσωτερικό έμπαινε σαν καύσιμο το κατάλοιπο της ελιάς   και ο μεγάλος γέμιζε με 2/3 νερό που όταν θερμαινόταν επαρκώς κι αποκτούσε γινόταν ατμός. Όταν ο ατμός ‘σήκωνε’ πίεση άνοιγαν μια βαλβίδα και τον διοχέτευαν στο κύκλωμα της ατμομηχανής που με τη σειρά της, μέσω ιμάντα, έδινε κίνηση σ΄ ένα μεγάλο άξονα που διέτρεχε την μια πλευρά του κτιρίου. Απ’ αυτόν τον άξονα, πάλι μέσω ιμάντων, έπαιρναν κίνηση τα δυο μεγάλα τριβεία που γινόταν η αρχική σύνθλιψη της ελιάς, και μετά 3 πρέσσες που συμπίεζαν τον πολτό κι έβγαζαν το λάδ και τέλος συσκευές Laval που γινόταν διαχωρισμός του λαδιού.

Δύο ενδιαφέροντα μηχανολογικά στοιχεία: οι πρέσσες και στα δύο εργοστάσια, κι ο ατμολέβητας του ενός ήταν κατασκευής του εργοστασίου Ισηγόνη στη Σμύρνη που ήταν ένας από τους βασικούς προμηθευτές των ελαιουργίων. Αν δεν σας λέει τίποτα το όνομα, θυμίζω ότι ο Alec Issigonis, απόγονος της οικογένειας των βιομηχάνων, ήταν ο σχεδιαστής του περιβόητου Μίνι Κούπερ. Η αρχική ατμομηχανή του Πάπαδου ήταν επίσης κατασκευή ενός μηχανουργείου της Μυτιλήνης. Την περίοδο εκείνη μόνο η Σμύρνη, η Σύρος κι ο Πειραιάς είχαν μηχανουργεία με τέτοιες δυνατότητες συνεπώς η κατασκευή αυτή ήταν τεχνολογικό επίτευγμα για την εποχή.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή η οικονομική ευμάρεια σταματάει απότομα. Πολύ απότομα. Τόσο που να ψάχνεις να βρεις κάτι άξιο λόγου που να έχει κτιστεί μετά το 1922 και να μην μπορείς. Κι είναι αυτό ένας γρίφος. Γιατί, ναι μεν, με το σχηματισμό του νεώτερου Τουρικού κράτους αλλά και την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, οι Μυτιληνιοί παραγωγοί λαδιού και σαπουνιού έχασαν εν μια νυκτί τις παραδοσιακές αγορές τους κι έτσι μια κρίση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά δεν είναι κατανοητό, τουλάχιστον σε μένα, γιατί δεν αναζήτησαν άλλες αγορές πιο δυτικά, παρά άφησαν όλες τις παλιές δραστηριότητες να εκφυλιστούν και τελικά να εκπνεύσουν. Δεν μπορεί δε να ήταν θέμα αύξησης του εργατικού κόστους αφού οι ήδη εξαθλιωμένοι χωρικοί που αποτελούσαν την κύρια εργατική δύναμη απλά πολλαπλασιάστηκαν με την έλευση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Ίσως κάποια αναδιανομή γης ή μεταβολή των διεθνών τιμών του λαδιού να μην επέτρεπε πλεόν μεγάλες παραγωγές και κέρδη. Το ακόμα πιο περίεργο είναι ότι η ελαιοπαραγωγή δεν σταμάτησε ποτέ. Απλά δεν έχει πια την ικμάδα του παρελθόντος και σταμάτησε να δημιουργεί μεγάλες περιουσίες.Μετά την Μικρασιατική δοκιμάστηκαν συνεταιριστικές μορφές παραγωγής (το ελαιοτριβείο στην Αγ. Παρασκευή είναι συνεταιριστικό) που πιθανώς να υπάρχουν ακόμα. Πάντως, τίποτα στο νεώτερο Μυτιληνιό αρχιτεκτονικό τοπίο δεν ‘μιλάει’ για μοντέρνα ελαιουργία όπως μιλούσαν οι καμινάδες στο παλιό.

Για τη σαπωνοποιία, την συγγενική αυτή βιομηχανική δραστηριότητα που βασίζεται σαν πρώτη ύλη στο κατάλοιπο της ελαιοπαραγωγής, μπορώ να καταλάβω ότι δεν ήταν μόνο θέμα αγορών αλλά και (ίσως κυρίως) τεχνολογίας. Τα μοντέρνα, τελείως χημικά, σαπούνια εκτόπισαν τα παληά, τα βασισμένα στην ελιά. Είναι ενδιαφέρον ότι η οικογένεια Παπουτσάνη, της ομώνυμης φίρμας σαπουνιών, προέρχεται από τη Μυτιλήνη. Το εργοστάσιο Παπουτσάνη στο Πλωμάρι έβγαζε κατά κύριο λόγο λάδι και σαν υποπροϊόν σαπούνι. Η οικογένεια πρόβλεψε την επερχόμενη καταστροφή και γι αυτό φρόντισε να μεταφέρει τις δραστηριότητες της στον Πειραιά κι έτσι διασώθηκε για ένα ακόμα αιώνα.

Είναι επίσης περίεργο πως μετά την χρυσή εποχή των λαδιών άνθισε η ποτοποιϊα του ούζου με δεκάδες μικρές φίρμες. Και μάλιστα παρά την έλλειψη τοπικής παραγωγής της πρώτης ύλης: της αιθυλικής αλκόολης που συνήθως βγαίνει από σταφύλια ή σταφίδες. Υπάρχει βέβαια τοπική παραγωγή γλυκάνισου αλλά το ακλόολ έρχεται, όπως μας είπαν σ’ ένα εργοστάσιο, από την Πάτρα!

Η τελευταία ‘βιομηχανία’ που ανέπτυξε η Λέσβος, κι αυτήν μάλλον αναιμικά, είναι ο τουρισμός. Συγκριτικά με την Κρήτη ή τη Ρόδο οι επιδόσεις είναι αστείες παρότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις. Πολλοί το αποδίδουν σε μια ιδιότυπη καραντίνα του νησιού από μεριάς επίσημης πολιτείας, λόγω του αριστερού προσανατολισμού του εκλογικού του σώματος. Αυτό μπορεί να έχει αλήθεια σ’ ότι αφορά επιδοτήσεις αλλά και πάλι δεν βλέπω πως θα στεκόταν εμπόδιο σ’ ιδιώτες που θα θέλαν να χτίσουν μοντέρνες τουριστικές μονάδες.

Περιηγούμενος το ανατολικό κυρίως τμήμα του νησιού, είχα πολλές φορές την αίσθηση ότι αφενός δεν βρίσκομαι σε νησί, κι αφετέρου δεν βρίσκομαι σε ελληνικό έδαφος. Η πυκνή βλάστηση, τα δίπατα σπίτια με τα χρωματιστά παράθυρα, τα τειχία από τον κοκκινωπό τραχείτη, τα μέγαρα με τους γύψινους διάκοσμους και τα ζωγραφιστά νταβάνια και τα κουφάρια των εργοστασίων που κάποια έχουν αναστηλωθεί κι έχουν γίνει ξενοδοχεία κι άλλα μουσεία, θυμίζουν περισσότερο Ιταλία ή Νότια Γαλλία παρά Ελλάδα.

Υπάρχει κάτι παραπάνω σε αρχοντιά σ’ αυτά που βλέπει κανείς και μια ηρεμία κι ηπιότητα που σίγουρα αντανακλάται και στο θυμικό των κατοίκων. Δεν θυμάμαι ν’ άκουσα ντόπιους να φωνάζουν, έστω και για πλάκα. Ίσως πάλι αυτή η ηρεμία να είναι η μάσκα μιας μελαγχολίας. Της μελαγχολίας των πληβείων που ζουν σ’ ένα αρχοντικό σκηνικό με τα φαντάσματα των πατρίκιων που δεν κατάφεραν ακόμα ν’ αντικαταστήσουν.

Εκείνοι οι Έλληνες

konstantinos-Manos

Κορίτσι από Όλυμπο Καρπάθου, Κων. Μάνος, “A Greek Portfolio”

Χτες επισκέφτηκα απρογραμμάτιστα την έκθεση με τις φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Μάνου στο Μουσείο Μπενάκη.

Η έκθεση είναι εξαιρετική και τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Αλλά αυτό μάλλον δεν θα ήταν αρκετός λόγος για ένα ποστ.

Αυτό που με συγκίνησε βαθύτατα δεν ήταν το αισθητικό μέρος αλλά η εικόνα μιας Ελλάδας χαμένης.  Ο Μάνος, ελληνοαμερικάνος, ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1962 και μεταξύ 1962 – 1963 τράβηξε μια σειρά ασπρόμαυρες φωτογραφίες περιηγούμενος την ηπειρωτική και τη νησιώτικη χώρα του τότε.

Οι αρχές του εξήντα δεν είναι μια τόσο μακρινή εποχή. Για κάποιους από μας είναι εποχή ζώσας μνήμης. Μνήμης των γονιών τους για άλλους. Πάντως όχι μια εποχή χαμένη στον ιστορικό χρόνο. Ακριβώς γι αυτό, η ζωή των Ελλήνων που βγαίνει μέσα από τις φωτογραφίες, είναι ένα σοκ για τον Έλληνα του σήμερα, σοκ πρόσφορο για οικονομικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς συλλογισμούς και συνειρμούς.

Το όμορφο πρόσωπο του κοριτσιού της φωτογραφίας είναι η εξαίρεση. Τα περισσότερα πρόσωπα των φωτογραφιών είναι σκληρά, βασανισμένα, αγέλαστα ή πικραμένα, μ’ ένα βλέμμα που τρέχει κάπου αλλού. Δεν μπορείς πια να συσχετίσεις εκείνους τους Έλληνες με τους επίσης πικραμένους και δυστυχισμένους Έλληνες του σήμερα. Γιατί τους χωρίζει μια άβυσσος. Η άβυσσος της φτώχιας της τότε εποχής. Που δεν έχει καμιά σχέση με τη φτώχια του σήμερα.  Αρκεί να δεις τα ρούχα: οι τρύπες και τα ξεφτίδια είναι ορατά ακόμα και στα λίγα τετραγωνικά εκατοστά του φωτογραφικού χαρτιού. Σχεδόν μυρίζεις τη βρώμα και τη πολυκαιρία. Φαντάζεσαι κρυφές ψείρες να έρπουν από κάτω τους. Κοιτάς τα γυμνά πόδια κι αναρωτιέσαι σε τι σκληρή πέτρα πατούσαν καθημερινά…

Και τελικά νοιώθεις ένοχος. Εκεί, μέσα σ’ αυτό τη φωτογραφική φυλακή, κρύβεται ο αλλοτινός μας εαυτός. Φτωχός, εξαθλιωμένος, τριτοκοσμικός. Αλλά αληθινός. Τώρα που φλερτάρουμε επικίνδυνα με τα τρία πρώτα επίθετα, δεν διαθέτουμε το τέταρτο. Κι η μεμψιμοιρία μας, χωρίς αυτό, μοιάζει κακομαθημένη, γεμάτη αμετροέπεια.

Είναι συνηθισμένο φωτογραφίες του παλιού καιρού να σε φορτίζουν με νοσταλγία. Όχι αυτές όμως. Αυτές σε γεμίζουν με μια αίσθηση επείγοντος κι ένα καθήκον απέναντι στο μέλλον.

Θέλω να μοιραστώ κάποια bookmarks. Μπορώ;

Προσπαθούσα νωρίτερα να βρω ένα απλό τρόπο να μοιράζομαι bookmarks με κάποιο συνεργάτη ή φίλο, χωρίς να χρειάζεται να γραφτούμε κι οι δύο σε κάποια υπηρεσία social bookmarking. Ακούγεται αρκετά απλό αλλά μετά από λίγο ψάξιμο στο google και μια συζήτηση στο twitter συνειδητοποιώ ότι δεν είναι. Ή ότι απλά κάποιος δεν το έχει πάρει σοβαρά για να το λύσει.

Υπακούοντας λοιπόν στην παραπάνω παρότρυνση, περιγράφω το πρόβλημα και πως θα ήθελα να είναι η λύση:

Θέλω να μπορώ:

  • να μοιράζομαι με τρίτον/τρίτους της επιλογής μου συγκεκριμένα bookmark από τον browser μου
  • να μοιράζομαι με τρίτον/τρίτους συγκεκριμένους φακέλλους με  bookmark από τον browser μου για να τα διαβάσει μόνο
  • να μοιράζομαι με τρίτον/τρίτους συγκεκριμένους φακέλλους με  bookmark από τον browser μου για μπορεί να τα διαβάσει αλλά και να προσθέσει άλλα
  • να μοιράζομαι με τρίτον/τρίτους το σύνολο των  bookmark από τον browser μου για μπορεί να τα διαβάσει αλλά και να προσθέσει άλλα
  • θέλω να μπορώ ν΄ αναιρέσω ανά πάσα στιγμή το δικαίωμα που έχω δώσει σε τρίτο/τρίτους να διαβάζουν/γράφουν bookmarks

Αν προσπαθήσω να σκεφτώ μια αναλογία νομίζω ότι η καλύτερη είναι το dropox. Θα ήθελα όλα τα παραπάνω να γίνονται με τον τρόπο που δουλεύει το  dropbox, δηλαδή, αφενός να συγχρονίζω αυτόματα τα bookmark μου μεταξύ διαφορετικών συσκευών και browser κι αφετέρου να μπορώ, κατ’ επιλογήν, να δώσω πρόσβαση σε τρίτους σ’ αυτά.

Ωραίο προβληματάκι. Ποιός θα το λύσει λοιπόν.

Έχουμε ακόμα ένα ισχυρό νόμισμα

Κι αν νομίζεις ότι μιλάω για το ευρώ πλανάσαι πλάνην οικτράν. Δεν μιλάω για το ευρώ, ούτε για το δολάριο, ούτε για το ρούβλι. Ούτε καν για το bitcoin. Μιλάω για ένα νόμισμα που εξαργυρώνεται σε πολλά πεδία (πολιτική, οικονομία, πολιτισμό κτλ) και που δεν υποτιμάται. Δεν αλλάζει η αξία του διαχρονικά, παρά μόνο κατά το ποσοστό της μεταβολής του πληθυσμού. Και το έχουμε όλοι. Το έχουμε και το δαπανάμε με περίσκεψη ή όχι και προσποριζόμαστε τ’ ανάλογα ‘αγαθά’.

Μιλάω για την προσοχή μας (=attention).

Δεν υπάρχει καλή ή κακή προσοχή. Από τη στιγμή που την στρέψεις κάπου, την έχεις δώσει. Έχεις πληρώσει. Κι η ικανότητα σου να πληρώνεις είναι ίση με το χρόνο της ζωής σου. Κι αυτός που αμοίβεται με την προσοχή σου την μετατρέπει σε σφιγμομετρήσεις ακροαματικότητας ή θεαματικότητας, σε γκάλοπ πρόθεσης ψήφου, σε δημοφιλία, σε αναγνωρισιμότητα κτλ τα οποία με τη σειρά τους εύκολα τα μετατρέπει σε πλούτο. Νόμιμο ή άνομο. Ηθικό ή ανήθικο.

Η δημόσια συζήτηση είναι ένα χρηματιστήριο που χαμένες μετοχές είναι μόνο όσες δεν τυγχάνουν προσοχής. Γι αυτό και οι κραυγές και οι διαρρήξεις ιματίων δεν είναι παρά σπέκουλες και σορταρίσματα. Κι οι χαμένοι είναι σταθερά αυτοί που αντιδρούν πληρώνοντας προσοχή σ’ αυτούς που δρουν.

Δεν πολεμιέται η βρώμα που λυσσομανάει γύρω μας με ‘καταγελλίες’, ‘αποκαλύψεις’ και ‘ξεσκεπάσματα’. Δεν αλλάζει τίποτα στο σκηνικό μ’ ένα ακόμα φιλιππικό. Το πολύ πολύ να κλέψει αυτός λίγη ακόμα προσοχή. Αλλά στο επίπεδο της επικοινωνίας αυτός που αναφέρεται συχνότερα, ανεξαρτήτως προσήμου, είναι ο κερδισμένος.

Κι αν ακόμα δεν καταλάβατε που αναφέρομαι, γι αυτό μιλάω:

Κι αν θέλετε να κάνετε κάτι γι αυτό κι άλλα ανάλογα φαινόμενα, αγνοήστε τα. Κλείστε τους δέκτες, στρέψτε αλλού τα μάτια.

Τα τρολ μόνο η σιωπή μας κι η αδιαφορία μας τα σκοτώνει.

Με αφορμή δύο μουσεία

This slideshow requires JavaScript.

Χτες, κατά τη διάρκεια μιας μικρής εκδρομής στη Φωκίδα, είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ δύο μουσεία: το Μουσείο Δελφικών Γιορτών Άγγελου και Εύας Σικελιανού στους Δελφούς, και το Ναυτικό και Ιστορικό Μουσείο Γαλαξειδίου.

Βέβαια, ήδη υπερβάλω χρησιμοποιώντας το ‘επισκεφτώ’ μιας και στο Μουσείο Σικελιανού δεν μπορέσαμε (: η γυναίκα μου κι εγώ) να περάσουμε την σιδερένια και κλειδωμένη αυλόπορτα.

Ο λόγος;

Το μουσείο δεν φαίνεται να έχει συγκεκριμένες ώρες που είναι ανοιχτό. Κανονίζεις την επίσκεψη με τηλεφωνικό ραντεβού. Πράγμα που μπορώ να καταλάβω για ένα μικρό περιφερειακό μουσείο. Αλλά στο τηλεφώνημα που κάναμε για να μας ανοίξουν πήραμε την απάντηση ότι … δεν δουλεύουν τα Σαββατοκύριακα (sic). Προφανώς, οι ανά τον κόσμο φίλοι του Σικελιανού γνωρίζουν διαισθητικά ότι πρέπει να πάνε μόνο καθημερινή και μάλιστα πρωινές ώρες.

Μικρό το κακό θα μου πείτε με όσα ζούμε αυτόν τον καιρό. Μικρό; Εξαρτάται.  Αν το καλοκοιτάξεις, διακρίνεις ότι συνοψίζει πολλά απ’ όσα ζούμε αυτό τον καιρό.

Λίγη ιστορία: το μουσείο ήταν το σπίτι που έχτισε το 1927 ο Άγγελος κι η Εύα Σικελιανού (που έχτισε η Εύα Πάλμερ δηλαδή, μιας κι αυτή έβαζε τα λεφτά) όταν ξεκινούσαν την προσπάθεια τους για την αναβίωση των Δελφικών γιορτών. Τι ήταν αυτή η αναβίωση; Με σύγχρονους όρους και χωρίς περιστροφές, μια παλαβομάρα. Αλλά χάρις σ’ αυτή την παλαβομάρα ξανάρχισε να παρασταίνεται σκηνικά το αρχαίο δράμα. Η εικόνα των πούλμαν που αδειάζουν θεατές και τουρίστες κατά εκατοντάδες στην Επίδαυρο είναι απότοκο αυτής της παλαβομάρας. Και γι αυτό οι παλαβομάρες δεν πρέπει να κρίνονται από τον στόχο τους αλλά από τις συνέπειες τους. Και κατ’ αυτό τουλάχιστον η παλαβομάρα του Σικελιανού είχε μια τεράστια θετική συνέπεια.

Πέραν όμως του δράματος, η ρομαντική αυτή προσπάθεια είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Κι οι ενδιαφέρουσες ιστορίες μπορούν να τραβήξουν ενδιαφέροντα κόσμο. Το σε τι έχουμε ανάγκη τον κόσμο τώρα, στην εποχή των ισχών αγελάδων, ελπίζω να μην χρειάζεται να το εξηγήσω.

Μια άλλη πτυχή της ιστορίας του μουσείου είναι πως το σπίτι είχε μείνει ερείπιο για  περίπου 70 χρόνια. Και πως το αρχείο του Σικελιανού είχε καταστραφεί, καεί και κλαπεί σε μεγάλο μέρος. Αναρωτιέται κανείς γιατί. Γιατί χρειάστηκαν 70 χρόνια για να ενδιαφερθεί κάποιος.  Και μόνο ωφελιμιστικά να το δεις,  η θέση της έπαυλης (γιατί περί αυτού πρόκειται) είναι ικανή να τραβήξει από μόνη της επισκέπτες. Είναι στο ψηλότερο σημείο του χωριού των Δελφών, με απίστευτη θέα στον κάμπο της Άμφισας και δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο στο ύψος του Σταδίου.

Απ’ ότι μάθαμε τώρα ανήκει (;) στο Δήμο Δελφών. Κι η αναστήλωση που έχει γίνει, εξωτερικά τουλάχιστον δείχνει υποδειγματική. Που σημαίνει ότι πρέπει να δαπανήθηκε ικανός αριθμός χρημάτων. Προς τι; Για να μισθοδοτείται κάποιος υπάλληλος να είναι stand by τις ώρες που δεν πατάει κανείς;

Στο δεύτερο μουσείο η εμπειρία ήταν πολύ καλύτερη: και ανοιχτό το βρήκαμε, και σε πολύ καλή κατάσταση και με περιποιημένο το ενδιαφέρον εκθεσιακό υλικό. Μια πινακίδα στην είσοδο μας πληροφορούσε ότι η ανακαίνιση έγινε με την αρωγή του ιδρύματος Νιάρχου.

Το αρχαιολογικό κομμάτι του μουσείου είναι σίγουρα ενδιαφέρον αλλά όχι κάτι μοναδικό. Η Ελλάδα βρίθει αρχαιολογικών μουσείων. Το ναυτικό μέρος όμως είναι μοναδικό μιας και σκιαγραφεί  την ναυτική ιστορία και τις  επιδόσεις  της πόλης στο τέλος του 19ου αιώνα. Μιας πόλης που αποτελούσε το δεύτερο μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας μετά τη Σύρα κι ένα από τα μεγάλα της Μεσογείου.

Παρακολουθώντας και μόνο τις υδατογραφίες των καραβιών του Γαλαξειδιού έμαθα να ξεχωρίζω το μπρίκι από τη σκούνα, το μπάρκο από το μπάρκο-μπέστια και το λόβερ από τη μπρατσέρα.

Κοιτάζοντας τους χάρτες με τα λιμάνια που προσέγγιζαν οι Γαλαξειδιώτες καπετάνιοι θαύμασα  κι απόρησα συγκρίνοντας με το σήμερα και την εσωστρέφεια που μας τρώει: Αζοφική και Κριμαία, Οδησσός και Βατούμ, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Μάλτα,  Βενετία, Λιβόρνο, Μασαλία,  Γιβραλτάρ κι ως πάνω στο Κάρντιφ και το Λίβερπουλ.

Κι εύλογα αναρωτιέσαι γιατί παρήκμασε; Το αίτιο είναι γνωστό: δεν προσαρμόστηκαν στον ατμό. Αλλά γιατί; Τι τους εμπόδισε; Δεν ξέρω, δεν έχω ιστορική γνώση για το θέμα όμως βλέποντας τα όργανα των καραβιών (πυξίδες, ρολόγια, ταχύμετρα, βυθόμετρα, διαβήτες για χάραξη πορείας κτλ) και τους χάρτες,  πρόσεξα ότι δεν υπήρχε τίποτα ελληνικής προέλευσης. Τα αντικείμενα που ενσωμάτωναν πολλή γνώση πάντα τα προμηθεύονταν από τη Δύση. Κι επειδή από το πανί στον ατμό είναι ένα άλμα σε γνώση, αυτό το παλαιό ντεφώ, της επίδοσης σε δραστηριότητες χαμηλής έντασης σε γνώση,  αποδείχτηκε μοιραίο.

Το μουσείο όμως έκρυβε κι άλλες εκπλήξεις, πιο ‘μοντέρνες’: οι τουαλέτες δεν διέθεταν χαρτί γιατί δεν είχαν να το αγοράσουν (sic) και τα βιβλία στης προθήκες στην είσοδο δεν επωλούντο γιατί τους το απαγόρευε η εφορία (sic). Για ποιό λόγο; Σε έλεγχο είχε διαπιστωθεί ότι δεν έκοβαν αποδείξεις (sic).

Αυτό το τελευταίο όταν  το άκουσα αφενός άρχισα να βγάζω ατμούς αφετέρου σκέφτηκα “κι εσύ αναρωτιέσαι για τον ατμό ηλίθιε”…

Η ελληνική ‘εκστρατεία’ στο MWC

This slideshow requires JavaScript.

Χρόνια τώρα που παρακολουθώ διεθνή event, κατατάξεις, στατιστικές κτλ είχα μια απορία κι ένα παράπονο: σε πολλά απ’ αυτά η χώρα μας ήταν απούσα χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Και λέω χωρίς προφανή λόγο γιατί αν επικαλεστεί κανείς σαν δικαιολογία τα κακά οικονομικά, την ανύπαρκτη βιομηχανία, το ειδικό αντικείμενο κτλ θα πρέπει να εξηγήσει πως μικρότερες και φτωχότερες χώρες κατόρθωναν να δίνουν το παρόν ενώ εμείς ‘λάμπαμε’ δια της απουσίας μας. Η εξήγηση νομίζω πρέπει ν’ αναζητηθεί στην έλλειψη πνεύματος συνεργασίας που μας διακρίνει και στην ως τώρα ‘συνεπή’ εσωστρέφεια μας. Εσωστρέφεια που τροφοδοτούσε διαρκώς ο κρατικοδίαιτος προσανατολισμός των επιχειρήσεων μας.

Μ’ αυτά κατά νου, το γεγονός και μόνο ότι φέτος η Ελλάδα κατόρθωσε να συμμετάσχει με εθνική αποστολή στο Mobile World Congress, την μεγαλύτερη εμπορική έκθεση/συνέδριο γύρω από την κινητή τηλεφωνία, είναι από μόνο του κατόρθωμα. Κι είναι και σήμα των καιρών, γιατί επιβεβαιώνει μια άλλη τάση που έχουμε διαπιστώσει πολλαπλά τα τελευταία 3 χρόνια: τον αναπροσανατολισμό των επιχειρηματικών σχεδιασμών προς την εξωστρέφεια. Κι ενώ αυτό είναι πια κοινός τόπος για τα startups που απαρτίζουν το μικρό μεν ακόμα, αλλά κινητικό ελληνικό οικοσύστημα, είναι επίσης πραγματικότητα και για όσες πιο παραδοσιακές ή παλαιές εταιρείες αγωνίζονται σοβαρά να επιβιώσουν.

Διευκρίνηση: όταν μιλάμε για ελληνική παρουσία στο  MWC δεν αναφερόμαστε στην παρουσία ελληνικών εταιρειών μόνο αλλά στη συγκροτημένη εθνική παρουσία κάτω από ελληνικό περίπτερο. Γιατί παρουσία ελληνικώς εταιρειών υπήρχε και στο παρελθόν. Velti, InternetQ, Globo και Intracom ήταν και φέτος παρούσες με δικά τους μεγάλα κι εντυπωσιακά περίπτερα.  Το καινούργιο ήταν το εθνικό περίπτερο που στέγαζε κάτω από τη σκέπη του τις μικρότερες εταιρείες που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα αυτόνομης παρουσίας στο MWC.

Το εθνικό περίπτερο ήταν αποτέλεσμα μιας λίγο άτσαλης, ίσως λόγω αρχής, αλλά τελικά αποτελεσματικής συνεργασίας των ενώσεων εταιρειών, των εταιρειών και του ελληνικού κράτους που το χρηματοδότησε σε μεγάλο μέρος και που γι αυτό και μόνο παίρνει πόντους εκεί που συνήθως τους χάνει.

Ενορχηστρωτής της προσπάθειας ήταν ο ΣΕΚΕΕ και μια σειρά από κλαδικές οργανώσεις που μαζί με τους λοιπούς εκθέτες, σπόνσορες και συμμετόχους φαίνονται παρακάτω:

PLEURA-PERIPTEROY_FINAL

 

Εθνικά περίπτερα είχαν μια πλειάδα χωρών, κι αρκετά απ’ αυτά τα φωτογράφισα για να μπορεί κανείς να κάνει γρήγορες οπτικές συγκρίσεις.

Κατασκευαστής του περιπτέρου ήταν μια ισπανική εταιρεία κι από αισθητική τα πήγε καλά. Από άποψη μεγέθους και τοποθεσίας στο χώρο της έκθεσης δεν ήταν από το πιο επιφανή αλλά αυτό το καθορίζουν τα οικονομικά κι οι έγκαιρες αποφάσεις και σ’ αυτά έχουμε υστέρηση.

Για να έχουμε μια αίσθηση των αναλογιών: το ελληνικό περίπτερο βρισκόταν στο 8ο (και τελευταίο) τμήμα της έκθεσης, αυτό που ήταν αφιερωμένο στις εφαρμογές. Στα προηγούμενα επτά υπήρχε πολύ hardware και πολλά … meeting rooms. Meeting rooms; Ναι. Γιατί αν πιστεύετε ότι αυτή η έκθεση είναι για να πας να χαζέψεις την πραγμάτεια των εκθετών, μάλλον έχετε χάσει την ουσία. Η έκθεση περισσότερο λειτουργεί σαν αφορμή. Η ουσία του γεγονότος είναι ότι φέρνει στον ίδιο τόπο τους κύριους decision makers και τεράστιο αριθμό στελεχών του κλάδου, σε πυκνότητα που καμιά εταιρεία μόνη της δεν θα ονειρευόταν να καταφέρει. Και γι αυτό η κύρια δραστηριότητα της έκθεσης είναι το networking κι οι συναντήσεις. Αν αυτό δεν ακούγεται αρκετά πειστικό ίσως το γεγονός ότι μεγάλες εταιρείες πληρώνουν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες, μπορεί κι εκατομύρια, ευρώ για να στήσουν κλειστούς χώρους συναντήσεων πολλών δεκάδων τετραγωνικών, ίσως πείθει καλύτερα. Σαν αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος του εκθεσιακού χώρου είναι off limits για τον περαστικό.

Το υπόλοιπο πάντως δεν είναι ευκαταφρόνητο κι έχει από κινητές συσκευές (η μερίδα του λέοντος των εκθεμάτων),tablets, σ’ αρκετές περιπτώσεις και laptops, φωτογραφικές και κάμερες, τεχνολογίες υποδομών δικτύων κινητής, όργανα ανάλυσης και μετρήσεων, επιχειρηματικές εφαρμογές, συστήματα πληρωμών κτλ.

Στο κομμάτι των εφαρμογών και υπηρεσιών, δύο ήταν οι κατηγορίες που κυριαρχούσαν εμφανώς:  διαφημιστικές πλατφόρμες για κινητά και ανάπτυξη εφαρμογών για κινητά.  Για το τελευταίο το μενού περιλάμβανε βέβαια λειτουργικά κινητών συσκευών (εκτός από το πανταχού παρόν Android, η Microsoft, απούσα η ίδια από την έκθεση αλλά χρυσός χορηγός του MWC, είχε προσπαθήσει πολύ να κάνει αισθητή την παρουσία της χωρίς να το πολυκαταφέρνει). Η Intel ευαγγελιζόταν HTML5 προσφέροντας εργαλεία να μετατρέψεις native εφαρμογές σε HTML5, πράγμα που είναι το ανάποδο απ’ αυτό που οι περισσότεροι αναζητούν, το Mozilla Foundation παρουσίαζε το Firefox OS συνοδεία καταπληκτικού καφέ,  και κάπου μέσα στο όλο χαμό υπήρχε χώρος και για το Tizen το καινούγιο λειτουργικό που σπρώχνει αρκετά η Samsung. Ακολούσαν frameworks cross platform ανάπτυξης εφαρμογών αλλά όχι τα γνωστά (appcelerator και  phonegap δεν είδα πουθενά).

Μιας κι είπα  Samsung,  η Samsung ήταν η πιο εντυπωσιακή παρουσία της έκθεσης κατά τη γνώμη μου. Δεν ήταν μόνο το τεράστιο κι εντυπωσιακό, πάντα γεμάτο, περίπτερο της. Ήταν που κατάφερνε να είναι παρούσα σ’ όλους τους χώρους. Είτε με άλλα περιφερειακά ή εξειδικευμένα περίπτερα, είτε ως χορηγός. Ακόμα και στο ελληνό περίπτερο φιγουράριζε το λογότυπο της. Με τις Google, Microsoft και Apple απούσες από την έκθεση, η Samsung εύκολα έπαιρνε τις εντυπώσεις της νέας μεγάλης δύναμης.

Από άποψη νέων τεχνολογιών, δυο ακρωνύμια συναντούσε συνεχώς κανείς στα περίπτερα: NFC και LTE.

Πίσω στην ελληνική παρουσία: οι περισσότεροι εκθέτες του ελληνικού περιπτέρου δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία παρουσίας σε τέτοια έκθεση. Απ’ αυτή την άποψη η ελληνική προσπάθεια είχε μάλλον εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Η ‘γωνίτσα’ μας δεν πέρασε απαρατήρητη. Βοήθησε και το ελληνικό πάρτυ που έγινε στο ελληνικό περίπτερο την Τετάρτη στις 4.30 μμ . Ποτά χαρακτηριστικά ελληνικά (τσικουδιά και μαστίχα), κρασί, ελιές, γραβιέρα, παξιμαδάκια. Απλό αλλά αποτελεσματικό. Δυο Δανοί παριστάμενοι μου εκθείασαν την ιδέα και την πρωτοβουλία λέγοντας ότι το να προσφέρουμε παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα μας διαφοροποιούσε από τα άλλα συναφή πάρτυ που είχαν παντού μια από τα ίδια.

Αλλά και πέραν αυτού, πολλοί παραξενεύονταν που είχαμε περίπτερο, δεδομένης της πασίγνωστης πια κρίσης μας και της προηγούμενης απουσίας. Στη γωνιά της ‘γωνίτσας’ ήταν και το stand του MomoAthens που φιλοξενούσε τα ελληνικά startups και που το Jupitee παρουσίαζε την πλατφόρμα του μέσα από τη σχετική εφαρμογή. Για το πως πήγε θ’ αφήσω τη Βίκη να μας πει.

Από ερωτήσεις προς τους άλλους εκθέτες, κατάλαβα ότι δημιούργησαν leads και … εκτέθηκαν. Τον αριθμό και την ποιότητα των leads είναι νωρίς ν’ αποτιμήσουμε. Πάντως δεν επέστρεψαν μ’ άδειες αποσκευές.

Ελληνική παρουσία startups υπήρχε κι εκτός της έκθεσης: Bugsense, Warply  και Taggzy συμμετείχαν σε pitches και μίνι competitions. Δεν είχαμε καμιά διάκριση αλλά και μόνο η πολλαπλή παρουσία είναι επιτυχία.

Διάβασα ελληνικές αναφορές από το MWC που λένε ότι η διοργάνωση φθίνει γιατί οι μεγάλοι έλειπαν (επειδή προτιμούν να κρατούν το PR για δικά τους αποκλειστικά  event) κι ότι δεν είχαμε μεγάλες ανακοινώσεις εταιρειών. Μπορεί. Αλλά αυτό είναι ζήτημα που θ’ αργήσει να μας απασχολήσει. Το θέμα μας είναι πως θα συντονιστούμε οργανωμένα σε μια νέα εξωστρέφεια. Κι απ’ αυτή την άποψη φαίνεται πως κάναμε το πρώτο πετυχημένο βήμα.

Βαρκελώνη: η πόλη σαν επιχείρηση

This slideshow requires JavaScript.

Κανονικά αυτό το post θα έπρεπε να είναι για το Mobile World Congress αλλά βρίσκω δύσκολο να επιχειρήσω μια αποτίμηση του μεγαλύτερου συνεδρίου/εκθεσης για την κινητή τηλεφωνία(κι όχι μόνο) χωρίς να το τοποθετήσω πρώτα σ΄ένα πλαίσιο. Κι αυτό το πλαίσιο αναφοράς είναι η Βαρκελώνη, η πόλη που το φιλοξενεί.

Όταν, χάρις στο ξεμυάλισμα της Βίκης (ευχαριστώ Βίκη) αποφάσισα να πάω, κι άρχισα να σκέφτομαι τα του συνεδρίου, σκάλωσα σε μια απορία: πως μια μεσογειακή πόλη σαν τη Βαρκελώνη, που δεν είναι πρωτεύουσα κράτους και που ναι μεν είναι μεγάλη και μοντέρνα αλλά δεν ανήκει στις μητροπόλεις του κόσμου, κατόρθωσε να προσεκλύσει και να διοργανώνει ένα τόσο μεγάλο event  σαν το MWC;  Για να έχουμε μια αίσθηση μεγέθους:  70 χιλιάδες επισκέπτες φέτος και γύρω στους 1500 εκθέτες. Και δεν πρόκειται για μια έκθεση ανοιχτή στο ευρύ κοινό, αλλά ένα industry event, όπου οι επαγγελματίες του κλάδου ‘συνομιλούν’ μεταξύ τους, συνεπώς αυτές οι 70 χιλιάδες δεν είναι αργόσχολοι περαστικοί.

Η απορία μου άρχισε να λύνεται με την πρώτη επαφή με τη Βαρκελώνη: μεγάλο καινούργιο αεροδρόμιο (ή τουλάχιστον καλοδιατηρημένο), καλή συγκοινωνία με την πόλη, τακτικά κι οργανωμένα δρομολόγια. Μια απλή λεπτομέρεια στη σύγκριση αναδεικνύει τις διαφορές: στο λεωφορείο του αεροδρομίου, μπορείς να βγάλεις εισητήριο μετ’ επιστροφής και μάλιστα με μια μικρή έκπτωση. Το ποσό είναι ανάλογο αυτού που πληρώνεις από και προς το Ελ. Βενιζέλος κι ο εισπάκτορας δεν είναι άλλος από τον οδηγό. Έτσι και το λεωφορείο διασφαλίζει κατά κάποιο τρόπο επιβάτες για μεταφορά κι ο επιβάτης γλυτώνει από ένα μικρό αλλά περιττό παραπανίσιο άγχος.

Έπειτα έρχεται το μετρό: πολύ πυκνό δίκτυο (8 γραμμές) και συχνό (2-3 λεπτά αναμονή κατά μέσο όρο) με μια επίσης έξυπνη τιμολογιακή πολιτική: 2 ευρώ το κανονικό εισητήριο, 10 και κάτι ευρώ για δέκα διαδρομές, όχι μόνο στο μετρό αλλά και σε μια σειρά άλλα μεταφορικά μέσα. Έκπτωση 50%!

Αλλά αυτά ωχριούν μπροστά στην εντύπωση που σου κάνει η πόλη μόλις βγείς στην επιφάνεια: βουλεβάρτα μεγαλύτερα των του Παρισιού, με σύγχρονα και πεντακάθαρα λεωφορεία να τα διατρέχουν,  πεζοδρόμια μεγέθους ελληνικών λεωφόρων, εκτεταμένο δίκτυο ποδηλατοδρόμων, παντού διασταυρώσεις διαμορφωμένες σαν πλατείες, με ‘κομμένες’ τις γωνίες των οικοδομικών τετραγώνων ώστε να σχηματίζεται πάντοτε ένα εξάγωνο, και  φοίνικες, για να θυμίζουν ότι βρισκόμαστε στη Μεσόγειο.

Η πολεοδομία της Βαρκελώνης είναι τόσο εντυπωσιακή και προσεγμένη που θα έλεγα ότι δεν θυμίζει Ευρωπαϊκή πόλη. Πιο πολύ μου έφερε στο μυαλό τη Νέα Υόρκη, που όμως, εντυπωσιακό αυτό, προηγήθηκε απ’ αυτήν σε πολεοδομικό σχεδιασμό. Γιατί τέτοια  πολεοδομία δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα της προετοιμασίας της πόλης για τους Ολυμπιακούς του 1992 που την ξαναέβαλε στο διεθνές προσκήνιο. Είναι το προϊόν της γόνιμής περιόδου του τέλους του 19ου αιώνα που η πόλη είχε μεγάλα όνειρα για το μέλλον της. Τόσο μεγάλα, που στο τότε νέο πολεοδομικό σχέδιο η παλιά πόλη χώρεσε όλη σ’ ένα ‘τετράγωνο’.

Αλήθεια, τι ήταν τότε η Βαρκελώνη; Μια ιστορική πόλη που είχε γνωρίσει μια μετεωρική άνοδο στα τέλη του 19ου αιώνα, εποχή από την οποία χρονολογούνται εκτός από την σύγχρονη πολεοδομία της και τα πιο τουριστικά μνημεία της, τα έργα του Γκάουντι (ή Γκαουντί, ποτέ δεν κατάλαβα πως προφέρεται).

Μετά όμως ήρθε η περίοδος της δικτατορίας του Φράνκο. Κι επειδή η Καταλονία, συνεπής σε μια αριστερή, αντιαυταρχική έως αναρχική παράδοση,  ήταν το κομμάτι της Ισπανίας που πρόβαλε την πιο σθεναρή αντίσταση κατά την αναρρίχηση του στην εξουσία, γι αυτό κι η ηθελημένη παραμέληση της.  Ήταν τόσο μακρυά και σκοτεινή αυτή η περίοδος που κάποιος είπε ότι κι οι ίδιοι οι Καταλανοί ξέχασαν την Ιστορία τους και την ακμή τους. Φαίνεται όμως πως μετά την επιστροφή της Ισπανίας στη Δημοκρατία ανέκτησαν  γρήγορα την ιστορική μνήμη.

Μικρή παρένθεση εδώ για να πούμε δυο λόγια για την ιστορία της Καταλονίας. Διακρίνεται αδρά σε  τρεις περιόδους:

  1. Την μεσαιωνική, από τον 9ο ως τον 15ο αιώνα, όπου η Καταλονία ήταν μεγάλη ναυτική δύναμη κι η Βαρκελώνη οικονομικό κέντρο του τότε κόσμου (το πρώτο γνωστό  χρηματιστήριο του κόσμου, η  Llotja, δημιουργήθηκε εδώ).  Σ’ αυτή την περίοδο χτίζεται το μεγαλύτερο μέρος αυτού που είναι σήμερα γνωστό ως η παλιά πόλη και το Μπάρι Γκότικο (: η γοτθική συνοικία).  
  2. Την περίοδο που ξεκινάει με την ένταξη κι απορρόφηση της Καταλονίας από το Ισπανικό βασίλειο με έδρα τη Μαδρίτη, και που γι αυτό είναι μια μάλλον αδιάφορη περίοδος εκτός από το τέλος της, το 19ο αιώνα,  που η Βαρκελώνη γνωρίζει μια εκπληκτική άνθιση και θέτει τα θεμέλια της πόλης που βλέπουμε σήμερα. Εκτός από την πολεοδομία, τα έργα του Γκάουντι της περιόδου 1880 μέχρι το 1910 αποβαίνουν τα νέα landmarks της πόλης. Καταλύτης της αρχιτεκτονικής έκρηξης είναι η ανάπτυξη της Βιομηχανίας κι ο συνακόλουθος πλούτος που γεννά. Αρκετά από τα σημερινά αξιοθέατα είναι χρηματοδοτημένα από τους μεγιστάνες της περιόδου (όπως η οικία Μπατλό που έχτισε ο Γκάουντι για την ομώνυμη οικογένεια, το πάρκο Γκουέλ κ.α.). Η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή της Ισπανίας ξεκίνησε από τη Βαρκελώνη, όπως κι η πρώτη εφημερίδα. Η κλωστοϋφαντουργία της περιόδου κάνει  την πόλη ένα Μάντσεστερ του Νότου. Παράλληλα και σαν συνέπεια της εκβιομηχάνισης αναπτύσσεται ένα έντονο εργατικό κίνημα με αρκετές συμπάθειες προς σοσιαλιστικές κι αναρχικές ουτοπίες που σταμάτησαν απότομα με την επικράτηση του Φράνκο. Εκτός από την εκβιομηχάνιση, η πολεοδομική και οικοδομική ανάπτυξη της περιόδου οφείλεται και σ’ ένα μοναδικής σημαντικότητας γεγονός: την κατάσχεση της εκκλησιαστικής περιουσίας και τη διάθεση των κτημάτων της προς πώληση για όφελος των δημόσιων ταμείων, πράγμα για το οποίο η καθολική εκκλησία δεν συγχώρησε ποτέ τον εμπνευστή της.
  3. Η τρίτη περίοδος είναι αυτή που διανύουμε, η μετά την Φράνκο δηλαδή, και απ’ ότι φαίνεται, πάει καλά.

Σ’ όλη αυτή τη διαδρομή, οι Καταλανοί επέδειξαν μερικά χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμα και σήμερα. Καταρχήν, ήταν ένα έθνος εμπόρων. Το γεγονός αυτό αναγνωριζόταν και θεωρητικά ήδη από τον Μεσαίωνα. Ένας πρώην φραγκισκανός καλόγηρος, ο Francesc de Eiximenis, το 14ο αιώνα,  εξήρε τις αρετές και τα οφέλη για τις πόλεις από την επικράτηση και κυριαρχία των εμπόρων και της μεσαίας τάξης.  Θεωρούσε τη μεσαία τάξη ανάχωμα κατά της τυραννίας και των πολεμάρχων. Η ύπαρξη έντονης αστικής ζωής και μεγάλης μεσαίας τάξης, είχε τον αντίκτυπο της στα πολιτικά ήθη. Οι Καταλανοί είναι πάντα πιο ‘δημοκρατικοί’ από το μέσο Ισπανό, η δε χώρα έχει γνωρίσει σειρά κοινωνικών αναταραχών, με την πιο εντυπωσιακή ίσως, το κάψιμο των εκκλησιών κάπου στις αρχές του 19ου αιώνα.

Αλλά και σήμερα, όπως ιδίοις όμασι διαπιστώσαμε, το πνεύμα αυτό είναι πανταχού παρόν: μικρές, οργανωμένες και well behaving  αλλά πολύ φασαριόζικες ομάδες, που διαδήλωναν για κάποιο λόγο, έκαναν αισθητή την παρουσία τους ακόμα και στην είσοδο του Mobile World Congress. Mια ομάδα ειδικά διαδήλωνε κατά του Kaspersky του δημιουργού του ομώνυμου antivirus, δεν πολυκατάλαβα για ποιό λόγο.

Με την υποδομή μεγαλούπολης εν υπνώσει, ο Δήμαρχος της Βαρκελώνης Pasqual Maragall, οραματίστηκε να βγάλει την πόλη από το λήθαργο της χρησιμοποιώντας σαν μέσο τους Ολυμπιακούς αγώνες. Αν σκεφτεί κανείς ότι η διεκδίκηση και υλοποίηση των Ολυμπιακών αγώνων είναι project  10ετίας, τότε δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από την ταχύτητα που κινήθηκε. Από το τέλος του Φράνκο το 1975 μέχρι την διεξαγωγή των αγώνων το 1992 μεσολάβησαν μόνο 17  χρόνια, που σημαίνει ότι χρειάστηκαν μόλις 7 χρόνια για να μπουν στην τροχιά της διεκδίκησης με σοβαρές αξιώσεις. Είναι δε ιδιαίτερης σημασίας ότι η πρωτοβουλία ανήκει σ‘ ένα δήμαρχο κι όχι σε κάποιο κυβερνητικό λειτουργό, γιατί δείχνει τη διάθεση της πόλης να πάρει το μέλλον της στα χέρια της.

Τα Ολυμπιακά έργα σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να ‘δένουν’ με την πόλη και να δημιουργούν τα πλαίσια για μια μελλονική ανάπτυξη. Το Ολυμπιακό στάδιο στο λόφο του Μοντζουϊκ, είναι ακριβώς πίσω από το μεγαλειώδες Εθνικό μουσείο, κι ίσως γι αυτό, η αισθητική του είναι όχι μοντέρνα, αλλά παραπέμπει σε κάτι ρωμαϊκό κι αναγεννησιακό.

Τα ολυμπιακά έργα στη θάλασσα έχουν πια τόσο απορροφηθεί από την πόλη που δεν διακρίνονται αν δεν στα υποδείξει κάποιος ή κάποια πινακίδα. Κι η απόσταση όλων των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων από το κέντρο της πόλης είναι μικρή, το πολύ 10 λεπτά με το αυτοκίνητο.

Ο λόφος του Μοντζουϊκ που δεσπόζει στα νότια της πόλης, έχει αξιοποιηθεί περαιτέρω με την δημιουργία τελεφερίκ που είτε κάνουν το γύρο του, είτε σε μεταφέρουν πάνω από το επιβατικό λιμάνι, στη Μπαρτσελονέτα, τη γραφική παραθαλάσσια συνοικία της ψαροφαγίας. Η τελευταία αυτή διαδρομή είναι εντυπωσιακή και από μόνη της πόλος έλξης πολλών επισκεπτών.

Κατά τ’ άλλα η ζωή στα Βαρκελώνη είναι μάλλον φθηνή με τα δικά μας μέτρα. Οι τιμές στα σουπερμάρκετ ήταν ένα μικρό σοκ. Σε γενικές γραμμές τα είδη διατροφής είναι 50% φθηνότερα από την Ελλάδα. Η φθήνια αυτή αντανακλάται και στις τιμές των εστιατορίων. Μπορείς να φας πλήρες γεύμα με ορεκτικό, κυρίως πιάτο και επιδόρπιο με λιγότερα από 10 ευρώ. Μπορείς βέβαια να βρεις και πολύ ακριβότερα και πιο ψαγμένα εστιατόρια μιας κι η γαστρονομία είναι ένας από τους λόγους επίσκεψης στην Βαρκελώνη. Άλλωστε μέχρι πριν λίγα χρόνια εδώ βρισκόταν και το ακριβώτερο εστιατόριο του κόσμου του σεφ Φεράν Αντριά, με αναμονή για τραπέζι που έφτανε και τον ένα χρόνο. Δοκιμάσαμε και τις  δύο πλευρές, τη φθνή και την ακριβή, κι οι εντυπώσεις ήταν αμφότερες πολύ καλές. Ειδικά για τους μαθημένους στα μεζεδάκια Έλληνες η κουλτούρα των τάπας και των πίντσος ταιριάζει γάντι.

Σ’ αντίθεση όμως με το φαγητό, οι τιμές εισόδου στα μουσεία και τ’ αξιοθέατα είναι από τις πιο ακριβές στην Ευρώπη. Αποκορύφωμα η οικία Μπατλό του Γκάουντι, που η είσοδος κοστίζει 20 Ευρώ! Παρότι σαν επισκέπτη κάτι τέτοιο με εκνεύρισε, το δικαιολογώ: η Βαρκελώνη δεν σ’ αποτρέπει από το να την επισκεφτείς (μια βόλτα στο Μπάρι Γκότικο ή στη Ράμπλα ισοδυναμεί έτσι κι αλλιώς μ’ επίσκεψη σε μουσείο στο πιο ευχάριστο) αλλά αν θες να δεις τους θησαυρούς της πρέπει να πληρώσεις για να μπορέσει να συνεχίσει να τους συντηρεί και να τους δείχνει. Κι όταν μπαίνεις σ’ ένα μουσείο, η οργάνωση κι η τάξη σου λέει ότι τα λεφτά που πλήρωσες τουλάχιστον  ξοδεύονται καλά.

Όσο πιο πολύ περπατάς την Βαρκελώνη, τόσο διαπιστώνεις ότι αυτή η πόλη means business. Δεν θέλει να σου αρπάξει τα λεφτά πασάροντας σου φύκια για μεταξωτές κορδέλλες, αλλά σταδιακά σε παρασέρνει με τα θέλγητρα της να μπεις σε μαγαζιά και ν’ αφήσεις χρήμα. Παραπάνω απ’ αυτό που προγραμμάτιζες.

Δεν έχω εικόνα ποιά είναι η τωρινή οικονομική κατάσταση των κατοίκων της ή της Καταλονίας γενικότερα, αλλά ένα φυλλάδιο με πληροφόρησε ότι το ΑΕΠ της Καταλωνίας είναι περίπου όσο το Ελληνικό ενώ οι κάτοικοι της 3 εκατομύρια λιγότεροι, πράγμα που σημαίνει ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα πρέπει να είναι 45% ψηλώτερο από το αντίστοιχο ελληνικό.  Αν υπάρχει κρίση, τουλάχιστον δεν είναι άμεσα ορατή στον επισκέπτη. Ναι, είδα αστέγους, αλλά λίγους. Είδα περιθωριακούς αλλά μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές και ώρες. Είδα μετανάστες, πολλούς για την ακρίβεια, αλλά που μοιάζαν αρκετά ενταγμένοι και σίγουρα σε καλύτερη κατάσταση απ’ αυτούς που κυκλοφορούν κάτω από την Ομόνοια.

Η Βαρκελώνη με την τάξη και την καθαριότητα της μοιάζει βόρεια προτεσταντική πόλη. Έχει όμως πολύ πιο ανοιχτό κι εύθυμο χαρακτήρα, καλύτερο κλίμα και πολύ καλύτερη ρυμοτομία, πράγμα που την ανεβάζει ψηλότερα από πολλές γνωστές Ευρωπαϊκές πόλεις. Μοιάζει να κινείται μ΄ ένα στόχο: να μεγαλώσει την επιρροή και την ευημέρια της. Και παρότι τίποτα απ’ όσα έχει να προσφέρει δεν είναι αποκλειστικό και μοναδικό, και δεν υπάρχει κάποιος τομέας που να διακρίνεται παγκοσμίως, η ισόρροπη και ποιοτική  ανάπτυξη διαφόρων χαρακτήρων αποτελεί τη δική της μοναδικότητα.

Και για να έρθουμε στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε, η Βαρκελώνη μπορεί να διοργανώνει και να φιλοξενεί ένα event παγκοσμίων προδιαγραφών σαν το MWC γιατί έχει δημιουργήσει τις αντίστοιχες υποδομές κι υπηρεσίες. Γιατί μπορεί να προσφέρει ένα συνδιασμό από λόγους για να την επισκεφτεί κανείς κι έτσι να είναι επιθυμητός προορισμός πέραν των συνεδρίων,  και  γιατί η πόλη βλέπει πολύ επιχειρηματικά τη ζωή της και την ανάπτυξη της και, γι αυτό, το μέλλον της.