Category Archives: Διάφορα

Οι εκλογές μέσα από τις αναζητήσεις

Στις εκλογές του 2009 είχα κάνει μια ανάλογη άσκηση: σύγκριση των αναζητήσεων στο internet για πολιτικούς αρχηγούς και κόμματα. Παρακάτω την επαναλαμβάνω διευρυμένη ως προς τις αναζητήσεις για το διάστημα των τελευταίων 30 ημερών. Τα γραφήματα θα τα παραθέσω σε δύο μορφές: snapshot (δηλαδή όπως το βλέπω τη στιγμή που γράφεται) και δυναμικό, που θα ανανεώνεται ανάλογα με την ημερομηνία που βλέπει κανείς το post για 30 μέρες προς τα πίσω. Προφανώς μετά τις εκλογές της 17/6/2012, το δυναμικό δεν θα έχει πια ενδιαφέρον. Μέχρι τότε όμως μπορεί να φανερώσει κάποιες απρόσμενες εξελίξεις.

Κόμματα

Snapshot

Δυναμικό Γράφημα

Πολιτικοί Αρχηγοί

Snapshot

Δυναμικό γράφημα

Μερικές παρατηρήσεις για τις συγκρίσεις.

  • Το Google Insights δεν επιτρέπει σύγκριση για πάνω από 5 όρους, συνεπώς δεν μπορούσα να συμπεριλάβω στα γραφήματα όλα όσα θα ήθελα. Αυτά που παρουσιάζω είναι μετά από κάποιες δοκιμές που θα εξηγώ κάτω από το καθένα.
  • Μερικές αναζητήσεις είναι μονοσήμαντα οριζόμενες (π.χ. ΠΑΣΟΚ ή ΣΥΡΙΖΑ) ενώ άλλες δεν είναι (π.χ.ΝΔ αλλά και  ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ). Στη δεύτερη περίπτωση πρέπει να εξετάζει κανείς αρθροιστικά το αποτέλεσμα σε σχέση με τ’ άλλα, δυνατότητα που δεν δίνει η  Google.
  • Το κόμματα κι οι πολιτικοί αρχηγοί που συμπεριέλαβα στα διαγράμματα είναι αυτά που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο βάρος στις αναζητήσεις. Προφανώς δεν υπάρχει άμεση συσχέτιση με την εκλογική τους δύναμη, πράγμα που φαίνεται ιδιαίτερα στην περίπτωση της Δημιουργίας Ξανά και του κου Τζήμερου.
  • Το κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων φέρνει συγκριτικά μεγαλύτερο αποτέλεσμα κι από τη ΝΔ κι από το ΠΑΣΟΚ αλλά ο λόγος που δεν το συμπεριέλαβα, πέραν του ότι δεν επέτρεπε το διάγραμμα, είναι γιατί δεν μπορούσα ν’ αφήσω ένα από τα δυο κόμματα του δικομματισμού εκτός, καθώς η σύγκριση του οποιουδήποτε νέου με το παλαιό θα ήταν ατελής.
  • Το μεγάλο ποσοστό της Χρυσής Αυγής οφείλεται αποκλειστικά στην έκπληξη του εκλογικού αποτελέσματος της 6ης Μαϊου. Πριν δεν υπήρχαν ιδιαίτερα ψηλές αναζητήσεις. Και μετά δείχνει πτωτική πορεία.
  • Με την εξαίρεση της ΧΑ, ο ΣΥΡΙΖΑ προηγείται των λοιπών κομμάτων με διαφορά, όπως αντίστοιχα ο Τσίπρας προηγείται των πολιτικών αρχηγών με διαφορά. Ενδιαφέρον είναι ότι ο Θάνος Τζήμερος εμφανίζεται δεύτερος στις αναζητήσεις και μάλιστα με αρκετή διαφορά από τους λοιπούς. Επίσης ενδιαφέρον το ότι ο Αντώνης Σαμαράς έρχεται συγκριτικά τελευταίος παρότι το κόμμα του διαγκωνίζεται για την πρώτη θέση στα προεκλογικά γκάλοπ. Οι αναζητήσεις για τον Π. Καμμένο έχουν κυρίως προκληθεί από την διαδικασία των διερευνητικών και το γνωστό θέμα με την Προεδρία, κι έκτοτε εμφανίζουν πτωτική τάση. Πτωτική τάση εμφανίζει κι ο Τσίπρας, ενώ ο Τζήμερος δείχνει μεγάλα σκαμπανεβάσματα. Τέλος οι αναζητήσεις για Βενιζέλο και Σαμαρά, παρότι σγυκριτικά χαμηλότερες σε όγκο εμφανίζουν μεγαλύτερη σταθερότητα μέσα στο χρόνο.

 

Κάτι ήξερε ο θείος Στηβ

Διαβάζοντας το παρακάτω απόσπασμα είναι δύσκολο να μην κάνεις τη συσχέτιση με την ελληνική πραγματικότητα. Κι ομολογώ ότι διαβάζοντας το για πρώτη φορά ένοιωσα μια συμπάθεια για κάποιους από τους συμομωσιολόγους: όσοι δεν είναι λύκοι, είναι απλώς παιδιά.

When you’re young, you look at television and think, There’s a conspiracy. The networks have conspired to dumb us down. But when you get a little older, you realize that’s not true. The networks are in business to give people exactly what they want. That’s a far more depressing thought. Conspiracy is optimistic! You can shoot the bastards! We can have a revolution! But the networks are really in business to give people what they want. It’s the truth.” ~ Wired, February 1996

via I, Steve: Steve Jobs in His Own Words | Brain Pickings.

Mousepad σε μορφή χαλιού

(Συγ)κρίνοντας την Κωνσταντινούπολη

Βρέθηκα τις μέρες των Χριστουγέννων κάπως απρόσμενα στην Κωνσταντινούπολη. Για όσους ήδη τρόμαξαν πως ακολουθεί ταξιδιωτικό ποστ, μην ανησυχείτε: δεν είναι της συνήθειας και του ύφους μου. Τα όσα ακολουθούν είναι αυτά που τριγύριζαν στο μυαλό μου τις τέσσερεις μέρες που πέρασα εκεί, τα όσα είδα κι οι συγκρίσεις που έκανα  με την Αθήνα, κι έχουν σχέση με τη συνήθη θεματολογία μου: οικονομία, τεχνολογία, επιχειρήσεις κτλ.

1. Συγκοινωνίες

Είχα επισκεφτεί την Πόλη στα μέσα του ’90 για δουλειά. Δεν υπάρχει σύγκριση σ’ ότι είχα δει τότε με το τώρα. Αλλά αυτό είναι αναμενόμενο γιατί έχει περάσει αρκετός καιρός.

Το αεροδρόμιο είναι πια ένα πολύ μεγάλο και σύγχρονο αεροδρόμιο, αν και κάπως άγχρωμο, 3-4 φορές μεγαλύτερο από το Ελ. Βενιζέλος, και λέγεται, βέβαια, Ατατούρκ. Συνδέεται δε με την πόλη με μετρό.

Το μετρό, όπως κι οι λοιπές συγκοινωνίες, είναι καθαρά και σύγχρονα κι αρκετά τακτικά. Το τραμ ειδικά είναι σαν ένα επίγειο μετρό.

Ενδιαφέρον έχουν κι οι θαλάσσιες συγκοινωνίες που ενώνουν την παλιά με τη νέα πόλη (δηλαδή την πόλη δυτικά κι ανατολικά του Κεράτιου κόλπου αντίστοιχα, στην Ευρωπαϊκή πλευρά) και την Ασιατική πλευρά.

Το εισητήριο είναι το ίδιο παντού, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μετρό ή φέρρυ μπόουτ: 2 νέες τουρικές λίρες ήτοι περίπου 80 λεπτά δικά μας.

Δεν υπάρχει ενιαίο εισητήριο, αλλά υπάρχει ένα σύστημα με μονάδες που δίνει 10% έκπτωση ανά διαδρομή.

Σημειωτέον ότι στα μέσα συγκοινωνίας συγκαταλέγονται και 3 υπόγεια τελεφερίκ που ανεβάζουν στο πιο κεντρικό σημείο της Πόλης: την οδό Ιστικλάλ και την πλατεία Ταξίμ.

2. Επικοινωνίες

Από τη λίγη χρήση που έκανα στο κινητό, διαπίστωσα ότι πιάνει παντού κι ότι τα data services έχουν μεγαλύτερη από μας ταχύτητα (: ανέβασμα φωτογραφίας στο facebook σχεδόν στιγμιαία) .

Κάτι που μου  έκανε εντύπωση: σε κάποιο ρεστωράν όταν ζητήσαμε μια πληροφορία από ένα γκαρσόνι για κάποιο άλλο κοντινό μαγαζί, πήγε κι έψαξε στο smartphone του και μας έφερε τη σχετική σελίδα στ’ αγγλικά για να μας διαφωτίσει.

3. Κτίρια

Η Κωνσταντινούπολη, όπως κι η Αθήνα, δεν έχει σαφείς διακρίσεις ανάμεσα σε παλιά και νέα πόλη από πολεοδομική άποψη: στη δυτική πλευρά, που είναι τα περισσότερα ιστορικά μνημεία, συναντά κανείς ανάκατα κτίσματα αιώνων, ετοιμόροπες ξύλινες κατοικίες εκατονταετίας και το γνώριμο σχήμα και όγκο των πολυκατοικιών. Ο βαθμός όμως επιβίωσης παλιών κτισμάτων είναι σημαντικά μεγαλύτερος από την Αθήνα.

Στην Ανατολική πλευρά μέτρησα από μακρυά τουλάχιστον 40 ουρανοξύστες που η θέα τους από την ασιατική πλευρά κάνει την Πόλη να φέρνει λίγο προς Μανχάταν.Σημειωτέον ότι το έδαφος δεν είναι πεδινό. Παντού υπάρχουν σχετικά απότομοι λόφοι κι οι ουρανοξύστες είναι χτισμένοι πάνω σ’ αυτούς κι όχι κοντά στην παραλία.

Τα μεσαίας  ηλικίας (με όρους αιώνων) κτίσματα του 19ου κι αρχών 20ου αιώνα, είναι πολυόροφα και με αρκετό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.

4. Δημογραφικά

Ο πληθυσμός της Πόλης έχει αγγίξει τα 14 εκατομύρια κι η αύξηση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα εσωτερικής μετανάστευσης. Οι Κούρδοι αποτελούν σημαντικό μέρος αυτού του ρεύματος. Η μετακίνηση αυτή προκαλεί εντάσεις και τριβές στην Κωνσταντινοπολίτικη κοινωνία, με τους ‘βέρους’ Κωνσταντινοπολίτες Τούρκους να προτιμούν την Ανατολική πλευρά ενώ οι νεόφερτοι και πιο συντηρητικοί τη Δυτική και πιο ιστορική, την οποία οι πρώτοι περιφρονούν.

Εκτός από τους Τούρκους, μια μεγαλούπολη σαν την Πόλη είναι μαγνήτης για μια πανσπερμία μεταναστών. Εκεί όμως οι συγκρίσεις με την Αθήνα προκαλούν κάποιες εκπλήξεις: δεν υπάρχει, ας πούμε, εύκολα παρατηρήσιμη μερίδα Νιγηριανών (που είναι και ομόθρησκοι με τους Τούρκους) ή άλλων Αφρικανών. Ούτε Πακιστανούς διακρίναμε, πράγμα ακόμα πιο περίεργο. Συναντήσαμε όμως αρκετούς Ιρακινούς, που ήταν αναμενόμενο. Από τα μορφολογικά δε χαρακτηριστικά τους θα μπορούσα να υποθέσω επίσης και την παρουσία Καυκάσιων και γηγενών της Κεντρικής Ασίας, αλλά αυτό είναι απλή εικασία.

5. Τουρισμός/Ποιότητα υπηρεσιών

Η Πόλη είναι το οικονομικό κέντρο της Τουρκίας. Δεν έχω ακριβή αντίληψη της διάρθρωσης της οικονομικής ζωής, ούτε μπορεί εύκολα κανείς να εξάγει συμπεράσματα περιηγούμενος μόνο σε τουριστικού ενδιαφέροντος προάστια. Αλλά αυτό που είναι σίγουρα σαφές, είναι ότι ο τουρισμός καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας. Κι είναι αυτή κυρίως η σύγκριση με την Αθήνα που ήταν η πιο στενάχωρη.

Είναι αλήθεια πως η Πόλη έχει τουρισμό πολύ μεγαλύτερο και παλαιότερο από την Αθήνα και λόγω της πολιτικής σημασίας της σαν πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους, αλλά και της γεωγραφίας της και του μοναδικού τοπίου της.

Παρότι είναι εμφανής η παραμέληση του βυζαντινού παρελθόντος της κι υπάρχει ένα διάχυτο κόμπλεξ γύρω απ’ αυτό, η τουριστική βιομηχανία δεν παύει να το αξιοποιεί, με πιο τρανταχτό παράδειγμα, βέβαια, την Αγία Σοφία.

Σε αντίθεση, όμως, με την Αθήνα που, βασικά, μόνο το (μακρινό) παρελθόν προσπαθεί ν’ αξιοποιήσει, ‘περιορίζοντας’ την Αθηναϊκή εμπειρία του τουρίστα στον πέριξ της Ακρόπολης χώρο, ο τουρισμός στην Τουρκία δεν στρέφεται αποκλειστικά στο ιστορικό στοιχείο. Ίσως δε να στρέφεται και λιγότερο σ’ αυτό.

Το χαρτί που παίζει η Πόλη στον τουρισμό είναι αυτό του εξωτικού.

Προσφέρει

  • την εμπειρία των παλιών αγορών (εντυπωσιακό το Καπαλί Τσαρσί, η παλιά σκεπαστή αγορά με τα εκατοντάδες μαγαζάκια με υφαντά και είδη χειροτεχνίας, αλλά κι η μικρότερη, επίσης κλειστή, αιγυπτιακή αγορά με τα μπαχαρικά),
  • των χαμάμ (που μερικά μετράνε 5 αιώνες ζωής),
  • των μίνι κρουαζιερών στο Βόσπορο ή στα πριγκιπονήσια,
  • την περιπλάνηση στο ανατολίτικο γκουρμέ (που, παρεπιπτόντως, ως Έλληνες, είμασταν σε θέση ν’ αξιολογήσουμε καλύτερα από το μέσο ευρωπαίο και να τιμήσουμε ανάλογα),
  • αλλά και τις αγορές με σύγχρονα προϊόντα,
  • τη νυχτερινή διασκέδαση (από χορό της κοιλιάς ως ψαγμένα τζαζ μπαρ),
  • και, για τα μεγάλα βαλάντια, την μυθική πολυτέλεια που προσφέρουν ξενοδοχεία σαν το Τσιραγάν, παλιό σαράι, που,  όπως μας πληροφόρησε ένας οδηγός, μια σουϊτα του πάει 21000 Ευρώ τη νύχτα, νούμερο που δυσκολεύομαι να πιστέψω.

Το σέρβις στα μαγαζιά, τις καφετέριες και τα ρεστωράν είναι καλό ως πολύ καλό και σίγουρα καλύτερο από το αντίστοιχο Αθηναϊκό. Μπορεί να μην έχει το τακτ και την κομψότητα του ευρωπαϊκού, αλλά έχει φρεσκάδα (μιας κι οι περισσότεροι εργαζόμενοι είναι πολύ νέοι), αυθόρμητο χαμόγελο και προσοχή στα ουσιώδη: να μην περιμένεις πολύ, να σε βοηθήσουν ν’ αποφασίσεις, να σε κάνουν να νοιώσεις άνετα (: δεν πρέπει να υπάρχει γκαρσόνι στην Πόλη που να μην ξέρει μερικές ελληνικές προτάσεις).

Επιπλέον, οι τιμές είναι, για το μέσο Ευρωπαίο, χαμηλές ως πολύ χαμηλές. Κι η ποιότητα 2-3 φορές πάνω από την αντίστοιχη ελληνική.

Μου έκανε εντύπωση που δεν συνάντησα σερβιτόρους χωρίς κάποιου είδους ‘στολή’, πράγμα που δέχτηκα ευχάριστα γιατί έχω κουραστεί από αυτή την ψευτοάνετη και ψευτοφιλική casual εμφάνιση και συμπεριφορά των αντίστοιχων Αθηναίων.

Ένα πιο ουσιαστικό παράδειγμα τουριστικής υπεροχής ήταν η προσοχή στις τουαλέτες: δεν συνάντησα ούτε μια που να μου προκαλέσει αίσθημα σιχασιάς κι αποστροφής. Η μόνη πολύ βρώμικη τουαλέτα στην οποία μπήκα ήταν του Πατριαρχείου που επισκέπτονται κυρίως Έλληνες, πράγμα που λέει πάρα πολλά.

Το αποκορύφωμα της τουριστικής ευγένειας ήταν το προσωπικό του ξενοδοχείου που μέναμε, ένα μικρό μπουτίκ οτέλ κοντά στην Αγία Σοφία. Κάθε φορά που κάναμε την εμφάνιση μας στο χώρο της ρεσεψιόν, σηκώνονταν όλοι όρθιοι, ‘κλαρίνο’ που λέγαμε στο στρατό, κάτι που δεν έχω συναντήσει πουθενά αλλού στον κόσμο (κι έχω ταξιδέψει σε 4 ηπείρους). Κι ενώ μας έκανε να νοιώθουμε αμήχανα κι ίσως άβολα, το καταλαβαίνω πολύ καλά σαν μαρκετίστικη τακτική. Ήταν ένα ξεκάθαρο σήμα προς εμάς τους τουρίστες ότι τους είμαστε σημαντικοί.

Δεν ξέρω τι γίνεται το καλοκαίρι αλλά η σύνθεση του τουρισμού ήταν άλλο ένα στοιχείο έκπληξης: οι Ευρωπαίοι ήταν μάλλον η μειονότητα. Κι απ’ αυτούς οι περισσότεροι προέρχονταν από χώρες που βρέχει η Μεσόγειος: Ισπανοί, Γάλλοι, Ιταλοί και οι απανταχού παρόντες Έλληνες. Είδαμε πολλούς τουρίστες από την Άπω Ανατολή, κάποιους που έδειχναν Αραβική προέλευση, Ρώσους, και κάποιους με μπερδεμένα στοιχεία: όπως Αμερικάνους μεν πολίτες, αλλά εμφανώς Μουσουλμάνους (μαντήλες οι γυναίκες) και με φυλετικά στοιχεία από Πακιστάν, Ινδοκίνα κτλ. ή άλλους με Ευρωπαϊκή εμφάνιση (με εξαίρεση και πάλι την κομψή μουσουλμανική μαντήλα των κυριών,νεαρών κοριτσιών κυρίως) και ομιλία που δεν μπορούσα να τοποθετήσω σε κάποια γνωστή σε μένα γλωσσική ομάδα.

6. Τοπικά προϊόντα, σχέση με τουρισμό

Τα αναρίθμητα τουριστικά μαγαζιά που συναντάς κυρίως στη δυτική πλευρά, πουλάνε μεν τ’ απαραίτητα σουβενίρ αλλά δεν εξαντλούνται εκεί. Υπάρχει μια στενή συνάφεια τουρισμού και παραγωγής παραδοσιακών προϊόντων: υφαντά, χαλιά, δερμάτινα,  σαπούνια, γλυκά, αλλαντικά κι άλλα τέτοια είδη, ξεχειλίζουν τα τουριστικά μικρομάγαζα. Η εμπειρία σ’ αυτά τα μαγαζιά είναι τυπική της μέσης ανατολής: παζάρια, γαλιφιές, πονηριές κτλ αλλά κάποιοι έχουν αρχίσει να διαφοροποιούνται, και γι’ αυτό θα δεις σε κάποιες  προθήκες την ταμπέλα “Fixed price”, που σημαίνει ότι δεν διαπραγματεύονται κι ότι οι τιμές είναι αυτές που λένε τα ταμπελάκια.

Προσπαθούσα (άκαρπα) να κάνω με το νου μου την οικονομική αριθμητική αυτής της σχέσης: πόσο ο τουρισμός στηρίζει παραδοσιακά επαγγέλματα ή βιομηχανίες; Είναι δύσκολο να πει κανείς τι απ’ όλα αυτά παράγεται όντως στην Τουρκία και τι εισάγεται από την Ανατολή. Αλλά και τα μισά να είναι ντόπιας παραγωγής, το μέγεθος της Πόλης και του τουρισμού της μου έδωσαν την εντύπωση ότι θα κρατάνε στη ζωή πολλές άγνωστες κι άσημες επαρχίες.

7. Θρησκεία/Ήθη

Η Τουρκία ήταν παραδοσιακά χαλαρή στα θρησκευτικά ήθη ακόμα και πριν τον Κεμάλ. Η πρόσφατη επικράτηση όμως των Ισλαμιστών του Ερντογάν έχει αλλάξει τους συσχετισμούς. Υπάρχει μια έκδηλη συντηρητική στροφή στην κοινωνία της Πόλης, με βασικούς στηρικτές της τις ορδές των εσωτερικών μεταναστών.

Δεν το συνειδητοποιείς αμέσως, αλλά αυτό έχει επιπτώσεις στα ήθη της πόλης: δεν βλέπεις πουθενά γυμνό σε αφίσσες, δεν συναντάς εύκολα στριπτηζάδικα (που στην Αθήνα είναι ένα στο τετράγωνο πλέον) και,  κάτι που εικάζω ότι οφείλεται σ’ αυτό, δεν υπάρχει εγκληματικότητα στους δρόμους. Μπορείς να κυκλοφορήσεις αργά τη νύχτα, χωρίς ιδιαίτερο φόβο.

Στην Αθήνα δεν υπάρχει πλέον τοίχος χωρίς γκραφίτι, κάτι που μου είναι ακατανόητο και δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί δεν έχει δημιουργήσει μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις αιτίες του φαινομένου. Πολύ περισσότερο, γύρω από την επίπτωση που έχει στην εικόνα της πόλης και ειδικά στην πρόσληψη της από τους τουρίστες, που για τους περισσότερους απ αυτούς, το γκραφίτι είναι συνώνυμο γκετοποίησης, περιθώριου και μη ασφαλών περιοχών.

Στην Πόλη συναντήσαμε αντίστοιχες περιοχές αλλά η έκταση των γκραφίτι ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Ίσως το παρακάτω περιστατικό εξηγεί το γιατί. Το παραθέτω ασχολίαστο.

Ένα βράδι που γυρνούσαμε μετά τις δώδεκα στο ξενοδοχείο, κατηφορίζοντας από τον πύργο του Γαλατά προς την ομώνυμη  γέφυρα του Κεράτιου, γίναμε μάρτυρες του εξής περιστατικού: κάποιος φύλακας ενός κτιρίου επέπληττε ένα νεαρό. Στην συνέχεια τον πλησίασε και τον καρπάζωσε χωρίς ο άλλος να προβάλει ιδιαίτερη αντίσταση. Έδειχνε μάλλον φοβισμένος. Το αίτιο αυτής της συμπεριφοράς αποδείχτηκε πως ήταν κάτι που ο νεαρός είχε γράψει με μαρκαδόρο στον τοίχο του κτιρίου. Δεν καταλαβαίναμε τι διαμοιβόταν αλλά ο νεαρός έδειχνε να λέει στο φρουρό  ότι έκανε κάτι ασήμαντο. Το εντυπωσιακό όμως ήταν που άρχισε αμέσως να το σβήνει με το δάχτυλο και το σάλιο του.

Αν παράθεσα όλα τα παραπάνω, σ’ αυτό το ασυνήθιστα μακροσκελές, για μένα, ποστ, είναι γιατί βασικά μ’ απασχολούσε κι απασχολεί το εξής ερώτημα: Πως, ενώ έχουμε εναποθέσει την πλειονόητα των ελπίδων μας για οικονομική ανάκαμψη στον τουρισμό, μπορούμε ν’ ανταγωνιστούμε αυτό τον γείτονα που δείχνει να έχει καλύψει όλες του τις πλευρές και πέραν από το σίγουρο δέλεαρ της χαμηλής τιμής, στο οποίο άνετα μας ‘πατάει’, να υπερέχει και σε ποιότητα; Και το ‘πως’ του ερωτήματος δεν έχει την έννοια του ‘δεν γίνεται’ αλλά είναι ένα γνήσιο ερώτημα, ένα από τα ερωτήματα που θα έπρεπε να θέτουμε κι ατομικά και συλλογικά στους εαυτούς μας.

Κι αν θελήσω να δώσω μια πρώτη απάντηση θα ξεκινήσω από το ερώτημα του υποψήφιου τουρίστα μας: “γιατί να πάω στην Αθήνα;”

Αν τον αφήνουμε ν’ απαντά “για να δω την Ακρόπολη, άντε και το νέο μουσείο της”, τότε η παραμονή του θα είναι διάρκειας Σαββατοκύριακου κι η Αθήνα δεν θα συνδιάζεται στο μυαλό του με μια εμπειρία ξεχωριστή που θα ήθελε να επαναλάβει, είτε σαν νέα επίσκεψη, είτε σαν αφήγηση προς τους φίλους και γνωστούς του.

Χρειαζόμαστε μια νέα αφήγηση. Για να έρθει ο τουρίστας να ζήσει το μύθο του στην Ελλάδα (live your myth in Greece κατά τ’ άλλα) πρέπει να έχουμε ένα μύθο ν΄ αφηγηθούμε. Κι όχι ένα παραμύθι…

 

Η πρώτη σκέψη του χρόνου

Δε θυμάμαι να έχω ξαναγράψει πρωτοχρονιάτικά ποστ. Και δε θέλω να είναι γκρινιάρικο. Μια διαπίστωση θέλω μόνο να μοιραστώ.

Διαβάζω πολύ κριτική τελευταία για την ανικανότητα του πολιτικού συστήματος να ‘τα βρει’ και ν’ αναδείξει ανθρώπους και ιδέες που μπορούν να μας οδηγήσουν έξω από την πορεία (αυτο)καταστροφής που έχουμε πάρει. Αυτό που δεν βλέπω να διατυπώνεται ρητά, κι ακόμα λιγότερο να εξηγείται, είναι το γιατί.

Γιατί δεν εμφανίζεται ένας Εθνάρχης τώρα που τον έχουμε ανάγκη, βρε παιδί μου;

Και φοβάμαι πως η απάντηση είναι και παλιά κι απλή.

Γιατί οι Εθνάρχες δεν δημιουργούνται με παρθενογέννεση. Πρέπει να υπάρξει το ξευγάρωμα μιας καίριας ιστορικής συγκυρίας και μιας κυρίαρχης κοινωνικής ομάδας που θα τους δημιουργήσει.

Ακόμα και με όρους ταξικής ανάλυσης να το δει κανείς (που, παρεπιπτόντως, τόσο ο Adam Smith όσο κι ο Karl Marx χρησιμοποίησαν), δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κάποια κυρίαρχη τάξη που να εδράζεται  σε παραγωγή αληθινής αξίας, με μεταρυθμιστική ατζέντα που  ν’ αναδύεται από την φύση των αναγκών ακριβώς αυτής της παραγωγής (όπως π.χ. η ατζέντα του φιλελευθερισμού των βιομηχανικής επανάστασης ή των οικονομικών διεκδικήσεων των εξαθλιωμένων εργατικών μαζών του 19ου αιώνα).

Υπάρχουν μόνο πολλαπλές, διάσπαρτες κι ασύνδετες κοινωνικές ομάδες που διεκδικούν το προνόμιο να νέμονται το σήμερα, όπως και το χτες. Κι υπάρχουν, ανάμεσα τους και δίπλα τους, οι πολλές, πάμπολλες, μονάδες που στρέφονται στην ατομική λύση, είτε με τη μορφή της φυγής, είτε της καταφυγής σε κάποια βολεψιά, είτε στον απέλπιδα μόχθο.

Οι ηγέτες είναι απλά το πρόσωπο και το προσωπείο μιας κοινωνικής ομάδας. Δεν υπάρχουν Εθνάρχες που να εκπροσωπούν το 100% του έθνους τους. Άσχετο αν τελικά μπορεί να το οφελήσουν.

Πως να εμφανιστούν στο προσκήνιο, λοιπόν, όταν οι ομάδες, οι τάξεις, οι κοινωνικοί σχηματισμοί-μας έχουν υποβαθμιστεί σ’ απλή άρθροιση ατόμων που διεκδικούν ένα φαντασιακό ‘δικαίωμα’  η μια εις βάρος της άλλης  κι ένας σε βάρος του άλλου, χωρίς να πληρώνουν το αντίτιμο της παραγωγής;

Αν πρόκειται να παραγάγουμε ποτέ νέους Εθνάρχες, θα πρέπει πρώτα κερδίσουμε το στοίχημα να παραγάγουμε εκ νέου αξία σε υψηλώτερη ποιότητα και κλίμακα. Κι αν είναι να ευχηθούμε κάτι για το νέο έτος, ας είναι αυτό.

“Να βρω τι σκέφτεται…”

Κοιτώντας αυτή τη φωτογραφία του εκλιπόντος Steve Jobs, που η Apple διάλεξε, πολύ λιτά, πολύ ‘ασπρόμαυρα’, πολύ Jobs-like, ν΄ αναρτήσει εις ένδειξιν πένθους στην πρώτη σελίδα της σήμερα, δεν μπορεί κανείς ν’ αποφύγει το διαπεραστικό βλέμμα του.

Δεν είναι ένα βλέμμα εξεταστικό, ή επικριτικό. Αλλά διακρίνει κανείς ένα πονηρό χαμόγελο στο βάθος του. Το χαμόγελο κάποιου που ξέρει κάτι για σένα που δεν το ξέρεις ακόμα ο ίδιος. Που έχει φανταστεί κάτι που δεν έχεις τα στοιχεία να το χτίσεις ακόμα στη φαντασία σου. Που περιμένει να σε εκπλήξει.

Ποτέ δε θα μάθουμε ποιό θα ήταν αυτό το κάτι. Το επόμενο κάτι από τα τόσα που μας επεφύλαξε η μόλις πενηνταεξάχρονη ζωή του Steve.

Αλλά, ξέρετε κάτι; Το να προσπαθήσουμε να το μαντέψουμε ίσως σταθεί μια σταθερή πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Κι ίσως αυτό να είναι η μεγαλύτερη προσφορά του, κι η συνεχής.

Η ιστορία με την καμπάνα

Έγραψα πριν λίγο στο twitter: 

Το ‘ν’ ανακαλύψουμε την έξοδο από την κρίση’ προϋποθέτει πως η έξοδος υπάρχει. Ας προσανατολιζόμαστε καλύτερα στο να την εφεύρουμε.

Είμαι σίγουρος ότι βγήκε παράταιρο. Γιατί το κακό μ’ αυτό το μέσο είναι πως δεν μπορείς να εξηγήσεις τη διαδρομή που σε οδήγησε σε μια διαπίστωση.

Ας πω μια μικρή ιστορία λοιπόν, πριν κάνω αυτή τη σύνδεση.

Στο έργο του Ταρκόφσκι “Αντρέι Ρουμπλιώφ” που είναι μια τρίωρη ‘περιήγηση’ στη μεσαιωνική Ρωσία παρακολουθεί κανείς μέσα από τα μάτια του γνωστότερου Ρώσου αγιογράφου, την ζωή που υποτίθεται πως διαμόρφωσε την σκέψη και την τέχνη του.

Ένα απ’ αυτά τα περιστατικά είναι η ιστορία ενός νέου που φτιάχνει μια γιγάντια καμπάνα. Σημειωτέον η τέχνη της καμπάνας ήταν μυστική κι ο πατέρας (;) του νέου είχε πεθάνει πριν κατά τα φαινόμενα προλάβει να του πει το μυστικό. Όμως ο νεαρός, με σιγουριά και πάθος, με σχεδόν αυταρχική αυτοπεποίθηση πείθει τους πάντες ότι μπορεί ν’ αναλάβει το έργο και στοιχίζει γύρω του μια στρατιά από εργάτες που δουλεύουν ακούραστα να φτιάξουν το καλούπι που θα χυθεί η μεγάλη καμπάνα.

Και τελικά το καταφέρνει. Το καταφέρνουν. 

Και τότε ακολουθεί μια απροσδόκητη σκηνή: ο νεαρός καταρρέει κι αναδύεται σε κλάμματα ομολογώντας πως δεν γνώριζε το μυστικό της κατασκευής. Το ανακάλυψε φτιάχνοντας την. 

Μετά από δυό χρόνια αναλύσεων κι αναζήτησεις λύσεων, έχουμε φτάσει πια σε οριστικό αδιέξοδο.

Δεν υπάρχει τίποτα που να μας δίνει την παραμικρή ένδειξη εξόδου από την κρίση. Τίποτα που μπορούμε να σκεφτούμε, να θυμηθούμε, να μιμηθούμε. Είμαστε στο σημείο μηδέν. Γυμνοί. Ταπεινωμένοι. Αλληλοκατηγορούμενοι. Τρεπόμενοι σε φυγή: στο εξωτερικό ή στο φαντασιακό, στο βολικό ή στο βολεψιακό. 

Δρόμος μπρος δεν υπάρχει. Ας προσανατολιζόμαστε λοιπόν να τον εφεύρουμε. Πως; Δεν ξέρω. Θα σας πω όταν τελειώσει. 

Ταρίφες του κόσμου

94922804_2d30791330.jpg

Πάνε κοντά δεκατέσσερα χρόνια. Είχα ολοκληρώσει ένα χειμωνιάτικο επαγγελματικό ταξίδι στο χιονισμένο Ελσίνκι κι επέστρεφα Ελλάδα. Με πρώτο στάδιο της επιστροφής βέβαια το να πάω στο αεροδρόμιο με ταξί (δικαιολογούνταν το έξοδο από την εταιρεία παρότι καθόλου ευκαταφρόνητο με τα ελληνικά στάνταρ της εποχής).
Μετά από μια κούρσα που πρέπει να ήταν αδιάφορη γιατί δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα γι αυτήν, έφτασα στις αναχωρήσεις κι έβγαλα να πληρώσω τον ταξιτζή με πιστωτική, γιατί, ναι, το 1997, όλα τα ταξί στο Ελσίνκι δέχονταν και πιστωτική. Το σύστημα του όμως δεν αναγνώρισε την κάρτα μου (μια Diners). Έδωσα στον προβληματισμένο ταξιτζή μια δεύτερη κάρτα κι αυτή τη φορά όλα πήγαν καλά. Πήρα τις βαλίτσες μου (που μου έβγαλε βέβαια ο ταξιτζής από το πορτμπαγκαζ) κι όδευσα προς το check-in. 

Μετά από εικοσάλεπτο, αφού είχα παραδώσει τα μεγάλα μπαγκάζια, είχα εφοδιαστεί με την κάρτα επιβίβασης κι είχα κάνει και μια μικρή βόλτα, κίνησα να περάσω τον έλεγχο διαβατηρίων και να κατευθυνθώ στην πύλη της πτήσης μου. Είχα σχεδόν  δώσει το διαβατήριο μου όταν είδα από μακρυά να τρέχει προς το μέρος μου ο ταξιτζής που άφησα προ ολίγου. Κοντοστάθηκα και τον περίμενα. Με πλησίασε κρατώντας στα χέρια του λεφτά. Τα οποία και μου έδωσε. Καθώς τον κοίταζα άφωνος μου πρόσφερε την εξήγηση: μετά την απομάκρυνση μου από το ταξί, το μηχάνημα των καρτών εκτύπωσε το απόκομμα της χρέωσης της Diners, σημάδι ότι είχε δεχτεί την χρέωση και συνεπώς εγώ είχα πληρώσει δύο φορές. Κι ο άνθρωπος θεώρησε χρέος του να ψάξει να με βρει και να μου δώσει το ισόποσο σε μετρητά.

Είναι μια κραυγαλέα περίπτωση τιμιότητας. Ο ταξιτζής θα μπορούσε να μην πει τίποτα και θα ‘ταν και δικαιολογημένος: δεν ήταν δικό του σφάλμα. Κι εγώ δεν είμαι σίγουρος πόσο και πόσο γρήγορα θα το αντιλαμβανόμουν. Κι αν το αντιλαμβανόμουν το πολύ πολύ να το πέρναγα στο εξοδολόγιο μου. 

Δεν έχω πάει πολλές φορές στη Φινλανδία. Μόνο δύο. Και τη μία πολύ πριν αυτό το συμβάν. Και δεν έχω αίσθηση του πως είναι οι άλλοι ταξιτζήδες κι αν αυτός που έπεσα ήταν μια σπάνια εξαίρεση. Αλλά δεν έχει σημασία. Γιατί αυτή η εμπειρία, δεν χρωμάτισε απλά το ταξίδι μου και την εντύπωση μου για τους Φιλανδούς ταξιτζήδες. Αλλά για όλη αυτή τη χώρα. 

Αφιερωμένο στους ‘απεργούς’.

Τάσεις της κρίσης

Μ’ ενοχλεί που ακούω τόσο συχνά τελευταία τη λέξη ‘χούντα’ να εκστομίζεται για να περιγράψει μειωτικά την κυβέρνηση, την κατάσταση, την αυθαιρεσία, την αστυνομία κτλ.

Μ’ ενοχλεί γιατί αφενός σημαίνει στρατιωτική δικτατορία και κάτι τέτοιο ΔΕΝ έχουμε στην Ελλάδα παρά τους ισχυρισμούς περί του αντιθέτου. Μ’ ενοχλεί όμως και για ένα άλλο λόγο: γιατί η τελευταία ελληνική χούντα είναι μέρος της μνήμης μου και δεν βρίσκω τίποτα συγκρίσιμο μ’ αυτά που περιγράφονται σήμερα ως ‘χούντα’, όσο λυπηρά  ή <βάλτε την περιγραφή της αρεσκείας σας> είναι.

Αναρωτήθηκα λοιπόν πότε αρχίσαμε να φέρνουμε στη δημόσια συζήτηση αυτό το χαρακτηρισμό και για να το βρω χρησιμοποίησα το Google Trends. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπετε στο παρακάτω διάγραμμα κι είναι εντελώς απροσδόκητο. Και δεν μπορώ να το ερμηνεύσω.

Βλέπουμε, καταρχήν ότι στις ειδήσεις (το κάτω μέρος του διαγράμματος) οι αναφορές εντείνονται τα χρόνια μετά το 2007.

Στις τάσεις από αναζητήσεις  στο υπόλοιπο internet η εικόνα είναι αλλόκοτη: μια ξαφνική εκτόξευση τον Νοέμβριο του 2010, είναι το μόνο αποτέλεσμα που είναι άξιο λόγου στην τελευταία 7ετία.

Θυμίζω ότι η κλίμακα ειναι σχετική: αυτό που βλέπετε αφορά το λόγο προς το μέσον όρο της των αναζητήσεων για  την εν λόγω περίοδο.

Ομολογώ πως η προσδοκία μου ήταν να δω τις αναφορές να εκτοξεύονται τον τελευταίο μήνα. Αλλά όχι. Σιωπή.

Το μόνο σχετικό που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι το Νοέμβρη είναι η επέτειος του Πολυτεχνείου αλλά γιατί ειδικά αυτή την επέτειο τέτοιο ενδιαφέρον για τη χούντα;

Μήπως είναι λάθος το αποτέλεσμα; Μπορεί. Αλλά αν δούμε απλά για σύγκριση μια άλλη αναζήτηση (στον όρο ΔΝΤ) το αποτέλεσμα είναι το απολύτως αναμενόμενο.

Οι αναζητήσεις ξεκινάνε λίγο πριν το Φεβρουάριο του 2010 και κορυφώνονται τον Μάϊο όπου υπογράφεται το Μνημόνιο 1.

Κι οι αναφορές στον τύπο συμφωνούν. Κατόπιν έχουμε μια σχετική ησυχία μέχρι που στις μέρες μας υπάρχει μια μικρή αύξηση που εύκολα μπορεί να εξηγηθεί από το ζήτημα των εγγυήσεων που ζητά για την 5η δόση το ΔΝΤ και την απειλή, αν δεν τις πάρει, να μην προχωρήσει σε περαιτέρω εκταμιεύσεις.

Το trends είναι αξιόπιστο λοιπόν. Η ερμηνεία για το πρώτο διάγραμμα εκρεμμεί όμως. Και κάθε βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη.

Ζωή ποδήλατο

bicycle

Το πρωί, μόλις είχα ξεκινήσει με τ’ αυτοκίνητο για τη δουλειά, όταν στο πρώτο κόκκινο φανάρι πέρασε μπροστά μου μια κοπέλλα με ποδήλατο. Κουβαλούσε μια μεγάλη τσάντα, σαν σακ βουαγιάζ, κι ήταν ντυμένη με κάσουαλ τρόπο που δεν πρόδιδε ούτε “πετάγομαι να ψωνίσω κάτι κι επιστρέφω”, ούτε “πάω στο γραφείο”, ούτε καν “θα βγω με το ποδήλατο για γυμναστική”. Μάλλον πήγαινε για κάποια δουλειά ή σε κάποια δουλειά, αλλά, επίσης μάλλον, όχι γραφείου. Κάτι που επιβεβαίωνε κι η κατεύθυνση: το φανάρι διασταυρώνεται με την παραλιακή που είναι δρόμος υψηλής κίνησης και καθόλου βόλτας.

Η συνάντηση μ’ έβαλε σε μια τροχιά σκέψης. Καιρό τώρα παρατηρώ με ένα μίγμα περιέργειας κι έκπληξης την αύξηση του αριθμού και της χρήσης των ποδηλάτων πράγμα που βρίσκω σημάδι που μπορεί να προμηνύει κάτι πολύ θετικό. Γι αυτό κι έσπευσα να δηλώσω στο twitter ότι “Η αύξηση των ποδηλατιστών στην Αθήνα, την τόσο εχθρική στο ποδήλατο, είναι η πιο ενδιαφέρουσα κοινωνική εξέλιξη των τελευταίων 50 ετών”.
Ακολούθησε μια τουϊτεροσυζήτηση με ποδηλατολάτρες και ποδηλατομάχους που με βοήθησε να ξεκαθαρίσω και τη σκέψη μου.
Οι ποδηλατομάχοι μου δήλωσαν ότι οι ποδηλάτες είναι άλλη μια αψήφηση κι απειλή για τον πεζό καθώς ιδιοποιούνται τα πεζοδρόμια. Είναι μια προέκταση της ελληναριάς. Εγώ αντέτεινα ότι η Συγγρού κι η Κηφισίας δεν έχουν πεζούς. Κι αυτό δεν ήταν σχήμα λόγου: γιατί έχω δει ποδηλάτες σ’ αυτούς τους δρόμους κι αυτοί είναι που έχω καταγράψει και χαρακτηρίσει σαν ενθαρρυντικό φαινόμενο. Γιατί η Αθήνα δεν είναι απλά εχθρική για το ποδήλατο. Είναι επικίνδυνη. Ενδιαφέρουσα μορφή αυτοχειρίας, όπως πετυχημένα μου έγραψαν.
Το ποδήλατο τελικά είναι δυο φαινόμενα που μπορεί να είχαν κάποτε κοινή αφετηρία, και μάλλον θα έχουν κοινή κατάληξη, αλλά προς το παρόν είναι σε διαφορετικές τροχιές: από τη μια έχουμε τους ποδηλάτες της μόδας.
  • Αυτούς που θα βγουν για βόλτα μετά τη δουλειά ή το Σ/Κ,  και που θα επιδιώξουν να κινηθούν με ασφάλεια, άρα πάνω στο πεζοδρόμιο, ή, με τη συσπείρωση με πολλούς άλλους ποδηλάτες, στις κύριες οδικές αρτηρίες, τα βράδια της Παρασκευής.
  • Και τους άλλους, αριθμητικά πολύ λιγότερους, που έχουν κάνει το ποδήλατο το κύριο μέσο μετακίνησης τους.
Οι πρώτοι, παρότι αποκομίζουν το όφελος της βελτίωσης της φυσικής τους κατάστασης, και, τουλάχιστον για τις ώρες που ασκούνται, αποσυμφορίζουν τους δρόμους από άλλα, λιγότερο οικολογικά, μέσα μεταφοράς, δεν συνιστούν μεγάλη αλλαγή στη ζωή της πόλης. Κι όντως μπορούν να εξελιχθούν σε μια μάστιγα για τους πεζούς.
Οι δεύτεροι (εικάζω) είναι από επιλογή παρά από ανάγκη που επιλέγουν αυτό τον τρόπο μετακίνησης. Κι εδώ είναι που στηρίζω τις ελπίδες μου για κάτι σημαντικό σαν αλλαγή νοοτροπίας. Γιατί οι αλλαγές αυτές έχουν απτά ρίσκα και προϋποθέτουν ρήξεις με συνήθειες, βολές και νοοτροπίες.
Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι η Αθήνα θα γίνει Βερολίνο ή Αμστερνταμ, όπου ο μισός πληθυσμός θα κινείται με ποδήλατα. Δεν έχει τέτοιες προδιαγραφές: το έδαφος έχει πολλούς λόφους, οι δρόμοι είναι πολύ στενοί κι οι αποστάσεις μεγάλες. Το ιστορικό κέντρο δε είναι ασφυκτικά μικρό και μόνο με γενική απαγόρευση κυκλοφορίας τετράτροχων θα μπορούσε να φιλοξενήσει ποδήλατα σε μεγάλη κλίμακα. Αλλά ακριβώς αυτό είναι το ενδιαφέρον: ότι οι ποδηλάτες κινούνται ν’ ανατρέψουν την πραγματικότητα, να προβάλουν σαν εφικτό ένα όραμα που μοιάζει χίμαιρα.
Το όφελος που θα μπορούσε να προκύψει από μια τέτοια ανατροπή, δεν μετρίεται μόνο στην κλίμακα των οικολογικών αξιών. Μπορεί να επιφέρει μια ανατροπή οικονομικών συσχετισμών: στην αγορά αυτοκινήτων (που ναι μεν τώρα είναι στο ναδίρ, αλλά γνώρισε μια από τις ‘λαμπρότερες’ διαδρομές της Ευρώπης την τελευταία δεκαετία, μ’ αντίστοιχο αντίκτυπο στο ισοζύγιο) και κυρίως στην κατανάλωση καυσίμων. Αυτοκίνητα και καύσιμα είναι δυο οικονομικές αιμοραγίες που δύσκολα μπορούν να κλείσουν. Δεν υπάρχει περίπτωση ν΄αρχίσουμε να παράγουμε αυτοκίνητα και μάλλον δε θα γίνουμε και Σαουδική Αραβία ποτέ. (Βιοτεχνίες ποδηλάτων ή ποδηλατικών ειδών θα μπορούσαμε να δούμε, αλλά ας μην κάνω όνειρα). Μια αύξηση της ποδηλατικής μετακίνησης μπορεί να προσγειώσει σε καλύτερα για τη χώρα επίπεδα τις δυό αιμοραγίες.
Ίσως όμως σημαντικώτερο είναι αυτό το νέο πνεύμα αψήφισης της πεπατημένης, αυτή η νέα chutzpah που ξετυλίγει η με κίνδυνο επιλογή μιας άλλης χάραξης προσωπικών διαδρομών. Είναι μια διεκδίκηση όχι από τις τσαμπαμάγκικες συνήθεις. Μια διεκδίκηση ζωής. Και γι αυτό μπορεί κι εύχομαι να ρολάρει.

Ζωή ποδήλατο

bicycle

Το πρωί, μόλις είχα ξεκινήσει με τ’ αυτοκίνητο για τη δουλειά, όταν στο πρώτο κόκκινο φανάρι πέρασε μπροστά μου μια κοπέλλα με ποδήλατο. Κουβαλούσε μια μεγάλη τσάντα, σαν σακ βουαγιάζ, κι ήταν ντυμένη με κάσουαλ τρόπο που δεν πρόδιδε ούτε “πετάγομαι να ψωνίσω κάτι κι επιστρέφω”, ούτε “πάω στο γραφείο”, ούτε καν “θα βγω με το ποδήλατο για γυμναστική”. Μάλλον πήγαινε για κάποια δουλειά ή σε κάποια δουλειά, αλλά, επίσης μάλλον, όχι γραφείου. Κάτι που επιβεβαίωνε κι η κατεύθυνση: το φανάρι διασταυρώνεται με την παραλιακή που είναι δρόμος υψηλής κίνησης και καθόλου βόλτας.

Η συνάντηση μ’ έβαλε σε μια τροχιά σκέψης. Καιρό τώρα παρατηρώ με ένα μίγμα περιέργειας κι έκπληξης την αύξηση του αριθμού και της χρήσης των ποδηλάτων πράγμα που βρίσκω σημάδι που μπορεί να προμηνύει κάτι πολύ θετικό. Γι αυτό κι έσπευσα να δηλώσω στο twitter ότι Η αύξηση των ποδηλατιστών στην Αθήνα, την τόσο εχθρική στο ποδήλατο, είναι η πιο ενδιαφέρουσα κοινωνική εξέλιξη των τελευταίων 50 ετών”.
Ακολούθησε μια τουϊτεροσυζήτηση με ποδηλατολάτρες και ποδηλατομάχους που με βοήθησε να ξεκαθαρίσω και τη σκέψη μου.
Οι ποδηλατομάχοι μου δήλωσαν ότι οι ποδηλάτες είναι άλλη μια αψήφηση κι απειλή για τον πεζό καθώς ιδιοποιούνται τα πεζοδρόμια. Είναι μια προέκταση της ελληναριάς. Εγώ αντέτεινα ότι η Συγγρού κι η Κηφισίας δεν έχουν πεζούς. Κι αυτό δεν ήταν σχήμα λόγου: γιατί έχω δει ποδηλάτες σ’ αυτούς τους δρόμους κι αυτοί είναι που έχω καταγράψει και χαρακτηρίσει σαν ενθαρρυντικό φαινόμενο. Γιατί η Αθήνα δεν είναι απλά εχθρική για το ποδήλατο. Είναι επικίνδυνη. Ενδιαφέρουσα μορφή αυτοχειρίαςόπως πετυχημένα μου έγραψαν.
Το ποδήλατο τελικά είναι δυο φαινόμενα που μπορεί να είχαν κάποτε κοινή αφετηρία, και μάλλον θα έχουν κοινή κατάληξη, αλλά προς το παρόν είναι σε διαφορετικές τροχιές: από τη μια έχουμε τους ποδηλάτες της μόδας.
  •  Αυτούς που θα βγουν για βόλτα μετά τη δουλειά ή το Σ/Κ,  και που θα επιδιώξουν να κινηθούν με ασφάλεια, άρα πάνω στο πεζοδρόμιο, ή, με τη συσπείρωση με πολλούς άλλους ποδηλάτες, στις κύριες οδικές αρτηρίες, τα βράδια της Παρασκευής. 
  • Και τους άλλους, αριθμητικά πολύ λιγότερους, που έχουν κάνει το ποδήλατο το κύριο μέσο μετακίνησης τους. 
Οι πρώτοι, παρότι αποκομίζουν το όφελος της βελτίωσης της φυσικής τους κατάστασης, και, τουλάχιστον για τις ώρες που ασκούνται, αποσυμφορίζουν τους δρόμους από άλλα, λιγότερο οικολογικά, μέσα μεταφοράς, δεν συνιστούν μεγάλη αλλαγή στη ζωή της πόλης. Κι όντως μπορούν να εξελιχθούν σε μια μάστιγα για τους πεζούς.
Οι δεύτεροι (εικάζω) είναι από επιλογή παρά από ανάγκη που επιλέγουν αυτό τον τρόπο μετακίνησης. Κι εδώ είναι που στηρίζω τις ελπίδες μου για κάτι σημαντικό σαν αλλαγή νοοτροπίας. Γιατί οι αλλαγές αυτές έχουν απτά ρίσκα και προϋποθέτουν ρήξεις με συνήθειες, βολές και νοοτροπίες. 
Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι η Αθήνα θα γίνει Βερολίνο ή Αμστερνταμ, όπου ο μισός πληθυσμός θα κινείται με ποδήλατα. Δεν έχει τέτοιες προδιαγραφές: το έδαφος έχει πολλούς λόφους, οι δρόμοι είναι πολύ στενοί κι οι αποστάσεις μεγάλες. Το ιστορικό κέντρο δε είναι ασφυκτικά μικρό και μόνο με γενική απαγόρευση κυκλοφορίας τετράτροχων θα μπορούσε να φιλοξενήσει ποδήλατα σε μεγάλη κλίμακα. Αλλά ακριβώς αυτό είναι το ενδιαφέρον: ότι οι ποδηλάτες κινούνται ν’ ανατρέψουν την πραγματικότητα, να προβάλουν σαν εφικτό ένα όραμα που μοιάζει χίμαιρα.
Το όφελος που θα μπορούσε να προκύψει από μια τέτοια ανατροπή, δεν μετρίεται μόνο στην κλίμακα των οικολογικών αξιών. Μπορεί να επιφέρει μια ανατροπή οικονομικών συσχετισμών: στην αγορά αυτοκινήτων (που ναι μεν τώρα είναι στο ναδίρ, αλλά γνώρισε μια από τις ‘λαμπρότερες’ διαδρομές της Ευρώπης την τελευταία δεκαετία, μ’ αντίστοιχο αντίκτυπο στο ισοζύγιο) και κυρίως στην κατανάλωση καυσίμων. Αυτοκίνητα και καύσιμα είναι δυο οικονομικές αιμοραγίες που δύσκολα μπορούν να κλείσουν. Δεν υπάρχει περίπτωση ν΄αρχίσουμε να παράγουμε αυτοκίνητα και μάλλον δε θα γίνουμε και Σαουδική Αραβία ποτέ. (Βιοτεχνίες ποδηλάτων ή ποδηλατικών ειδών θα μπορούσαμε να δούμε, αλλά ας μην κάνω όνειρα). Μια αύξηση της ποδηλατικής μετακίνησης μπορεί να προσγειώσει σε καλύτερα για τη χώρα επίπεδα τις δυό αιμοραγίες.
Ίσως όμως σημαντικώτερο είναι αυτό το νέο πνεύμα αψήφισης της πεπατημένης, αυτή η νέα chutzpah που ξετυλίγει η με κίνδυνο επιλογή μιας άλλης χάραξης προσωπικών διαδρομών. Είναι μια διεκδίκηση όχι από τις τσαμπαμάγκικες συνήθεις. Μια διεκδίκηση ζωής. Και γι αυτό μπορεί κι εύχομαι να ρολάρει.