Category Archives: Βιβλία

Χάκερς, ζωγράφοι κι οικονομική θεωρία

Διαβάζω αυτές τις μέρες τη συλλογή δοκιμίων του Paul Graham, “Hackers and Painters” (ναι, μαντέψατε σωστά: χάρι στο Kindle). Ο λόγος που το ξεκίνησα είναι το γνωστό ενδιαφέρον μου για τα  startups μιας κι ο Graham είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία του χώρου. Επιχειρηματίας που ξεκίνησε  από την  Viaweb, εταιρεία που δημιούρησε μαζί με δυο άλλους στα μέσα του ’90 και  που αργότερα πούλησε στη  Yahoo!, είναι πιο ευρέως γνωστός για το YCombinator, τον περίεργο αυτό επενδυτικό οργανισμό-σχολείο που δημιούργησε κι από τον οποίο μια νέα γενιά και νέα φιλοσοφία startups έχει ξεπηδήσει.

Το βιβλίο του είναι μια επιλογή από δοκίμια απ’ αυτά που γράφει συχνά πυκνά , και τιτλοφορείται, όχι τυχαία, Hackers and Painters, γιατί ο Graham εκτός από hacker ο ίδιος, μετά τις σπουδές του στην επιστήμη των υπολογιστών, στράφηκε προς τη ζωγραφική πράγμα εξαιρετικά ασυνήθιστο. Όπως φαίνεται κι από τα δοκίμια, ο Graham έχει μια ευρεία παιδεία και πολυπραγμοσύνη, πράγμα  που τον κάνει να μοιάζει αναγεννησιακή φιγούρα και μαρτυρά μια σίγουρα ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.

Κάπου εδώ, φαντάζομαι, περιμένετε να ξεκινήσει μια ‘διάλεξη’ για startups ή το πολύ μια κριτική για το βιβλίο. Αλλά δε θα κάνω τίποτα από τα δύο. Γιατί το βιβλίο δεν το έχω τελειώσει (κι υποθέτω θα επανέλθω) και δεν έχω μάθει κάτι ιδιαίτερα καινούργιο για τα startups που να θέλω να το μοιραστώ (ακόμα).

Το θέμα αυτού του ποστ ανάβρυσε κάπως απροσδόκητα από την ανάγνωση του δοκιμίου: How to make Wealth. Κι είναι μια πάρα πολύ απλή και γι αυτό πολύ δυνατή αλήθεια. Στο ερώτημα “Θες ν’ αποκτήσεις πλούτο;” o Graham απαντάει:

You just have to do something people want.

Είμαι σίγουρος ότι στους περισσότερους δε λέει τίποτα η παραπάνω φράση. Κι αν δεν την κοιτάτε ήδη με την περιφρόνηση της ‘γνώσης’ ότι ο πλούτος δημιουργείται κλέβοντας, εξαπατώντας, απαλλοτριώνοντας κτλ, σίγουρα δε την θεωρείτε και πολύ σπουδαία επισήμανση. Στην καλύτερη περίπτωση τη θεωρείτε κάτι αυτονόητο.

Επίσης δεν ξέρω αν η πατρότητα της ιδέας μπορεί ν’ αποδοθεί στον  Graham, μιας κι είναι μια γνωστή αλήθεια της οικονομικής θεωρίας διατυπωμένη με παραστατικό τρόπο. Δεν έχει σημασία όμως.  Εμένα μου άναψε το γνωστό ‘γλόμπο’ μες το μυαλό. Είναι το αίσθημα εκείνο που νοιώθουμε όταν μας αποκαλύπτεται το γνωστό!

Μια πάναπλη ιδέα!

Κι όμως εδώ κρύβεται η λυδία λίθος για να κρίνουμε κατά πόσο αμοίβονται, όσοι αμοίβονται, αντάξια μ’ αυτό που προσφέρουν. Κι αυτό θα φανεί  αν κάθε φορά που κάποιος ισχυρίζεται ότι πρέπει να αμοίβεται από την κοινωνία μέσω του κρατικού μηχανισμού για το έργο που προσφέρει, κάνουμε την ερώτηση μέσα μας “Κάνει κάτι που θέλουμε;”. Πόσο θέλουμε αυτό που προσφέρει και πόσο θα ήμασταν διατεθειμένοι να πληρώσουμε γι αυτό σε μια απευθείας συναλλαγή και χωρίς την απρόσωπη διαμεσολάβηση του φορολογικού συστήματος;

Αναλόγως της απάντησης μπορούμε να καταλάβουμε (πολύ εύκολα θα έλεγα) ποιές δουλειές αδικούνται, ποιές αδικούν, ποιές αξίζουν και ποιές δεν θα ‘πρεπε καν να υφίστανται.

To copy or not to copy? #1

Ο Βασίλης έγραφε τις προάλλες για την αξία της αντιγραφής, κόντρα στον εσμό των κηρυγμάτων υπέρ της καινοτομίας.

To ποστ του είναι εμπνευσμένο από κάποιο άλλο ποστ που αναφέρεται στο βιβλίο Copycats, το οποίο συμπτωματικά είχα αγοράσει πριν λίγο καιρό κι έχω αρχίσει να ξεφυλλίζω αλλά μου προκαλεί πλήξη. Μπορεί να φταίει και το θέμα, αλλά βασικά μου προκαλεί πλήξη γιατί είναι ένα βιβλίο γραμμένο για μάνατζερ, χωρίς καθόλου story telling, με οριοθετήσεις του θέματος του τύπου ‘η μίμηση στη βιόσφαιρα, η μίμηση στην ιστορία’ κτλ που μου θυμίζουν φοιτητικές εργασίες και κακή ελληνική αρθρογραφία. Έχω την εντύπωση ότι ένα άρθρο θ’ αρκούσε για να πει τα ουσιώδη ο συγγραφέας, χωρίς τεχνητά ‘γεμίσματα’ και σάλτσες.

Παρόλαυτα, η κεντρική ιδέα του βιβλίου έχει αξία. Κι η αξία αυτή καλύτερα από θεωρητικές προτάσεις συνοψίζεται σε μερικά παραδείγματα.

α. Η Microsoft δεν ήταν η πρώτη ούτε στη δημιουργία λογισμικού για προσωπικό υπολογιστή, ούτε στη δημιουργία παραθυρικού λογισμικού, ούτε στη δημιουργία προγράμματος λογιστικών φύλλων, επεξεργαστή κειμένου, προγράμματος παρουσιάσεων κτλ Παρόλαυτα για 30 χρόνια είναι ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της αγοράς. Θυμάται κανείς τα CP/M, Lotus 1-2-3, Wordprerfect  κτλ πλέον; Όχι.

β. Το Facebook δεν ήταν το πρώτο social network. Ούτε το MySpace βέβαια. Πόσοι γνωρίζουν το Friendster;

γ. Αλλά μήπως ήταν η  Google η πρώτη μηχανή αναζήτησης; Είχαν προηγηθεί άλλες όπως Yahoo!, Lycos, Altavista κτλ.

Τι παρατηρούμε εδώ; Κάποιος που έρχεται μετά τον πρωτοπόρο, κι ίσως ήδη ηγέτη, καταφέρνει και παίρνει την πρωτιά κι εγκαθίσταται σ’ αυτήν για πολύ. Τι αξία είχε η καινοτομία σ’ αυτήν την περίπτωση; Ο πρώτος μιας αγοράς επωμίζεται όλα τα κόστη έρευνας κι ανάπτυξης ενός νέου προϊόντος, ξοδεύεται πολλαπλά σε  προσπάθεια να το επικοινωνήσει, και όταν  αρχίσει και πουλάει και φαίνεται πως το μέλλον του ροδίζει, έρχεται ένας δεύτερος που τον αντιγράφει στα κύρια σημεία, βελτιώνει κάποια άλλα, προσφέρει ίσως (ή κυρίως) ανταγωνιστική τίμη, μιας και δεν είχε τα ίδια έξοδα ανάπτυξης και δεν έχει τα ίδια κόστη μάρκετιν και πωλήσεων, και τελικά παίρνει τη μερίδα του λέοντος από την αγορά. Υπό μία προϋπόθεση: ότι αυτό που προσφέρει είναι και ποιοτικά καλύτερο από του πρωτοπόρου κι όχι για γρήγορη ξεπατικοσούρα.

Σε επίπεδο χωρών έχουμε δει την διαδικασία της επιτυχούς αντιγραφής να δημιουργεί γίγαντες όπως η Ιαπωνία το ’60, ’70 και ’80, η Ταϊβάν το ’90 και η Κίνα το ’00.

Σωστά λοιπόν ρωτάει ο Βασίλης “Innovation or wealth creation?”; Κι αναρωτιέται μήπως αυτή είναι μια σωστή στρατηγική για την Ελλάδα. Κι εδώ έρχεται να δέσει η   έρευνα του καθηγητή κ.  Σπ. Λιούκα που είχε παρουσιαστεί πέρσι στο  SmartBusiness Forum κι είχε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αντιγράφω την στρατηγική που προτεινει ο Λιούκας μετά από ανάλυση των ποιοτικών, ποσοτικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών της Ελλάδας:

  • Επένδυση στην πρόσκτηση, προσαρμογή & διάχυση ιδεών
  • Συνεπάγεται διαφορετική εστίαση, με
    • ενίσχυση δικτύωσης και συνεργασιών, κυρίως διεθνών
    • ενίσχυση  της  παγκόσμιας έρευνας για συλλογή πληροφοριών για νέες αποδεδειγμένες ιδέες και τεχνολογίες, για δοκιμασμένες λύσεις χαμηλού κινδύνου
    • εστίαση σε μικρές καινοτομίες, ενθάρρυνση σειράς οριακών καινοτομιών στην εφαρμογή, στην προσαρμογή
  • Δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για υποδοχή,  καλλιέργεια και εφαρμογή ιδεών
    • επένδυση σε παιδεία, γνώσεις, ικανότητες
    • ενίσχυση των ικανοτήτων / μηχανισμών απορρόφησης των επιχειρήσεων με ειδικά προγράμματα
  • Προσανατολισμός δημόσιων πολιτικών και προγραμμάτων προς την κατεύθυνση αυτή
    • με ανακατανομή πόρων προς την ανοιχτή καινοτομία
    • με εστίαση της Ε&Α σε θέματα υποστηρικτικά

Εν ολίγοις, αντιγράψτε έξυπνα λέει η προτεινόμενη στρατηγική. Και στο έξυπνα βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά. Είναι η αντιγραφή που έχει μέσα της καινοτομία. Imovation την χαρακτηρίζει ο Shenkar στο Copycats, από τα imitation και innovation. Και δεδομένης της ανυπαρξίας -πια- κονδυλίων για έρευνα ή για εξαγωγικό μάρκετιν, η πρόταση έχει και μια σαφή -και σοφή- οικονομική διάσταση. Και δεν είναι μακρυά από αυτό που έλεγα κι εγώ, ότι η εξωστρέφεια δεν χρειάζεται να είναι εντυπωσιακή. Γιατί, αν προσέξατε, μέσα στις προτάσεις του Λιούκα, διακρίνεται όχι καθαρά, η επιδίωξη της εξωστρέφειας. Γιατί το θέμα δεν είναι ν΄αντιγράψουμε το οτιδήποτε για να το λανσάρουμε στην ελληνική αγορά και μόνο. Δεν έχει κλίμακα κάτι τέτοιο και γρήγορα θα υποσκελιστεί ή θα αναγκαστεί να φυτοζωϊσει.

Οκ, η δημιουργική αντιγραφή είναι σοβαρή στρατηγική τόσο σε εθνικό, όσο και σε εταρικό ή προσωπικό επίπεδο. Παραμένει όμως το ερώτημα: Τι αξία έχει (αν έχει) η καινοτομία; Και υπό ποιές προϋποθέσεις;

Εσύ, τι φέρνεις στο πάρτυ;

Η πρώτη φορά που άκουσα (είδα γραμμένο για την ακρίβεια) το όνομα Paul Carr ήταν στις 10/12 του 2008. Και μπορώ να πω ότι το άρθρο που υπέγραφε δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Το αντίθετο. Με εκνεύρισε. Ήταν ένα εξυπνακίστικο άρθρο, ενός γκρινιάρη Άγγλου δημοσιογράφου στο Guardian για τη μια και μόνη μέρα που είχε περάσει στο LeWeb ’08 (την 9/12). Καθώς δεν τον γνώριζα, δεν έκανα την απαραίτητη έκπτωση σ’ αυτά που έλεγε γιατί ο Carr ήταν γνωστός για τη χιουμοριστική, καυστική γραφή του από χρόνια.

Στο επόμενο LeWeb τον είδα και ζωντανά. Προφανώς τα είχε βρεί με τον Loic που είχε προσβάλει βάναυσα στο άρθρο του ή απλά είχε βοηθήσει η στρατολόγηση του στο Techcrunch μετά την απόλυση του από τον Guardian.

Εξακολουθώ και τότε να τον θεωρώ αντιπαθητικό, παρότι έχοντας διαβάσει κάποια από τα Σαββατιάτικα κομμάτια του στο  Techcrunch, του αναγνωρίζω το χιούμορ. Επίσης, βλέποντας τον μετρίου αναστήματος ανάμεσα σε θηρία -κυριολεκτικά και μεταφορικά- στο πάνελ που διευθύνει κάπως τον λυπάμαι και λίγο.

Κι έτσι περίπου έχουν τα πράγματα ως την περασμένη βδομάδα που πέφτω πάνω στο free ebook του (δεν θυμάμαι πλέον πως) Bringing nothing to the party.

Το βιβλίο είναι η ιστορία της ζωής από το ’99 μέχρι το ’07 κι η πορεία του από τη δημοσιογραφία, στην εκδοτική δραστηριότητα, στο ρόλο του startup entrepreneur και τέλος … αλλά όχι, αυτό είναι spoiler.

To leitmotif του βιβλίου είναι η αχαλίνωτη επιθυμία του για φήμη, για να μοιάσει με τους πετυχημένους μεγάλους και τρανούς του dot.com 1 και 2. Μια επιθυμία που ποτίζεται συνεχώς με γερές δόσεις αλκόολ και πάρτυ (δεν είναι τυχαίος ο τίτλος). Είναι καλογραμμένο, με νεύρο και πολύ χιούμορ από ένα γεννημένο συγγραφέα.

Όσο κι αν το αντικείμενο θα σας φανεί σα τη ζωή μιας φιλόδοξης στάρλετ του internet, το βρήκα πολύ διδακτικό κι αξιανάγνωστο. Γιατί:

  • Περιγράφοντας εκ των ένδον την ζωή των internet entrepreneurs  του Λονδίνου πετυχαίνει μια  γερή απομυθοποίηση τους. Αντιλαμβάνεσαι ότι δε μιλάμε για τεράστιες αποστάσεις από τα καθ’ ημάς, παρότι και τα λεφτά είναι πολύ περισσότερα  κι οι ιδέες των startup καλύτερες.
  • Αναγνώριζα πρόσωπα και πράγματα που ήξερα, όχι μόνο επειδή είχα διαβάσει γι αυτά, αλλά επειδή, πριν και μετά τις ημερομηνίες του βιβλίου, τα είχα συναντήσει και μιλήσει μαζί τους ή γι αυτά (: τον Jason Calacanis, τον  Mike Butcher, το OpenCoffee και τον Saul Klein, την Trusted Places, τα Moo Cards, και βέβαια τον ίδιο τον  Carr).
  • Η πορεία του Carr είναι μια πορεία αυτογνωσίας που δείχνει τι πρέπει να  μετρήσουν πολύ όσοι θέλουν να γίνουν startup entrepreneurs: δεν αρκεί η σκληρή δουλειά, η τόλμη κι η άκαμπτη θέληση. Ο Carr τα είχε όλα αυτά, αλλά … Πρέπει να είσαι ταγμένος σ’ αυτό το δρόμο. Να είναι αυτό που σε κάνει ευτυχισμένο. Αλλιώς απλά δεν έχει νόημα.
  • Δεν μπορούσα να σταματήσω να κάνω παραλληλισμούς με τη δική μου ζωή και τη ζωή στη μικρή πραγματική κι ιντερνετική κοινωνία που ζω, παρότι με χωρίζουν δεκαετίες σε ηλικία από τον Carr. Συνεχώς έκανα μια αναδρομή στο τι έκανα εγώ τη χρονιά για την οποία μιλούσε ο Paul. Γιατί, το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας το έχω περάσει διευθύνοντας ένα άτυχο startup  και προσπαθώντας να ξεκινήσω συνεχώς κάποια άλλα.  Μέχρι που σκέφτηκα να γράψω κι εγώ ένα αντίστοιχο βιβλίο (απειλή: μπορεί και να το κάνω).
  • Καταλαβαίνει κανείς γιατί μιλάμε (-νε)  για  startup scene: έχει τόσα κοινά με καλλιτεχνικές σκηνές αυτή δραστηριότητα! Ακόμα και τους μπήτνικ της έχει, κι ο Carr μοιάζει ένας απ’ αυτούς.

Τελείωσα το βιβλίο συμπαθώντας τον Carr πολύ περισσότερο. Οκ, ξέρω ότι είναι αποτέλεσμα της γοητείας του κι ότι το βιβλίο γράφτηκε επιδιώκοντας σε μεγάλο μέρος αυτόν ακριβώς το σκοπό. Αλλά, what the hell? It was a price worth paying 🙂