Author Archives: Nikos Anagnostou

Ελλάδα, η απάντηση είναι το περπάτημα

Ο Διογένης ο κυνικός στο πιθάρι του
Το τελευταίο ποστ του Θοδωρή Γεωργακόπουλου έχει ανάψει φωτιές από χτες. Προσωπικά με βρίσκει κάθετα αντίθετο.  Βαριέμαι αφότητα τις σχοινοτενείς εξηγήσεις κι αναλύσεις γι αυτό θα διατυπώσω την αντίθεση μου και την απάντηση μου με άλλη μια ιστορία:

Ο Ζήνων, ο αρχαίος φιλόσοφος είχε διατυπώσει μια σειρά παράδοξα με σκοπό ν΄αποδείξει ότι δεν υπάρχει κίνηση. Το αγαπημένου μου είναι αυτό του Αχιλλέα και της Χελώνας που το αντιγράφω από την Wikipedia:

Στο παράδοξο του Αχιλλέα και της χελώνας ο Αχιλλέας είναι σε αγώνα δρόμου με μια χελώνα. ο Αχιλλέας επιτρέπει στη χελώνα ένα προβάδισμα 100 μέτρων.Για παράδειγμα, αν υποθέσουμε ότι οι 2 δρομείς θα τρέχουν με σταθερή ταχύτητα (ο ένας αργά και ο άλλος γρήγορα) μετά από πεπερασμένο χρόνο ο Αχιλλέας θα έχει τρέξει 100 μετρά και θα έχει φτάσει το σημείο εκκίνησης της χελώνας.Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου η χελώνα θα έχει διανύσει πολύ μικρότερη απόσταση (π.χ 10 μέτρα). Στη συνέχεια, θα πάρει τον Αχιλλέα λίγο περισσότερο χρόνο για να τρέξει την απόσταση, στον οποίο η χελώνα θα έχει προχωρήσει πιο μακριά και στη συνέχεια περισσότερο χρόνο ακόμα για να φτάσει αυτό το τρίτο σημείο, ενώ η χελώνα κινείται μπροστά.Έτσι, κάθε φορά που ο Αχιλλέας φτάνει κάπου η χελώνα έχει πάει ακόμα πιο μακριά. Ως εκ τούτου, επειδή υπάρχει ένας άπειρος αριθμός των σημείων που ο Αχιλλέας πρέπει να φθάσει και η χελώνα έχει ήδη πάει, δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει τη χελώνα.

Όταν ο Διογένης ο Κυνικός άκουσε την έκθεση της θεωρίας του Ζήνωνα δεν είπε τίποτα. Απλά σηκώθηκε και περπάτησε.

Ελλάδα, keep walking, ακόμα κι αν χρειάζεσαι ουϊσκι για να σ’ εμπνεύσει.

Γιατί τελευταία μ’ αρέσει περισσότερο το Facebook

Facebook
Ποτέ δεν πίστευα ότι θα έφτανε στιγμή να το πω, αλλά, ναι, προτιμώ το facebook από το twitter τελευταία.

Ο λόγος είναι απλός: η συμμετοχή μου στα κοινωνικά μέσα καθορίζεται από το ενδιαφέρον κι όχι από τη σχέση. Δεν κοιτάω ποιος είναι αυτός που λέει κάτι ή που μου κάνει friend request, follow κτλ αλλά μόνο αν μ’ ενδιαφέρει αυτό που έχει να πει.

Γι αυτό το λόγο είχα μια αδυναμία στο twitter. Ειδικά τα πρώτα 2-3 χρόνια που δεν είχε ‘ανοίξει’ στον πολύ κόσμο.

Το interest graph στο τότε twitter αφορούσε κυρίως τεχνολογία κι επιχειρηματικότητα και δευτερευόντως οικονομικά θέματα και πολιτική. Τα ενδιαφέροντα μου δεν έχουν αλλάξει από τότε, παρότι τα οικονομικά και η πολιτική πήραν ίσως μεγαλύτερο ειδικό βάρος λόγω της μεσούσης κρίσης.

Αλλά μάλλον πρέπει να ρίξω το φταίξιμο ακριβώς σ’ αυτό (την περισσότερη πολιτικολογία) που άρχισε να μειώνεται σταδιακά το ενδιαφέρον μου και η συμμετοχή μου στο twitter. Οι online εντάσεις ακολούθησαν το δρόμο των offline, κι αν δεν έπεφταν χημικά ή πέτρες, το υβρεολόγιο και η κακεντρέχια των εκτοξευόμενων tweet είχαν το ίδιο αναλογικά αποτέλεσμα.

Από την άλλη το facebook της πρώτης περιόδου, κυριαρχείτο από τις προσωπικές σχέσεις: ανακαλύψεις παλιών φίλων, συμμαθητών, συναδέλφων κτλ. Ένα συνοθύλευμα γνωριμιών, που είχε μεν  την αξία του σαν τρόπος κρατήματος μιας, έστω χαλαρής, επαφής, αλλά που στο επίπεδο του interest  δεν πρόσφερε πολλά. Πόσες ώρες να παρακολουθείς τη βδομάδα που πήγε και τι έφαγε ο άλλος, και πόσα ανέκδοτα και τραγουδάκια να καταναλώσεις;  Γι αυτό το λόγο είχα κρατήσει αρχικά μεγάλες αποστάσεις από τη δραστηριότητα στο facebook.

Fast forward μερικά χρόνια και ο Ζούκι έχει πρακτικά κυριαρχήσει στο παιχνίδι του social. Δεν είναι όμως μόνο ότι έχει χτίσει ένα μεγαθήριο. Είναι ότι το έχει ψάξει πια πολύ το πράγμα. Έχει ανοίξει ορίζοντες, έχει προσθέσει δυνατότητες, έχει πειραματιστεί κι έχει επιτρέψει και σ’ άλλους να πειραματιστούν.

Καθώς έβλεπα λοιπόν το graph μου  να μεγαλώνει, άρχισα η ενόχληση του ‘θορύβου’ άρχισε να περνάει ένα κρίσιμο κατώφλι. Παρότι στο  twitter ήμουν πολύ φειδωλός στα  follow back, και παρότι έκανα και μερικά unfollow/block ενοχλητικών λογαριασμών, η εμπειρία που αποκόμιζα έπεφτε σταδιακά σε ποιότητα. Τα πράγματα του ενδιαφέροντος μου γινόντουσαν λίγότερα, οι άνθρωποι που είχα παλιά επιλέξει σαν πηγές πληροφόρησης, ή γράφαν λιγότερο (πιθανώς για τους ίδιους λόγους με μένα)  ή εξαφανίστηκαν τελείως. Και το χειρότερο, μέσα από τα RTs  με χτυπάγανε συνέχεια κατά πρόσωπο πράγματα που τ’ αποστρεφόμουν και με κουράζαν.

Την ίδια στιγμή, το φίλτρο που εφάρμοζε το facebook στα updates των χρηστών, για να σου δείξει αυτά που θεωρεί ότι σ’ ενδιαφέρουν περισσότερο, έγινε πιο σοφιστικέ. Με κανα δυο συνειδητές επεμβάσεις, ο θόρυβος του news stream μου μειώθηκε  αισθητά και η ωρίμανση (ή βαρεμάρα) των χρηστών απάλειψε πολλές από τις παιδαριώδεις συνήθειες του πρώτου καιρού.

Επιπλέον, με το κλείσιμο του Google Reader, τα interest lists του facebook  πρόσφεραν ένα ανεκτό υποκατάστατο.  Τα φίλτρα δε των updates (=να μπορείς να κάνεις ορατό ένα update μόνο σε συγκεκριμένη ομάδα φίλων) άνοιξαν το δρόμα για  περισσότερο χρήσιμη διάδραση και συζήτηση.

Το αποτέλεσμα για μένα είναι ότι πλέον ένα update στο facebook δεν είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Νοιώθω ότι το απευθύνω σε κάποιους κι απ’ αυτούς τους κάποιους τις περισσότερες φορές βρίσκω ανταπόκριση και παίρνω ανάδραση.

Αντίθετα, ένα tweet είναι message in a bottle.  Το που θα καταλήξει εξαρτάται από το που φυσάει ο άνεμος.

Είναι καιρός νομίζω το twitter να αλλάξει το μοντέλο του και να μιμηθεί το facebook για μια φορά, όπως εκείνο το έχει ανερυθρίαστα μιμηθεί πολλές φορές ως τώρα.

Οι δυό πιο σημαντικές αναβαθμίσεις που περιμένω από το twitter είναι:

  • Να μου επιτρέψει targeting των tweet μου  (με γλωσσικό/εθνικό κριτήριο κατά βάση).
  • Ναι μου φιλτράρει αυτόματα και opt in  τα tweet που βλέπω με βάση την ιστορία των κλικ και των interaction μου.

Εσείς τι λέτε;

Update 1

Τα παραπάνω τα έγραψα βιαστικά. Σκεφτόμουν καιρό αυτό το ποστ κι η βιασύνη προκαλείτο από το φόβο μήπως το αμελήσω ή το ξεχάσω. Τώρα που το ξαναδιαβάζω βλέπω ότι έχω αφήσει πολλές παρατηρήσεις εκτός:

  • Στο  twitter δεν υπάρχει διάκριση στο steam του τι είναι  πρωτογενές update  και τι ‘σχόλιο’. Όλα είναι tweets. Μπορεί να σχηματίζουν συζήτηση αλλά η συζήτηση δεν διατάσσεται ‘γύρω’ ή ‘υπό’ το αρχικό tweet και συνεπώς στο stream εμφανίζεται ως θόρυβος.
  • Ο λογαριασμός στο twitter είναι minimal, όπως όλα άλλωστε. Αυτό προσφέρεται για κατάχρηση. Γι αυτό και στο twitter το impersonation και τα ψευδώνυμα accounts δίνουν και παίρνουν, κάτι που νομοτελειακά οδηγεί σε δημιουργία troll κι αντίστοιχων συμπεριφορών.
  • Ενώ το twitter ήταν πρώτο που καθιέρωσε τις λίστες, δεν έφτιαξε ποτέ κάτι σαν τα group  του facebook ή τα circles του Google plus κι έτσι όλα τα tweet είναι public ή όλα  private αν αποφασίσεις να κλειδώσεις το λογαριασμό σου.

Ο πόλεμος για το πετρέλαιο στο εργαστήριο

DSC04619.JPG

Με τα πρόσφατα γεγονότα της Συρίας έχουν αναζωπυρωθεί οι αναλύσεις για το θέμα του ελέγχου των πετρελαιοφόρων περιοχών της Μέσης Ανατολής. Είναι δύσκολο έως αδύνατον, ελλείψει ακριβούς πληροφόρησης, να πει κανείς τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα, αλλά ας αρκεστούμε σε μια απλή παραδοχή: ναι μπορεί να αιμοτοκυλιστούν λαοί για το πετρέλαιο. Το ερώτημα είναι πως αυτό μπορεί ν’ αποφευχθεί.

Η παραδοσιακή απάντηση περιστρέφεται γύρω από πολιτικούς συσχετισμούς, ισορροπίες δυνάμεων, ειρηνιστικά κινήματα κτλ.

Φοβάμαι πως η εμπειρία έχει δείξει ότι αφενός η όποια τέτοια απάντηση είναι αναποτελεσματική, αφετέρου δεν είναι τελεσίδικη.

Όσοι είναι πραγματικά ειρηνόφιλοι και θέλουν να δουν το θέμα αυτό να λήγει άπαξ δια παντός, φαντάζομαι επιθυμούν τη μέρα που τα αποθέματα αυτά θα τελειώσουν και δεν θα υφίσταται λόγος πολέμων. Αλλά αυτό αργεί. Εκτός…

Εκτός αν επισπευτεί. Πως; Όχι βέβαια καταναλώνοντας γρηγορώτερα τα υπάρχοντα απόθέματα αλλά κάνοντας την ανάγκη της χρήσης πετρελαίου obsolete.

Στην παραγωγή ενέργειας και στην κίνηση, όπου διατίθεται η μερίδα του λέοντος του πετρελαίου, έχουμε διαφορετικούς βαθμούς προόδου:

  • Στην παραγωγή ενέργειας με ηλιακά, φωτοβολταϊκά, αιολικά, υδροηλεκτρικά, γεωθερμία κι ενέργεια από τα κύματα έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Το ζητούμενο είναι η μείωση του κόστους παραγωγής και η επίλυση του προβλήματος αποθήκευσης της ενέργειας. Υπάρχει μια πρόβλεψη που λέει ότι μέχρι το 2030 είναι δυνατόν όλη η παραγωγή ενέργειας να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.  Ανεξαρτήτως αν η χρονολογία είναι σωστή, το γεγονός ότι σήμερα περίπου το 17% της παγκόσμιας ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές λέει ότι ο τρόπος υπάρχει κι ότι ο δρόμος είναι ΚΑΙ θέμα πολιτικής βούλησης και γι αυτό
  • Στην κίνηση (αεροπλάνα, καράβια, αυτοκίνητα) τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα.
    • Μόνο για  καράβια/υποβρύχια μεγάλου μεγέθους έχει δοκιμαστεί για πολεμικούς σκοπούς η κίνηση με ατομική ενέργεια. Κι αυτή βέβαια σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καθαρή, ούτε είναι βέβαιο αν το παγκόσμια κοιτάσματα ουρανίου θ’ αρκούσαν για μια μαζική μεταστροφή σε πυρηνοκίνητα πλοία. Μια λύση που εξετάζεται είναι η επιστροφή στα πανιά, με πολύ πιο σύγχρονα συστήματα ιστιοφορίας αλλά κι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε υβριδικές υλοποιήσεις ή σε καθαρά ερευνητικές προτάσεις. Απ’ αυτές ενδιαφέρον έχει η πρόταση της Eco Marine  με χρήση άκαμπτως ιστίων που χρησιμεύουν ταυτόχρονα σαν ηλιακές κυψέλες.
    • Στην αυτοκίνηση έχουν γίνει κάποια ελπιδοφόρα βήματα (με αυτό που έχει πάρει τη μεγαλύτερη δημοσιότητα να είναι η Tesla Motors του Elon Musk) αλλά, δεδομένης και της αποτυχίας του Better Place, είμαστε ακόμη πολύ μακρυά από το να πούμε ότι υπάρχει μια λύση που μπορεί να οδηγήσει με μαζική υποκατάσταση της πετρελαιο/βενζινοκίνησης.
    • Για δε τα αεροπλάνα, μόνο πολύ πειραματικές προτάσεις έχουν εμφανιστεί προς το παρόν.

Το πρόβλημα λοιπόν στην κατάργηση του πετρελαίου δεν είναι η παραγωγή ενέργειας αλλά η κίνηση. Κι αν έχει ένα στόχο το παραπάνω κείμενο, δεν είναι άλλος από το να  πει σ’ αυτούς που μπορούν και που εργάζονται σε σχετικά πεδία, ότι η επιστημονική έρευνα για μια ανανεώσιμη πηγή κινητήριας ενέργειας είναι συγχρόνως και η λύση ενός τεράστιου πολιτικού κι ανθρωπιστικού προβλήματος. Κι οι εταιρείες που μπορούν ν’ αναδυθούν από μια τέτοια προσπάθεια θα αξίζουν πραγματικά το χαρακτηρισμό “world changer”.

 

Ειδήσεις από το διάστημα

Πριν 3 χρόνια έγραφα ενθουσιασμένος για ένα πείραμα αποστολής από ερασιτέχνες μιας κάμερας στην στρατόσφαιρα, και για την αντίστοιχη βιντεοσκόπηση όλου του ταξιδιού.

Σήμερα έμαθα ότι  κι ένας Έλληνας επιχείρησε κάτι ανάλογο, και μάλιστα για δεύτερη φορά. Καλωσορίστε το SlaRos Project.

[via]

Kindle Paperwhite

Μεγέθη kindle 3 και paperwhite σε σχέση μ' ένα χέρι

Μεγέθη kindle 3 και paperwhite σε σχέση μ’ ένα χέρι

Πριν 4 βδομάδες έσπασα κατά λάθος την οθόνη του Kindle μου (: ένα Kindle 3).

Σε επικοινωνία μου με την amazon μου απέκλεισαν το ενδεχόμενο επισκευής (παρότι, όπως ανακάλυψα εκ των υστέρων, ότι δεν κάνει η amazon μπορείς να το κάνεις μόνος σου), κι έτσι παράγγειλα ένα καινούργιο: το  paperwhite αυτή τη φορά.

Πριν δυό βδομάδες το παρέλαβα και το χαίρομαι από τότε. Γιατί:

  1. Η οθόνη είναι πλέον  touch screen πράγμα που κάνει τη πρόσβαση στο μενού, τη μεγένθυση των χαρακτήρων και το γράψιμο σχολίων πολύ ευκολότερα από το 3.
  2. Εκτός από touch η οθόνη είναι φωτιζόμενη και μάλιστα με ρυθμιζόμενη φωτεινότητα, χωρίς να παύει να έχει τα χαρακτηριστικά της  e-ink (να μπορείς να διαβάζεις στον ήλιο). Σημαντική βελτίωση αυτό.
  3. Επειδή λείπει το πληκτρολόγιο το όλο μέγεθος της συσκευής είναι πιο μικρό.
  4. Δεν υπάρχουν τα πλευρικά κουμπιά αλλαγής σελίδας. Η touch οθόνη όμως είναι ευαίσθητη ανά περιοχή. Ένα κλικ στη δεξιά πλευρά και αλλάζεις σελίδα, ένα κλικ στην αριστερή και γυρίζεις στην προηγούμενη. Δεν μου πολυαρέσει αυτό. Με τα πλευρικά κουμπιά μπορούσες ν΄αλλάζεις σελίδα με το χέρι που κρατούσες το kindle. Τώρα πρέπει να χρησιμοποιήσεις και το δεύτερο.
  5. Το πλαίσιο γύρω από την οθόνη είναι μικρό για να το κρατάς με άνεση. Στο 3 και να πήγαινε το δάχτυλο πάνω στην οθόνη δεν υπήρχε πρόβλημα, ενώ στο paperwhite το ακούμπισμα του δακτύλου έχει το side effect της αλλαγής σελίδας, πράγμα που σε αποσυντονίζει.
  6. Από πλευράς software έχουμε επίσης κάποιες καινοτομίες, όπως η παρουσίαση των βιβλίων με εξώφυλλα κι όχι μόνο με λίστα. Αλλά αυτό που είναι πραγματικά καινούργιο και χρήσιμο είναι το X-Ray,  όπου, όταν βρίσκεσαι σε μια σελίδα μυθιστορήματος ας πούμε,πατώντας το εντοπίζει τους κύριους ήρωες που αναφέρονται σ’ αυτήν και σου δίνει link για τις προηγούμενες εμφανίσεις τους στο βιβλίο.
  7. Μια μεγάλη έλλειψη του paperwhite; Δεν έχει τη μηχανική ανάγνωση που είχε το 3, ούτε γενικά σύστημα ήχου. No more mp3s την ώρα που διαβάζεις. Όχι πως το χρησιμοποιούσα, αλλά λέμε. Η μηχανική ανάγνωση ήταν κάτι πάντως. Δεν θα μπορούσες να ακούσεις ολόκληρο βιβλίο αλλά για κανένα κεφαλαιάκι όταν ήταν κουρασμένα τα μάτια, έκανε δουλειά.

Συμπερασματικά: από το 3 θα ήθελα τα κουμπιά πλοήγησης και το μεγαλύτερο πλαίσιο. Για όλα τα υπόλοιπα το paperwhite με υπερ-καλύπτει.

Διατρέχοντας μιαν Άγρια Δύση

Γυρίσαμε πριν λίγο από την Καλαμάτα, τελευταίο σταθμό ολιγοήμερων διακοπών λόγω δεκαπενταύγουστου. Ο χρόνος επιστροφής ήταν ένα μικρό ρεκόρ: 2 ώρες παρά πέντε λεπτά για να διανύσουμε τα 211 χιλιόμετρα της απόστασης που χωρίζει την Αθήνα από την Καλαμάτα. Το κομμάτι του δρόμου Τρίπολη Καλαμάτα δεν το είχα ξαναπεράσει κι ήταν μια ευχάριστη έκπληξη γιατί πρόκειται για ένα άρτιο κι ασφαλή αυτοκινητόδρομο. Προσθέτοντας το τμήμα Τρίπολη Κόρινθος και το Κόρινθος Αθήνα που είναι άλλοι δύο ασφαλείς αλλά παλαιότεροι αυτοκινητόδρομοι, έχεις το 211 χιλιόμετρα του καλύτερου οδικού άξονα που διαθέτει η Νότια Ελλάδα.

Η γκρίνια (γιατί κάποτε θα φτάναμε και σ’ αυτήν) αρχίζει όταν αρθοίζεις τα διόδια που πρέπει να πληρώσεις: 3 στο τμήμα της Καλαμάτας (1,40+1,20+1,90 = 4,50€), 2 στο τμήμα της Τρίπολης (2,40+2,50 =4,90 €) κι 1 μετά την Κόρινθο 3,20€.

 

Σύνολο διοδίων: 12,60€!

Για το τμήμα της Καλαμάτας να το καταλάβω, είναι καινούργιο κάπως πρέπει να το πληρώσουμε. Για το τμήμα της Τρίπολης δεν ξέρω  πως να το δικαιολογήσω: το συγκεκριμένο δρόμο τον θυμάμαι έτσι καμιά 20ετία. Ακόμα περισσότερο το δρόμο από Κόρινθο Αθήνα με εξαίρεση τα σαφώς νεώτερα, όχι και πολύ προφανούς χρησιμότητας τούνελ (αν θυμάμαι καλά πως ήταν ο δρόμος πριν).

Εν πάσει περιπτώσει, το να έρχομαι σε δύο ώρες από την Καλαμάτα στην Αθήνα το θεωρώ οικονομία και σε χρόνο και σε βενζίνη οπότε κάπως θα καταπιώ τα διόδια. Αν θεωρούσα το ποσό δυσβάσταχτο, θα πήγαινα από την παλιά εθνική.

Φαίνεται όμως ότι δεν έχουν κι άλλοι την ίδια στωικότητα με μένα. Στον πρώτο πρώτο σταθμό διοδίων που σταθήκαμε, προπορευόταν στην ουρά για το γκισέ μια μηχανή σχετικά μεγάλη. Πρόσεξα αμέσως ότι ο οδηγός της την κρατούσε ασυνήθιστα δεξιά  κι είπα στη γυναίκα μου ότι αυτός θα προσπαθήσει να περάσει χωρίς να πληρώσει. Πράγματι, μόλις πλήρωσε το μπρος απ’ αυτόν αυτοκίνητο και σηκώθηκε η μπάρα, μάρσαρε και πέρασε μαζί του. Η ταμίας τον αντιλήφθηκε και κάλεσε κάποιον προς ενημέρωση.

Το ίδιο ακριβώς σκηνικό επαναλήφθηκε και με άλλη μηχανή στα διόδια της Κορίνθου. Εδώ δεν μου φάνηκε να κάνει κάτι η ταμίας, πέραν από μια δυσαρέσκεια και μουρμούρα, αλλά δεν παίρνω κι όρκο.

Καθώς συνέχισα  προς Αθήνα, κατά 12,60€ φτωχότερος, σκεφτόμουν αυτά τα δύο περιστατικά. Δεν μπορούσα να δικαιολογήσω τη συμπεριφορά με το να υποθέσω ότι μπορεί να μην είχαν λεφτά. Κάτι που θα έκανα ίσως για ένα τσαμπατζή λεωφορείου. Γιατί για να ταξιδεύεις σ’ εθνική οδό, που σημαίνει να καλύπτεις μεγάλη απόσταση, σημαίνει ότι λεφτά για βενζίνη έχεις, οπότε απίθανο να μην έχεις και για διόδια. Προφανώς η συμπεριφορά αυτή δεν ήταν απελπισίας αλλά ηθελημένη. Ας πούμε από πεποίθηση, κάτι σαν διαμαρτυρία. Και δεδομένου ότι τα διόδια με είχαν ‘τσούξει’ κι εμένα, θα μπορούσα να μπω στον πειρασμό να τους δικαιολογήσω.

Αλλά όχι. Γιατί αυτό που είδα στην συμπεριφορά τους είναι αυτό που βλέπω σ΄ ένα ολόκληρο σύστημα που με σφίγγει και που μισώ: κάποιοι βρίσκουν συνεχώς λύση για το δικό τους πρόβλημα με το να εκμεταλεύονται μια συνθήκη, μια τρύπα του συστήματος (ένα αυτοκίνητο δύσκολα θα μπορούσε να περάσει χωρίς να σπάσει τη μπάρα ή να τρακάρει, ενώ η μηχανή χωράει να περάσει παράλληλα), κρατάνε ήσυχοι τη συνείδηση τους γιατί πιθανά πατάνε σε ένα γενικώτερο αίσθημα οργής ή δυσαρέσκειας για ένα κακώς έχειν, και τελικά παραβατούν γινόμενοι μέρος του συστήματος.

Υπερβάλλω; Τι άλλο είναι το ‘σύστημα’ παρά μια σειρά προνόμια και βολέματα που συσσωρεύουν de facto ή de jure λίγοι εις βάρος των πολλών; Οτιδήποτε, όσο μικρό κι αν είναι, όπως κι αν το προσπορίζεσαι, αν οδηγεί σε μια ανισοκατανομή πλούτου ή ευκαιρίας,  σε κάνει μέρος του συστήματος. Οι δυό αναβάτες  στη συνείδηση μου, συγκαταλέγονται στους γνωστούς πονηρούς που τη βολεύουν τσάμπα κι οι λοιποί εμείς είμαστε τα γνωστά κορόϊδα που πληρώνουν και πληρώνουν και πληρώνουν.

Θα μου πείτε, μιλάς γι αυτούς και δεν μιλάς για τις εταιρείες που εκμεταλλεύονται τους δρόμους και που ποιος ξέρει πως πήραν αυτό το δικαίωμα; Είναι αυτό το “ποιος ξέρει” που με κωλύει. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν το πήραν τίμια ή όχι, αν η τιμή που χρεώνουν είναι “λογική” ή όχι, δεν ξέρω τι υποχρεώσεις έχουν προς το κράτος, και γι αυτό, με δυσκολία ομολογώ, το βουλώνω. Τους δίνω το benefit of doubt.

Αν, παρόλαυτα,  ήθελα να διαμαρτυρηθώ, και για να είμαι σύμφωνος με τη συνείδηση μου, θα επέλεγα έναν από τους παρακάτω τρεις τρόπους:

  1. Θα παρανομούσα όπως οι αναβάτες αλλά δεν θα απέφευγα  να πιαστώ: γιατί το θέμα δεν είναι να κερδίσω τα 1-2 ευρώ αλλά να δημοσιοποιήσω τη σύλληψη μου για να ευαισθητοποιήσω, ει δυνατόν, τον κόσμο για το παράλογο των διοδίων.
  2. Θα επέλεγα ένα μποϋκοτάζ: δεν θα χρησιμοποιούσα το συγκεκριμένο δρόμο και θα καλούσα και τους άλλους να κάνουν το ίδιο, για να πιέσουμε οικονομικά ν’ αλλάξει κάτι.
  3. Θα επέλεγα μια ευρύτερη πολιτική στάση: να υποστηρίζω μια πολιτική δύναμη που υπόσχεται να ερευνήσει το θέμα και να το αλλάξει.

Έβαλα στον τίτλο την Αγρια Δύση. Γιατί αυτό που σημαίνει η άγρια Δύση είναι είτε η ανυπαρξία νόμου, είτε η αδυναμία να εφαρμοστεί. Στα 211 χιλιόμετρα που διέτρεξα, αστυνομία είδα μόνο στα διόδια της Ελευσίνας. Και ήταν το ανατολικότερο σημείο της διαδρομής. Δυτικά του .. Πέκος τι;  Ισχύει η περιγραφή της ιστορίας του Λούκυ Λούκ “Ο Δικαστής” .

Στην Αγρια Δύση υπήρχαν αρκετά μέρη όπου δεν είχε φθάσει ο Νόμος, και ένα από αυτά ήταν κάπου στα Δυτικά του ποταμού Πέκος. Μερικοί νομιμοφανείς ντεσπεράντος αναλαμβάνουν να εφαρμόσουν τον νόμο και κάνουν τα πρόστιμα να πέφτουν σαν το χαλάζι στα κεφάλια των άμοιρων κατοίκων, ειδικά σε μερικούς που τους έχουν, χμ, μια ιδιαίτερη αδυναμία.

Μυτιλήνη: ο γρίφος με το λάδι

This slideshow requires JavaScript.

Στη διαδρομή  από το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης προς την πόλη, ο ελάχιστα παρατηρητικός περαστικός δεν θ’ αποφύγει να προσέξει -και να εντυπωσιαστεί- από μια σειρά μεγαλόπρεπων σπιτιών. Η λέξη ‘σπίτια’ τ’ αδικεί. Πρόκειται  καλύτερα για επαύλεις  και μέγαρα, παραταγμένα και στις δυό μεριές του δρόμου.

Η περιοχή λέγεται Σουράδα και φιλοξενεί μια σειρά αρχιτεκτονικούς ρυθμούς (νεοκλασσικό, νεογοτθικό, εκλεκτικισμό κ.α.) σε συχνότητα και πυκνότητα που δεν έχω δει σε άλλο μέρος στην Ελλάδα.

Αλλά κι η υπόλοιπη πόλη της Μυτιλήνης είναι διάσπαρτη από μεγάλα εντυπωσιακά κτίρια, είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά, πράγμα που έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τα στενά, ως επί το πλείστον, δρομάκια της που προδίδουν το οθωμανικό παρελθόν της.

Είναι γνωστό ότι αυτή η αρχιτεκτονική πανδαισία είναι κληρονομιά μιας εποχής που το νησί γνώριζε δόξες και κυρίως πλούτο: στα τέλη του 19ου αιώνα κι τις αρχές του 20ου. Βάση αυτού του πλούτου ήταν η ελιά που και σήμερα ακόμα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργημένων εκτάσεων (κάπου διάβασα ότι τα ελαιόδεντρα αριθμούν τα έντεκα εκατομύρια).

Περιδιαβαίνοντας την οποιαδήποτε σχετικά σημαντική πόλη του νησιού είναι απίθανο να μην πέσεις πάνω στα ερείπια κάποιου παλιού ελαιουργείου με τη χαρακτηριστική ψηλή καμινάδα ή ότι έχει μείνει απ’ αυτήν τέλος πάντων. Κι έτσι καταλαβαίνεις ότι σε κείνη την εποχή της ακμής, δεν ήταν σκέτα η γη που έπαιξε ρόλο, αλλά κυρίως η βιομηχανική  εκμετάλλευση της. Γιατί τα ελαιουργεία αυτά ήταν ατμοκίνητες βιομηχανικές μονάδες κι όχι τα παλια απλά λιοτρίβια που είχαν κινητήρια δύναμη μουλάρια και γαϊδούρια.

Κι όπου υπάρχει βιομηχανία υπάρχει κι αστική τάξη. Και τα μέγαρα της Σουράδας είναι δικά της δημιουργήματα.

Η οικονομική άνθηση του νησιού οφείλεται κατά πολύ στην φιλελευθεροποίηση του οθωμανικού καθεστώτος του 1839 (το λεγόμενο τανζιμάτ = μεταρρύθμιση) η οποία επέτρεψε στους χριστιανούς να επιδίδονται σε οικονομικές δραστηριότητες που δεν επιτρέπονταν ή επιτρέπονταν με περιορισμούς στο παρελθόν. Επιπλέον, μια σειρά από άλλα κίνητρα βοήθησαν ιδιαίτερα όπως οι μηδενικοί δασμοί για την εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού. Έτσι, η Λέσβος ανάπτυξε μια δυναμική εξαγωγική οικονομία γύρω από την ελιά κι έγινε σταδιακά ο κύριος τροφοδότης λαδιού και σαπουνιού της οθωμανικής ενδοχώρας  αλλά και των χωρών του Ευξείνου.

Επισκεφτήκαμε και τα δύο  μουσεία ελαιουργεία που έχει το νησί (κι η Ελλάδα ολόκληρη): το ένα στον Πάπαδο κοντά στο Πλωμάρι, κι  άλλο ένα στην Αγ. Παρασκευή κοντά στην Καλλονή.  Είχαμε έτσι την ευκαιρία να δούμε  όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Ο λέβητας που ζεσταινόταν το νερό και γινόταν ατμός και κινούσε με τη σειρά του όλο το εργοστάσιο ήταν ένα μεγάλο καζάνι, που αποτελείτο από  δύο κυλίνδρους τον ένα μέσα στον άλλον. Στον εσωτερικό έμπαινε σαν καύσιμο το κατάλοιπο της ελιάς   και ο μεγάλος γέμιζε με 2/3 νερό που όταν θερμαινόταν επαρκώς κι αποκτούσε γινόταν ατμός. Όταν ο ατμός ‘σήκωνε’ πίεση άνοιγαν μια βαλβίδα και τον διοχέτευαν στο κύκλωμα της ατμομηχανής που με τη σειρά της, μέσω ιμάντα, έδινε κίνηση σ΄ ένα μεγάλο άξονα που διέτρεχε την μια πλευρά του κτιρίου. Απ’ αυτόν τον άξονα, πάλι μέσω ιμάντων, έπαιρναν κίνηση τα δυο μεγάλα τριβεία που γινόταν η αρχική σύνθλιψη της ελιάς, και μετά 3 πρέσσες που συμπίεζαν τον πολτό κι έβγαζαν το λάδ και τέλος συσκευές Laval που γινόταν διαχωρισμός του λαδιού.

Δύο ενδιαφέροντα μηχανολογικά στοιχεία: οι πρέσσες και στα δύο εργοστάσια, κι ο ατμολέβητας του ενός ήταν κατασκευής του εργοστασίου Ισηγόνη στη Σμύρνη που ήταν ένας από τους βασικούς προμηθευτές των ελαιουργίων. Αν δεν σας λέει τίποτα το όνομα, θυμίζω ότι ο Alec Issigonis, απόγονος της οικογένειας των βιομηχάνων, ήταν ο σχεδιαστής του περιβόητου Μίνι Κούπερ. Η αρχική ατμομηχανή του Πάπαδου ήταν επίσης κατασκευή ενός μηχανουργείου της Μυτιλήνης. Την περίοδο εκείνη μόνο η Σμύρνη, η Σύρος κι ο Πειραιάς είχαν μηχανουργεία με τέτοιες δυνατότητες συνεπώς η κατασκευή αυτή ήταν τεχνολογικό επίτευγμα για την εποχή.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή η οικονομική ευμάρεια σταματάει απότομα. Πολύ απότομα. Τόσο που να ψάχνεις να βρεις κάτι άξιο λόγου που να έχει κτιστεί μετά το 1922 και να μην μπορείς. Κι είναι αυτό ένας γρίφος. Γιατί, ναι μεν, με το σχηματισμό του νεώτερου Τουρικού κράτους αλλά και την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, οι Μυτιληνιοί παραγωγοί λαδιού και σαπουνιού έχασαν εν μια νυκτί τις παραδοσιακές αγορές τους κι έτσι μια κρίση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά δεν είναι κατανοητό, τουλάχιστον σε μένα, γιατί δεν αναζήτησαν άλλες αγορές πιο δυτικά, παρά άφησαν όλες τις παλιές δραστηριότητες να εκφυλιστούν και τελικά να εκπνεύσουν. Δεν μπορεί δε να ήταν θέμα αύξησης του εργατικού κόστους αφού οι ήδη εξαθλιωμένοι χωρικοί που αποτελούσαν την κύρια εργατική δύναμη απλά πολλαπλασιάστηκαν με την έλευση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Ίσως κάποια αναδιανομή γης ή μεταβολή των διεθνών τιμών του λαδιού να μην επέτρεπε πλεόν μεγάλες παραγωγές και κέρδη. Το ακόμα πιο περίεργο είναι ότι η ελαιοπαραγωγή δεν σταμάτησε ποτέ. Απλά δεν έχει πια την ικμάδα του παρελθόντος και σταμάτησε να δημιουργεί μεγάλες περιουσίες.Μετά την Μικρασιατική δοκιμάστηκαν συνεταιριστικές μορφές παραγωγής (το ελαιοτριβείο στην Αγ. Παρασκευή είναι συνεταιριστικό) που πιθανώς να υπάρχουν ακόμα. Πάντως, τίποτα στο νεώτερο Μυτιληνιό αρχιτεκτονικό τοπίο δεν ‘μιλάει’ για μοντέρνα ελαιουργία όπως μιλούσαν οι καμινάδες στο παλιό.

Για τη σαπωνοποιία, την συγγενική αυτή βιομηχανική δραστηριότητα που βασίζεται σαν πρώτη ύλη στο κατάλοιπο της ελαιοπαραγωγής, μπορώ να καταλάβω ότι δεν ήταν μόνο θέμα αγορών αλλά και (ίσως κυρίως) τεχνολογίας. Τα μοντέρνα, τελείως χημικά, σαπούνια εκτόπισαν τα παληά, τα βασισμένα στην ελιά. Είναι ενδιαφέρον ότι η οικογένεια Παπουτσάνη, της ομώνυμης φίρμας σαπουνιών, προέρχεται από τη Μυτιλήνη. Το εργοστάσιο Παπουτσάνη στο Πλωμάρι έβγαζε κατά κύριο λόγο λάδι και σαν υποπροϊόν σαπούνι. Η οικογένεια πρόβλεψε την επερχόμενη καταστροφή και γι αυτό φρόντισε να μεταφέρει τις δραστηριότητες της στον Πειραιά κι έτσι διασώθηκε για ένα ακόμα αιώνα.

Είναι επίσης περίεργο πως μετά την χρυσή εποχή των λαδιών άνθισε η ποτοποιϊα του ούζου με δεκάδες μικρές φίρμες. Και μάλιστα παρά την έλλειψη τοπικής παραγωγής της πρώτης ύλης: της αιθυλικής αλκόολης που συνήθως βγαίνει από σταφύλια ή σταφίδες. Υπάρχει βέβαια τοπική παραγωγή γλυκάνισου αλλά το ακλόολ έρχεται, όπως μας είπαν σ’ ένα εργοστάσιο, από την Πάτρα!

Η τελευταία ‘βιομηχανία’ που ανέπτυξε η Λέσβος, κι αυτήν μάλλον αναιμικά, είναι ο τουρισμός. Συγκριτικά με την Κρήτη ή τη Ρόδο οι επιδόσεις είναι αστείες παρότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις. Πολλοί το αποδίδουν σε μια ιδιότυπη καραντίνα του νησιού από μεριάς επίσημης πολιτείας, λόγω του αριστερού προσανατολισμού του εκλογικού του σώματος. Αυτό μπορεί να έχει αλήθεια σ’ ότι αφορά επιδοτήσεις αλλά και πάλι δεν βλέπω πως θα στεκόταν εμπόδιο σ’ ιδιώτες που θα θέλαν να χτίσουν μοντέρνες τουριστικές μονάδες.

Περιηγούμενος το ανατολικό κυρίως τμήμα του νησιού, είχα πολλές φορές την αίσθηση ότι αφενός δεν βρίσκομαι σε νησί, κι αφετέρου δεν βρίσκομαι σε ελληνικό έδαφος. Η πυκνή βλάστηση, τα δίπατα σπίτια με τα χρωματιστά παράθυρα, τα τειχία από τον κοκκινωπό τραχείτη, τα μέγαρα με τους γύψινους διάκοσμους και τα ζωγραφιστά νταβάνια και τα κουφάρια των εργοστασίων που κάποια έχουν αναστηλωθεί κι έχουν γίνει ξενοδοχεία κι άλλα μουσεία, θυμίζουν περισσότερο Ιταλία ή Νότια Γαλλία παρά Ελλάδα.

Υπάρχει κάτι παραπάνω σε αρχοντιά σ’ αυτά που βλέπει κανείς και μια ηρεμία κι ηπιότητα που σίγουρα αντανακλάται και στο θυμικό των κατοίκων. Δεν θυμάμαι ν’ άκουσα ντόπιους να φωνάζουν, έστω και για πλάκα. Ίσως πάλι αυτή η ηρεμία να είναι η μάσκα μιας μελαγχολίας. Της μελαγχολίας των πληβείων που ζουν σ’ ένα αρχοντικό σκηνικό με τα φαντάσματα των πατρίκιων που δεν κατάφεραν ακόμα ν’ αντικαταστήσουν.

Εκείνοι οι Έλληνες

konstantinos-Manos

Κορίτσι από Όλυμπο Καρπάθου, Κων. Μάνος, “A Greek Portfolio”

Χτες επισκέφτηκα απρογραμμάτιστα την έκθεση με τις φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Μάνου στο Μουσείο Μπενάκη.

Η έκθεση είναι εξαιρετική και τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Αλλά αυτό μάλλον δεν θα ήταν αρκετός λόγος για ένα ποστ.

Αυτό που με συγκίνησε βαθύτατα δεν ήταν το αισθητικό μέρος αλλά η εικόνα μιας Ελλάδας χαμένης.  Ο Μάνος, ελληνοαμερικάνος, ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1962 και μεταξύ 1962 – 1963 τράβηξε μια σειρά ασπρόμαυρες φωτογραφίες περιηγούμενος την ηπειρωτική και τη νησιώτικη χώρα του τότε.

Οι αρχές του εξήντα δεν είναι μια τόσο μακρινή εποχή. Για κάποιους από μας είναι εποχή ζώσας μνήμης. Μνήμης των γονιών τους για άλλους. Πάντως όχι μια εποχή χαμένη στον ιστορικό χρόνο. Ακριβώς γι αυτό, η ζωή των Ελλήνων που βγαίνει μέσα από τις φωτογραφίες, είναι ένα σοκ για τον Έλληνα του σήμερα, σοκ πρόσφορο για οικονομικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς συλλογισμούς και συνειρμούς.

Το όμορφο πρόσωπο του κοριτσιού της φωτογραφίας είναι η εξαίρεση. Τα περισσότερα πρόσωπα των φωτογραφιών είναι σκληρά, βασανισμένα, αγέλαστα ή πικραμένα, μ’ ένα βλέμμα που τρέχει κάπου αλλού. Δεν μπορείς πια να συσχετίσεις εκείνους τους Έλληνες με τους επίσης πικραμένους και δυστυχισμένους Έλληνες του σήμερα. Γιατί τους χωρίζει μια άβυσσος. Η άβυσσος της φτώχιας της τότε εποχής. Που δεν έχει καμιά σχέση με τη φτώχια του σήμερα.  Αρκεί να δεις τα ρούχα: οι τρύπες και τα ξεφτίδια είναι ορατά ακόμα και στα λίγα τετραγωνικά εκατοστά του φωτογραφικού χαρτιού. Σχεδόν μυρίζεις τη βρώμα και τη πολυκαιρία. Φαντάζεσαι κρυφές ψείρες να έρπουν από κάτω τους. Κοιτάς τα γυμνά πόδια κι αναρωτιέσαι σε τι σκληρή πέτρα πατούσαν καθημερινά…

Και τελικά νοιώθεις ένοχος. Εκεί, μέσα σ’ αυτό τη φωτογραφική φυλακή, κρύβεται ο αλλοτινός μας εαυτός. Φτωχός, εξαθλιωμένος, τριτοκοσμικός. Αλλά αληθινός. Τώρα που φλερτάρουμε επικίνδυνα με τα τρία πρώτα επίθετα, δεν διαθέτουμε το τέταρτο. Κι η μεμψιμοιρία μας, χωρίς αυτό, μοιάζει κακομαθημένη, γεμάτη αμετροέπεια.

Είναι συνηθισμένο φωτογραφίες του παλιού καιρού να σε φορτίζουν με νοσταλγία. Όχι αυτές όμως. Αυτές σε γεμίζουν με μια αίσθηση επείγοντος κι ένα καθήκον απέναντι στο μέλλον.

Θέλω να μοιραστώ κάποια bookmarks. Μπορώ;

Προσπαθούσα νωρίτερα να βρω ένα απλό τρόπο να μοιράζομαι bookmarks με κάποιο συνεργάτη ή φίλο, χωρίς να χρειάζεται να γραφτούμε κι οι δύο σε κάποια υπηρεσία social bookmarking. Ακούγεται αρκετά απλό αλλά μετά από λίγο ψάξιμο στο google και μια συζήτηση στο twitter συνειδητοποιώ ότι δεν είναι. Ή ότι απλά κάποιος δεν το έχει πάρει σοβαρά για να το λύσει.

Υπακούοντας λοιπόν στην παραπάνω παρότρυνση, περιγράφω το πρόβλημα και πως θα ήθελα να είναι η λύση:

Θέλω να μπορώ:

  • να μοιράζομαι με τρίτον/τρίτους της επιλογής μου συγκεκριμένα bookmark από τον browser μου
  • να μοιράζομαι με τρίτον/τρίτους συγκεκριμένους φακέλλους με  bookmark από τον browser μου για να τα διαβάσει μόνο
  • να μοιράζομαι με τρίτον/τρίτους συγκεκριμένους φακέλλους με  bookmark από τον browser μου για μπορεί να τα διαβάσει αλλά και να προσθέσει άλλα
  • να μοιράζομαι με τρίτον/τρίτους το σύνολο των  bookmark από τον browser μου για μπορεί να τα διαβάσει αλλά και να προσθέσει άλλα
  • θέλω να μπορώ ν΄ αναιρέσω ανά πάσα στιγμή το δικαίωμα που έχω δώσει σε τρίτο/τρίτους να διαβάζουν/γράφουν bookmarks

Αν προσπαθήσω να σκεφτώ μια αναλογία νομίζω ότι η καλύτερη είναι το dropox. Θα ήθελα όλα τα παραπάνω να γίνονται με τον τρόπο που δουλεύει το  dropbox, δηλαδή, αφενός να συγχρονίζω αυτόματα τα bookmark μου μεταξύ διαφορετικών συσκευών και browser κι αφετέρου να μπορώ, κατ’ επιλογήν, να δώσω πρόσβαση σε τρίτους σ’ αυτά.

Ωραίο προβληματάκι. Ποιός θα το λύσει λοιπόν.

Έχουμε ακόμα ένα ισχυρό νόμισμα

Κι αν νομίζεις ότι μιλάω για το ευρώ πλανάσαι πλάνην οικτράν. Δεν μιλάω για το ευρώ, ούτε για το δολάριο, ούτε για το ρούβλι. Ούτε καν για το bitcoin. Μιλάω για ένα νόμισμα που εξαργυρώνεται σε πολλά πεδία (πολιτική, οικονομία, πολιτισμό κτλ) και που δεν υποτιμάται. Δεν αλλάζει η αξία του διαχρονικά, παρά μόνο κατά το ποσοστό της μεταβολής του πληθυσμού. Και το έχουμε όλοι. Το έχουμε και το δαπανάμε με περίσκεψη ή όχι και προσποριζόμαστε τ’ ανάλογα ‘αγαθά’.

Μιλάω για την προσοχή μας (=attention).

Δεν υπάρχει καλή ή κακή προσοχή. Από τη στιγμή που την στρέψεις κάπου, την έχεις δώσει. Έχεις πληρώσει. Κι η ικανότητα σου να πληρώνεις είναι ίση με το χρόνο της ζωής σου. Κι αυτός που αμοίβεται με την προσοχή σου την μετατρέπει σε σφιγμομετρήσεις ακροαματικότητας ή θεαματικότητας, σε γκάλοπ πρόθεσης ψήφου, σε δημοφιλία, σε αναγνωρισιμότητα κτλ τα οποία με τη σειρά τους εύκολα τα μετατρέπει σε πλούτο. Νόμιμο ή άνομο. Ηθικό ή ανήθικο.

Η δημόσια συζήτηση είναι ένα χρηματιστήριο που χαμένες μετοχές είναι μόνο όσες δεν τυγχάνουν προσοχής. Γι αυτό και οι κραυγές και οι διαρρήξεις ιματίων δεν είναι παρά σπέκουλες και σορταρίσματα. Κι οι χαμένοι είναι σταθερά αυτοί που αντιδρούν πληρώνοντας προσοχή σ’ αυτούς που δρουν.

Δεν πολεμιέται η βρώμα που λυσσομανάει γύρω μας με ‘καταγελλίες’, ‘αποκαλύψεις’ και ‘ξεσκεπάσματα’. Δεν αλλάζει τίποτα στο σκηνικό μ’ ένα ακόμα φιλιππικό. Το πολύ πολύ να κλέψει αυτός λίγη ακόμα προσοχή. Αλλά στο επίπεδο της επικοινωνίας αυτός που αναφέρεται συχνότερα, ανεξαρτήτως προσήμου, είναι ο κερδισμένος.

Κι αν ακόμα δεν καταλάβατε που αναφέρομαι, γι αυτό μιλάω:

Κι αν θέλετε να κάνετε κάτι γι αυτό κι άλλα ανάλογα φαινόμενα, αγνοήστε τα. Κλείστε τους δέκτες, στρέψτε αλλού τα μάτια.

Τα τρολ μόνο η σιωπή μας κι η αδιαφορία μας τα σκοτώνει.