Category Archives: Διάφορα

Μια ματιά στην ΠΓΔΜ

Με αφορμή τις εξελίξεις στο Μακεδονικό έκανα μια πρόχειρη έρευνα στην οικονομία της γείτονος και δη στις εξαγωγές.

Εξαγωγές
Περίμενα να δω αγροτικά και πρώτες ύλες αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Έχει μεσαίας πολυπλοκότητας βιομηχανικά προϊόντα και λίγα αγροτικά. Μια γρήγορη ματιά δείχνει να είναι πράγματα που έχουν σχέση με την αυτοκινητοβιομηχανία, κλωστοϋφαντουργικά, αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα και πράγματα που σχετίζονται με ICT. Ο οργανισμός προσέλκυσης ξένων επενδύσεων στη ΠΓΔΜ προβάλει ακριβώς τους παραπάνω κλάδους σαν τους κύριους για προσέλκυση επενδύσεων.

Από το παραπάνω γράφημα φαίνεται πως τα κυριότερα εξαγώγιμα είναι καταλύτες και φυγοκεντρητές!
Το ενδιαφέρον είναι το που πουλιούνται αυτά τα προϊόντα (στοιχεία 2016). Κυρίως στη Γερμανία.

Καταλύτες

 

Φυγοκεντρητές
Πράγμα που κάνει νόημα δεδομένης της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και βιομηχανίας χημικών.  Που σημαίνει επίσης ότι υπάρχει μεγάλη εξάρτηση του κρατιδίου από τη Γερμανία. Κι επιβεβαιώνει μια ανάλυση που διάβασα ότι η περιοχή θεωρείται πλέον από τους Γερμανούς γεωπολιτικού ενδιαφέροντος και, προφανώς, επιρροής τους.

… εμμέσως πλην σαφώς, η κ. Μέρκελ ετάχθη υπέρ της παραχώρησης ημερομηνίας ενταξιακών διαπραγματεύσεων τόσο για την ΠΓΔΜ (Βόρεια Μακεδονία όπως την ανέφερε διαρκώς), όσο και για την Αλβανία, προκειμένου να διατηρηθεί μια ισορροπία.

Το σύνολο των εξαγωγών της ΠΓΔΜ του ’17 είναι ένα νούμερο που χωνεύεται δύσκολα: περίπου 60% του GDP, αν κι έχω επιφύλαξη για τα νούμερα γιατί από διαφορετικές πηγές δεν συμφωνούν.

Αυτή η τεράστια αύξηση στο τέλος του 2018 μπορεί να είναι κάποιος στατιστικό outlier. Αν δεν είναι προοιωνίζει δραματικές αλλαγές. Και βέβαια προκαλεί απορία κι ερωτηματικά η σύμπτωση με τις συζητήσεις με την Ελλάδα και το ΝΑΤΟ και τον προορισμό των εξαγωγών.

Σύγκριση με Ελλάδα

Ποιά είναι όμως η μεγάλη εικόνα; Πως συγκρίνεται το κρατίδιο με τη χώρα μας;

Από άποψη πληθυσμού είναι στο 1/5.  Από άποψη Εθνικού προϊόντος είναι στο 1/20.

(Με κόκκινο η ΠΓΔΜ, προφανώς)

Στα ποσοτικά θέματα δεν υπάρχει σύγκριση και δεν μπορουν να γεννάνε ανησυχίες.

Υπάρχουν όμως άλλοι τομείς στους οποίους η ΠΓΔΜ δείχνει καλύτερες τάσεις. Στα δημογραφικά, ας πούμε, όπου κι οι δύο χώρες εμφανίζουν υπογεννητικότητα αλλά η ΠΓΔΜ δείχνει αργή βελτίωση ενώ εμείς χειροτέρευση. Οι σχετικοί δείκτες γονιμότητας είναι στο παρακάτω διάγραμμα.  Υπενθυμίζεται ότι για να μένει μια χώρα σταθερή πληθυσμιακά (χωρίς επήρεια μετανάστευσης) ο δείκτης πρέπει να είναι 2,1.

Εκεί που είναι πολύ απογοητευτικά (για μας) τα πράγματα, είναι η σύγκριση στο επιχειρείν.

Με βάση την κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας η Ελλάδα είναι στη θέση 72 ενώ η ΠΓΔΜ περί την  θέση 10 για σειρά ετών, πράγμα που, βέβαια, διαφημίζει.

Με τα χαμηλά εργατικά της κι ένα φορολογικό συντελεστή στο 10%, και σχετικά καλά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό, δεν προκαλουν έκπληξη οι βιομηχανικές επιδόσεις της ΠΓΔΜ. Πράγμα που αντικατοπτρίζεται και στην πτώση της ανεργίας.

Η ανεργία παραμένει ακόμα σε πολύ ψηλά επίπεδα πράγμα που διασφαλίζει χαμηλά εργατικά για κάμποσα χρόνια ακόμα.

Προβλήματα

H ΠΓΔΜ δεν είναι μια εθνικά ομοιογενής χώρα. Το 25% του πληθυσμού της, περίπου μισό εκατομύριο, είναι Αλβανοί. Και κατοικούν στις περιοχές που συνορεύουν με την Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο. Σε περίπτωση που το Κοσσυφοπέδιο ενωθεί με την Αλβανία, κάτι που συζητιέται έντονα σε γεωπολιτικούς αναλυτές τελευταία, τότε θα τεθεί πρόβλημα για την τύχη κι αυτής της μειονότητας προκαλώντας κλυδωνισμούς στην ΠΓΔΜ με απρόβλεπτες διαστάσεις. Από την άλλη, αν Αλβανία και Κοσσυφοπέδιο ενταχθούν κι αυτά στο ΝΑΤΟ και λάβουν υπόσχεση και για ένταξη στην ΕΕ, όπως κι η ΠΓΔΜ, τότε τα πράγματα σταθεροποιούνται σχετικά.

Συμπέρασμα 

Ανεξάρτητα από την έκβαση της ψηφοφορίας για τη λύση του ονόματος από την ελληνική βουλή, η ΠΓΔΜ δεν φαίνεται ν’ αποτελεί κάποια υπολογίσιμη απειλή για την Ελλάδα, αλλά είναι παράγοντας αστάθειας λόγω του μειονοτικού της.

Οι πρόοδοι της οικονομίας της όμως, τα χαμηλά εργατικά, το γεγονός ότι το κοντινότερο λιμάνι στο κρατίδιο είναι η Θεσσαλονίκη κι η ήδη υπάρχουσα ελληνική επενδυτική δραστηριότητα, θέτουν κάποιο πλαίσιο για μια οικονομική συνεργασία που μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα επωφελής για την Ελλάδα, όχι τόσο με τη μορφή εξαγωγών, όσο με τη μορφή άμεσων επενδύσεων στο κρατίδιο.  Οι επενδύσεις αυτές θα το “δέσουν” περισσότερο στο ελληνικό άρμα, και θα προσφέρουν λύσεις για μείωση κόστους σε ελληνικές παραγωγικές μονάδες.

 

Γραμμή άμυνας 2

Στις αρχές του μήνα έγραψα αυτό το άρθρο σαν έκφραση του προβληματισμού μου για το τι μπορούμε να κάνουμε εν όψει μιας επερχόμενης αστάθειας κι ανακατατάξεων στην ευρύτερη περιοχή, κι ειδικά απέναντι σε μια μεγενθυνόμενη κι ασταθή Τουρκία.

Στις μέρες που μεσολάβησαν (μιλάμε για λιγότερο από μήνα) έλαβαν χώρα μερικές πολύ άσχημες επιβεβαιώσεις αυτών των φόβων.

Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την αποχώρηση τους από τη Συρία και το Αφγανιστάν.

Έτσι, η Ρωσία αποβαίνει νικήτρια στο στοίχημα της υποστήριξης του Άσαντ, κι αποκτά πάτημα και πάλι στη Μέση Ανατολή.

Κοντά, νικήτρια βγαίνει κι η Περσία, που τον στήριζε επίσης, κι η οποία βλέπει την ισχύ της στον ηγεμονικό ανταγωνισμό της με τη Σαουδική Αραβία ν’ αυξάνεται.

Και, τέλος, αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο, η Τουρκία βλέπει πράσινο φως να ξεκαθαρίσει τους Κούρδους αντάρτες και να κλείσει αυτό το μέτωπο.

Επιπλέον, το Αφγανιστάν που έχει γενναίο μερίδιο στις μεταναστευτικές ροές που ταλανίζουν εμάς και την υπόλοιπη Ευρώπη, με την αποχώρηση των αμερικάνων θα περάσει σχεδόν σίγουρα, στα χέρια των Ταλιμπάν, κι όσοι διαφωνούν, διαφώνησαν ή δεν τους συνέτρεξαν, θα κινδυνεύουν και γι αυτό θα πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς.

Παράλληλα, τις τελευταίες μέρες βλέπουμε μια κλιμάκωση πολέμου λόγων μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που συνοδεύεται από μια σειρά ενεργειών της Τουρκικής πλευράς με καθαρά προκλητικό χαρακτήρα (παραβιάσεις εναερίου χώρου κι έξοδος νέου σεισμογραφικού σκάφους για έρευνες στο υποθαλάσσιο υπέδαφος, Ελλάδας και Κύπρου).

Η προκλητικότητα αυτή δεν είναι τυχαία. Έχει σχέση με τον αγωγό EastMed που, αν υλοποιηθεί, θ’ αλλάξει το ενεργειακό ισοζύγιο της περιοχής, θα δυναμώσει στρατηγικά την Ελλάδα και την Κύπρο και θα τους δώσεις leverage απέναντι στην EE που θα είναι ο αποδέκτης του φυσικού αερίου.

Το κακό είναι ότι όλα αυτά προσλαμβάνονται από την ελληνική κοινή γνώμη με εντελώς λάθος τρόπους:

  • με άρνηση (είναι προπαγάνδα για να μας αποπροσανατολίσουν από τα καθημερινά μας προβλήματα).
  • με εθνικιστικές εξάρσεις (θα ισοπεδώσουμε νησιά)
  • με φόβο (πάρε την οικογένεια και φύγε)
  • με ηττοπάθεια (μ’ αυτούς που έχουμε στο κεφάλι μας, δεν γίνεται τίποτα)

Υπάρχουν προβλήματα μεγάλα, υπάρχουν προβλήματα δύσκολα κι υπάρχουν και προβλήματα άλυτα.

Τα προβλήματα μας είναι και μεγάλα και δύσκολα. Αλλά για ν’ αποφανθούμε ότι είναι άλυτα, πρέπει να επιχειρήσουμε πρώτα να τα λύσουμε.

Η Ορθοδοξία της Δύσης

Ο Σάμιουελ Χάντινγκτον, στο βιβλίο του, Clash of Civilisations έβλεπε την Ελλάδα και την Τουρκία σαν δύο “ανωμαλίες”, χώρες δηλαδή που ανήκουν στο δυτικό στρατόπεδο αλλά πολιτισμικά δεν ανήκουν στη Δύση. Προέβλεπε, δε,  ότι η μεν Ελλάδα θα ενσωματωθεί τελικά στο Ορθόδοξο στρατόπεδο υπό την Ρωσία, η δε Τουρκία στο Ισλαμικό.
Ως προς την Τουρκία, φαίνεται έπεσε μέσα αφού ο Ερντογάν την έχει ήδη σύρει προς τα κει. Βέβαια, το ισλαμικό μπλοκ δεν διαθέτει μια ηγετική χώρα, γι αυτό και διακατέχεται από μεγάλη αστάθεια (πάντα, κατά Χάντινγκτον) κι η μετακίνηση Ερντογάν δεν είναι για να γίνει δορυφόρος κάποιας ισλαμικής ηγέτιδας, αλλά για να εγείρει ακριβώς ηγετικές αξιώσεις.

Η Ελλάδα, παρά τις Σερβορωσόφιλες φυγόκεντρες τάσεις της εξακολουθεί να παραμένει στη Δύση.
Η σημερινή εξέλιξη με την Εκκλησία της Ουκρανίας δείχνει ότι η Ουκρανία θέλει να πάρει θέση στη Δύση, ανάλογη με της Ελλάδας. Κι αντίστοιχα η εκκλησία της να είναι το ίδιο αυτόνομη, υπό την αιγίδα της Κωνσταντινούπολης κι όχι του Ρώσου Πατριάρχη.
Μη ξεχνάμε ότι ανάλογη θέση έχουν η Ρουμανία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο και θέλει να πάρει κι η Σερβία.
Η Ελλάδα, και το Ελληνικό παράδειγμα, φαίνεται να διαψεύδουν τον Χάντιγκτον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ξένη προς τη Δύση, όσο κι αν, λόγω Ρωσίας, πολλοί δυτικοί διανοούμενοι έχουν κατά καιρούς διακηρύξει το αντίθετο.

Στην περίπτωση του Χριστιανισμού, φαίνεται όμως πως  τα πολιτιστικά σχίσματα δεν είναι τόσο ισχυρά.

Η Ρωσία αποτελεί, αναμφίβολα, “στρατόπεδο” από μόνης της,  αλλά δεν είναι τόσο λόγω πολιτισμικότητας, όσο μεγέθους και θέσης. Κατά μία έννοια, κι η Ρωσία ανήκει στη Δύση.

Μετά τη μετακίνηση της Ουκρανίας προς τη Δύση, στο Ρωσικό Ορθόδοξο στρατόπεδο μένουν μόνο η Μολδαβία κι η Λευκορωσία.

Αυτό το “σχίσμα” των ορθόδοξων είναι απότοκο και της Ιστορίας αλλά και της γεωπολιτικής στρατηγικής των ΗΠΑ που έχουν επιδιώξει να απομακρύνει όλους τους ορθόδοξους από την επιρροή της Ρωσίας.

Αυτό από άποψη σταθερότητας της περιοχής δεν είναι καλό. Η Ρωσία πάντα ένοιωθε μια “νευρικότητα” για τα δυτικά της σύνορα και γι αυτό είχε επιδιώξει να δημιουργήσει μια buffer zone (σαν Σύμφωνο Βαρσοβίας παλαιότερα, και τώρα με την ενίσχυση και υπόθαλψη αντιδυτικών πολιτικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή).

Ποιά θα είναι η επόμενη κίνησή της; Και πόσο θα είναι διατεθειμένες οι “παλαβές” ΗΠΑ του Τραμπ ή των διαδόχων του, να στηρίξουν το δυτικο-ορθόδοξο λόμπυ;

 

Γραμμή άμυνας

rawpixel

Πριν λίγες μέρες, κατά προτροπή ένος διαδικτυακού φίλου, παρακολούθησα στο youtube μια ομιλία του Peter Zeihan που μου έδωσε το έναυσμα για μια σειρά σκέψεων κι ανησυχιών.

Στην ομιλία ο Zeihan, με αρκετά εξυπνακίστικο τρόπο, παρουσιάζει μια σειρά από επιχειρήματα που κατατείνουν στο ότι οι ΗΠΑ σαν υπερδύναμη είναι μόνη κι ασυναγώνιστη, κι αυτό για λόγους άσχετους με την τρέχουσα πολιτική ηγεσία ή τις αμέσως παλαιότερες.

Δεν θα μπω στη ανάλυση της ορθότητας αυτής της θέσης. Θέλω μόνο να μείνω σ’ ένα σημείο. Αυτό της ενεργειακής αυτάρκειας. Μιλώντας για ενεργειακά θέματα ο Zeihan αναφέρεται κυρίως στις παραδοσιακές μορφές ενέργειας και δη στο πετρέλαιο, αν και δεν παραλείπει να εκθέσει την πρόβλεψη ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ακολουθούν ανάλογη πορεία.

Ποιό είναι αυτό το σημείο; Το γεγονός ότι νέες μέθοδοι εντοπισμού κι εξόρυξης ενεργειακών αποθεμάτων έχουν καταστήσει τ’ αποθέματα πετρελαίου που βρίσκονται σε σχιστολιθικά πετρώματα (shale), όχι μόνο εκμεταλλεύσιμα αλλά περίπου ίσου κόστους με αυτά της Αραβίας που είναι από τα πιο φτηνά. Και το μέγεθος αυτών των αποθεμάτων αρκεί για να κάνει τις ΗΠΑ ενεργειακά αυτόνομες, με μηδενικές εισαγωγές.

Τι σημαίνει αυτό γεωπολιτικά; Ότι για πρώτη φορά στην Ιστορία τους οι ΗΠΑ δεν θα έχουν ανάγκη τη Μέση Ανατολή. Κι αυτό από μόνο του είναι τεράστιο θέμα. Αρκεί να θυμηθούμε τους δύο πρόσφατους πολέμους του Κόλπου που αναστάτωσαν την υφήλιο και έμπλεξαν και τη χώρα μας σ’ ένα κυκεώνα περιπλοκών χωρίς ορατό, ακόμα, τέλος.

Τι σημαίνει όμως αυτή η αλλαγή; Θ’ αλλάξει προς το καλύτερο η κατάσταση στη Μέση Ανατολή;  Μάλλον όχι. Κι αυτό γιατί η επιστασία που ασκούν οι ΗΠΑ, με ότι αντρρηση μπορεί να έχει κανείς γι αυτήν (κι εν προκειμένω έχω πάμπολλες), έχει κι ένα σταθεροποιητικό ή κατασταλτικό, καλύτερα, χαρακτήρα  που εμποδίζει τις πολλές και φυγόκεντρες τάσεις των χωρών της περιοχής να εκδηλωθούν στο όλο εύρος τους.

Η τελευταίες κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ προοιωνίζουν ανάλογες στάσεις παντού:  αποστασιοποίηση από το ΝΑΤΟ, την Νότια Κορέα και την Ιαπωνία κ.α.

Ας μην αναλωθούμε όμως στην δυνατότητα ή την πιθανότητα μιας τέτοιας κίνησης. Ας την δεχτούμε σαν υπόθεση εργασίας κι ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι αυτό μπορεί να σημάνει για τη θέση της Ελλάδας στην περιοχή της και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει.

Με την Ευρωπαϊκή Ένωση να σπαράσεται από διασπαστικές τάσεις (βλέπε Μεγ. Βρετανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Πολωνία) και τις ΗΠΑ να επιδεικνύουν κλιμακούμενη αδιαφορία γι αυτό που παλιά αποκαλείτο Διεθνής Τάξη, η Ελλάδα μένει σε μια περιφέρεια με μια Τουρκία που μεγενθύνεται πληθυσμιακά και τελεί κάτω από αυταρχική διακυβέρνηση, και μια σειρά μικρών αδύναμων μεν, αλλά δυνητικά εχθρικών χωρών στο βορρά της (εχθρότητα που η ίδια φροντίζει συνεχώς να υποδαυλίζει με άστοχες πολιτικές και κινήσεις), με μια Ρωσία που θέλει πρόσβαση στη Μεσόγειο κι εργάζεται εντατικά κι υποσκαπτικά στην περιοχή για να πετύχει αυτό το στόχο, με την ελληνική οικονομία καταβαραθρωμένη κι απόλυτα εξαρτημένη από τον τουρισμό, με τον πληθυσμό ολοένα μειούμενο λόγω μια πρωτοφανούς υπογεννητικότητας και με το πιο ακμαίο κομμάτι των νέων της φευγάτο, μάλλον για πάντα.

Τι πρέπει να γίνει; Τι μπορεί να γίνει σε μια τέτοια συνθήκη;

Αυτό το ερώτημα με βασανίζει τις τελευταίες μέρες και, βέβαια, δεν έχω πρόχειρη απάντηση. Μόνο μερικές σκέψεις ως προς τους άξονες που θα μπορούσε να κινηθεί μια πιθανή απάντηση.

Πρώτη (σκέψη) απ’ όλες:  η ανάγκη της διευρεύνησης απάντησης μέσα από μια σκοπιά που δεν θα χρωματίζεται ιδεολογικά, όσο αυτό είναι δυνατό, για να μπορεί να χωρά τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Γιατί σε μια εθνική στρατηγική (γι αυτό μιλάμε) δεν χωράνε μικροκομματικά παιχνίδια κι υποθαλπόμενες έριδες.

Ακριβώς επειδή θέλουμε κάτι που να ενώνει στο μέγιστο δυνατό βαθμό, κάτι πραγματικά πατριωτικό (κι όχι εθνικιστικό), η δεύτερη σκέψη μου είναι για μια έδραση στον πραγματισμό κι όχι σε θεωρητικές αναλύσεις. Τι σημαίνει αυτό; Κάτι ανάλογο της περίφημης τοποθέτησης του Ντεγκ Σιάο Πίνγκ: “Άσπρη γάτα; Μαύρη γάτα; Αρκεί να πιάνει ποντίκια!“.

Πως σκιαγραφείς όμως μια τέτοια στρατηγική γραμμή; Από που ξεκινάς;

Δεύτερη υπόθεση εργασίας: από το τέλος. Από το απευκταίο σημείο. Από κει που θέλεις με κάθε τρόπο να μη φτάσεις:  τον πόλεμο και την καταστροφή.

Πως;

Θέτοντας το απλό ερώτημα: πως μπορεί να επιβιώσει η χώρα σε μια μακροχρόνια σύρραξη μ΄ένα μεγαλύτερο εχθρό;

Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μπορεί να καθορίσει τις γραμμές άμυνας, τα πράγματα τα οποία πρέπει να διαθέτουμε τη μοιραία στιγμή για να τα βγάλουμε πέρα και που θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά για να μην έρθει ποτέ μια τέτοια στιγμή.

Ποιά είναι αυτά; Θα παραθέσω μερικές σκέψεις αλλά εδώ θα χρειαστώ τη βοήθεια του κοινού. Είπε κάποιος “αν θες να γνωρίσεις κάτι καλά πρέπει ή να κάνεις έρευνα γι αυτό, ή να το διδάξεις ή να γράψεις βιβλίο”.  Ή να επικαλεστείς τη σοφία του πλήθους, προσθέτω εγώ.

Ποιά είναι αυτή η σοφία του πλήθους; Είναι η συνιστώσα των μικρών γνώσεων που διεθέτουν τα άτομα και που, όταν αρθροίζεται, εξουδετερώνει τις άσχετες παραμέτρους και διαφωτίζει την ουσία ενός θέματος.

Οι σκέψεις μου λοιπόν, που τις θέτω στην κρίση κι αρωγή του αναγνώστη για τον παραπάνω λόγο, είναι οι εξής:

Για να επιβιώσουμε την κρίσιμη στιγμή χρειάζεται να έχουμε λύσει με ικανοποιητικό τρόπο τα παρακάτω προβλήματα και να έχουμε καλύψει τις παρακάτω ανάγκες:

  1. Επάρκεια των αναγκαίων προς το ζην (τρόφιμα, βασικά είδη, φάρμακα) σε βάθος χρόνου.
  2. Αδιατάρακτη πρόσβαση σε πηγές ενέργειας.
  3. Επάρκεια ανθρώπινου δυναμικού, τόσο ποσοτική όσο και ποιοτική.
  4. Συσσωρευμένο πλούτο σε ρευστό ή που μπορεί να ρευστοποιηθεί εύκολα (όχι μνημεία, γη κι ακίνητα) στη διεθνή αγορά, για την απόκτηση των αναγκαίων που τυχόν θα λείψουν.
  5. Επαρκή τεχνολογική βάση για την παραγωγή μέσων άμυνας.
  6. Άυλους πόρους, όπως γνώση, τεχνογνωσία, οργανωτικές δομές αλλά και ηθικό και φρόνημα.
  7. Και, τέλος, συμμάχους, κάτι που θα γίνει όλο και πιο δύσκολο καθώς οι περισσότερες χώρες είναι σε μια πορεία αναδίπλωσης κι εσωστρέφειας.

Η παραπάνω λίστα στην παρούσα κατάσταση φαίνεται σα γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Αλλά αν συμφωνήσουμε, έστω πολύ θεωρητικά, ότι είναι περίπου σωστή και πλήρης, τότε έχουμε κάτι για να στοχεύσουμε. Μπορούμε να συζητάμε (και να διαφωνούμε δημιουργικά) για επι μέρους μεθόδους και πολιτικές που θα κατατείνουν σ’ αυτό το στόχο και θα δώσουν συνοχή και συνέχεια στις εθνικές αλλά και κομματικές επιδιώξεις.

Η διερεύνηση των παραπάνω επτά σημείων με σκοπό να μεταφραστούν σε απτούς στόχους, είναι για μένα ένα ζητούμενο. Σκοπεύω να του αφιερώσω χρόνο μου, χρόνο που μου λείπει, όχι για κάποια προσωπική φιλοδοξία αλλά γιατί έχω πλέον ένα παιδί και θέλω να μπορώ να ελπίζω ότι αυτό το παιδί έχει μέλλον σ’ αυτό τον τόπο.

 

Για ποιόν χτυπά το κουδούνι;


Jess Watters

Γλώσσα

Στο σχολείο ποτέ δεν ήμουν άσσος στη γραμματική. Ακόμα έχω θέματα, ειδικά με τη σύγχιση που μου έχουν προκαλέσει 3 + 1 διαφορετικές γραμματικές: οι τρεις που διδάχτηκα κι η μία που ισχύει πλέον δηλαδή αρχαία, καθαρεύουσα, δημοτική Τριανταφυλλίδη και δημοτική Μπαμπινιώτη.

Επίσης με τη σύνταξη έχω ακόμα θέματα. Όταν γράφω κάτι μεγάλο, στην πρώτη γραφή συνήθως ο λόγος είναι μακροπερίοδος, με πρωθύστερα κι ανορθόδοξες τοποθετήσεις των υποκειμένων και προσδιορισμών. Χρειάζεται κάμποσα περάσματα για να φέρω τέτοιες παραγράφους σε λογαριασμό.

Τα λέω αυτά για να τ’ αντιπαραβάλω με την έκπληξη που νοιώθω κάμποσα χρόνια τώρα με την αδυναμία στοιχειώδους σύνταξης κειμένων από την πλειονότητα των συνεργατών, πελατών, προμηθευτών κλπ.

Που, με δεδομένες τις αδυναμίες μου, για να είναι η δική μου έκπληξη μεγάλη, φαντάζομαι πόσο τεράστια θα είναι αυτών που όντως γράφουν και μιλάνε σωστά και με ευχέρεια.

Θα μπορούσα να το προσπεράσω λέγοντας “ε, με τεχνικά θέματα καταπιάνεσαι, δεν έχει πολλούς φιλόλογους εδώ. Τι περίμενες;”

Αλλά δεν δουλεύω στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, ούτε σε μηχανουργεία. Οι άνθρωποι με τους οποίους έρχομαι σ’ επαφή είναι, στην πλειονότητα τους, απόφοιτοι ΑΕΙ ή ΤΕΙ. Και, κατά τ’ άλλα, έξυπνοι, ικανοί κι, αρκετές φορές, επιτυχημένοι.

Τι είναι αυτό που εμποδίζει ένα έξυπνο κι ικανό άνθρωπο να μάθει σωστά τη γλώσσα του;

Αριθμητική

Πέραν του στενού μου κύκλου, στις τυχαίες συναλλαγές της καθημερινότητας, έχω συναντήσει σε μεγάλο ποσοστό το … πρόβλημα των ποσοστών. Το τόσο τοις εκατό, αποτελεί ένα δύσβατο λόφο που πάνω του γλυστράνε άνθρωποι που μπορούν να κάνουν με το μυαλό πράξεις 3 ή 4 ψηφίων. Όταν δε, πάμε στις πράξεις με ποσοστά (x -20%x), συνήθως επίκειται πανωλεθρία.

Οδηγίες χρήσης

Με την επιταχυνόμενη τεχνολογική πρόοδο, κατακλυζόμαστε συνεχώς από νέες συσκευές που δεν υπήρχαν όταν πηγαίναμε σχολείο, κι ούτε διδαχτήκαμε ποτέ πως να λειτουργούμε κάτι παρόμοιο.

Και δεν μιλάω για υπολογιστές και κινητά που έχουν, ομολογουμένως, μια καμπύλη εκμάθησης, αλλά πράγματα όπως ηλεκτρονικούς αναγνώστες, συναγερμούς και συσκευές αναπαραγωγής ήχου που συνδέονται με το κινητό κτλ, πράγματα, δηλαδή, που χρησιμοποιούμε καθημερινά αλλά που επίσης αλλάζουν καθημερινά.

Η εικόνα εδώ είναι η εξής: υπάρχουν οι τεχνοφοβικοί (που συνήθως θεωρούν εαυτούς αντίπαλους της τεχνολογίας για ιδεολογικούς λόγους) κι αυτοί που έχουν ανέβει την ηλικιακή κλίμακα. Και οι δύο ομάδες αδυνατούν να διεκπεραιώσουν βασικές ενέργειες με τέτοιες συσκευές χωρίς διδασκαλία, κι ακόμα κι ύστερα απ’ αυτήν.

Αιτήσεις και πρωτόκολλα

Αργά ή γρήγορα, έρχεται η στιγμή να συναλλαγούμε με το κράτος. Το κράτος που μισούμε όταν μας ζητά, αλλά αγαπάμε να μας δίνει.

Το πάρε δώσε αυτό έχει συνήθως τη μορφή της συμπλήρωσης κι υποβολής ενός εντύπου: μια αίτηση (χειρόγραφη ή μη), μια δήλωση (υπεύθυνη ή φορολογική) μια ψήφο (σωτήρια ή άχρηστη).

Με μηχανισμούς απαρχαιωμένους, προσωπικό ακατάλληλο κι ανεκπαίδευτο, η συναλλαγή με το κράτος αποδεικνύεται μια από τις πιο δύσκολες ικανότητες (στην κλίμακα του στοιχειώδους). Κι αυτό γιατί υπάρχουν πάντα κάποιες γραπτές οδηγίες που δεν αναζητούμε, δεν διαβάζουμε, δεν καταλαβαίνουμε, και, βέβαια, δεν επικαλούμαστε όταν πέφτουμε πάνω σε τοίχους αυθαιρεσίας κι αδιαλλαξίας.

Λειτουργικός αναλφαβητισμός

Αυτά που περιγράφω παραπάνω είναι όψεις του λειτουργικού αναλφαβητισμού. Κι αν τ’ αναγνωρίσατε από την εμπειρία της καθημερινότητας όπως διατρέχατε το κείμενο, πάει να πει ότι το πρόβλημα είναι γενικό και μεγάλο.

Κι αυτό το πρόβλημα έχει μια ρίζα: το σχολείο.

Το ελληνικό σχολείο παράγει λειτουργικά αναλφάβητους πολίτες ακόμα και σε περιπτώσεις που είναι εξαιρετικά γραμματιζούμενοι.

Θυμάμαι κι ακούω συχνά συζητήσεις του τύπου:

“τι τα θέλουμε τ’ αρχαία, φιλόλογοι θα γίνουμε; “

“τι τα θέλουμε τα μαθηματικά, επιστήμονες θα γίνουμε;”

κλπ

Συζητήσεις κι ενστάσεις που φανερώνουν τη βαθειά ριζωμένη πεποίθηση ότι το σχολείο είναι ή πρέπει να είναι μόνο μια επαγγελματική προετοιμασία.

Πολίτης ή εργαζόμενος;

Το να έχεις δουλειά είναι ευλογία. Το να ξέρεις να την κάνεις καλά, μεγαλύτερη. Αλλά οδοντοτεχνίτης, τραπεζικός, οδηγός ταξί και μεταλορύχος είσαι για ένα 8ωρο τη μέρα, πέντε μέρες τη βδομάδα, μέχρι τη συνταξιοδότηση. Η ζωή είναι ευρύτερη από την εργασία και το επάγγελμα, και χρονικά και ποιοτικά. Πολίτης και μέλος της κοινωνίας είσαι μέχρι το τέλος της ζωής σου.

Για το δεύτερο ποιός θα σ’ εκπαιδεύσει; Που θα μάθεις τις βασικές δεξιότητες να πλοηγείσαι, να επικοινωνείς και να συναλλάσεσαι σε μια σύγχρονη κοινωνία; Κι ακόμα περισσότερο, που θα μάθεις να μαθαίνεις, γιατί αυτή η κοινωνία αλλάζει με ιλιγγιώδης ρυθμούς κι απαιτεί πλέον ν’ αλλάζεις μαζί της. Κι αν δεν το κάνεις σε πετάει σε κάποιο περιθώριο: οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό.

Το σχολείο

Το σχολείο που ξεκίνησε σήμερα μ’ αγιασμό και ανάγνωση εγκυκλίου για το bullying, είναι αυτό που θα έπρεπε να προετοιμάζει λειτουργικά εγγράμματους πολίτες. Όχι γιατρούς, μηχανικούς, οικονομολόγους.

Πολίτες.

Και για να το κάνει, πρέπει να δείξει στα παιδιά το από που προερχόμαστε, τι είμαστε και που πηγαίνουμε. Σαν είδος (επιστήμη), σαν έθνος (ιστορία), σαν άνθρωποι (λόγος και τέχνες, ψυχολογία, κοινωνιολογία, αγωγή), σαν πολίτες (γραφή κι ανάγνωση, αριθμητική, ομιλία, κρίση).

Γιατί δεν μαθαίνουμε φυσική, χημεία, βιολογία για να δουλέψουμε κάποτε στο CERN ή στη NASA, αλλά για να μπορούμε να καταλάβουμε θέματα για τα οποία πιθανώς να κληθούμε ν’ αποφασίσουμε σε κάποια μελλοντική εκλογική διαδικασία, όπως: πυρηνική ενέργεια, εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τι σημαίνει διαστημικό ταξίδι, τι δουλειά κάνουν οι δορυφόροι και πως διαμορφώνονται σχέσεις κυριαρχίας κι εξάρτησης μέσα από την εκμετάλλευση του διαστήματος.

Δεν μαθαίνουμε ιστορία για να φοράμε αρχαίες περικεφαλαίες σε ευρωπαϊκά πρωταθλήματα αλλά για να αντιληφθούμε τη δυναμική των σχέσων των λαών, τις στάσεις τους και τις αποφάσεις τους και τι οδηγεί σε πρόοδο κι ευημέρια και τι σε μαρασμό κι υπανάπτυξη.

Δεν διαβάζουμε λογοτεχνία για να γίνουμε κουλτουριάρηδες αλλά για να ανιχνεύσουμε το δικό μας συναίσθημα, τη δική μας αίσθηση του ωραίου και του καλού.

Είναι δύσκολο να εξηγήσεις στα παιδιά αυτό το σκεπτικό. Αλλά δεν χρειάζεται. Αυτό που χρειάζεται είναι να εκμεταλλευτείς το έμφυτο χαρακτηριστικό της περιέργειας, για να τα οδηγήσεις να σκεφτούν και να ψάξουν, να δοκιμάσουν, ν’ αποτύχουν, να ξαναδοκιμάσουν και να μάθουν τελικά ότι η μάθηση δεν έχει τέλος. Η μάθηση είναι το ταξίδι.

Πόσο καιρό χρειάζεται μια ιδιοφυϊα ν’ ανθίσει;

Διαβάζοντας χτες ένα παλιό άρθρο για το πως ν’ αναθρέψεις μια ιδιοφυΐαάρχισα να σκέφτομαι το κατά πόσο υπάρχει θέμα χρόνου στο πότε θα εμφανιστεί μια ιδιοφυΐα. Μπορεί, ας πούμε, ν’ αργήσει 20, 30, 40 ή 50 χρόνια; Μπορεί να λάμψει όταν κάποιος έχει πατήσει τα εξήντα; Τα εβδομήντα ή ακόμα παραπάνω;

Η πρώτη σκέψη που κάνει κανείς είναι πως όχι, κι αυτό γιατί μπαίνει σε λειτουργία το availability bias που όταν διερωτώμαστε για ένα θέμα, αυτό που μας έρχεται πρώτο στο νού, είναι ότι είναι πιο διαθέσιμο από αναμνήσεις. Κι η μνήμη μας, αν δεν ζούμε σαν ερημίτες, έχει κατακλυστεί από ιστορίες προικισμένων παιδιών ή λαμπρών νέων. Καλλιτεχνών, επιστημόνων, ιδίως μαθηματικών, και, τελευταία, επιχειρηματιών.

Ποιός, αλήθεια, δε θα φέρει στο νου του το Μότσαρτ να παίζει πιάνο σαν βιρτουόζος από τα 4; Ή για να το φέρουμε κοντά μας, το Σγούρο και τον Καβάκο;

Κι άλλα, λιγότερο γνωστά, παραδείγματα, όπως:

  • του Γκάους που στο δημοτικό, σε ηλικία 8 ετών, λύνει σε δευτερόλεπτα το πρόβλημα που τους έχει βάλει ο δάσκαλος “Πόσο είναι το άρθροισμα των αριθμών από το 1 ως το 100”.
  • του Γκαλουά, που θεμελίωσε τη θεωρία ομάδων πριν τον πρόωρο θάνατο του στα 21!
  • του Αϊνστάιν που δημοσιεύει το 1905, το λεγόμενο annus mirabilis, όντας 26 χρονών δημοσιεύει, όχι μια, αλλά τέσσερεις, θεωρίες (φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, για την κίνηση Brown, την ειδική θεωρία της σχετικότητας, την ισοδυναμία ενέργειας — μάζας) που αλλάζουν κυριολεκτικά την πορεία της φυσικής.

Στα μαθηματικά, ειδικά, αν κάποιος έχει περάσει τα τριάντα, δεν αναμένεται να κάνει μεγάλη συμβολή στην επιστήμη του, το δε ανώτατο βραβείο των μαθηματικών (Fields metal) δίνεται μόνο για ηλικίες κάτω των 40.

Κι ενώ φαίνεται πως ιδιοφυϊα και νεότητα πάνε χέρι χέρι, αν εμβαθύνει λίγο κανείς βρίσκει πολλά παραδείγματα late geniuses, ανθρώπων, δηλαδή,που έλαμψαν σε μεγάλη ηλικία, όπως ο Θερβάντες που έγραψε τον Δον Κιχώτη όταν κόντευε τα 60, ή ο Γκωγκέν, που η μεγάλη του παραγωγή γίνεται μετά τα 50.

Ψάχνοντας να βρω αν υπάρχει καμιά εξήγηση για το φαινόμενο, έπεσα πάνω στον οικονομολόγο David Galenson, που ερευνώντας συσχετίσεις μεταξύ τιμών έργων τέχνης και ηλικιών καλλιτεχνών, διαμόρφωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία για τους τύπους ιδιοφυΐας.

Στο βιβλίο “Old Master and Young Geniouses”, o Galenson ισχυρίζεται ότι υπάρχουν δύο τύποι ιδιοφυΐας: η εννοιολογική (conceptual) κι η πειραματιστική (experimentalist). Οι νεαρές ιδιοφυΐες είναι κυρίως του πρώτου τύπου, ενώ οι ώριμοι δάσκαλοι είναι του δεύτερου. Κι ακριβώς αυτό εξηγεί και τη διαφορά του χρόνου εμφάνισης της ιδιοφυΐας: ο μακροχρόνιος πειραματισμός, η εμπειριστική προσέγγιση προς ένα στόχο, που δεν είναι σαφής ή εκ των προτέρων τεθείσα, προφανώς παίρνει πολύ χρόνο. Αντίθετα, οι νεαρές ιδιοφυΐες ξέρουν καλά προς τα που θέλουν να κατευθυνθούν κι ο τρόπος που εργάζονται προς αυτό, μοιάζει με την παραγωγική μέθοδο της λογικής, που εξάγει τα συμπεράσματα από μια μικρή ομάδα αρχών.

Οι πειραματιστές δουλεύουν επαγωγικά. Πρέπει να συσσωρεύσουν πολύ εμπειρία, να κάνουν πολλές δοκιμές και λάθη, κι εντωμεταξύ, πρέπει και να ζήσουν, γι αυτό περισπώνται και σε βιοποριστικές απασχολήσεις, λίγο πολύ άσχετες με την κύρια επιδίωξη τους.

Αν σας κίνησα το ενδιαφέρον, ακούστε αυτό το podcast που ανακάλυψα τυχαία. O Galenson αναπτυσει επί 20 λεπτά τη θεωρία του, μιλώντας για το θέμα που κυρίως τον ενδιαφέρει, τους ζωγράφους, αλλά με αναφορές και σ’ άλλα πεδία. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η κρίση του για το δίδυμο Steve Jobs, Steve Wozniak.

Πάντως, όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να σκεφτώ κανενός είδους ιδιοφυΐα, με μεγάλης ακτινοβολίας έργο, που να έχει περάσει τα εβδομήντα. Φαίνεται ότι ακόμα κι η ιδιοφυΐα κάποια στιγμή συνταξιοδοτείται.

 

 

 

Αναζητώντας την πολιτική του μέλλοντος

Από μια συζήτηση στο facebook με τον Σπύρο Δοξιάδη, πήρα αφορμή κι ενέργεια να γράψω μερικές σκέψεις για το ποιά μπορεί ή πρέπει να είναι η Πολιτική του μέλλοντος, τόσο σε παγκόσμια κλίμακα όσο και στα στενά εθνικά μας πλαίσια.

Προφανώς το θέμα είναι δυσανάλογα μεγάλο για τις δυνάμεις μου κι ούτε ισχυρίζομαι ότι το κατέχω, ούτε ότι νοιώθω βεβαιότητα για τις όποιες απαντήσεις θα επιχειρήσω να δώσω.

Περισσότερο θα πρέπει να ειδωθεί σαν μια αφορμή για διάλογο που στην καλύτερη περίπτωση θα αποκαλύψει και θα διαμορφώσει νέες χρήσιμες ιδέες, και στη χειρότερη θα διορθώσει και θα ξεκαθαρίσει τη σκέψη του γράφοντος.

Χωρίς άλλες περιστροφές λοιπόν  θέτω τα προς εξέταση ζητήματα τα οποία θα τα διατυπώσω με μορφή κάπως αξιωματική, αν και στην εκδίπλωση τους, σε μετέπειτα άρθρα,  θα επιχειρήσω να τα δικαιολογήσω σε κάποιο βαθμό.

  1. Η φάση της ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας που διανύουμε, η διαμόρφωση της παραγωγικής διαδικασίας κάτω από την επιρροή τους και  οι συνθήκες που έχουν ήδη επιβάλει αλλά, κυρίως, που θα επιφέρουν αύριο, θέτουν υπαρξιακούς κινδύνους για την ανθρώπινη κοινωνία και ζωή όπως την ξέρουμε. Ενδεικτικά αναφέρω τον κίνδυνο της υποκατάστασης της ανθώπινης εργασίας από την εργασία μηχανών, είτε σε white collar jobs (υποκατάσταση από Τεχνητή Νοημοσύνη), είτε σε blue collar jobs (υποκατάσταση από ρομπότ). Οι επιπτώσεις αυτής της τεχνολογικής αλλαγής θα είναι πολλαπλάσιες αυτού που παρατηρούμε σήμερα και που έχει ήδη συνεγείρει αντιδρούσες δυνάμεις: την μετατόπιση δηλαδή της παραγωγής προς την Άπω Ανατολή, την σμίκρυνση της μεσαίας τάξης, την διασύνδεση των χρηματοοικονομικών συστημάτων με ότι κινδύνουν ελλοχεύουν σ’ αυτό και την μετακίνηση πληθυσμών λόγω πολέμων ή ανέχειας, από τις φτωχότερες  προς τις πλούσιες χώρες.
  2. Δεν έχουν αναφανεί ακόμα οι δυνάμεις που θα προτείνουν ικανοποιητικές απαντήσεις γι τις νέες συνθήκες.
  3. Αντίθετα, με τη μορφή του λαϊκισμού, που φαίνεται να φουσκώνει σαν κύμα και διαπερνά οριζόντια όλο το πολιτικό φάσμα, κυρίως στις δυτικές χώρες, επιχειρείται μια αναδίπλωση και μια στροφή προς το παρελθόν, σε σχήματα που υπόσχονται μια απάντηση στα τρέχοντα προβλήματα, αλλά που αδυνατούν όμως να συλλάβουν τα επερχόμενα στο μέγεθος και σ’ όλη τους την κρισιμότητα. Η αναδίπλωση αυτή οδηγεί στην νέα πολιτική αντίθεση μεταξύ του εθνικισμού και της παγκοσμιοποίησης. Η λογική του λαϊκισμού είναι απλή: είναι οι παγκόσμιες διασυνδέσεις που μας έφεραν στην παρούσα κατάσταση, άρα, αν τις περιορίσουμε ή τις κόψουμε και τελείως, θα γυρίσουμε στην καλή εποχή που όλα δούλευαν ρολόι. Αυτά, επαναλαμβάνω, για τη Δύση. Γιατί για άλλες χώρες η παγκοσμιοποίηση έχει σημάνει αύξηση του πλούτου τους, του βιοτικού τους επιπέδου και του γεωπολιτικού εκτοπίσματος (βλέπε Κίνα).
  4. Η αναδίπλωση αυτή είναι κυρίως ενστικτώδης, εδράζεται σε αντανακλαστικά που έχουν συνοδεύσει το ανθρώπινο είδος από την αρχή της ιστορίας του και που αξιοποιούν  το συνεκτικό στοιχείο των μεγάλων κοινωνικών ομάδων: τους συλλογικούς μύθους. Ασπάζομαι εδώ την ανάλυση του Χαράρι για το θέμα, που βλέπει τις συλλογικές ιστορίες, τις αφηρημένες αυτές οντότητες, είτε πρόκειται για θρησκείες, είτε  πρόκειται για έθνη, εταιρείες, θεσμούς κλπ σαν το βασικό συνεκτικό στοιχείο που επιτρέπει να οργανώνονται και να συνεργάζονται οι άνθρωποι σε μεγάλους αριθμούς.
  5. Σ’ αυτό το πλαίσιο τα λαϊκιστικά κινήματα έχουν ένα πλεονέκτημα: χρησιμοποιούν καλά τις συλλογικές αφηγήσεις, κυρίως ανακαλώντας και στρατολογώντας σχήματα που έχουν δουλέψει αποτελεσματικά στο παρελθόν (= έθνος, πολιτιστική ομάδα κτλ).
  6. Αντίθετα, πολιτικές θεωρίες πιο αφηρημένες, όπως ο κλασσικός φιλελευθερισμός ή ο παραδοσιακός αριστερός διεθνισμός, αλλά κι η ίδια η εγκυρότητα της επιστήμης και η χρησιμότητα της τεχνολογίας χάνουν έδαφος στις αντιλήψεις του κόσμου, αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή και με σαφή εχθρότητα, δυσανάλογη με το τι αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί δεν αρθρώνονται  μέσα απόικανοποιητικά συλλογικά αφηγήματα.
  7. Το διακύβευμα λοιπόν για την χάραξη μιας όποιας νέας πολιτικής είναι πως να απαντήσει με τεχνοκρατικές μεν διαδικασίες στα προβλήματα που προαναφέραμε  αλλά έχοντας πρώτα διαμορφώσει ένα νέο συλλογικό αφήγημα, που να φαίνεται πειστικότερο και δελεαστικότερο από τα σχήματα του παρελθόντος, που θα θέτει τις αξίες και θα ανοίγει το δρόμο στην τεχνοκρατική αντιμετώπιση.
  8. Η έκθεση θέσεων και ιδεών που θα ακολουθήσει δεν είναι ουδέτερη. Στην αντιπαράθεση, παίρνω σαφώς θέση υπέρ της παγκοσμιοποίησης, για ένα και μόνο λόγο: τα προβλήματα που επικαλέστηκα στο σημείο 1 αλλά δεν έχω αναπτύξει ικανοποιητικά ακόμα, μπορούν να λυθούν μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο.
  9. Με αυτό το πλαίσιο σαν δεδομένο, ποιά μπορεί να είναι η ενδεδειγμένη πολιτική για τη χώρας μας; Θα έπρεπε να ρωτάω ποιός θα είναι ο ρόλος της χώρας μας στις κατακλυσμιαίες αλλαγές που έρχονται, αλλά δυστυχώς, είμαστε μακρυά από το να το σκεφτόμαστε ακόμα, λόγω της οκταετούς μας καθήλωσης σε μια άγονη προσπάθεια επίλυσης της κρίσης μας (που πλέον δεν επιδέχεται επιθετικό προσδιορισμό οικονομική, πολιτική ή άλλη, γιατί πια έχει πάρει γενικευμένη μορφή). Προς το παρόν πρέπει να περιοριστούμε σε μια ανάλυση τακτικών ελιγμών που θα μας οδηγήσουν σε σταθερότερα νερά και θα μας δώσουν ίσως μια άνεση χρόνου να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε την εθνική στρατηγική.
  10. Η απάντηση που θα επιχειρήσω να δώσω εδράζεται σε δύο πυλώνες:
    • Η όποια πολιτική απόκριση στην πρόκληση του λαϊκισμού, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εγχώριο επίπεδο, πρέπει να διαθέτει ανάλογη συνεκτικότητα μ’ αυτή του λαϊκισμού, να διαπερνά δηλαδή διάφορους αντίπαλους παραδοσιακούς χώρους και να τους συσπειρώνει ως προς μερικά βασικά ζητήματα, όπως ο λαϊκισμός συσπειρώνει αριστερούς και δεξιούς λαϊκιστές γύρω από το έθνος. Η εύρεση ενός τέτοιο οριζόντιου άξονα θα πρέπει να επιτρέπει στις παραδοσιακές πολιτικές ιδεολογίες  να αναπτύξουν τις διαφορετικές προτάσεις τους στα πλαίσια του. Θα διαμορφώνεται έτσι μια, ρητή ή άρρητη, στρατηγική συναίνεσης σε βασικά ζητήματα που θα επιτρέπει όμως την υγιή πολιτική αντιπαράθεση σε άλλα καίρια ή μη.
    • Επειδή τα συλλογικά αφηγήματα, και κατά συνέπεια οι ανθρώπινοι πολιτισμοί, δημιουργούνται με πολύ αργούς ρυθμούς κι αλλάζουν με ακόμα αργότερους, δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε ότι μπορούμε να φτιάξουμε ένα νέο συλλογικό αφήγημα εκ του μηδενός. Πρέπει να επιστρατεύσουμε τα υπάρχοντα προς ένα νέο σκοπό. Εδώ τα νερά είναι θολά, αλλά υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα. Το σίγουρο είναι ότι ένα νέο αφήγημα πρέπει να συνεγείρει έναν ενάρετο κύκλο που θα προάγει το μήνυμα του, γεννώντας με αυξανόμενο ρυθμό άρθρα, συζητήσεις, βιβλία, τέχνη, και βέβαια πολιτική, που θα το εκφράζουν και θα το διαδίδουν.

Σε επόμενα ποστ, θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω λίγο περισσότερο τα κάπως αφηρημένα προλεχθέντα, και, κυρίως, να διατυπώσω απαντήσεις.

 

 

Εκλογές Σεπτεμβρίου 2015: 2η βδομάδα δημοσκοπήσεων

Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που να βγαίνει από τη σύγκριση των δημοσκοπήσεων της πρώτης βδομάδας του Σεπτεμβρίου προς την τελευταία του Αυγούστου είναι το κλείσιμο της ψαλίδας ΣΥΡΙΖΑ ΝΔ με πτώση του πρώτου κι άνοδο της δεύτερης.

Η άνοδος αυτή θα πρέπει ν’ αποδοθεί σε κίνηση ταχτικής των ψηφοφόρων του Ποταμιού οι οποίοι εμφανίζονται να μειώνονται. Ο λόγος είναι προφανής: το κυνήγι των 50 εδρών του εκλογικού μπόνους.

Μια άλλη παρατήρηση είναι η σχετική μείωση της ΛΑΕ κι η άνοδος του ΠΑΣΟΚ που θα μπορούσε ν΄ αποδοθεί στην απόφαση του ΚΙΔΗΣΟ να μην κατέβει στις εκλογές

Γενικά, όλες οι δημοσκοπήσεις κινούνται στα ίδια νούμερα με μικρές αποκλίσεις, μ’ εξαίρεση της Bridging Europe η οποία, όπως και την προηγούμενη βδομάδα, δείχνει μια μεγάλη διαφορά ΣΥΡΙΖΑ ΝΔ, υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αυτή η δημοσκόπηση που φέρνει τη διαφορά των δύο πρώτων σε μια μονάδα. Χωρίς αυτήν θα είχαμε σχεδόν ίσα ποσοστά (απόκλιση δεύτερου δεκαδικού).

Η εκτίμηση για το εκλογικό αποτέλεσμα της 1ης εβδομάδας του Σεπτεμβρίου σχηματίστηκε σαν μέσος όρος των παρακάτω δημοσκοπήσεων:

  1. Pulse/Action24
  2. Alco/Newsit
  3. GPO/Mega
  4. Μετρον/Παραπολιτικά
  5. ΠαΜακ/Σκάι
  6. MRB/Star
  7. Bridging Europe
  8. To the point/Μακεδονία
  9. Καπα Research/Βήμα
  10. Pulse/pontiki

Η αναποφάσιστοι κατανέμονται αναλογικά πράγμα που δεν είναι σωστό αλλά δεν διαθέτω και κάποιο καλύτερο μοντέλο για πρόβλεψη. Αν πρόκειται να υπάρξει μια έκπληξη, απ’ αυτούς θα προέλθει βέβαια.

Screenshot 2015-09-07 22.25.07

 

 

Εκλογές Σεπτεμβρίου 2015: μια πρώτη εκτίμηση

Όχι, δεν αποφάσισα να γίνω εκλογολόγος. Αλλά από τη μια η παταγώδης αποτυχία της πρόβλεψης του αποτελέσματος του πρόσφατου δημοψηφίσματος κι από την άλλη η ενασχόληση μου με τη στατιστική το χειμώνα που μας πέρασε, κι  ένα βιβλίο που διάβαζα αυτές τις μέρες (το  The Signal and the Noise του Nate Silver) με παρακίνησαν να ρίξω μια πιο προσεκτική ματιά απ’ ότι συνήθως στις εκλογικές προβλέψεις.

Πήρα, λοιπόν, ότι δημοσκόπηση κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα, μετέτρεψα σε εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος την πρόθεση ψήφου (όπου αυτό δεν δημοσιευόταν)  κι έβγαλα των μέσο όρο των εκτιμήσεων.

Οι δημοσκοπήσεις ήταν οι ακόλουθες:

  1. Παν.Μακεδονίας/ΣΚΑΪ
  2. MRB/Αγορά
  3. Μetron/Real News
  4. Prorata/ΕφΣυν
  5. Bridging Europe/Αυγή
  6. MARC/Alpha
  7. Bild
  8. Βήμα/KapaResearch
  9. Alco/ΠΘ

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπετε στο παρακάτω γράφημα.

Screenshot 2015-08-31 22.04.05

Σκοπεύω να κάνω το ίδιο και τις άλλες δύο εβδομάδες και να συγκρίνω στο τέλος με το πραγματικό αποτέλεσμα. Ελπίζω  να μπορέσω να βγάλω κάποια συμπεράσματα ως προς το γιατί αποτυγχάνουν ή επιτυγχάνουν οι εκτιμήσεις.

Πάντως η εικόνα ως τώρα δείχνει ότι πάμε για κυβέρνηση συνεργασίας.

Μεταξύ ποιών είναι το θέμα. Κι ίσως το στοίχημα.

(Συ)ζητώντας εξηγήσεις

Από το 2009 ως σήμερα που προσπαθώ κι εγώ όπως όλοι να καταλάβω αυτή την καταστροφική παλίρροια που μας έχει σαρώσει, ανάμεσα στα πολλά που μου έχουν κάνει εντύπωση ξεχωρίζω ως κορυφαίο την παλινδρόμηση στον αταβισμό και την ανορθολογικότητα.

Η ιστορία βέβαια μας διδάσκει ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί εξαίρεση σε περιόδους κρίσης. Μάλλον είναι ο κανόνας.  Είναι άλλο όμως τον κανόνα αυτό να τον αντιλαμβάνεσαι σαν μια γενική συνισταμένη μέσα από ένα ιστορικό εγχειρίδιο, κι άλλο σαν καθημερινή εμπειρία, ειδικά με ανθρώπους που ξέρεις, γνωρίζεις χρόνια, εκτιμάς για τη διαύγεια της σκέψης τους, και ξαφνικά δεν μπορείς πλέον να καταλάβεις.

Κι όσο αυτό γενικεύεται τόσο περισσότερο αρχίζεις ν’ αμφιβάλεις για τη δική σου διανοητική κατάσταση και κρίση.

Για να ξορκίσω ακριβώς αυτό το φόβο κι αυτή την αμφιβολία, γράφω όσα ακολουθούν, κι όχι γιατί θέλω να νουθετήσω ή να διδάξω κάτι άλλους.

Πάμε από την αρχή λοιπόν. Σ΄ όλες τις συζητήσεις που κάνω κάποια στιγμή αργά ή γρήγορα θα εμφυλλοχωρήσει μια άποψη που προσπαθεί να εξηγήσει καταστάσεις και πράγματα αποδίδοντας τις αιτίες σε σχεδιασμούς κάποιων κέντρων, εντός ή εκτός της χώρας.  Στη δημόσια συζήτηση όσοι δεν υιοθετούν παρόμοιες απόψεις τις λοιδωρούν και τις απορρίπτουν συλλήβδην ως θεωρίες συνομωσίας κάτι που ελάχιστα επηρεάζει αυτούς που τις πιστεύουν και τις επικαλούνται.

Θα προσπαθήσω ν’ ακολουθήσω μια διαφορετική γραμμή αλλά θέτοντας εξαρχής κάποιες αρχές για το πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται μια “εξήγηση” και μια “θεωρία” αντλώντας τες από το μοναδικό πεδίο ανθρώπινης σκέψης που συζητάει τέτοια θέματα, τη φιλοσοφία και πιο ειδικά, την επιστημολογία.

Πρώτη αρχή, το ξυράφι του Όκκαμ

Ο Όκκαμ ήταν ένας καλόγηρος του μεσαίωνα που διατύπωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα αρχή. Σαν τέτοια δεν επιδέχεται απόδειξης, είναι κάτι που είτε το αποδέχεσαι, είτε όχι. Αλλά η αρχή αυτή έχει επηρεάσει αιώνες ανθρώπινης σκέψης κι αναζήτησης κι αν μη τι άλλο, η αποδοχή της καλά κρατεί.

Λέει λοιπόν αυτή η αρχή περίπου το εξής: όταν για την εξήγηση ενός γεγονότος υπάρχουν περισσότερες από μια κι αντικρουόμενες θεωρίες, επιλέγουμε αυτήν με τις λιγότερες υποθέσεις.

Ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητή η αρχή: αν ψάχνουμε να βρούμε γιατί έχει χρεωκοπήσει ένα φίλος μας που είχε το πάθος της χαρτοπαιξίας, το ν’ αποδώσουμε ακριβώς σ’ αυτό το πάθος του τη χρεωκοπία είναι μια εξήγηση με λιγότερες υποθέσεις από μιαν άλλη που λέει ότι τον επιβουλεύονταν κάποιοι που φρόντισαν να του πάνε όλα στραβά. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε περισσότερες από μια υποθέσεις: ότι υπάρχει μια ομάδα κάποιων που τον επιβουλεύονται, ότι αποφασίζουν να καταστρώσουν ένα σχέδιο για να τον καταστρέψουν, ότι χρησιμοποιούν χ μεθόδους για να φέρουν το σχέδιο σε πέρας, κι ότι δεν γίνονται αντιληπτοί και το καταφέρνουν.

Προσέξτε εδώ ένα λεπτό σημείο: η πρώτη θεωρία είναι προτιμώτερη από την δεύτερη γιατί έχει λιγότερες υποθέσεις μεν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η δεύτερη θεωρία είναι αδύνατον να είναι αληθινή. Για να κριθεί όμως ως πιθανή θα πρέπει κανείς να προσκομίσει αρκετές αποδείξεις. Η αρχή του Όκκαμ ισχύει όσο επεξεργαζόμαστε κάτι μόνο με το μυαλό και τη φαντασία κι όχι όταν υπάρχουν γεγονότα που συνηγορούν με μια από τις θεωρίες.

Δεύτερη αρχή, η αρχή της διαψευσιμότητας

Μια θεωρία για να μπορεί να πείσει για την  ισχύ της πρέπει να καταφέρνει σε ικανοποιητικό βαθμό δυο αποτελέσματα:

α. να εξηγεί τα γεγονότα

β. να προβλέπει την πορεία μελλοντικών

Στην εξήγηση μέσα κρύβεται κι η ρίζα της ανατροπής μια θεωρίας. Γιατί αν βρούμε μια σειρά από γεγονότα που με βάση τη θεωρία θα έπρεπε να συμπεριφέρονται με τρόπο Α κι εν τούτοις παρατηρούμε να συμβαίνει κάτι άλλο, το Β, τότε λέμε ότι η θεωρία διαψεύστηκε και συνεπώς την απορρίπτουμε. Μια θεωρία πρέπει εξαρχής να παρουσιάζει σαφώς τη συνθήκη της διάψευσης της. Αν μια τέτοια δεν μπορει να διατυπωθεί, τότε η θεωρία χαρακτηρίζεται ως μεταφυσική και δεν μας προσφέρει γνωστική αξία.

Αν μ’ έχετε παρακολουθήσει ως εδώ, και ξέρω ότι θα έχω ήδη χάσει πολλούς από σας, ας πάμε τώρα να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις αρχές σε εξηγήσεις της κρίσης.

Πριν μερικές μέρες έθεσα μια ερώτηση στο facebook να μου διατυπώσουν οι φίλοι μου όσο γίνεται πιο συνοπτικά την άποψη τους για την αιτία της ελληνικής κρίσης.

Πήρα πολλές απαντήσεις κι ειλικρινά ευχαριστώ γι αυτό. Επιτρέψτε μου χάριν οικονομίας να ομαδοποιήσω μερικές και να τις συζητήσω με βάση τις δύο πιο πάνω αρχές.

Οι απαντήσεις με άξονα την ηθική ή τον εθνικό χαρακτήρα

  • Αμόρφωτοι πολίτες.
  • Αναλφαβητισμός
  • Ευθυνοφοβία
  • Δρόμο της ‘κακίας’
  • Η νοοτροπία μας
  • Διαφθορά
  • Διαχρονική ανομία
  • Κουλτούρα/εκπαίδευση
  • Φαυλοκρατία
  • Καχυποψία
  • Αδιαφορία
  • κ.α.

Οι απαντήσεις αυτές είναι  σύμφωνες με την πρώτη αρχή (το ξυράφι του Όκκαμ) γιατί περιέχουν πολύ λίγες υποθέσεις. Χτυπάνε όμως στη δεύτερη αρχή. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους παράγοντες είναι ικανός να προκαλέσει κρίση, τότε δεν θα έπρεπε όπου αλλού απαντάται να υπάρχει επίσης κρίση; Έτσι η διαφθορά κι η φαυλοκρατία, ας πούμε, δεν θα έπρεπε να δημιουργεί κρίση στην Κίνα όπου ξέρουμε ότι υπάρχει σε μεγάλη έκταση; Η Κίνα όμως κινείται σε υψηλή αναπτυξιακή τροχιά άρα ο παράγοντας “διαφθορά” δεν είναι ικανός να την οδηγήσει σε κρίση (ως τώρα τουλάχιστον).

Η αδιαφορία; Σίγουρα τα δυτικά κράτη δεν φημίζονται για το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο αλλά δεν βλέπουμε εξ αιτίας αυτού να βυθίζονται σε μακροχρόνια οικονομική κρίση.

Εκπαίδευση, μόρφωση; Σίγουρα σημαντικοί παράγοντες για την οικονομική ανάπτυξη αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η χρόνια υστέρηση τους μπορεί να εξηγήσει μια οικονομική κρίση. Η Τουρκία είχε όλα αυτά το προβλήματα κι όμως διανύει περίοδο αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης. Το ίδιο κι η Βραζιλία.

Οι απαντήσεις που αποδίδουν την κρίση σε κάποιο σχεδιασμό

  • Νέα Τάξη Πραγμάτων

Δεν είμαι πολύ σίγουρος τι είναι η Νέα Τάξη Πραγμάτων αλλά σίγουρα αυτές οι απαντήσεις ‘χτυπάνε’ στο ξυράφι του Όκκαμ: πάρα πολλές υποθέσεις, πολύ περισσότερες απ’ όλες τις άλλες απόψεις: ποιοί είναι πίσω, πως κινούνται, γιατί τώρα, γιατί εμάς κτλ.

Οι γεωγραφικές κι οι ιστορικές απαντήσεις

  • 10 μήνες καλοκαίρι
  • Η Τουρκοκρατία

Εύκολη η κριτική εδώ: αν το καλοκαίρι ήταν το πρόβλημα τότε η ζώνη μεταξύ του 35ου και του 40ου παράλληλου που χοντρικά περικλείει την Ελλάδα, θα έπρεπε να είναι μονίμως σε κρίση. Ομοίως, κι όλα τα έθνη που γεννήθηκαν μετά την διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα έπρεπε να είναι μονίμως σε κρίση.

Οι δομικές/συστημικές απαντήσεις

  • Εμπορικό ισοζύγιο (η χρόνια ελλειμματικότητα δηλαδή).
  • Η ολλανδική ασθένεια (too much easy money).
  • Δημοσιες σοσιαλκαπιταλιστικες σπατάλες
  • Ο καπιταλισμός
  • Ο υπερβολικός δημόσιος τομέας
  • Κλεπτοκρατία
  • Ανίσχυροι θεσμοί
  • κ.α.

Οι απαντήσεις αυτές είναι ικανοποιούν και τα δύο κριτήρια σε κάποιο βαθμό αλλά κάποιες αναπόφευκτα είναι πιο γενικές από άλλες. Π.χ. η απόδοση της κρίσης στον καπιταλισμό είναι πολύ γενική απάντηση κι αν ήταν να διαλέξουμε μεταξύ αυτής και του εμπορικού ισοζύγιου (λέω ένα στην τύχη) θα προτιμούσαμε το δεύτερο γιατί περιέχει λιγότερες υποθέσεις.

Και βέβαια δεν αποκλείεται πολλές απ’ αυτές τις εξηγήσεις να δρουν συνδυαστικά. Πάντως εδώ είμαστε στην κατηγορία των απαντήσεων που έχουν την επιστημολογική σφραγίδα ότι μπορούν να χρησιμεύσουν σαν πραγματικές εξηγήσεις.

Δυστυχώς για το θυμικό μας οι απαντήσεις αυτές δεν καταδεικνύουν εύκολους ενόχους. Και, κυρίως, δεν καταδεικνύουν ενόχους των οποίων η απομάκρυνση και τιμωρία επαναφέρει το σύστημα στην πρότερη κατάσταση. Και παρά την αναπόφευκτη υπεραπλούστευση που ενείχε η παραπάνω συζήτηση, αν υπάρχει κάτι που μένει, τουλάχιστον σε μένα, είναι τ’ ότι ένα πρόβλημα που απαιτεί διεξοδικούς ορθολογικούς χειρισμούς για να το λύσεις,  δεν λύνεται ποτέ εν είδει γόρδιου δεσμού. Σκοπός είναι μετά το λύσιμο του κόμπου να έχουμε ακόμα σχοινί.