Category Archives: Βιβλία

Ε. Παπαστράτος: η απόπειρα δημιουργίας αστικής τάξης

Τα τελευταία δυο χρόνια προσπαθώ ν’ ανασυνθέσω την ιστορία της ζωής του παπού μου. Επειδή ένα μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στη δούλεψη του καπνοβιομήχανου Ευάγγελου Παπαστράτου, θεώρησα πως η πρόσφατα επανεκδοθείσα αυτοβιογραφία του τελευταίου (με τον τίτλο “Η δουλειά κι ο κόπος της”) θα μπορούσε να περιέχει κάποια στοιχεία και γι αυτό την αγόρασα και τη διάβασα σε δυό μέρες.

Έκανα λάθος. Κανένα στοιχείο για το θέμα μου δεν προέκυψε. Αλλά δεν μετάνοιωσα. Γιατί είδα να ξετυλίγεται μπροστά μου η ιστορία της αναρρίχησης στην αστική τάξη ενός απλού χωριατόπαιδου με βασικό εργαλείο αυτό που λέει κι ο τίτλος: την δουλειά και τον κόπο που τη συνοδεύει.

Ο Ε. Παπαστράτος δεν ανήκε στην συνήθη χορεία πλουσίων που έχουμε συνηθίσει: εφοπλιστών ή τραπεζιτών της ομογένειας. Ούτε προερχόταν από κάποια παλιά εύπορη οικογένεια, ούτε είχε ιστορικές καταβολές από κάποιον αγωνιστή του ’21 για να μπορεί να τις μεταφράζει σε πολιτικά προνόμια. Ήταν ο πιο μικρός γυιός μιας σχετικά άπορης οικογένειας με πέντε παιδιά: τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι.

Παρότι τα δυό μεγαλύτερα αδέλφια του κατάφεραν να σπουδάσουν,  ο ίδιος κι ο αμέσως μεγαλύτερος αδελφός του μπήκαν στο μεροκάματο από την πολύ φρέσκια ηλικία των 12 ετών.  Οι γραμματικές τους γνώσεις συνεπώς ήταν στοιχειώδεις.  Αυτό δεν τον εμπόδισε να διακριθεί από πολύ νωρίς στη δουλειά του κι όταν ήταν μόλις 21 ετών να είναι ένας από τους πιο καλοπληρωμένους υπαλλήλους της γενέτειράς του, του Αγρινίου. Σ’ αυτή όμως την ηλικία αποφάσισε πως ήθελε να κάνει κάτι δικό του και, δανειζόμενος ένα κεφάλαιο 3000 δρχ. και συνεταιριζόμενος με ένα πιο μεγάλο σε ηλικία έμπορο, ξεκίνησε την πρώτη του εμπορική δραστηριότητα που κράτησε ως το τέλος των βαλκανικών πολέμων, οπότε κι ο συνέταιρος του απεβίωσε.

Η βασική δραστηριότητα της εταιρείας του ήταν το καπνεμπόριο το οποίο ο Παπαστράτος κατόρθωσε ν’ αναβαπτίσει και ν’ αυξήσει σε αξία με δύο βασικές δράσεις του: την επικέντρωση στη βελτίωση της συλλογής και της επεξεργασίας των καπνών ούτως ώστε να παραδίδονται καθαρώτερα, ομογενή και αναλοίωτα στους πελάτες του και την εξωστρέφεια. Με όπλο την αναβαπτισμένη ποιότητα κινήθηκε εκτός Ελλάδος για να βρει αγορές στις Ολλανδία και Γερμανία αλλά και στην Αίγυπτο κάτι που το κατάφερε και με τη συνδρομή διαφόρων Ελλήνων της διασποράς.

Εν τω μεταξύ κατόρθωσε να εντάξει στο δυναμικό της εταιρείας του όλους τους μεγαλύτερους αδελφούς του και να δημιουργήσει μια σεβαστή περιουσία από την καπνεμπορική του δραστηριότητα που επέκτεινε πέραν του Αγρινίου σε όλη την παλαιά και νέα Ελλάδα.

Το 1930 οι αδελφοί Παπαστράτου δημιούργησαν μια πρότυπη καπνοβιομηχανία στα πρότυπα αναλόγων που είχε δει ο Ευάγγελος στην Γερμανία. Η βιομηχανία αυτή έζησε μέχρι το 2003 οπότε κι εξαγοράστηκε από την Philip Morris.

Το ενδιαφέρον της πορείας του Παπαστράτου είναι η μετάβαση από το εμπόριο ενός αγροτικού προϊόντος στη δημιουργία μιας βιομηχανίας. Σε διάφορα σημεία του βιβλίου αναφέρει αυτή την εξέλιξη ως πλήγμα στα οικονομικά του αλλά συγχρόνως και κάτι για το οποίο δεν μετάνοιωσε ποτέ.  Γιατί, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις αστών της Δύσης, το χρήμα δεν είναι το μόνο ή το όλο κίνητρο. Ο Παπαστράτος εμφορείται από μια εθνική ιδέα: αρχικά την διάδοση κι επικράτηση των ελληνικών καπνών στο εξωτερικό, κι αργότερα της προόδου που συμβολίζει η βιομηχανία και μάλιστα μια βιομηχανία μοντέρνα και πρότυπη για τον κλάδο της, όπως μαρτυρούσε το εργοστάσιο που έχτισε στον Πειραιά.

Αυτή η πορεία δημιουργίας αστικού κεφαλαίου που δεν σχετίζεται με σκέτα μεταπρατική δραστηριότητα (όπως π.χ. ήταν το εμπόριο της Σύρας ή το σιτεμπόριο από τις παραευξείνιες περιοχές που ‘έχτισε’ τον ελληνικό εφοπλισμό), αλλά που πατάει πάνω στην ντόπια αγροτική παραγωγή κι έχει βλέψεις εξαγωγικές, είναι μια από τις λίγες υγιείς κινήσεις σχηματισμού μιας πραγματικά ελληνικής αστικής τάξης κι αστικής νοοτροπίας, χωρίς εξάρτηση από πολιτικούς φαβοριτισμούς ή δοσοληψίες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλά σημεία του βιβλίου ο σε γενικές γραμμές κάπως ξερός και λίγο συμβατικός λόγος του Παπαστράτου καταφέρεται με αρκετή ειλικρίνεια κατά της ελληνικής γραφειοκρατίας, της κομματικής νοοτροπίας και, σε 1-2 περιπτώσεις,  του λαϊκισμού.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του Παπαστράτου, που και πάλι προσομοιάζει στα ιδεοτυπικά χαρακτηριστικά της πρώιμης αστικής τάξης, είναι η φιλομάθεια κι η διάθεση για καινοτομία. Μια φιλομάθεια καθαρά προσανατολισμένη στους σκοπούς της επιχειρηματικής του δράσης: διδάχτηκε σε μεγάλη ηλικία διαδοχικά Γαλλικά, Γερμανικά κι Αγγλικά. Και μια καινοτομία αντίστοιχη, αφού αφορούσε εφευρέσεις και διαδικασίες που βελτίωναν την επεξεργασία των καπνών και την παραγωγή τσιγάρων.

Πολιτικά το Παπαστράτος δεν είναι ξεκάθαρος: η οικογένεια του ήταν Τρικουπική, όπως ομολογεί ο ίδιος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναφέρεται με θαυμασμό και σεβασμό στο βιβλίο αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν κι αντίστοιχες ενδείξεις σεβασμού προς μέλη της βασιλικής οικογένειας και μια περίεργη αναφορά στην τάξη που επικράτησε επί Μεταξά παρά την απώλεια των ελευθεριών.

Για τα αισθηματά του απέναντι στους αντάρτες του ΕΑΜ είναι σαφώς πιο ξεκάθαρος (:αντίθετος) κάτι που ίσως να δικαιολογείται από τον εγκλεισμό του στο διαμέρισμα του για μέρες κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, όπου οι σφαίρες έβρισκαν πολλές φορές τον δρόμο τους προς τα δωμάτια της πρόσοψης του επί της Λεωφόρου Αμαλίας διαμερίσματός του. Σ’ αυτή ακριβώς την περίοδο είναι που αρχίζει ν’ αναπολεί τη ζωή του κι ολοκληρώνει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του το οποίο τελικά θα εκδώσει στις αρχές του ’60.

Αντίστοιχες περιπέτειες είχε υποστεί και το εργοστάσιο στον Πειραιά, το οποίο καταλήφθηκε για μια περίοδο, λεηλατήθηκε και τελικά βομβαρδίστηκε αλλά όχι σε σημείο ολικής καταστροφής.

Έχω εκφράσει πολλές φορές δημόσια κι ιδιωτικά την άποψη ότι η Ελλάδα ποτέ δεν απέκτησε αστική τάξη. Αυτό που έχουμε συνηθίσει ν’ αποκαλούμε αστική τάξη είναι όσοους κατέχουν πλούτο με κάποιο τρόπο. Ο πλούτος όμως αυτός αποκτήθηκε είτε με πολιτικές εύνοιες, είτε είχε φεουδαλική μορφή (:γη ή σπίτια προς εκμετάλλευση), είτε αφορούσε εμπόριο που διεξαγόταν κυρίως εκτός ελληνικών συνόρων, είτε, τέλος, ήταν πλούτος χρηματοοικονομικός. Η μόνη γνήσια παραγωγική δραστηριότητα στα πρώτα 100 χρόνια του νέου ελληνικού κράτους ήταν η αγροτική δραστηριότητα. Κι αν πρόκειτο να πηγάσει ποτέ μια βιομηχανία σ’ αυτό τον τόπο θα έπρεπε κατά κύριο λόγο να πατήσει πάνω στην αγροτική παραγωγή, να την επεξεργαστεί, να την διαφοροποιήσει και να την αναβαθμίσει. Σ’ αυτή ακριβώς τη γραμμή κινήθηκε ο Παπαστράτος -κι αργότερα οι μεγάλες κλωστουφαντουργίες όπως η Πειραϊκή Πατραϊκή. Κι αυτό το αστικό πείραμα όμως απέτυχε αφού η βιομηχανία του δεν υπήρξε ποτέ κερδοφόρα και τελικά υποχώρησε στην ασφυκτική πίεση των ξένων τσιγάρων. Το γιατί δεν είναι του παρόντος αλλά μια εξήγηση θα μπορούσε ν’ αφορά την οικογενειακή δομή της ελληνικής βιομηχανίας που δεν κατορθώνει να δημιουργήσει το στελεχιακό δυναμικό που θα τη βοηθήσει να σταθεί επάξια στον εκτός Ελλάδος ανταγωνισμό. Γιατί τελικά ότι δεν καταφέρνει να ζήσει κι εκτός Ελλάδος αργά ή γρήγορα πεθαίνει κι εντός.

Διάβασα: European Founders at Work

Πριν μερικές βδομάδες είχα μια ασυνήθιστη πρόταση μέσω twitter: να διαβάσω και να γράψω μια κριτική για το “European Founders at Work”.

Ο άνθρωπος που μου την έκανε ήταν ο συγγραφέας του βιβλίου, ο Πορτογάλος Pedro Gairifo Santos:

 

 

Απάντησα πως, ναι, θα μ΄ενδιέφερε (μόνο και μόνο λόγω του θέματος) αλλά ότι θα ήθελα να γράψω την κριτική στα Ελληνικά γιατί μόνο σ’ αυτό το blog γράφω κριτικές βιβλίων. Έθεσα κι έναν άλλον όρο: να πάρω το βιβλίο σε μορφή ebook. Ο PGS συμφώνησε και μετά από λίγες μέρες το έλαβα με email.

Η αλήθεια είναι  πως, τότε, είχα λίγη όρεξη για διάβασμα κι έτσι καθυστέρησα να ξεκινήσω μέχρι τα μέσα του Ιουνίου, οπότε, επειδή καθηλώθηκα στο σπίτι μου λόγω της μέσης μου, έχοντας πλέον άφθονο χρόνο, άρχισα να το διαβάζω σιγά σιγά. Το τέλειωσα μόλις χτες.
Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από ένα παλιότερο αμερικάνικο με το ίδιο θέμα, το Founders at Work: Stories of Startups’ Early Days της Jessica Livingston που δεν έχω διαβάσει.

Στην πραγματικότητα είναι μια συρραφή συνεντεύξεων που, εικάζω, πρέπει να έγιναν τηλεφωνικά (ή με Skype ή κάτι τέτοιο)  ιδρυτών γνωστών startup της Ευρώπης.

Παρότι αυτή η μορφή κειμένου (:μεταφορά προφορικού λόγου σε γραπτό) μου είναι λίγο απωθητική, η υποκείμενη ύλη (οι ιστορίες της δημιουργίας των startup, η πορεία προς την επιτυχία, τα προβλήματα και οι επιμονή των ιδρυτών κτλ) γρήγορα με απορρόφησε.Πάντως, αν ήμουν στη θέση του Santos, θα επεξεργαζόμουν πολύ αυτές τις συνεντέξεις και θα τις μετέτρεπα σε ιστορίες, κρατώντας μόνο τα πιο δυνατά σημεία του διαλόγου. Αλλά αυτό είναι θέμα προσωπικής προτίμησης.

Οι συνεντεύξεις είναι 20 τον αριθμό κι αφορούν αντίστοιχα startup ή σχετικές πρωτοβουλίες (π.χ. η συνέντευξη με την Resma Sohoni, συνιδρύτριας του Seedcamp, δεν αφορά ένα startup αλλά ένα startup accelerator, τον γνωστότερο στην Ευρώπη).

Καθώς περνούσα από τη μια συνέντευξη στην άλλη ένοιωθα συνεχώς ένα αίσθημα αύξουσας οικειότητας.Για δυό λόγους:

  • Ο πρώτος ήταν γιατί ‘ανακάλυπτα’ υπηρεσίες και προϊόντα που γνώριζα, χρησιμοποιούσα κι αγαπούσα (όπως amiando, last.fm, soundcloud, shazam, balsamiq, moo cards κ.α.) και που, κατά κάποιο τρόπο, έχουν σημαδέψει την web 2.0 διαδρομή μου από το 2006 ως σήμερα.
  • Ο δεύτερος ήταν γιατί, επίσης, ‘ανακάλυπτα’ ανθρώπους και πρωτοβουλίες που έχουν βάλει τη σφραγίδα τους στη δημιουργία startup κουλτούρας στην Ευρώπη, όπως ο Saul Klein, συνιδρυτής κι αυτός του SeedCamp αλλά κι εμπνευστής του OpenCoffee, ο Loic le Meur, που τα τελευταία τέσσερα χρόνια βλέπω από κοντά στο LeWeb στο Παρίσι,ή o Boris Veldhuijzen van Zanten, συνιδριτής του The Next Web, που πρωτοσυνάντησα στην Ίο στο δεύτερο Ελληνικό blogger’s camp, και συναντάω έκτοτε σε διάφορα συνέδρια ανά την Ευρώπη.

Ένα στοιχείο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν ο ισχυρισμός των ιδρυτών του Xing, του Αmiando και του DailyMotion ότι δεν ήταν κλόνοι, όπως φανταζόμουν, των LinkedIn, EventBrite και Youtube αντιστοίχως, αλλά ότι είτε ήταν αυτοί που πρώτοι εφάρμοσαν την ιδέα και τ’ αμερικάνικα startup τους αντέγραψαν (Xing, Amiando), είτε ότι ανέπτυσαν σχεδόν παράλληλα την υπηρεσία τους (DailyMotion).

Άλλο σημείο που μου κίνησε το ενδιαφέρον ήταν η πρωτοκαθεδρία της Ευρώπης στα startup που έχουν σχέση με ήχο: Last.fm (και το Spotify που δεν παρουσιάζεται στο βιβλίο), Shazam και SoundCloud ήταν μπροστά και πριν απ’ οτιδήποτε αντίστοιχο της πέραν όχθης του Ατλαντικού. Αυτό δεν αναφέρεται ρητά πουθενά, αλλά αρκεί λίγο να γνωρίζεις τα σχετικά για να το συμπεράνεις.

Τρίτο σημείο ενδιαφέροντος: το προφίλ των Ευρωπαίων founders δεν είναι το ίδιο με το αντίστοιχο που έχουμε συνηθίσει από την Silicon Valley. Πολλοί προέρχονται από το χώρο του μάρκετιν και των πωλήσεων ή ακόμα κι από πιο θεωρητικές σπουδές (όπως π.χ. φιλοσοφία) πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με την στερεότυπη εικόνα του wiz computer kid  που έχουμε συνηθίσει ή εκπαιδευτεί να θεωρούμε ότι είναι οι startup founders.

Τέλος, υπάρχουν και δυο τρεις ιστορίες από startup των 90s.  Η μια  απ’ αυτές είναι της Business Objects που θυμάμαι πολύ καλά από τις μέρες μου στην Oracle,  όπου συχνά τη συναντούσαμε σαν ανταγωνιστή στην προϊοντική κατηγορία Business Intelligence, και συχνά μας έπαιρνε τα deals. Η Business Objects πρέπει να είναι και το μεγαλύτερο exit Ευρωπαϊκού startup αφού εξαγοράστηκε από την επίσης Ευρωπαϊκή SAP προς 6.8 δις δολάρια.

Εν κατακλείδι, το βιβλίο νομίζω αξίζει να διαβαστεί απ’ όσους ενδιαφέρονται για, ασχολούνται με ή ονειρεύονται startups. Αν μη για τι άλλο, για το ότι κάνει προσιτή την Ευρωπαϊκή γειτονιά (γιατί περί αυτού πρόκειται) και αποδομεί την επιχειρηματική προσπάθεια σε μερικά βασικά μοτίβα, που αναφέρουν επαναληπτικά σχεδόν όλοι οι ιδρυτές. Αλλά αυτά σας αφήνω να τ’ ανακαλύψετε μόνοι σας.

Διαβάζοντας Ιστορία

Πριν μερικές μέρες, χωρίς, ως συνήθως, να θυμάμαι πως και γιατί, έπιασα να διαβάζω το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη “Εμμανουήλ Ξάνθος”. Το βιβλίο επιχειρεί μια αναδίφηση των γραπτών του ενός από τους τρεις πρωτεργάτες της Φιλικής, και, μέσα απ΄ αυτήν, μια έμμεση εξιστόρηση των 7 χρόνων από την ίδρυση της Εταιρείας ως το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821.

Όταν ξαναμελετάς ένα θέμα από χρονική απόσταση (έχουν περάσει χρόνια από τότε που διάβασα κάτι για το ’21) η εν τω μεταξύ ενσκήψασα λήθη ελευθερώνει τη ματιά από τους αυτοματισμούς της και μπορείς να δεις πρόσωπα και πράγματα κάτω από ένα νέο φως. Κάτι που επιτρέπει την έκπληξη για το γνωστό.

Ποιά ήταν αυτή η έκπληξη; Δεν ήταν μία. Ήταν πολλές.

Πρώτ’ απ’ όλα η συνειδητοποίηση ότι αυτή η συνομωτική οργάνωση με το άστοχο όνομα ήταν ο οργανωτής μιας επανάστασης στην οποία οφείλουμε το ελεύθερο κράτος στο οποίο ζούμε. Το ‘οργανωτής επανάστασης‘ είναι πιο εντυπωσιακό απ’ όσο ακούγεται. Γιατί οι τρεις φιλικοί (Σκουφάς, Τσακάλωφ, Ξάνθος) που συνέλαβαν την ιδέα και την έθεσαν σε εκτέλεση ήταν και χαμηλής μόρφωσης και περιορισμένων ικανοτήτων και ταπεινής κοινωνικής καταγωγής και, ίσως το σπουδαιότερο, ουσιαστικά φτωχοί. Το όλο εγχείρημα, εξεταζόμενο από την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, δεν φαίνεται απλώς παράτολμο ή καθαυτό αδύνατο. Φαίνεται χαζό. Σα μια στιγμιαία ξιπασιά τριών φουκαράδων. Κι η ιστορία των 3-4 πρώτων χρόνων της Φιλικής το επιβεβαιώνει: αδράνεια, αποτυχίες να πείσουν και να μυήσουν, απόρριψη από τον Καποδίστρια (“ελεεινούς εμποροϋπαλλήλους” τους είχε αποκαλέσει) κ.α.

Δεύτερον, η χρονική περίοδος. Η απολύτως χειρότερη. Μόλις έχει ηττηθεί ο Ναπολέων κι έχει σχηματιστεί η Ιερά Συμμαχία (μεταξύ Ρωσίας, Αυστρίας, Πρωσίας) που σκοπόν θέτει να καταπνίγει κάθε νέο κίνημα εμπνεόμενο από τις ιδέες της Γαλλικής και της Αμερικάνικης επανάστασης. Αυτή τη συγκυρία την αντιλαμβάνεται πολύ καλά ο τότε υπουργός εξωτερικών του τσάρου Ιωάννης Καποδίστριας και γι αυτό αρνείται κατηγορηματικά κάθε ανάμιξη στη Φιλική.

Τρίτον, η χρήση ενός ψέμματος σαν του κυριώτερου στοιχείου δελεασμού νέων μελών: πως η μυστηριώδης κεφαλή της εταιρείας δεν είναι παρά ο Τσάρος κι η Ρωσία και, συνεπώς, πως θα τύχουν της συνδρομής τους. Το ψέμμα αυτό γίνεται μετά το 1818 όλο και πιο πιεστικό καθώς μεγαλώνει η εταιρεία και τα μέλη ζητούν επίμονα να μάθουν την αλήθεια.

Τέταρτο, η ηθική χαλαρότητα: από τις διαθέσιμες πηγές για την Ιστορία της Φιλικής είναι φανερό πως το ταμείο της, που τόσο δύσκολα γέμιζε από τις δωρεές μελών, άδειαζε γρήγορα προς ιδιοτελείς τσέπες ή ανώφελες δαπάνες.

Πέμπτο, η στρατιωτική απειρία: η εταιρεία ετοιμάζει επανάσταση και για αρκετό καιρό δεν διαθέτει ούτε μια σφαίρα, ούτε ένα στρατιωτικό. Οι ‘εμποροϋπάλληλοι’ βέβαια κάθε άλλο παρά εμπειροπόλεμοι κι αξιόμαχοι είναι.

Έκτο, οι εσωτερικές ασυμφωνίες κι έριδες. Ο Παπαγιώργης παραθέτει στο βιβλίο δεκάδες αποσπάσματα από απομνημονεύματα, αυτοβιογραφίες κι επιστολές των πρωτεργατών και των μελών, μέσα από τα οποία αναδύεται μια διόλου κολακευτική εικόνα. Όλοι μισούν και φοβούνται όλους. Μέχρι κι εκκαθαρίσεις μελών γίνονται (Γαλάτης) για το φόβο της προδοσίας.

Σταματάω εδώ γιατί θα νομίσετε ότι σκοπός μου είναι η αποδόμηση.

Κι όμως.Είναι ακριβώς το αντίθετο.

Τα παραπάνω τ’ ανέφερα για να λειτουργήσουν, να το πω μουσικά, σαν αντίστιξη στο γεγονός ότι αυτή η εταιρεία τελικά καταφέρνει να μυήσει στην ιδέα του ξεσηκωμού το μεγαλύτερο μέρος της Ρωμιοσύνης και σίγουρα όλη την λόγια κι αστική της τάξη.

Καταφέρνει επίσης, με πρωτοβουλία και μόνο του Ξάνθου, να βρει τελικά έναν αρχηγό (τον Αλέξανδρο Υψηλάντη) και να δρομολογήσει την επανάσταση. Against all odds.

Πως; Ειλικρινά δεν το κατάλαβα.

Κι επιπλέον δεν ήταν η επανάσταση της (αυτή του Υψηλάντη στο Ιάσιο) εκείνη που εξαπλώθηκε, αλλά μια δεύτερη, η επανάσταση στην Πελοπόννησο, επήρρεια κι απότοκο της πρώτης.

Ο Σκουφάς πεθαίνει πριν την επανάσταση.

Ο Ξάνθος βρίσκεται με το πέρας της στη Μολδοβλαχία όπου και θα έμενε δια βίου αν δεν εξαναγκαζόταν να γυρίσει στην Ελλάδα, παρότι πάμπτωχος, μόνο και μόνο για να υπερασπίσει την υπόληψη του απέναντι στην ατιμωτική γι αυτόν Ιστορία της Φιλικής που έχει δημοσιεύσει ο Φιλήμων. Συγγράφει έτσι τ’ απομνημονευματά του και γίνεται άθελα του ο κύριος ιστορικός της Φιλικής.

Ο Τσακάλωφ, μετά το πέρας του αγώνα της ανεξαρτησίας, πικραμένος κι αηδιασμένος, πηγαίνει στη Μόσχα και δεν επιστρέφει ποτέ.

Ξεχνιούνται γρήγορα οι Φιλικοί αφού έχουν πριν πέσει σ’ ανυποληψία. Υπάρχει κάτι το θλιβερό σ’ αυτό. Ζωές που αφιερώθηκαν κι αναλώθηκαν στον αγώνα και πήραν ελάχιστα πίσω.

Αλλά το δίδαγμα είναι άλλο. Κι έχει σχέση και με το σήμερα: η πρόβλεψη στην Ιστορία είναι αδύνατη. Τ’ αντικειμενικά δεδομένα θα ‘πρεπε να έχουν οδηγήσει την Φιλική και τον Ελληνισμό σε μια ακόμα καταστροφή. Έγινε το αντίθετο. Πως; Όχι με τις στρατιωτικές επιτυχίες, που ήταν υπαρκτές και πολλές στην αρχή, αλλά με των αντίκτυπο των θυσιών (:σφαγές Χίου, Ψαρών κτλ) στην Ευρώπη. Οι θυσίες  ήταν που επηρέασαν τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών κι επέτρεψαν σε πολιτικούς τους που διαφωνούσαν με την Ιερά Συμμαχία  ν’ αλλάξουν ρότα και να συμφωνήσουν στη δημιουργία και τη στήριξη του νεώτερου ελληνικού κράτους. Η ανεξαρτησία κι η ελευθερία κερδήθηκαν. Μπορεί να μην κερδήθηκαν στο πεδίο των μαχών αλλά κερδήθηκαν με δαπάνη ζωών.

Θα μου πείτε Αγγλία, δάνεια, εξάρτηση κτλ.

Εγώ ξέρω μόνο πως ζω σχετικά ελεύθερος και σε πολύ καλύτερη μοίρα από πολύ μεγάλο ποσοστό του πλανήτη. Κι αν όλα τώρα φαίνονται μαύρα, όλα αλλάζουν, όλα είναι δυνατά κι η ελπίδα, σαν άνοιξη, πάντα επιστρέφει.

Η πόλη των φαντασμάτων

Ομολογώ νοιώθω μια αμηχανία. Δεν έχω απ’ όσο θυμάμαι ξαναγράψει ποστ για ιστορικό βιβλίο. Και η Θεσσαλονίκη του Μark Mazower είναι ένα βιβλίο που καλύπτει την ιστορία της πόλης από την ίδρυση της, στα πρώτα χρόνια μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, ως σήμερα.

Παρότι πάντα μ’ άρεσε η ιστορία, δεν έχω επαρκείς γνώσεις για να εκφέρω άποψη, ειδικά για ένα θέμα όπως η Θεσσαλονίκη που το γνωρίζω ελάχιστα. Για αυτό τα όσα ακολουθούν θα πάρουν εξ ανάγκης τοις μετρητοίς την ιστορική ύλη του βιβλίου και θα πατήσουν σ’ αυτήν σαν να είναι αλήθεια. Και λέω “σαν να ήταν αλήθεια” όχι γιατί την αμφισβητώ αλλά γιατί δεν μπορώ να την αμφισβητήσω. Αφήνω τον πιθανό αντίλογο λοιπόν σε άλλους. Είναι οι συσχετισμοί και οι διασυνδέσεις που με κάνουν να θέλω να γράψω για το βιβλίο κι όχι η αναζήτηση μιας κάποιας ιστορικής αλήθειας.

Ένα βήμα πίσω.

Μέσα στη δίνη της κρίσης -νομίζω αυτό ισχύει γενικά- έχουμε όλοι λίγο πολύ αρχίσει να ξανασκαλίζουμε θέσεις και πράγματα που τα θεωρούσαμε δεδομένα ή που δεν μας απασχόλησαν ποτέ. Η πιο κοινή περίπτωση είναι οι αναδρομές στην πρόσφατη μεταπολιτευτική ιστορία του τόπου κι η αναζήτηση των οικονομικών κι άλλων αιτίων που μας έφεραν στο σήμερα.

Αναλόγως όμως του πόσο πολύ θέλει κανείς να ξετυλίξει το κουβάρι, μπορεί να καταλήξει σε γρήγορα συμπεράσματα ή να χαθεί σ’ ένα λαβύρινθο όπου η ιστορία δεν θα είναι ο μόνος Μινώταυρος.

Ανήκω σ’ αυτούς του λαβύρινθου. Έχω προσπαθήσει όμως να  οριοθετήσω το ενδιαφέρον μου στο νεώτερο ελληνικό κράτος. Και για λόγους οικονομίας (pun intended),  και γιατί δεν πιστεύω στην οργανική συνέχεια από τη αρχαιότητα ως σήμερα, στο βαθμό τουλάχιστον που μια τέτοια συνέχεια επιδιώκει να συνιστά σοβαρά εξηγητικό σχήμα για το τι συμβαίνει σήμερα.

Οι πεντακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες του βιβλίου του Mazower, ρίχνουν το βάρος τους τους πάνω κάτω την  ίδια χρονική περίοδο.  Υπάρχει όμως ένα προγενέστερο σημείο που είναι καθοριστικό στην όλη αφήγηση αλλά κι αποτελεί τον λόγο της εξέλιξης και της μετέπεια διαμόρφωσης της πόλης: η κατάληψη από τους Τούρκους το 1430.

Σ’ αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη προέβαλε μακροχρόνια αντίσταση στους πολιορκητές Οθωμανούς. Κι όπως ήταν ο κανόνας τότε, όποια πόλη δεν παραδινόταν οικειοθελώς, γινόταν αντικείμενο πλήρους λεηλασίας κι εξανδραποδισμού. Το 1430 στη Θεσσαλονίκη, που μέχρι τότε ήταν μια  καθαρά ελληνική, με ιστορική συνέχεια, πόλη,  το ελληνικό στοιχείο σχεδόν αφανίζεται. Για λίγα χρόνια η πόλη μένει μισοερημωμένη με πλειοψηφούν στοιχείο τους νέους μωαμεθανούς κατακτητές που δεν αρκούν όμως για να της δώσουν την παλιά ζωή κι αίγλη της.

Η ανάγκη συμπλήρωσης του ενεργού πληθυσμού της πόλης καλύπτεται μ΄αναπάντεχο τρόπο: με Εβραίους που έρχονται στην Οθωμανική αυτοκρατορία από την Ισπανία και την Πορτογαλία για ν’ αποφύγουν τον εκεί διωγμό τους. Έτσι στα τέλη του 15ου αιώνα, στην Θεσσαλονίκη εγκαθίσταται ένας λάος που δεν έχει ούτε ιστορική, ούτε θρησκευτική, ούτε καν γλωσσική σχέση (οι Εβραίοι αυτοί μιλούν Ισπανικά και Πορτογαλικά) και για πολλούς αιώνες αποτελεί το πολυπληθέστερο κομμάτι της πόλης.

Κι αυτό είναι το στοιχείο της ιστορίας της Θεσσαλονίκης που της δίνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της και το μοναδικό ανθρώπινο μίγμα που όμοιο του δεν έχει η Οθωμανική αυτοκρατορία.

Η Θεσσαλονίκη που ξέρουμε σήμερα ‘γεννήθηκε’ το 1912 με την κατάκτηση της από τον ελληνικό στρατό. Η αρχιτεκτονική και την πολεοδομική μεταμόρφωση της ήλθε απότομα σαν αποτέλεσμα της φωτιάς του 1917 που εξαφάνισε το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς πόλης. Στα ερείπια της χαράχθηκε μια μοντέρνα ευρωπαϊκή πόλη, με λεωφόρους και οικοδομικά τετράγωνα γαλλικής έμπνευσης αλλά ελληνικής τελικά εκτέλεσης.

Πληθυσμιακά η Θεσσαλονίκη του σήμερα είναι παιδί του 1922. Η συνθήκη της Λωζάνης και η πρωτοφανής συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών και η προηγηθείσα Μικρασιατική καταστροφή ήταν που έφεραν στα χώματα της χιλιάδες εξαθλιωμένους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη αλλά κι έδιωξαν όλο σχεδόν τον Μουσουλμανικό πληθυσμό της, όπως και της λοιπής  Μακεδονίας.

Την τελική σφραγίδα στη αλλαγή της εθνολογικής σύνθεσης του πληθυσμού της την έφεραν οι Γερμανοί το 1943 με την μαζική εξόντωση των 45-50 χιλιάδων Εβραίων της.

Το 2010 είχα επισκεφτεί για πολύ λίγο τη Σμύρνη.  Τολμώ να πω ότι δεν μου έκανε καμιά απολύτως εντύπωση. Ήταν μια άλλη πόλη. Άλλη από την πόλη που είχα ακούσει, διαβάσει και δει στις ιστορικές αφηγήσεις των προσφύγων και των Μικρασιατικής προέλευσης λογοτεχνών. Αν δεν έβλεπα τούρκικες σημαίες και πορταίτα του Κεμάλ, κι αν δεν άκουγα τον κόσμο στους δρόμους να μιλά Τουρκικά, θα δυσκολευόμουν να την τοποθετήσω στο χάρτη. Θα μπορούσε να είναι ελληνική, να βρίσκεται κάπου στο Λίβανο ή να την περάσεις για την Τεργέστη. Ό,τι στοιχείο της έδινε την εικόνα και το χρώμα που μας μετέφεραν οι πρόσφυγες, έγινε παρανάλωμα της μεγάλης φωτιάς του 1922, κι ό,τι έμεινε το αφάνισαν οι μουσουλμάνοι έποικοι, που, σημειωτέον, πολλοί προέρχονταν από Μακεδονικά εδάφη.

Η Κωνσταντινούπολη έχει κρατήσει αρκετό από τονπαλιό χαρακτήρα και χρώμα της, αλλά έχει κι αυτή αλλάξει πολύ. Μπορεί τα κτήρια που στέγασαν τα διάφορα μιλιέτ να υπάρχουν ακόμα (αν κι η δημοτική αρχή εκεί επιδίδεται σε μια συστηματική αφάνιση τους) αλλά τα μιλιέτ τα ίδια όχι.

Οι τρεις μεγάλες πολυεθνικές μητροπόλεις της παλιάς Οθωμανικές αυτοκρατορίας, με την άνοδο των εθνικών κρατών και των εθνικισμών, άλλαξαν το χαρακτήρα τους κι αφάνισαν ή αφανίζουν το κομμάτι εκείνο της ιστορίας τους που στέκεται άβολα στην εθνική αφήγηση.

Αυτός ο παλιός χαρακτήρας κι οι άνθρωποι που τον διαμόρφωσαν, πολλά χρόνια πια χαμένοι, είναι τα φαντάσματα στα οποία αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου του Mazower.

Η Θεσσαλονίκη φέτος συμπληρώνει ένα αιώνα υπαγωγής στο ελληνικό κράτος. Αν συγκρίνει κανείς τις πριν το 1912 συνθέσεις τους ήταν λιγότερο ελληνική από τη Σμύρνη κι ίσως από κι από την Κωνσταντινούπολη. Κι όμως η μοίρα το έφερε να είναι αυτή  η μόνη από τις τρεις οθωμανικές μητροπόλεις  που ακολούθησε τα βήματα του ελληνικού κράτους ως το σήμερα. Κι αυτό με κάνει να θεωρώ αλλιώς το ακανθώδες ζήτημα του ελληνισμού που λέγεται “χαμένες πατρίδες”. Δεν υπάρχουν μόνο χαμένες πατρίδες αλλά και κερδισμένες. Και δεν υπάρχει μόνο νοσταλγία εκ δυσμών προς ανατολάς αλλά κι αντίστροφα. Κι ίσως εκεί να είναι μια ευκαιρία για το μέλλον. Η όποια ανάκτηση των χαμένων πατρίδων δεν μπορεί να γίνει με πολεμικούς ή εθνικιστικούς όρους πλέον. Πρέπει καταρχήν να γίνει με όρους μνήμης και συνείδησης κι ύστερα μέσα από το ταξίδι και τη φυσιολογική ώσμωση.

Έχω όμως φλυαρήσει αρκετά για ιστορία κι ελάχιστα για το ίδιο το βιβλίο. Οι ποιότητες που έχω συγκρατήσει είναι η αγάπη του Mazower για το θέμα του, μια αγάπη που βγαίνει στη γλώσσα του (σχεδόν λογοτεχνική) όσο και στην αβρότητα και την κατανόηση με την οποία αφηγείται τα δύσκολα σημεία: τις μισαλλοδοξίες και τις σφαγές, τις εθνικές έριδες και τις υφαρπαγές περιουσιών. Είναι ευτύχημα ότι ο Mazower δεν είναι Έλληνας ή Τούρκος γιατί μας προσφέρει έτσι ένα αποστασιοποιημένο από εθνικές ιδεολογίες κοίταγμα στη ιστορία. Δεν ξέρω αν έχει κάποια εβραϊκή καταγωγή, κάτι για το οποίο πολλές φορές αναρωτήθηκα λόγω του ονόματος του, αλλά κι αν έχει δεν φάνηκε να τον επηρεάζει ιδιαίτερα στην κρίση του.  Πολλές φορές ένοιωσα ένα κρυφό πόνο στη διήγηση του. Ένα πόνο για ένα πλούσιο παρελθόν που έφυγε ανεπιστρεπτί. Όχι γιατί έφυγε. Έτσι κάνουν τα παρελθόντα. Αλλά γιατί έφυγε χωρίς ν’ αφήσει ‘απογόνους’.

Ο Έλληνας που δε θεωρεί δεδομένη την ταυτότητα του, θα βρει στο βιβλίο μια ευκαιρία για αυτοεξέταση κι αυτογνωσία κι ίσως μια νέα αυτοεικόνα.

Βιομηχανικές σκέψεις

Στις διακοπές μου άφησα το σώμα μου να ξεκουραστεί, του χάρισα μερικές ώρες ύπνου παραπάνω από το συνηθισμένο, αλλά τη σκέψη μου (που ταλαντεύεται ανάμεσα στα οικονομικά και την τεχνολογία, όπως και το background μου άλλωστε) δε μπόρεσα να την βγάλω από το δρόμο που ακολουθεί τα τελευταία δύο χρόνια, δρόμο που έχει ορόσημα τις εθνικές απογοητεύσεις (ντροπές, καλύτερα) που διαδέχονται η μια την άλλη.

Έτσι, τ’ αναγνώσματα των διακοπών δεν περιελάμβαναν μυθιστορήματα, αλλά βιβλία ιστορίας, οικονομίας και τεχνολογίας, καθόλου χαλαρωτικά ή ευχάριστα, αλλά όχι γι αυτό λιγότερο συναρπαστικά.

Ένα απ’ αυτά (το πρώτο βιβλίο  που έρχεται στα χέρια μου μέσω book crossing) ήταν ηλικίας δέκα ετών και βάλε, κι αναφερόταν στη ζωή ενός εφευρέτη: του James Dyson. Αν δεν έχετε ξανακούσει τον Dyson είστε ακριβώς στη θέση που ήμουν εγώ όταν ξεκίνησα το βιβλίο. Άλλο που όταν το τέλειωσα απορούσα πως δεν τον είχα ακούσει.

Πρόκειται για μια αυτοβιογραφία του, ακόμα εν ζωή, εφευρέτη της ηλεκτρικής σκούπας χωρίς σακκούλα.

“So, what’s the bid deal?” για ένα τέτοιο βιβλίο;

Τρία πράγματα:

  1. Μπορεί κανείς να διδαχτεί πολλά για το είδος και την ένταση της προσπάθειας που χρειάζεται για να στήσεις μια καινοτομική βιομηχανική επιχείρηση.
  2. Το βιβλίο προσφέρεται επίσης για εξαγωγή  συμπεράτων για χάραξη βιομηχανικής πολιτικής. Κι ειδικά τέτοιας που να μπορεί να σταθεί ανάχωμα στο κύμα που λέγεται Κίνα και φτηνά εργατικά.
  3. Το πνεύμα του Dyson  είναι το πνεύμα ενός ανθρώπου που ζει με τη χαρά της απτής δημιουργίας. Κι αυτό είναι κάτι που το έχουμε χάσει. Ή περιορίσει. Γιατί αναφερόμαστε συχνά στη δημιουργία έχοντας πάντα κατά νου καλλιτεχνικά ή πνευματικά έργα. Έργα γενικώς είτε άυλα, είτε μικρής πρακτικής χρησιμότητας.  Αλλά είναι αυτά τα ‘απτά’ που συνιστούν τον κύριο κορμό των tradeables που τόσο λείπουν από την οικονομία μας και, συνεπώς, το πνεύμα αυτής της δημιουργικότητας είναι το μεγάλο εθνικό ζητούμενο.

Πριν προχωρήσω, να κάνω μια απαραίτητη επισήμανση: επειδή το βιβλίο είναι αυτοβιογραφία, και στις αυτογραφίες όλοι έχουν μια τάση αυτο-ηρωοποίησης, χρειάζεται να διαβαστεί με κάποια αυτοσυγκράτηση στις εκτιμήσεις. Αυτό το έχω υπόψιν μου, και ότι έγραψα παραπάνω ή θ’ ακολουθήσει παρακάτω, έχει περάσει από ανάλογη κρησάρα.

Ο Dyson δεν είχε σπουδάσει μηχανικός. Designer ήταν, κι αυτό από λοξοδρόμηση, γιατί αρχικά είχε ξεκινήσει να γίνει ζωγράφος. Σας θυμίζει τίποτα; Αν σας έρχεται στο νου ο Steve Jobs, δεν πέφτετε πολύ έξω στην αναλογία σας. Γιατί η έμφαση που έδωσε στα στοιχεία λειτουργικότητας κι εμφάνισης είναι βασικός λόγος της επιτυχίας του. Μαζί με την ακατάβλητη επιμονή (περισσότερα παρακάτω) και την τελειομανία που τον διέκρινε. Παρότι δεν είναι μηχανικός, η βιογραφία του θα σταθεί μεγάλη έμπνευση στους μηχανικούς. ΄Οχι όμως στους μηχανικούς του γραφείου, αλλά αυτούς που τους αρέσει να δοκιμάζουν, να πειραματίζονται, να χτίζουν πρότυπα, να τα υποβάλουν σ’ όλων των ειδών τις δοκιμασίες και να προβλέπουν όλα τ’ απρόβλεπτα.

Για παράδειγμα, ο  Dyson λέει ότι μέχρι να φτιάξει ένα πλήρως λειτουργικό πρωτότυπο της σκούπας του, έτσι όπως το ήθελε και μ’ όλες τις λύσεις και τα χαρακτηριστικά που θεωρούσε απαραίτητα, έφτιαξε περίπου 5000 άλλα! Κι αυτά σε διάστημα 3-4 χρόνων αποκλειστικής απασχόλησης με την ανάπτυξη, μόνος, σ’ ένα κτίσμα αποθήκη δίπλα από το σπίτι του, εξαντλώντας ότι ρευστό διέθετε, δανειζόμενος, και με το βάρος μιας οικογένειας με τρία παιδιά.

Πριν τη σκούπα-χωρίς-σακκούλα, είχαν προηγηθεί δύο άλλες εφευρέσεις κι αντίστοιχες επιχειρηματικές προσπάθειες. Η πρώτη δεν ήταν αποκλειστικά δική του κι αφορούσε ένα ρηχό σκάφος ειδικών χρήσεων. Έπειτα ήλθε  ένα καροτσάκι κήπου  (το ballbarrow) που αντί για ρόδα είχε μια μπάλα κι ήταν φτιαγμένο από ειδικό ανθεκτικό πλαστικό και για να μην κάνει ζημιές όπου ακουμπάει (όπως τα σιδερένια) και για να είναι πιο ευχάριστο στην όψη.

Στις δύο αυτές προσπάθειες που καταλαμβάνουν περίπου μια δεκαετία της ζωής του, ο JD εμπέδωσε κάτι που έγινε ακρογωνιαίος λίθος της επιχειρηματικής φιλοσοφίας του: ότι ο καλύτερος πωλητής ενός προϊόντος είναι αυτός που το έχει σχεδιάσει κι είναι παθιασμένος μαζί του.

Από το 1983-4, όπου είχε πρακτικά τελειώσει την ανάπτυξη της σκούπας του, μέχρι του σημείου που θα ξεκινήσει την παραγωγή της σε δικό του εργοστάσιο, 10 χρόνια μετά, μεσολαβεί μια απίστευτη οδύσσεια που είναι το πιο εντυπωσιακό μέρος του βιβλίου: ο αγώνας να βρει κάποια άλλη εταιρεία να το παράξει. Το τι αναποδιές, αρνήσεις, διαπραγματεύσεις, μυνήσεις, δίκες, ζημιές, επιτυχίες κι αποτυχίες περιλαμβάνει αυτή η πορεία είναι πραγματικά μυθιστορηματικό. Ξεχωρίζω τα εξής πολύ διδακτικά:

  • Τη μεγαλύτερη δυσπιστία και άρνηση την αντιμετώπισε στην ίδια του τη χώρα, κι έπειτα στην Ευρώπη, καθώς το επιχείρημα που άκουγε παντού ήταν το: “αν μπορούσε να υπάρξει καλύτερη σκούπα, θα την είχε εφεύρει η Hoover”
  • Το ότι οι Αμερικάνικες εταιρείες ήταν πολύ πιο δεκτικές στη συζήτηση μαζί του αλλά τελικά κατέληγαν σε μια άρνηση.
  • Και τ’ ότι αυτοί που πρώτοι αναγνώρισαν την αξία της εφεύρεσης του ήταν οι Γιαπωνέζοι, που έβαλαν και πρώτοι τη σκούπα σε παραγωγή. Στη σχετική διήγηση το φοβερό ανέκδοτο είναι ότι ο απίστευτα τελειοθήρας Dyson παραδέχεται ότι δεν μοιάζει ούτε στο μικρό δακτυλάκι ως προς την τελειοθηρία στους γιαπωνέζους.  Αναφέρει χαρακτηριστικά πως τον ξύπναγαν μες τη νύχτα και τον κουβάλαγαν πανικόβλητοι  στο εργοστάσιο για να του δείξουν την καταστροφή που είχαν υποστεί: μια δαχτυλιά σχεδόν αόρατη πάνω σε μια κόλληση!).
Η τελική κατάληξη όμως είναι η δικαίωση: από τη στιγμή που θα θέσει σε παραγωγή τη σκούπα σε δικό του εργοστάσιο στην Αγγλία, θα χρειαστεί λιγότερο από ένα χρόνο για να κατακτήσει το 50% της αγοράς παρότι η σκούπα κοστίζει τα διπλά από τις κοινές!
Τι ήταν όμως αυτή η σκούπα και γιατί παθιάστηκε τόσο μαζί της ο Dyson; Όπως πολλά καινοτομικά προϊόντα, ήταν κάτι που προέκυψε από την περιέργεια του Dyson όταν, καθαρίζοντας το σπίτι του, διαπίστωνε ότι η ηλεκτρική του σκούπα μετά από λίγο έχανε τη δύναμη της κι έπαυε να αναρροφά τη σκόνη. Με λίγο ψάξιμο διαπίστωσε ότι αυτό οφειλόταν στην απόφραξη των πόρων της σακκούλας από τη σκόνη, κάτι που συνέβαινε σε πολύ σύντομο χρόνο. Μια ευτυχής σύμπτωση του έδωσε την ιδέα για το πως θα μπορούσε να βελτιώσει τη λειτουργία της σκούπας: έμαθε για ένα σύστημα βιομηχανικού καθαρισμού που χρησιμοποιείται για να συλλέγει σκόνες, μικροαιωρήματα κτλ και που λέγονταν κυκλώνας. Κι από κει ως το  cyclone που είναι η ψυχή του μηχανισμού της σκούπας του που καταργεί τη σακκούλα, ήταν ζήτημα ενός μόνο πειραματισμού. Στις χιλιάδες προσπάθειες που ανέφερα πιο πάνω, τελειοποίησε τη μέθοδο, έλυσε μια απειρία μιρκοπροβλήματα, βελτίωσε τις δευτερεύουσες λειτουργίες της σκούπας (το  πως κυλάει, το πως μαζεύει το καλώδιο, πως γίνεται πιο εργονομικό το κράτημα κτλ) και τελικά έφτιαξε κάτι που κατά τα φαινόμενα, λειτουργεί καλύτερα από μια παραδοσιακή σκούπα, είναι σίγουρα πιο όμορφο και απείρως πιο ανθεκτικό και που μοιάζει να προορίζεται για … διαστημική χρήση. (Μπορείτε να διαβάσετε συνοπτικά όλη την ιστορία της σκούπας στο site της εταιρείας).

Ο Dyson είναι Εγγλέζος κι όλο το βιβλίο είναι διάσπαρτο με σκέψεις, κρίσεις, προτάσεις, αφορισμούς για την βιομηχανία στην Αγγλία.

Την ποιάν;

Ναι, τη βιομηχανία, που, επί και μετά Θάτσερ, οι Άγγλοι έβγαλαν από το εθνικό CV τους, δημιουργώντας το μεγαλύτερο παράδοξο  της οικονομικής ιστορίας: η χώρα που πρωτοστάτησε στη βιομηχανική επανάσταση ν΄ αποποιείται το παρελθόν της και να βλέπει το μέλλον της στις υπηρεσίες. Δηλαδή, στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες του City, κατά κύριο λόγο. Και στις διαφημιστικές που ο Dyson αντιπαθεί χαρακτηριστικά.

Όλως περιέργως, παρόμοιοι αφορισμοί είχαν ακουστεί κι εδώ πριν κάτι χρόνια: ότι το μέλλον μας είναι στις υπηρεσίες, στις Τράπεζες κτλ. Και βέβαια αντίστοιχη αποβιομηχάνιση (της όποιας αναιμικής βιομηχανίας διαθέταμε) ζήσαμε κι εμείς στο ίδιο περίπου διάστημα αλλά γι άλλους λόγους.

Το σημαντικό για μας  στο παράδειγμα του  Dyson, είναι ότι κατόρθωσε να νικήσει αυτό που ζουν κι αναπνέουν καθημερινά όλοι οι επιχειρηματίες που προσπαθούν να κάνουν κάτι καινοτόμο στη χώρα μας: τη γενική άρνηση. Against the odds, όπως είναι κι ο υπότιτλος του βιβλίου.

Ο  Dyson, κι οι τύποι σαν τον Dyson,  λίγοι, ελάχιστοι είναι η αλήθεια, έχουν κάτι ακόμα που μου είναι ιδιαίτερα προσφιλές: καταπιάνονται με τα πάντα. Είναι αυτό που στην αναγέννηση αποκαλούσαν homo universalis. Είναι άνθρωποι που δεν πατάνε μόνο σ’ ένα πεδίο και διαπρέπουν σ’ αυτό, όπως σκληρά μας σπρώχνει να κάνουμε η στυγνή εποχή της εξειδίκευσης, αλλά διαθέτουν μια παιδεία αισθητική, εγκυκλοπαιδική και πολιτική πέραν και πάνω από την όποια τεχνική, παιδεία που τους εμπνέει και τους οδηγεί στις αποφάσεις τους και στις επιλογές τους και που, τελικά, τους ξεχωρίζει. Κι αυτή η σφραγίδα του ξεχωριστού περνάει και στα δημιουργήματα τους.

Ένας Έλληνας startuper του 19ου αιώνα

Στέφανος Ξένος

Μια κοινοτοπία που ακούμε συχνά είναι πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Αν και δεν στερείται αλήθειας η φράση, δίκαια μας κάνει ν’ αναρωτηθούμε γιατί αφού η ιστορία επαναλαμβάνεται, δεν αξιοποιούμε τη γνώση της για να την προβλέψουμε; Για ν’ αποφύγουμε κρίσεις, πολέμους, καταστροφές κι όλ’ αυτά τα συνταρακτικά που συνηθίζει να μας φέρνει σε κύκλους;
Μέχρι πριν λίγες μέρες δεν είχα καμιά απάντηση όταν, αναπάντεχα, κι όπως συνήθως γίνεται, άνευ προειδοποίησης ή κατανοητής γεννεσιουργού αιτίας, κατάλαβα το εξής απλό, απλούστατο: Η Ιστορία επαναλαμβάνεται και δεν την προβλέπουμε, απλά και μόνο γιατί δεν την ξέρουμε ή γιατί την ξεχνάμε. Κάθε νέα γενιά που έρχεται στον κόσμο έχει μηδενική ιστορική μνήμη. Θ’ αποκτήσει μόνο τη μνήμη που θα της προσδώσει το περιβάλλον και οι προσπάθειες των ίδιων των ατόμων. Κι αυτή η γνώση στο μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι ελλιπής, στρεβλωμένη και συνήθως για γεγονότα άσχετα απ΄ αυτά που πραγματικά έχουν σημασία. Συνεπώς η Ιστορία είναι καταδικασμένη να … επαναλαμβάνεται.

Εδώ και κάποιους μήνες μ’ απασχολεί, όπως πολλούς μας, το θέμα της επιβίωσης της χώρας στην παρούσα κρίση. Η απασχόληση δεν είναι καθόλου ακαδημαϊκή και θεωρητική γιατί αφορά πρώτα και κύρια την προσωπική μου επιβίωση. Στα πλαίσια αυτά, και για λόγους που δεν είναι του παρόντος, μελετάω διάφορα θέματα που έχουν να κάνουν με την επιχειρηματικότητα, μιας και τη θεωρώ στοιχείο κλειδί για την δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος, τόσο ατομικού όσο και συλλογικού.
Ειδικά τελευταία μ’ έχει απασχολήσει η ιστορία της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Έχει κάποιες ιδιαιτερότητες, κάποια χαρακτηριστικά που να την κάνουν να διαφέρει από άλλες παρόμοιων χωρών ή από τις των αναπτυγμένων; Γιατί, ας πούμε, ο κλάδος της ναυτιλίας έχει καταφέρει να είναι ένας διεθνής και πετυχημένος κλάδος σε αδιάκοπη συνέχεια διακοσίων χρόνων και κανένας άλλος κλάδος δεν έχει καν πλησιάσει σε κάτι αντίστοιχο;
Στην προσπάθεια μου να καταλάβω το θέμα, διάβασα ένα ογκωδέστατο βιβλίο της Τζελίνας Χαρλαύτη που ενώ μου έδωσε μεν πλήθος λεπτομερειών και γνώσεων, δεν με βοήθησε ιδιαίτερα στην απάντηση του παραπάνω ερωτήματος.
Καθώς οι παραδοσιακοί κλάδοι ανατρέπονται συνήθως από κάποια τεχνολογική αλλαγή, είχα ιδιαίτερα στραμμένη την προσοχή μου στο πως η ελληνική ναυτιλία απέφυγε την καταστροφή κατά την μετάβαση από το ιστίο στον ατμό (σημειωτέον, δεν την απέφυγαν όλοι: το Γαλαξίδι, κατεξοχήν ναυτική πόλη, έχασε τη δύναμη του ακριβώς από την αδυναμία να κάνει τη μετάβαση). Κι εκεί ήταν που διάβασα, για πρώτη φορά, για τον Στέφανο Ξένο και την εταρεία του την Greek and Oriental Steam Navigation Company, την πρώτη ελληνόκτητη με στόλο αποτελούμενο αποκλειστικά από ατμόπλοια.

Η αναφορά ήταν αρκετή για να μου καρφωθεί στο μυαλό κι έτσι όταν τυχαία αργότερα είδα τ’ όνομα του στα Google Books, το αναγνώρισα και κατέβασα αμέσως το βιβλίο του που έφερε τον τίτλο Depredations (επιδρομές).

Το βιβλίο είναι η προσπάθεια του να πει την ιστορία του και ν’ αποκαταστήσει τη δημόσια εικόνα του που είχε θιγεί από την αντιδικία του με την Overend, Gurney and Co. και τη χρεωκοπία του.

Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο βιβλίο (κοντά 400 σελίδες) γραμμένο σε όμορφα αγγλικά αλλά με χαλαρή δομή, κάπως φλύαρη αφήγηση στα σημεία που ο Ξένος θέλει να τονίσει το δίκιο του, παράθεση επιστολών, ισολογισμών, αποδείξεων κτλ.

Άθελα του όμως ο Ξένος γράφει έτσι το πρώτο ελληνικό business book. Και μάλιστα με αναφορά σε μια εποχή που έχει μεγάλες ομοιότητες με τη δική μας (εξ ου κι ο πρόλογος μου περί ιστορίας παραπάνω).

Εν συντομία η ιστορία του έχει ως εξής: Ο Ξένος συλλαμβάνει την ιδέα να στήσει μια μόνιμη γραμμή με το Γαλάτσι της Ρουμανίας, σταθμό φόρτωσης σιτηρών, που θ’ αποτελείται αποκλειστικά από ατμόπλοια. Ο λόγος; Η ταχύτητα κι η μεγαλύτερη τους μεταφορική ικανότητα, πράγμα που θα του έδινε πλεονέκτημα απέναντι σ’ όλους τους άλλους εμπορευόμενους με την περιοχή. Επιπλέον σκέφτεται, για να πετύχει ακόμα μεγαλύτερο πλεονέκτημα, να χρησιμοποιήσει μικρότερα ατμόπλοια με αποκλειστικό σκοπό ν’ ανεβαίνουν το Δούναβη και ν’ αγοράζουν σιτηρά από τους παραγωγούς κι όχι από τους χονδρέμπορους όπως οι υπόλοιποι, που θα μεταφορτώνουν έπειτα στα μεγάλα του ατμόπλοια στο Γαλάτσι.
Το σχέδιο είχε αξία και κάποια αρχικά ταξίδια του αποφέρουν αρκετά κέρδη.
Το μεγάλο μυστικό όμως που κατάλαβε τότε ο Ξένος και που αργότερα η ελληνόκτητη ναυτιλία το έκανε core competence, ήταν ότι με 5-6 ταξίδια το χρόνο η αξία ενός ατμόπλοιου μπορούσε ν’ αποσβεστεί στο ακέραιο.
Το δεύτερο εντυπωσιακό του εγχειρήματος, και πάλι χαρακτηριστικό που έχουν αναγάγει σε τέχνη οι έλληνες εφοπλιστές, είναι ότι αγόρασε τον εξ 24 ατμοπλοίων αποτελούμενο στόλο του, σε πολύ χαμηλές τιμές και μάλιστα σχεδόν αποκλειστικά με πίστωση.

Τι έχουμε εδώ; Μια καινοτόμα επιχειρηματική ιδέα που υλοποιείται με τη χρήση νέας τεχνολογίας (τ’ ατμόπλοια), χαρακτηριστικά που μοιάζουν πάρα πολύ σ’ ένα startup. Τι άλλο έχουμε επίσης εδώ; Την έλλειψη κεφαλαίου, πράγμα που ακόμα περισσότερο μας θυμίζει startup.

Αρχικά ο Ξένος προσπάθησε να βρει κεφάλαιο χρησιμοποιώντας έναν άλλο Έλληνα, τον Γ.Λασκαρίδη, ως τριτεγγυητή σε συναλλαγματικές που έδωσε για να πληρώσει την αξία των πλοίων του. Σταδιακά όμως διάφορες αναποδιές, η δική του απειρία και η επιλογή ακατάλληλων συνεργατών τον οδηγούν σε δυσκολία εξόφλησης των συναλλαγματικών και γι αυτό καταφεύγει σε τραπεζικό δανεισμό από την τράπεζα σταρ της εποχής, την Overend Gurney and Co.
Η τράπεζα αυτή μέτραγε τότε πάνω από μισό αιώνα ζωής κι ενώ είχε ξεκινήσει με αποκλειστικό αντικείμενο την προεξόφληση γραμματίων και συναλλαγματικών, τον καιρό του Ξένου είχε ανοιχτεί σε επενδύσεις που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε βιομηχανικής τράπεζας: σιδηροδρόμους, ναυτιλιακές γραμμές, μεταλλεία κτλ.
Τα χρέη προς αυτή την Τράπεζα, που κάποια στιγμή γίνονται υπέρογκα, θα οδηγήσουν τον Ξένο στο να χάσει τελικά την εταιρεία του.
Το εντυπωσιακό; Η Overend Gurney and Co. μετά από λίγα χρόνια (το 1866) θα χρεωκοπήσει υφιστάμενη ένα run on the bank. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι στην Αγγλία δεν υπήρξε άλλο run on the bank από τότε μέχρι το 2007 και την κατάρρευση της Northen Rock. Ο λόγος της πτώσης της Overend Gurney and Co. ανιχνεύεται στο ότι είχε πολλές μη εύκολα ρευστοποιήσιμες και μακράς απόδοσης επενδύσεις ενώ οι υποχρεώσεις της ήταν μεσοβραχυπρόθεσμες.

Για να καταλάβουμε λίγο τη μεγαλύτερη εικόνα της εποχής πρέπει να λάβουμε υπόψιν την επανάσταση της ατμομηχανής, μια τεχνολογική επανάσταση που με σιδηροδρόμους κι ατμόπλοια υποσχόταν να μικρύνει τις αποστάσεις, να φτηνήνει τις μεταφορές και να διασυνδέσει τον κόσμο (όπως κι έγινε).
Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι με την Αγγλική Αυτοκρατορία στο απόγειο της, ο κόσμος ζει το πρώτο  globalization.
Με την ασφάλεια απέναντι σε συναλλαγματικούς κινδύνους που έδινε η ρήτρα χρυσού, που είχε επικρατήσει στο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα, οι κεφαλαιούχοι της Δύσης ρίχνουν λεφτά σε δάνεια προς τρίτες χώρες που η βρεταννική κηδεμονία ή κυριαρχία προστατεύει. Αντίθετα από τα χρηματιστηριακά παιχνίδια του σήμερα, τα λεφτά αυτά πάνε κυρίως σε υποδομές και μεγάλης πνοής έργα.
Το κερασάκι της τούρτας της εποχής είναι μια τρέλα χρηματιστηρίου: μεταξύ 1864 και 1866 δεκάδες Περιορισμένης Ευθύνης (Limited) εταιρείες δημιουργούνται και κάνουν την εισαγωγή τους στο Αγγλικό Χρηματιστήριο αντλώντας κεφάλαια από ένα κοινό διψασμένο για εύκολο πλουτισμό. Εταιρείες σαπάκια μετατρέπονται δια της εισαγωγής σε αστέρες και βλέπουν την τιμή των μετοχών τους να εκτοξεύονται για να ακολουθήσει νομοτελειακά η απότομη πτώση.
Η Overend προσπαθώντας ν’ αποφύγει την πτώχευση, παίζει κι αυτό το χαρτί, γίνεται Limited κι αντλεί ρευστότητα από την κεφαλαιαγορά που όμως δεν στέκεται ικανή ν’ αποτρέψει το μοιραίο.

Ο Ξένος δημοσιεύει το Depredations το 1869 κι έτσι έχει την άνεση να ισχυρίζεται ότι είχε προβλέψει αυτή την πτώση. Αντλεί μάλιστα τον τίτλο depredations από μια φράση ενός εκ των μετόχων της Τράπεζας που χαρακτήριζε τις πράξεις του ως ‘επιδρομές’.
Μέσα από τις σελίδες του Depredations όλος αυτός ο Βικτωριανός κόσμος, παρότι δεν είναι στο κέντρο της σκηνής, πάλλεται και ζει. Κι αυτό που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι πως μέσα από την αφήγηση ενός Έλληνα, δεν μοιάζει καθόλου ξένος και μακρινός από τον τότε ελληνικό κόσμο.

Ο Ξένος παρασέρνεται κι αυτός από την τρέλα του χρηματιστηρίου, αρχικά σαν επενδυτής, κατόπιν προσπαθώντας να κάνει εισαγωγή της δεύτερης ατμοπλοϊκής εταιρείας του, της Anglo Greek Steam Navigation and Trading Company, αλλά βρίσκει πόρτες κλειστές εξαιτίας της προηγούμενης χρεωκοπίας του και της, όπως ισχυρίζεται εκείνος, μνησίκακης στάσης της Overend απέναντί του.
Και για τη δεύτερη αυτή εταιρεία έχει ένα καινοτόμο πλάνο: επεκτείνοντας το σχέδιο λειτουργίας της Greek and Oriental Steam Navigation, σκέφτεται να κάνει τον Πειραιά κέντρο μια γραμμής με Λονδίνο απαρτιζόμενης από μεγάλα ατμόπλοια, που θα τροφοδοτούνται από μια σειρά μικρότερων που με τη σειρά τους θα συγκεντρώνουν όλο το εμπόριο της περιοχής στον Πειραιά. Κι όταν λέμε περιοχής, δεν εννοούμε τον Ελλαδικό χώρο μόνο, αλλά Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βηρυττό κι Αλεξάνδρεια επίσης. Τα μικρά ατμόπλοια θα διασφάλιζαν ταχύτητα και συχνότητα, τα δε μεγάλα με τον όγκο, φθηνό ναύλο κι ασφαλή μεταφορά.

Υπάρχει κάτι το μεγαλεπήβολο στα σχέδια του Ξένου και τ’ ότι η γεωγραφική του εστίαση είναι η ανατολή δεν είναι μόνο απόρροια της προέλευσης του απ’ αυτήν (γεννήθηκε στη Σμύρνη από Πατμιακή οικογένεια).
Είναι κι ο πολιτικός του οραματισμός για το νέο Έθνος και η λογοτεχνική του φλέβα που το συνδαυλίζουν. Γιατί ο Ξένος, αυτός ο περίεργος έμπορος κι εφοπλιστής, είναι επιπλέον ο συγγραφέας του πρώτου νεοελληνικού Ιστορικού μυθιστορήματος. Είναι επίσης ο εκδότης της πρώτης ελληνόφωνης εικονογραφημένης εφημερίδας, του Βρεταννικού Αστέρα που ήταν όργανο πολιτικής πολεμικής απέναντι στον Όθωνα.

Είναι χαρακτηριστικές επίσης οι προτάσεις που θέλει να προωθήσει ως διοργανωτής και μέλος μιας επιτροπής Φιλελλήνων του Λονδίνου: να πείσει την τότε ελληνική κυβέρνηση να εκμεταλλευτεί την αγορά ομολόγων του City για ν’ αντλήσει φτηνά κεφάλαια για δυό μεγάλα έργα: τον Ισθμό της Κορίνθου και τη δημιουργία σιδηροδρόμου από την Άρτα προς την Πάτρα, την Αθήνα με κατάληξη το Πόρτο Ράφτη. Το δεύτερο έργο είχε το σκεπτικό της μείωσης του χρόνου ταξιδιού από την Ευρώπη προς την Αλεξάνδρεια. Παράλληλα μ’ αυτές τις προτροπές προσπαθεί να πείσει τους Έλληνες να μην αρνηθούν να ξοφλήσουν το επαναστατικό δάνειο του 1824 όπως πολλοί τότε ήθελαν γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν πλήγμα στην πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και θα εξαφάνιζε τη δυνατότητα για χρηματοδότηση των σχεδίων που προαναφέραμε.

Ο Στέφανος Ξένος, αυτή η πολυσύνθετη, ενεργητική και ταλαντούχα προσωπικότητα, με την ευρεία παιδεία (στο Depredations αφθονούν οι αναφορές στα γαλλικά, στα λατινικά και στην Αρχαία Ελλάδα), με την κοσμοπολίτικη αντίληψη και το εργασιακό πνεύμα του Άγγλου της εποχής, είχε  όλα τα χαρακτηριστικά του τρελού που θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο, περιγραφή του entrepreneur που έχει γίνει του συρμού στην τωρινή Silicon Valley. Κι όπως συνήθως συμβαίνει με τους founders των startups, o ίδιος απέτυχε, ξεχάστηκε και τον ανακαλύπτουμε τυχαία πλέον. O σύγχρονος ελληνικός εφοπλισμός όμως, που βάδισε πάνω σ’ αυτά τα βήματα, καλά κρατεί.

 

(όποιος θέλει να κατεβάσει το βιβλίο μπορεί να το βρει εδώ)

Σε 10 χρόνια λοιπόν;

Λένε πως στα social media τα νέα σε βρίσκουν μόνα τους. Ε, λοιπόν δε σε βρίσκουν μόνο τα νέα. Σε βρίσκουν και τα βιβλία. Όπως το “Παγκόσμια κατάρρευση σε 10 χρόνια;” του Jacques Attali, από τις  Εκδόσεις Παπαδόπουλος, ελληνική μετάφραση από την Καλλιόπη Ζούρα.

Πως με βρήκε; Με αφορμή το ποστ για το  Big Short (το οποίο εγώ διάβασα μεν στ’ αγγλικά στο Kindle, αλλά οι Εκδόσεις Παπαδόπουλος έχουν εκ

 

δόσει στα ελληνικά, στη σειρά People Need to Know) με πλησίασε η υπεύθυνη μάρκετιν του εκδοτικού οίκου, και μου πρόσφερε τη δυνατότητα να πάρω δυο βιβλία της αρεσκείας μου από τη σειρά και, αν μ΄αρέσουν όταν κι όποτε τα διαβάσω, να γράψω κάτι γι αυτά.

Έτσι εντόπισα τον Attali.

Το όνομα μου ήταν οικείο κάπως, χωρίς να έχω διαβάσει κάτι δικό του παλαιότερα. Μια αναζήτηση στο internet με διαφώτισε: είχε διατελέσει, το πάλαι ποτέ, σύμβουλος του Μιτεράν, και μάλλον από κει τον θυμόμουν.
Ρίχνοντας μια ματιά στο site του εντυπωσιάστηκα από την ποσότητα και το εύρος των πραγμάτων που έχει ασχοληθεί κι έχει γράψει. Πρέπει να εκδίδει 2-3 βιβλία το χρόνο από το 1975 και μετά, εκτείνοντας τη συγγραφική του δράση από το θέατρο και το μυθιστόρημα ως το πολιτικό και οικονομικό δοκίμιο.

Ομολογώ ότι οι πρώτες σελίδες του βιβλίου με απώθησαν: τις βρήκα πολύ αόριστα φιλοσοφικές. Μου θύμισαν Ζαν Ζακ Ρουσώ κάπως, ειδικά με τις αναφορές στις απαρχές της έννοιας του χρέους. Και το να φιλοσοφεί κανείς για το χρέος ήταν το τελευταίο που ήθελα να διαβάσω.
Σύντομα όμως η αφήγηση πέρασε στην ιστορία και, απρόσμενα, αυτή η ιστορία απέκτησε πολύ ενδιαφέρον καθώς ερχόταν να συνεπικουρήσει μια εσωτερική ανάγκη να δω την πρόσφατη κρίση του χρέους μας μέσα από μια πιο μακρυά ιστορική προοπτική.
H παγκόσμια ιστορία του χρέους λειτούργησε  κάπως αγχολυτικά. Ίσως και να λειτουργεί έτσι γενικώς η ιστορία. Γιατί αυτό που νοιώθεις όταν διατρέχεις τους αιώνες και τις δεκάδες μεγάλες περιπτώσεις υπερχεώσεων κι αθετήσεων, είναι ότι δεν είσαι μόνος. Δεν ανήκεις στο μόνο υπερχεωμένο (λαό), στο μόνο δαχτυλοδεικτούμενο (και πάλι λαό). Κι αυτό, παρότι δεν αλλάζει τίποτα επί της ουσίας, ανακουφίζει.

Καθώς προχωρούσα το βιβλίο, η εικόνα μου για τον Attali μετατοπιζόταν από τον Ρουσώ προς τον Ντιντερό, το μεγάλο διαφωτιστή. Νομίζω ο Attali φέρνει στους διαφωτιστές:   ως  προς την προσωπικότητα και φιλοσοφία,  ως προς την πολυπραγμωσύνη αλλά και, όντας Γάλλος,  ως προς την παιδεία . Ο τρόπος γραφής του είναι πυκνός και περιεκτικός, χωρίς τις χιλιάδες αναφορές και υποσημειώσεις (που εμένα παρόλαυτά μου έλειψαν κάπως) και χωρίς ακραίες θέσεις και ύφος.

Παρακολουθώντας την εξέλιξη του Δημόσιου χρέους διαχρονικά και φτάνοντας στις μέρες μας, ο Attali κάνει μερικές διαπιστώσεις πολύ θλιβερές και άλλες τόσες προβλέψεις πολύ δυσοίωνες. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, θεωρεί ότι το δημόσιο χρέος στη Δύση κινδυνεύει ν’ αποβεί η ταφόπλακά της. Κι είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί μια αναδυόμενη δύναμη, η Κίνα, για να επιταχύνει αυτό το πεπρωμένο.

Στο κεφάλαιο που μιλάει για τη Γαλλία, και παρότι η Γαλλία είναι σε πολύ καλύτερη θέση από την Ελλάδα, ο Έλληνας αναγνώστης θα νοιώσει ένα deja vu. Γιατί, ως προς τη γενική τάση, η εικόνα που παρουσιάζει η Γαλλία, όπως  και τα περισσότερα Ευρωπαϊκά κράτη, δεν διαφέρει από την της Ελλάδας: ανεξέλεκτη αύξηση ελλειμάτων και χρέους .

Οι επιπτώσεις, δε, που ο Attali αναμένει  να έχει η αύξηση του χρέους για τη Γαλλία, είναι μέρος της ιστορίας που εμείς διάγουμε: αυξήσεις επιτοκίων, αδυναμία δανεισμού, προσφυγή στο ΔΝΤ ή αντίστοιχο μηχανισμό, λιτότητα και κοινωνική αναταραχή που εύκολα μπορεί να κυλήσει στο χάος.

Αν υπάρχει κάτι που έρχεται κι επανέρχεται στην πορεία της αφήγησης, είναι οι αθετήσεις. Που, αν το μεταφέρει κανείς στα καθ’ ημάς, μεταφράζεται στην σχεδόν βεβαιότητα της επερχόμενης αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους και της στάσης πληρωμών.

Εντυπωσιακό είναι ότι κοιτώντας τα νούμερα άλλων χωρών (δημοσιονομικά ελλείμματα και δείκτες χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ) φαίνεται πως δεν είναι τα μεγέθη καθαυτά που συνιστούν το πρόβλημα: υπήρξαν και υπάρχουν χώρες με μεγαλύτερα χρέη κι ελλείματα που δεν κινδυνεύουν, κι άλλες που χρεωκόπησαν, με δείκτες που θ’ αποτελούσαν όνειρο θερινής νυκτός για μας. Η  Αργεντινή είναι μια απ’ αυτές: το χρέος της ήταν στο ποσοστό που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σαν όριο για τα κράτη μέλη της, στο 60% του ΑΕΠ.

Παρότι εξαιρετικά μελανή η εικόνα που ζωγραφίζει ο Attali, δεν έχει τις κορώνες και την πολιτική ατζέντα των λεγόμενων deficit hawks. Είναι περισσότερο μια ψύχραιμη αγωνία, αν μπορεί κανείς να πει κάτι τέτοιο.

Έχει προτάσεις; Ναι, έχει. Που όμως δεν μου φάνηκαν καθόλου εφαρμόσιμες γιατί προϋποθέτουν το δυσκολώτερο απ’ όλα: κοινή αντίληψη του προβλήματος κι ευρεία συναίνεση. Που ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Ευρώπη ή τον κόσμο γενικά απαντώνται.

Οπότε τι; Δεν ξέρω. Σε 10 χρόνια θα δούμε…

13 τραπεζίτες


Συνεχίζοντας τις αναγνώσεις του τελευταίου καιρού με θέμα την κρίση, μόλις τελείωσα ένα πολύ πρόσφατο βιβλίο, το “13  Bankers”, των Simon Johnson και  James Kwak.

Ας αρχίσω από το πως το ανακάλυψα:  Μόλις είχα τελειώσει το Big Short και  καθώς δήλωνα την απορία μου για το πόσο αναλογικά μικρή αντίδραση υπήρξε στην Αμερική για τις παράνομες πρακτικές των επενδυτικών τραπεζών, σε μια απάντηση μου πέρασε  το  σχετικό link ο @achillopoulos

Το βιβλίο δεν έχει μυθιστορηματική αφήγηση σαν το Big Short. Χωρίς να είναι ακαδημαϊκό, είναι σίγουρα πιο επιστημονικό και πιο τεκμηριωμένο (δεκάδες οι αναφορές σε πηγές ανά κεφάλαιο)

.

Επιπλέον δεν εστιάζει στενά στην κρίση. Θα έλεγα ότι με αφορμή την κρίση θέτει μερικά πολιτικά ερωτήματα για το ρόλο του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Αμερική και ειδικά για το μέλλον των υπερΤραπεζών.

Ξεκινώντας από μια συνάντηση του Μπάρακ Ομπάμα με 13 Τραπεζίτες αμέσως μετά την κρίση, κάνει μια ιστορική αναδρομή στις σχέσης πολιτικής και χρηματοοικονομικού συστήματος, από συστάσεως ΗΠΑ, κι εξετάζει τις εξαρτήσεις αλλά και τις αντιπαραθέσεις τους, ειδικά εκείνη του  Φραγκλίνου Ρούσβλελτ που μετά την Μεγάλη Κρίση του ’30 οδήγησε στο θεσμικό περιορισμό των Τραπεζών και, κατά συνέπεια, σε δεκαετίες ηρεμίας.

Κατόπιν ανιχνεύει την σταδιακή απελευθέρωση του πιστωτικού συστήματος από τους θεσμικούς περιορισμούς λόγω μια σειράς ιστορικών συγκυριών που έχουν σχέση με τις εξελίξεις στην οικονομική θεωρία, εξελίξεις που μετατρέπει σε ιδεολογία ο Ρόναλντ Ρήγκαν κι ανοίγει έτσι την πόρτα για μια, σταδιακή αρχικά και ασυγκράτητη τελικά, απορρύθμιση του χρηματοοικονομικού τομέα. Κεντρινό ρόλο αργότερα παίζει ο Άλαν Γκρήνσπαν του οποίου η άμετρη πίστη στην αυτορρύθμιση των αγορών αφήνει να πέσουν και τα τελευταία στοιχεία περιορισμού των τραπεζών.

Όποιος διαβάζει για πρώτη φορά για θέματα του χρηματοοικονομικού τομέα,  θα δυσκολευτεί να παρακολουθήσει τις λεπτομέρειες, μιας και το βιβλίο κάνει εκτενείς αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα της τελευταίας εικοσαετίας. Είναι όμως μια πολύτιμη πηγή για αυτόν που θέλει ν’ αρχίσει να ξετυλίγει αυτό το ηθελημένα μπλεγμένο κουβάρι.

Η κατάληξη του βιβλίου είναι το σημαντικώτερο θέμα: θέτει το ζήτημα του περιορισμού της νέας τραπεζικής ολιγαρχίας που κρατάει σε ασφυκτικό εναγγαλισμό την Ουάσιγκτον και την αμερικάνικη πολιτική, και προτείνει, στο πνεύμα του Τζέφερσον και του Ρούσβελτ, ένα νέο θεσμικό περιορισμό της δύναμης τους, μέσω ρύθμισης και, κυρίως, μέσω του  περιορισμού του γιγάντιου μεγέθους τους.

Υπάρχει κάτι σαν απειλητικό προμήνυμα  που διατρέχει όλο το βιβλίο: ότι μετά την κρίση του 2008 οι υπερΤράπεζες, με τα χρήματα φορολογουμένων, έγιναν λιγότερες, μεγαλύτερες κι ισχυρότερες κι αν δεν χαλιναγωγηθούν τότε η επόμενη κρίση, που νομοτελειακά θα έρθει, μπορεί να μην είναι δυνατόν να αποσωβηθεί με ένα νέο bail out. Απλά και μόνο γιατί το μέγεθος του απαιτούμενου bail out θα είναι τέτοιο που δεν θα δύναται ακόμα κι αυτή η κρατική μηχανή των ΗΠΑ να το αντέξει. Και τότε τι;

The big short: στα παρασκήνια του χρηματοπιστωτικού συστήματος

Από το τέλος του 2009 που ξεκίνησε η δική μας οικονομική κρίση (ξεκίνησε, δηλαδή έγινε εμφανής, γιατί η πραγματική αρχή είναι πολλά χρόνια πριν) με βασάνιζε το ερώτημα τι είχε συμβεί ένα δυό χρόνια πριν με την Παγκόσμια Οικονομική κρίση, γιατί, κατά ένα μαγικό τρόπο, είχα καταφέρει να μείνω ουσιαστικά ανενημέρωτος. Το “The Big Short” ήταν μια καλή αρχή κι ευκαιρία να διαφωτίσω λίγο αυτά τα κενά στην πληροφόρηση μου. Και, διαβάζοντας το, να καταλάβω γιατί τις μέρες των μεγάλων γεγονότων η προσοχή μου ήταν αλλού.
Στην πρώτη φάση της χρηματοπιστωτικής κρίσης,  που λαμβάνει χώρα το καλοκαίρι του 2007, όλοι εδώ έχουμε συλλογικά στραμμένη την προσοχή μας αλλού: είναι η χρονιά με τις μεγάλες φωτιές που κατέστρεψαν την Ηλεία και την Εύβοια, τη συγκέντρωση των ‘μπλογκερ’ έξω από τη βουλή και την μετέπειτα βιαστική προκήρυξη εκλογών.
Στη δεύτερη και σημαντικότερη φάση, στις 18/9/2008 πάλι έχω αλλού στραμμένη την προσοχή: είναι λίγες μέρες μετά την επίσκεψη στο Ευρωκοινοβούλιο κι έχω ακόμα το μυαλό μου στην επεξεργασία των βίντεο και τη συζήτηση που ακολουθεί. Συν το γεγονός ότι στην ειδησεογραφία που φτάνει  από Αμερική, τη μερίδα του λέοντος της προσοχής την καταλαμβάνει η καμπάνια του Ομπάμα. Αυτά, και βέβαια το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ελληνικές Τράπεζες άμεσα εκτεθειμένες στα ‘τοξικά παράγωγα’, υποβαθμίζουν στην αντίληψη μου την κρίση σε κάτι μακρινό, εξωτικό, κάτι που δεν μας αφορά.

Το 2010, μεσούσης της ελληνικής κρίσης πια, ονόματα όπως Moody’s, S&P, Fitch κάνουν συχνά πυκνά την εμφάνιση τους στις ειδήσεις μας με τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής μας ικανότητας, ενώ η ιστορία με το ομόλογο με το οποίο η Goldman Sachs ‘βοήθησε’ την κυβέρνηση Σημίτη να ολοκληρώσει την είσοδο στην ΟΝΕ είναι σταθερά στις οργισμένες αναφορές του τύπου, των μπλογκ και όλου του κόσμου τελικά.
Κάτι όμως φαίνεται παράταιρο, ανάρμοστο σχεδόν: Πως οι ‘κριτές’ μας που με τις ανακοινώσεις τους εκτοξεύουν τα spread των ελληνικών ομολόγων στον ουρανό, δεν μπόρεσαν να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τις αγορές τους από την ίδια τους την ανικανότητα; Πως οι οικονομολόγοι που βγαίναν κάθε λίγο και λιγάκι και ζητούσαν μέτρα ιδιωτικοποιήσεων και λιγότερης κρατικής παρέμβασης ήταν στη μισθοδοσία οργανισμών που κανονικά θα έπρεπε να είχαν χρεωκοπήσει και πάψει να υπάρχουν. Οργανισμών που σώθηκαν μόνο χάρις σε μια άνευ προηγουμένου στην ιστορία κρατική παρέμβαση από μεριάς Αμερικάνικης Κυβέρνησης, Treasury και Fed, που τους κράτησε στη ζωή διοχετεύοντας 1τρις από τους Αμερικάνους φορολογούμενους τους οποίους οι ίδιοι αυτοί οργανισμοί είχαν προηγουμένως εξαπατήσει κι εξαθλιώσει σε τεράστιους αριθμούς.

Αυτή ακριβώς την απορία έρχεται να διαφωτίσει το βιβλίο του Michael Lewis, “The Big Short”, το “Μεγάλο Σορτάρισμα” θα το μεταφράζαμε ελληνικά. Και το κάνει μ’ ένα πάρα πολύ έξυπνο τρόπο: χρησιμοποιώντας σαν κύριο κορμό της αφήγησης όχι αυτή καθαυτή την ιστορία της κρίσης αλλά τις ιστορίες 3 διαφορετικών ομάδων ανθρώπων που την προέβλεψαν, πόνταραν τα λεφτά που διαχειρίζονταν σ’ αυτήν και πέτυχαν απίστευτες αποδόσεις (~1 προς 80).
Δεν είναι όμως η ιστορία ανθρώπων που είναι πιο καρχαρίες κι από τους καρχαρίες, πιο αδίστακτοι κι από τους αδίσταχτους. Πρόκειται για μικρούς money managers, εκτός των μεγάλων επενδυτικών Τραπεζών της Wall Street,   που για χρόνια προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει, κι αφού συνειδητοποιούν ότι είναι οι μόνοι που κατά πάσα πιθανότητα το αντιλαμβάνονται, κι αφού έχουν περιφρονηθεί απ’ όσους προσπάθησαν να ενημερώσουν και να τους εξηγήσουν, σορτάρουν ΟΛΟ το χρηματοοικονομικό σύστημα και για το κέρδος βέβαια, αλλά κι εν είδει εκδίκησης για την τρέλα του.

Στην πορεία αυτή, που ξεκινάει κάπου στις αρχές του 2000 και τελειώνει το 2008, μαθαίνει κανείς μερικά απίστευτα πράγματα:

Πως στήθηκε όλο αυτό το απίστευτο σύστημα δανείων κατοικίας σε ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν.

Πως δίνονταν δάνεια ακόμα και χωρίς κανένα χαρτιά από μεριάς δανειολήπτη (π.χ. αντίγραφο φορολογικής δήλωσης).

Πως αντιμετώπιζαν τις αδυναμίες πληρωμών με νέες δανειοδοτήσεις προς τους ίδιους δανειολήπτες.

Πως μετά τα δάνεια αυτά ομαδοποιούνταν και τσουβαλιάζονταν σε ομόλογα.

Πως τα χειρότερα από αυτά τα ομόλογα γίνονταν CDOs και, ‘μαγικά’, μέσω ενός υποτιθέμενου diversification, ομόλογα με rating ΒΒΒ (το χειρότερο)  δημιουργούσαν CDOs με ΑΑΑ αξιολόγηση (την καλύτερη).

Πως πουλιούνταν ομόλογα και CDOs σαν κουλούρια όχι μόνο εντός Αμερικής αλλά σ’ όλο το παγκόσμιο επενδυτικό σύστημα.

Πως τα CDS, δηλαδή την ασφάλιση κινδύνου γι αυτά τα υπερεπικίνδυνα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα πουλούσε πάμφηνα κι αποκλειστικά μέχρι το 2005 η  AIG (η οποία ξελασπώθηκε από την αμερικάνικη κυβέρνηση με 180 δις! όταν ξέσπασε η κόλαση).

Και πως, τελικά, αυτά τα  CDS ήταν το όργανο που χρησιμοποίησαν οι ήρωες του βιβλίου για να σορτάρουν … τους πάντες.

Και βέβαια, κομβικός ρόλο στη ιστορία αυτής της παραφροσύνης παίζουν οι  S&P,  Moody’s  και,  λιγότερο, η  Fitch, γιατί είναι οι αξιολογήσεις τους για τα διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που επιτρέπουν στην αγορά να υποκρίνεται πως υπάρχει. Και λέω υποκρίνεται γιατί  ο λόγος που η αγορά επέτρεπε χαρτιά σχεδόν μηδενικής αξίας να διαπραγματεύονται σε σχεδόν ονομαστική αξία ήταν επειδή  οι οίκοι αξιολόγησης τα βάφτιζαν AAA.

Ο  Michael Lewis δεν είναι πρωτάρης στο αντικείμενο για το οποίο γράφει. Αφού δούλεψε για λίγα χρόνια σαν trader στην  Salomon Brothers τη δεκαετία του ογδόντα (σημειωτέον η  Salomon Bother’s δεν υπάρχει πλέον, κατέρευσε υπό το βάρος σκανδάλων το 1991 κι εξαγοράστηκε), έγραψε ένα βιβλίο για την εμπειρία του, το “The Liar’s Pocker“, όπου εξέθετε τις πρακτικές τις περιόδου, κι έκτοτε γράφει για παρόμοια θέματα.

Το πιο ενδιαφέρον απ΄ όλα όσα διάβασα στο βιβλίο είναι η διάγνωση που δίνει στον επίλογο: θεωρεί αρχή του κακού την ενέργεια του πρώην αφεντικού του στην  Salomon Brothers να εισάγει την επενδυτική τράπεζα στο χρηματιστήριο κι έτσι να κάνει την αρχή για να μετατραπούν όλες οι αντίστοιχες ιδιωτικών συμφερόντων επενδυτικές σε εισηγμένες, κι άρα σε εταιρείες που πια δεν επενδύουν τα λεφτά των λίγων ιδιοκτητών τους αλλά ενός ανώνυμου πλήθους επενδυτών. Εκεί κάπου χάνεται η σχέση ευθύνης. Δεν υπάρχει ρίσκο όταν δεν ρισκάρεις κάτι δικό σου. Κι αυτό καταδεικνύεται από την κατάληξη και των πιο αποτυχημένων στελεχών των επενδυτικών τραπεζών: στην χειρότερη περίπτωση έχασαν τη δουλειά τους αλλά έμειναν με μερικά εκατομύρια δολάρια στην τσέπη.

Δεν μπορώ να πω ότι κατέχω τα μυστικά του  high finance (my ass)  μετά την ανάγνωση του   βιβλίου, αλλά σίγουρα κάποιες τρύπες καλύφθηκαν. Θα ήθελα να δω κι εδώ να πιάνει κάποιος την ιστορία της Siemens, του Βατοπεδίου ή των δομημένων ομολόγων και να την κάνει συναρπαστικό ανάγνωσμα. Τουλάχιστον αυτό. Δεν είναι αντίστοιχα και παράλληλα γεγονότα, ούτε καν ανάλογα με τα γεγονότα της μεγάλης χρηαματοοικονομικής κρίσης αλλά κατέληξαν με τον ίδιο τρόπο: την ατιμωρησία. Κι αφού δεν μπορούμε να έχουμε την ικανοποίηση της δικαιοσύνης, ας μας δώσει κάποιος τουλάχιστον τη χαρά της ανάγνωσης.

Ο μικρός αδελφός

Τέλειωσα πριν λίγο το “Little Brother” του  Cory Doctorow,  κι όπως ‘προανήγγειλα’ και στο χτεσινό  NNC, ήθελα πολύ να γράψω ένα ποστ γι αυτό το βιβλίο.

Λίγη προϊστορία όμως πριν. Τον Cory Doctorow τον ξέρω κάποια χρόνια σαν blogger από το Boing Boing. Τον είχα ακούσει και μια φορά στο Twit. Γνώριζα πως είναι συγγραφέας αλλά δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο του. Με το ξεκίνημα της ενασχόλησης μου με τα ebooks  από τα πρώτα ελεύθερα έργα που βρήκα (κυριολεκτικά παντού) ήταν του  Doctorow. Διάβασα μια σειρά από δοκίμια του και 2-3 διηγήματα για να ενδιαφερθώ αρκετά να πάω σ’ ένα ‘κανονικό’ βιβλίο.

Θυμήθηκα ότι ο Παναγιώτης είχε πριν δυό χρόνια διαβάσει και -νομίζω- μιλήσει σε κάποιο  podcast για το Little Brother κι έτσι μου ήρθε κάπως φυσικό να ξεκινήσω απ’ αυτό.

Πρόκετια για  μυθιστόρημα  επιστημονικής φαντασίας του 2008, αν δεν κάνω λάθος. Ή τουλάχιστον εκεί τοποθετεί η μνήμη μου τις πρώτες αναφορές σ’ αυτό. Η χρονολογία έχει ένα ειδικό ενδιαφέρον. Είναι η χρονιά που ξεκινάει η μαραθώνια  πορεία  του Ομπάμα προς την εξουσία, πορεία  που οδήγησε στην τελική απομάκρυνση των Ρεμπουμπλικάνων από την εξουσία, και σ’ ένα είδος τέλους εποχής για την περίοδο που σημαδεύτηκε από την πτώση των δίδυμων πύργων και τους πολέμους του Αφγανιστάν και του Ιράκ.

Το βιβλίο, παρότι επιστημονικής φαντασίας, κάνει ένα είδος ‘ξακαθαρίσματος λογαριασμών’ ακριβώς μ’ αυτήν την περίοδο και το πνεύμα και τις πρακτικές που τη σημάδεψαν. Η ιστορία έχει σαν αφετηρία ένα γεγονός ανάλογο με την πτώση των δίδυμων πύργων, μια μεγάλη τρομοκρατική ενέργεια στο Σαν Φραντζίσκο, που γίνεται η αιτία της εμπλοκής ενός έξυπνου, ατίθασου κι ελαφρά παραβατικού 17χρονου πιτσιρικά, σε μια αντιπαράθεση με την (παρα)εξουσία των ΗΠΑ.

Δεν θ’ αναφερθώ άλλο στην ιστορία για να μην το ‘χαλάσω’ σ’ όσους τυχόν θελήσουν να διαβάσουν το βιβλίο.

Θέλω να πω μόνο τι και γιατί μου έκανε (εξαιρετική) εντύπωση.

Καθαρά λογοτεχνικά κρίνοντας το βιβλίο, δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιας μορφής υψηλή δημιουργία. Παρότι ρέει κι είναι γραμμένο με νεύρο και δεν βαριέσαι στιγμή, η πλοκή πάσχει αρκετά, κι η γλώσσα είναι συχνά υπερβολική και με εκφραστικά κλισέ  των ειδών της επιστημονικής φαντασίας κι της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Αυτό που αλλάζει όμως τα πάντα είναι η οπτική γωνία. Επιλέγοντας σαν ήρωα ένα νεαρό geek, ο Cory  είναι στα νερά του. Ξέρει καλά τι σημαίνει αυτό σαν καθημερινή ζωή, ψυχολογία και σκέψη. Και, παρότι δεν γνωρίζω τον Cory Doctorow ούτε από βιογραφικές αναφορές, νομίζω ότι έχει ποτίσει τον ηρωά του με χαρακτηριστικά της δικής του προσωπικότητας. Η οποία παρουσιάζει τον εξής ενδιαφέροντα συνδιασμό: του χάκερ με τον ακτιβιστή.

Κι ακριβώς εκεί είναι που το βιβλίο αρχίζει ν’ ‘ανεβαίνει’ και ν’ αποκτάει μεγάλη αξία. Γιατί, μέσα από την ταύτιση με τον ήρωα, ο συγγραφέας εισάγει τον αναγνώστη  (χάκερ ή μη) σ’ αυτόν τον κόσμο που γνωρίζει καλά. Όχι, απλά τον εισάγει. Τον εκπαιδεύει. Πολλαπλά.

Πρώτα απ’ όλα σε θέματα ασφάλειας: σε σχέση με την χρήση δικτύων και προγραμμάτων αλλά και τρόπους αντιμετώπισης συστημάτων παρακολούθησης, πρακτικών των διωκτικών αρχών, γνωστών εργαλείων παράκαψης των ελέγχων κτλ.

Έπειτα προχωράει σε κατανοητές εισαγωγές σε βασικά θέματα κρυπτογραφίας, τεχνικές data mining που χρησιμοποιούνται για να εξάγουν συμπεράσματα από την online συμπεριφορά κάποιου, Bayesian filters κτλ.

Δεν αρκείται όμως εκεί. Έχοντας τοποθετήσει τη δράση στο Σαν Φραντζίσκο, δένει  σε μια ιστορική συνέχεια την σημερινή Μέκκα της υψηλής τεχνολογίας με κινήματα καλλιτεχνικά και πολιτικά του 50, 60 κι 70.

Ο CD βάζει τον ήρωα του να διαβάσει το On the Road του Jack Kerouac,  αυτό το βιβλίο σταθμό της λογοτεχνίας των μπήτνικ, δείχνοντας μας έτσι και τις δικές του αναφορές και καταβολές.

Μέσα από το στόμα μιας καθηγήτριας του ήρωα μαθαίνουμε την ιστορία των χίππις και των γίππις, το αντιπολεμικό κίνημα του Βιετνάμ και τον εκφυλισμό τους στην δεκαετία του 80 και τη μετάπτωση των παλιών επαναστατών σε yuppies (αν σας θυμίζω την ιστορία της γενιάς του Πολυτεχνείου αυτό, δεν είναι καθόλου τυχαίο από μέρους μου).

Οι αναφορές στην σύγχρονη ιστορία και πραγματικότητα είναι πάμπολλες: πόλεμος του Ιράκ, Γκουαντάναμο, Αϊτή, Πειρατικό Κόμμα της Σουηδίας. Αλλά κι οι κοινωνικές επίσης: οι φυλετικές διακρίσεις στην Αμερική, η μονόπλευρη για τους μη λευκούς δικαιοσύνη, οι απόκληροι των πόλεων που παρεπιδημούν σε πολεοδομικά κατασκευάσματα γεμάτα από υπαλλήλους κάθε μορφής τη μέρα που μετατρέπονται σε σκοτεινές συνοικές πρέζας και πορνείας το βράδυ.

Κι όλη αυτή η παιδεία δεν είναι τυχαία. Είναι συμπλήρωμα της τεχνικής παιδείας. Γιατί σε τελική ανάλυση, η λογοτεχνία του Doctorow είναι μια στρατευμένη λογοτεχνία. Θέλει (ήθελε όταν το έγραφε) να δημιουργήσει μια νέα γενιά ‘αντιφρονούντων’. Που δεν θ’ αρκούνται σε παθητικές αντιπαραθέσεις με την όλο και πιο ασφυκτική εξουσία, αλλά θα γίνουν μικροί επαναστάτες που θ’ αντιπαρατεθούν στον Μεγάλο Αδελφό (όπως προσωποποίησε την εξουσία ο Όργουελ στο 1984),  την surveillance society, τον κόσμο που πολεμάει τον τρόμο των λίγων τρομοκρατών βυθίζοντας σ’ ένα άλλο τρόμο τους πάρα πολλούς αθώους (*). Κι έτσι πλάθει τον  μικρό ‘αδελφό’, τον μικρό ήρωα που θα βρει την τόλμη και τη συνείδηση να  αντιπαρατεθεί στον  μεγάλο, για ν’ ακυρώσει τα μέσα της τυρανίας του.

Ο Doctorow, πιστός στα όσα διακηρύττει,  διαθέτει όλα τα έργα του δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή. Έτσι, μετά απ’ αυτή την πρώτη καλή εμπειρία έσπευσα και κατέβασα άλλα τρία από το προσωπικό του site. Το Little Brother αξίζει να διαβαστεί. Κατεβάστε το, ή ακόμα καλύτερα, αγοράστε το για να στηρίξετε και τον συγγραφέα του.

Σ’ αυτό ακριβώς βρήκα καταπληκτικό το επιχείρημα για το παράδοξο του  false positive: Φανταστείτε ότι στην Αθήνα των 5 εκατομ. υπάρχουν 50 τρομοκράτες (κάνω επίδηδες τα νούμερα στρογγυλά για ευκολία), δηλαδή ποσοστό 0.001%. Φανταστείτε επίσης ότι έχουμε βρεί μια μέθοδο να εντοπίζουμε τους τρομοκράτες με εξαιρετική ακρίβεια, ας πούμε 99%. Αυτό σημαίνει ότι αν ελέξγουμε όλους τους Αθηναίους, 1% θα τους θεωρήσουμε τρομοκράτες κατά λάθος (ήτοι 50.000  Αθηναίους) γιατί αυτό είναι το όριο της ακρίβειας της μεθόδου μας. Κι έτσι οδηγούμαστε στο παράδοξο να κυνηγάμε και να ελέγχουμε 50.000 για να πιάσουμε 50, ήτοι 49.950 ανθρώπους θα τους βασανίσουμε άδικα. Και βέβαια το ερώτημα είναι, μπορεί να δικαιολογηθεί ένα τέτοιο κόστος έναντι του αντίστοιχου οφέλους;