Category Archives: Politics

Ατομικές αποδράσεις, συλλογικός εγκλεισμός

Διαμαρτύρομαι συχνά για την παραβατικότητα των επιβατών του μετρό. Όχι γιατί είναι η χειρότερη, αλλά γιατί είναι αυτή που συναντάω συχνότερα.

Συζητώντας το   γιατί τόσοι συμπολίτες μας διαλέγουν το να μην πληρώσουν το αντίτιμο και να λαθρεπιβιβαστούν στους συρμούς,  άκουσα διάφορες εξηγήσεις κι επιχειρήματα. Ένα απ’ αυτά μου “χτύπησε”. Γιατί είναι λογικοφανές και γιατί εύκολα παρασύρει συναισθηματικά αυτόν που τ’ ακούει.

Λέει το επιχείρημα:

Η φθηνότερη μορφή του εισητηρίου, το μηνιαίο, στοιχίζει 30 Ευρώ. Για κάποιον που έχει μισθό 450 Ευρώ, αυτό είναι αδικαιολόγητα ακριβό. Θα έπρεπε να είναι φθηνότερο.  Υπάρχουν πολλοί που δυσκολεύονται να το πληρώσουν αλλά πρέπει να κάνουν χρήση του μετρό για να πάνε στη δουλειά τους.

Πράγματι 30 ευρώ στα 450 είναι περίπου 7%. Μόνο για ναύλα.

Δεν θα εξετάσω την οικονομική λογική αν κι έχω την εντύπωση ότι σαν ποσοστό στα χαμηλά εισοδήματα δεν διαφέρει από άλλες χώρες.

Το ερώτημα είναι αν αυτή η τακτική ωφελεί και ποιόν;

Προφανώς οφελείται άμεσα ο παραβάτης. Το μετρό χάνει έσοδα. Που, αν έχει κέρδη, θα μπορούσαν να επενδυθούν στο να διευρύνουν και να καλυτερέψουν το μεταφορικό του έργο, αν, δε, έχει ζημιές θα επιβαρύνουν το αποτέλεσμα και θα απαιτήσουν πόρους από την κυβέρνηση για να συνεχιστεί η λειτουργία και το κοινωνικό έργο που προσφέρει.

Με τη σειρά της η κυβέρνηση θ’ αναζητήσει πηγές νέων εσόδων ή μείωση δαπανών για να επιτύχει τους ανωτέρω σκοπούς. Κι επειδή η σχέση με την πηγή του προβλήματος, σ’ αυτό το επίπεδο έχει χαθεί, τα έσοδα θ’ αναζητηθούν οριζόντια.

Εδώ έρχεται το δεύτερο σύνηθες επιχείρημα: να τα πάρουν απ’ αυτούς που έχουν. Που είναι επίσης ευλογοφανές. Αλλά πριν μπούμε σε πολιτικές θεωρίες για το δέον και το σοφό τους πράγματος, ας κόψουμε τη συζήτηση λέγοντας απλά ότι αυτό δεν θα γίνει.

Αυτό που θα γίνει, και που το έχουμε δει κατά κόρον, είναι ότι η κυβέρνηση δεν θα τα πάρει απ’ αυτούς που έχουν αλλά απ΄ όπου μπορεί. Ευκαιριακά, και χωρίς σχεδιασμό. Γιατί οι λύσεις αυτές επιδιώκονται στα πλαίσια μιας κυβερνητικής θητείας κι η αναδιανεμητική πολιτική δεν είναι πάντα ψηλά στις προτεραιότητες.

Αντίθετα, μια από τις βασικές προτεραιότητες του εκάστοτε πολιτικού προσωπικού είναι η επανεκλογή. Η οποία  συνήθως “κανονίζεται” δια της εξαγοράς: χάρες σε ομάδες πίεσης, ευεργετικά νομοθετήματα για κρίσιμη εκλογική πελατεία, προσλήψεις, επιδόματα, αλλαγές εκλογικών νόμων κτλ.

Κι εδώ είναι το σημείο που δένουν τα πράγματα. Το πολιτικό προσωπικό δεν ενδιαφέρεται να πατάξει την παραβατικότητα. Την ανέχεται συνειδητά γιατί έτσι εκτονώνει μια μορφή δυσαρέσκειας που σε αντίθετη περίπτωση θα γινόταν πίεση εναντίον του. Πίεση γι αποτελέσματα, γι αλλαγές, για δύσκολες αποφάσεις. Όλ’ αυτά μπορούν να πάνε κάτω από το χαλί, καθώς ο παραβατικός ψηφοφόρος αφού με την παραβατικότητα τα βολεύει με τα μικρά προβλήματα, συγκεντρώνει τα πολιτικά του αιτήματα σε λίγα μεγάλα και γενικά που δεν δημιουργούν πίεση για έργο και γι αποτελέσματα ενώ, αντίθετα,  είναι πρόσφορα για γενικόλογη συνθήματολογία κι εξαγγελίες. Τα εθνικά θέματα κι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι οι δύο πιο κοινές γενικότητες που μαγνητίζουν την συμπεριφορά του ψηφοφόρου, χωρίς να τον απασχολούν οι ενοχλητικές λεπτομέρειες τι σημαίνει η πραγμάτωση των όποιων αιτημάτων κι εξαγγελιών.

Στην περίπτωση του μετρό, η παραβατικότητα είναι η ασφαλιστική δικλείδα για την πίεση προς το Υπουργείο Μεταφορών. Αυστηρή επιτήρηση θα οδηγούσε πιθανώς σε μαζική και συγκεκριμένη κινητοποίηση με συγκεκριμένο αίτημα (καλύτερη και φθηνότερη συγκοινωνία) που δεν θα παραπεμπόταν στις καλένδες των μεγάλων αγώνων.

Ποιός χάνει τελικά; Ο φτωχός παραβάτης. Όχι απαραίτητα ή μόνο αυτός του μετρό. Αλλά ο οποιοσδήποτε βολεύεται στην ατομική του λύση καθώς βουλιάζει μαζύ με όλους μας στο τέλμα της ανυπαρξίας πραγματικής λύσης.  Ως πότε;

 

 

Ελλάδα – Τουρκία: μια σύγκριση (τρίτο μέρος)

Το σταδιακό άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των οικονομιών Ελλάδας και Τουρκίας, που είδαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, είναι φυσικό να έχει την αντανάκλαση του και στα θέματα της άμυνας.
Γι αυτό δεν θα σταθούμε στα βασικά μεγέθη (που φαίνονται στο slideshow παρακάτω) παρά μόνο στο τελευταίο διάγραμμα που απεικονίζει τις εξαγωγές όπλων.

Εδώ παρατηρούμε ότι οι Τουρκικές εξαγωγές είναι περίπου δεκαπλάσιες  από τις αντίστοιχες ελληνικές (το 2016), πράγμα που φανερώνει ότι υπάρχει ένα ποσοτικό άλμα στην Τουρκική πλευρά.

Μια χώρα που έχει μπει πρόσφατα στο εμπόριο όπλων, καθώς οι συγκεκριμένες αγορές είναι και ολιγοπωλιακές και κλειστές κι αυστηρά ελεγχόμενες, το να σημειώνει επιτυχίες σημαίνει ότι έχει προηγηθεί έντονη δραστηριότητα εντός της χώρας, για την κάλυψη πρώτα των δικών της αναγκών. Κι οι ανάγκες της Τουρκίας είναι μεγάλες.

Τα προϊόντα αυτής της βιομηχανίας μιλάνε για μια φιλοδοξία ευρύτερου γεωπολιτικού ρόλου, αυτονομίας κι αυτάρκειας. (Για όποιον ενδιαφέρεται για τον πλήρη κατάλογο προϊόντων, κλικ εδώ.)

Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα από προγράμματα εν εξελίξει:

Πως έφτασε όμως σ’ αυτό σημείο η Τουρκία; Φαίνεται πως πρόκειται για μια συντονισμένη προσπάθεια πολλών ετών (αρχίζει κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80) και που σαν κέντρο έχει ένα τμήμα του Τουρκικού Υπουργείου Αμύνης, υπεύθυνο για την Αμυντική Βιομηχανική Πολιτική και μια Γραμματεία που υπάγεται σ’ αυτό  (των Αμυντικών Βιομηχανιών), απ΄όπου και το οπτικό υλικό παραπάνω.

H Wikipedia έχει λήμμα για την Τουρκική Αμυντική Βιομηχανία, απ’ όπου μπορεί να πάρει κανείς μια ιδέα για το εύρος και το είδος των δραστηριοτήτων καθώς και τα προϊόντα τους.

Για να στηθεί μια βιομηχανία απαιτούνται καταρχήν κεφάλαια και το Υπουργείο Αμύνης της Τουρκίας σίγουρα διαθέτει. Αλλά απαιτείται και ένας προγραμματισμός και συντονισμός.

Σ’ αντίθεση με τις Ελληνικές προσπάθειες ανάπτυξης αμυντικής βιομηχανίας, οι Τούρκοι δεν περιορίστηκαν σε κρατικές εταιρείες,  αν κι αρκετές είναι κρατικές ή ελεγχόμενες από το κράτος. Ενέπλεξαν τον ιδιωτικό τομέα, και, το σημαντικότερο, τα Πανεπιστήμια για την έρευνα. Κι αυτή η επιλογή έχει επιπτώσεις ευρύτερες. Γιατί τα αμυντικά προϊόντα είναι σύνθετα κι η εφοδιαστική αλυσίδα που απαιτεί η παραγωγή τους, μεγάλη. Πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν, υπό συνθήκη, να δημιουργήσουν ripple effect στη λοιπή οικονομία και ν’ αλλάξουν τη διάρθρωση του βιομηχανικού τομέα. Χωρίς να έχω στοιχεία, σαν πρώτη ένδειξη μπορούμε να θεωρήσουμε αυτό που είδαμε στο προηγούμενο άρθρο: το δείκτη οικονομικής πολυπλοκότητας της Τουρκίας που έγινε διπλάσιος από τον αντίστοιχο ελληνικό.

Ποιό ρόλο έχει παίξει η εκπαίδευση;

Όπως φαίνεται από τις παρακάτω κατατάξεις, ενώ η Ελλάδα διαθέτει ένα τεχνολογικό εκπαιδευτικό ίδρυμα σε πολύ ψηλότερη θέση από τα Τουρκικά (το ΕΜΠ), ο μέσος όρος των τεχνολογικών σχολών είναι περίπου αντίστοιχος με τις ελληνικές.

Συνεπώς, δεν πρέπει να είναι η ποιότητα της εκπαίδευσης που κάνει τη διαφορά.

Αλλά η τυπική εκπαίδευση δεν είναι το μόνο ή το κύριο στην ανάπτυξη μιας βιομηχανίας. Σημαντικό ρόλο παίζει κι η ύπαρξη ειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Κι εδώ η Τουρκία έχει άλλους συναφείς κλάδους για να το αντλήσει: αυτοκινητοβιομηχανία, ηλεκτρικές συσκευές κ.α.

Μπορεί κανείς να φέρει την αντίρρηση ότι η βιομηχανική ανάπτυξη μπορεί να είναι ανεξάρτητη της ανάπτυξης τεχνολογίας, μιας και μια χώρα που διαθέτει φτηνά εργατικά μπορεί να δημιουργήσει βιομηχανίες που παράγουν προϊόντα που σχεδιάζονται κι αναπτύσονται αλλού.

Τέτοιου τύπου οικονομική δραστηριότητα έχει λάβει χώρα αρκετά στην Τουρκία. Για να πάρουμε μια ιδέα όμως που στέκει η τεχνολογία της τώρα, ας ρίξουμε μια ματιά στην κατάταξη της σε θέματα σχετικά με πνευματική ιδιοκτησία, και συγκεκριμένα πατέντες, σήματα και σχέδια.

Στην παγκόσμια κατάταξη η Τουρκία στέκεται αρκετά ψηλά, και σίγουρα πολύ ψηλότερα από την Ελλάδα. Τα δεδομένα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας.

Παγκόσμια κατάταξη σε καταχωρήσεις πνευματικής ιδιοκτησίας 2017 (τμήμα του πίνακα)

Συνεπώς, αν η βιομηχανία της στους κλάδους αιχμής,  ξεκίνησε σαν φασόν, έχει προοδεύσει κι έχει φτάσει στο σημείο καμπής: να μπορεί ν’ αυτονομηθεί και ν’ αρχίσει ν’ ανταγωνίζεται τους μεγάλους “παίκτες”.

Για να δούμε τώρα και τη δική μας πλευρά. Για την τεχνολογία πήραμε ήδη γεύση του πόσο υπολειπόμαστε.  Η εικόνα όμως της αμυντικής βιομηχανίας της Ελλάδας δεν είναι απλά χειρότερη της Τουρκίας. Είναι θλιβερή.

Μετά τη μεταπολίτευση έγιναν κάποιες προσπάθειες να δημιουργηθεί εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Αυτές αφορούσαν τη δημιουργία της ΕΑΒ, της ΕΒΟ, της ΕΛΒΟ και ανάθεση κατασκευών πολεμικών σκαφών στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά κι Ελευσίνας.

Επιπλέον υπήρχε η ΠΥΡΚΑΛ, μια εταιρεία που ευημερούσε όσο ζούσε ο ιδρυτής της, ο Πρόδρομος Μποδοσάκης (με κρατικά συμβόλαια βέβαια). Αργότερα κρατικοποιήθηκε και ενώθηκε με την ΕΒΟ και συναποτέλεσαν την ΕΑΣ.

Μια πρόχειρη γεύση της σημερινής κατάστασης:

Αν υπάρχει κάποιο φως είναι σε μια δεύτερη γενιά εταιρειών αμυντικής τεχνολογίας που δραστηριοποιούνται όχι σε οπλικά συστήματα αλλά σε ηλεκτρονικά και συναφή. Η πιο μεγάλη πρέπει να είναι η Intracom ενώ η πιο εντυπωσιακή, κατά τη γνώμη μου, είναι η Theon Sensors  που κατασκευάζει οπτικούς αισθητήρες για αμυντικές εφαρμογές.

Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από αυτή τη σύγκριση είναι το ότι υπάρχει δρόμος και τρόπος για μια τριτοκοσμική οικονομία (όπως ήταν η Τουρκία πριν 40 χρόνια) να γίνει τεχνολογική, βιομηχανική κι αμυντική δύναμη χρησιμοποιώντας το κράτος σαν αιχμή του δόρατος και συσπειρώνοντας ιδιωτικές μονάδες γύρω του έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας ενάρετος κύκλος παραγωγής, καινοτομίας κι εξωστρέφειας.

Και για να προλάβουμε αντιρρήσεις που έχουν σχέση με το μέγεθος της Τουρκίας, το καλύτερο παράδειγμα για την περίπτωση μας, είναι το Ισραήλ, όπου η εθνική εγρήγορση στην οποία το κράτησε για πολλά χρόνια η εξωτερική απειλή, το ώθησε να λύσει τα περισσότερα προβλήματα τεχνολογίας και άμυνας μόνο του.

Μπορεί ν’ ακουστεί μιλιταριστικό, ανεδαφικό ή απλά αδύνατο, αλλά στην περίοδο που αναζητάμε σαν χώρα ένα δρόμο προς την ανάπτυξη, το να μην γίνεται καθόλου λόγος για την ανάπτυξη μιας εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας φανερώνει ηττοπάθεια και συνιστά εγκληματική αμέλεια.

Η αμυντική βιομηχανία δεν είναι αυτοσκοπός. Μπορεί να γίνει ο καταλύτης μιας γενικότερης ανάπτυξης.

Και μιας κι όπως είδαμε, το μοντέλο της κρατικής διαχείρισης των αμυντικών εταιρειών οδήγησε σε παταγώδη αποτυχία, ενώ ένας μικρός πυρήνας από ιδιωτικές εταιρείες επιβιώνει κι αναπτύσεται, το ρόλο του κράτους σ’ αυτή την προσπάθεια θα πρέπει να τον δούμε περισσότερο στο σχεδιασμό, τη χρηματοδότηση και στα κίνητρα, παρά στην παραγωγή καθαυτή.

Μια εγχώρια εξωστρεφής και τεχνολογικά ακμαία αμυντική βιομηχανία μπορεί ν’ ανατρέψει την εις βάρος μας γεωπολιτική ανισορροπία που είδαμε στο πρώτο μέρος, να κλείσει την διαφορά ανάμεσα στις δύο οικονομίες και να επιτύχει τον άμεσο στόχο της: την αποτροπή και τη διαφύλαξη της ειρήνης.

 

 

Ελλάδα – Τουρκία: μια σύγκριση (πρώτο μέρος)

Η ευρύτερη περιοχή Ελλάδας – Τουρκίας

Σε προηγούμενη ανάρτηση είχα εκδηλώσει την ανησυχία ότι οι παγκόσμιες γεωπολιτικές ανακατατάξεις οδηγούν την περιοχή μας σε μεγαλύτερη αστάθεια και συνεπώς πρέπει ν’ αναμένουμε οι σχέσεις μας με το μεγάλο μας γείτονα στ’ ανατολικά,  ότι μπορεί να μπουν σε περίοδο έντασης με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα τελευταία 20 χρόνια  η ψαλίδα στη διαφορά ισχύος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, άνοιξε πολύ υπέρ της γείτονος κι αυτό αποτυπώνεται σε μια σειρά από δείκτες που θα παρουσιάσω σε επόμενη ανάρτηση.

Πριν από τους δείκτες, θα επιχειρήσω μια σύντομη σύνοψη των γεωπολιτικών στρατηγικών επιλογών της Τουρκίας και της Ελλάδας, γιατί διαφωτίζουν κάποιους από τους επιλεγμένους δείκτες (όπως το δείκτη οικονομικής πολυπλοκότητας).

Τα τελευταία 40 χρόνια η Τουρκία έχει εκδηλώσει κι υιοθετήσει, και θεωρητικά και στην πράξη, τρεις μεταξύ τους όχι πολύ συμβατές στρατηγικές:

  • την ευρωπαϊκή, που μπορεί να θεωρηθεί σαν συνέχεια του Κεμαλισμού, και που θέλει την Τουρκία να είναι ένα δυτικό, κοσμικό κράτος με επιδίωξη να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Η πολιτική αυτή παρότι έχει εκφραστεί από πολύ νωρίς, και παρότι έχει λάβει διαβεβαιώσεις από Ευρωπαϊκής πλευράς για την ευόδωσή της, έχει εγκαταλειφθεί γιατί αφενός η Ευρώπη ποτέ δεν έβλεπε σοβαρά μια τέτοια ένταξη αλλά και γιατί με την άνοδο του Ερντογάν η θρησκευτική (μουσουλμανική) όψη της Τουρκικής κοινωνίας αναδύθηκε από τη λήθη κι έγινε κυρίαρχη.
  • την τουρκοκεντρική, που πάει πίσω στον Εμβέρ Πασά, νεότουρκο, γερμανόφιλο, ορχηστρωτή της γενοκτονίας των Αρμενίων, και κύριο αντίπαλο του Κεμάλ Ατατούρκ. Η άποψη αυτή βλέπει την Τουρκία σαν ασιατικό κράτος, στραμμένο προς Ανατολάς, ηγέτη των περιοχών που ζουν οι μεγάλες ομάδες Τουρκογενών (Αζερμπαϊζάν, Ουζμπεκιστάν, Καζακστάν Τουρκμενιστάν κτλ) κι όπου υπάρχουν τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κατά την άποψη μου αυτή είναι κι η πιο φιλόδοξη στρατηγική της Τουρκίας γιατί αφορά ένα τεράστιο και πολύτιμο χώρο στο κέντρο της Ευρασίας. Είναι όμως κι η στρατηγική που θα συναντήσει τη μεγαλύτερη αντιπαλότητα, καθώς για τον κεντρασιατικό χώρο ενδιαφέρονται η Ρωσία, η Περσία κι η Κίνα, χώρες που συνορεύουν με την περιοχή από Βορρά, Νότο κι Ανατολή αντίστοιχα.
  • την μουσουλμανική, που έχει εκφραστεί γραπτά από τον πρώην πρωθυπουργό της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου, στο βιβλίο του “Στρατηγικό βάθος“. Ο Νταβούτογλου σκέφτεται με νεοθωμανικούς όρους κι οραματίζεται την ανασύσταση μια μουσουλμανικής κυρίαρχης δύναμης, της Τουρκίας, πίσω από την οποία θα συντάσονται τα κράτη που αποτελούσαν μέρος της πάλαι ποτέ Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μέχρι την απομάκρυνση του Νταβούτογλου από την κυβέρνηση Ερντογάν, αυτή ήταν κι η πολιτική που ακολούθησε η Τουρκία, συντασόμμενη περισσότερο με μουσουλμανικές ομάδες παρά κράτη, όπως τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο κτλ,  με μάλλον άσχημα αποτελέσματα.

Από τις παραπάνω στρατηγικές η πιο ευνοϊκή κι επιθυμητή από την Ελλάδα θα ήταν η πρώτη, καθώς μια Τουρκία μέσα στην ΕΕ, θ’ “αφοπλιζόταν” θεσμικά αλλά και θα έχανε σταδιακά την διάθεση για γεωπολιτικούς τυχοδιωκτισμούς. Είναι όμως αυτή με τη μικρότερη πιθανότητα. Γιατί οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες έχουν μια παράδοξη αντοχή στο χρόνο, αντοχή  που οφείλεται  σε γεωγραφικούς και ιστορικούς όρους και τείνει να είναι ανεξάρτητη από πολιτικά συστήματα ή πρόσκαιρες μεταβολές στις επιδιώξεις ενός έθνους.

Η Τουρκία κατέχει, δια του ελέγχου των Δαρδανελίων,  μια ζηλευτή στρατηγική θέση που την κάνει σημαντικό σύμμαχο στο μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Συγκεκριμένα, η κάθοδος της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες περνάει κι εξαρτάται από την Τουρκία. Γι αυτό κι ο Zbigniew Brzezinsky την θεωρεί pivotal state (κομβικό κράτος) στην μεγάλη σκακιέρα του παγκόσμιου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.

Maritime traffic in the Mediterranean region also showing the transiting shipping routes e.g. from the Black Sea and Suez Canal to northern Europe (source: Gašper Zupančič and Leon Gosar, Institute for Water of Republic of Slovenia).

Η στρατηγική θέση της Τουρκίας της δίνει περιθώρια εξωτερικής πολιτικής που η Ελλάδα δεν διαθέτει. Συγκεκριμένα, μπορεί να παίζει και τον φίλο της Ρωσίας και το σύμμαχο των ΗΠΑ, ν’ αλλάζει το βάρος αυτών των σχέσεων κατά την επιδίωξη της στιγμής, και να εκμαιεύει χάρες και βοήθεια.

Αυτό το επαμφοτερίζον παιχνίδι, παρότι ξεκίνησε με την προσέγγιση του Ατατούρκ με τη Σοβιετική Ένωση, μετά την ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, είχε για πολύ καιρό αδρανοποιηθεί Έγινε πάλι εφικτό μόνο πρόσφατα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, τη μεγένθυση της Τουρκίας και την ανάληψη της εξουσίας από τον Ερντογάν.

Η Ελλάδα δεν έχει το ίδιο γεωγραφικό στρατηγικό πλεονέκτημα με την Τουρκία. Δεν έχει καν ανάλογο μέγεθος. Είναι μια χώρα ορεινή και νησιωτική πράγμα που κάνει την εσωτερική της ενότητα δύσκολη και την ισχυροποίηση μια κεντρικής εξουσίας προβληματική.

Η όλη γεωπολιτική αξία της Ελλάδας είναι το Αιγαίο, σαν επέκταση των Δαρδανελίων και σαν θάλασσα που, με τόσα νησιά, μπορεί να ελέγχεται αποτελεσματικά.

Οι γεωπολιτικές στρατηγικές της Ελλάδας είναι αντίστοιχα τρεις, κι είναι κι αυτές αρκετά παλιές. Έχουν μια αναλογία με τα τρία πρώτα μεγάλα κόμματα της νεώτερης Ελλάδας, το φιλοΑγγλικό, το φιλοΓαλλικό και το φιλοΡωσικό.

Οι στρατηγικές αυτές είναι:

  • Της ορθοδοξίας: ιστορικά η παλαιότερη, που βλέπει την Ελλάδα σαν συνέχεια του Βυζαντίου και τα ορθόδοξα έθνη σαν τους φυσικούς συμμάχους της. Κάτι που δεν είναι αδικαιολόγητο δεδομένης της σημασίας που είχαν για τη γέννεση του έθνους οι Ρωσο-τουρκικοί πόλεμοι (βλέπε συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή).  Με σύγχρονους όρους είναι η Ελλάδα ν’ ακολουθεί το άρμα της Ρωσίας. Η πολιτική της Μεγάλης Ελλάδας, μπορεί μεν να μην υποστηρίχτηκε από τη Ρωσία, αλλά ήταν μέρος αυτής της στρατηγικής, μιας κι επιδίωκε την ανάκτηση εδαφών που στην ουσία συνιστούσαν το Βυζάντιο.
  • Τη θαλασσινή: αυτή είναι μια στρατηγική που μάλλον μας προέκυψε τυχαία, όταν η Βρετανική Αυτοκρατορία προβλέποντας την πτώση της Οθωμανικής, διείδε ένα ρόλο για την Ελλάδα και την Κύπρο για τον έλεγχο της κρίσιμης διαδρομής προς τη διώρυγα του Σουέζ και βέβαια το δρόμο προς τον Εύξεινο πόντο. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο, τη θέση της Βρετανίας πήραν οι ΗΠΑ κι η εγκατάσταση των βάσεων τους στο Ελληνικό έδαφος, όπως κι οι επισκέψεις του 6ου στόλου μέχρι την δεκαετία του ’80 είναι η καλύτερη υπενθύμιση της. Σ’ αυτή τη στρατηγική,η Ελλάδα παίζει βασικά το χαρτί των θαλάσσιων δρόμων, επιδιώκει την προστασία ενός μεγάλου γεωπολιτικού παράγοντα (ΗΠΑ) και προσπαθεί να λάβει τα ανάλογα ανταλλάγματα.
  • Την ευρωπαϊκή που έχει την αρχή της κάπου στα οράματα του Ναπολέοντα για μια ενωμένη υπό την Γαλλία Ευρώπη και που σήμερα έχει κληρονομήσει το δίδυμο Γαλλία Γερμανία. Σ’ αυτήν η Ελλάδα είναι μέρος του ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου και συνδέεται μαζί του με τον πολιτισμικό δεσμό της αρχαιότητας κι όχι του Βυζαντίου.

Υπάρχει και μια τέταρτη στρατηγική που λίγοι παίρνουν σοβαρά, και που έχει εκφραστεί παλαιότερα από τον πατέρα του ελληνικού εθνικισμού, τον Ίωνα Δραγούμη και πιο πρόσφατα από τον Δημήτρη Κιτσίκη: η σύμπραξη Ελλάδας Τουρκίας μέχρι του να συμπήξουν Συνομοσπονδία.

Καμιά από της παραπάνω στρατηγικές δεν δίνει στην Ελλάδα ένα όραμα για κάποιο ηγετικό ρόλο, ούτε εγείρουν κάποιες αντίστοιχες φιλοδοξίες. Είναι καθαρά αμυντικές στρατηγικές και δεδομένης της (αν)ισορροπίας ισχύος στην περιοχή, δεν θα μπορούσαν να είναι και τίποτ’ άλλο.

Προφανώς η Ελλάδα έχει επιλέξει την ευρωπαϊκή στρατηγική και σωστά. Η Ρωσία, παρότι εγγύτερη πολιτιστικά, δεν έχει ούτε οικονομική δύναμη, ούτε διάθεση να την χτίσει. Συμπλέοντας μαζί της μπορεί να κερδίζαμε κάτι στο στρατιωτικό πεδίο αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα μπαίναμε στο μάτι του κυκλώνα καθώς θ’ ανατρέπαμε μια ισορροπία αιώνων, δίνοντας διέξοδο στη Ρωσία προς τη Μεσόγειο.

Η δε θαλασσινή στρατηγική έχει ατονήσει από τη στιγμή που έπαψε να υφίσταται Σοβιετική Ένωση κι ενόσω δεν έχει ακόμα σταθεί στη θέση της η Ρωσία.

Ο λόγος που εξέθεσα τις παραπάνω στρατηγικές  (αρκετά απλουστευτικά είν’ η αλήθεια) είναι γιατί ρίχνουν φως στο τι μέσα απαιτεί η επιδίωξη της καθεμίας. Τα μέσα αυτά διαφαίνονται αν δεν αποτειπώνονται στους δείκτες που θα παρουσιαστούν στην επόμενη ανάρτηση.

Μια ματιά στην ΠΓΔΜ

Με αφορμή τις εξελίξεις στο Μακεδονικό έκανα μια πρόχειρη έρευνα στην οικονομία της γείτονος και δη στις εξαγωγές.

Εξαγωγές
Περίμενα να δω αγροτικά και πρώτες ύλες αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Έχει μεσαίας πολυπλοκότητας βιομηχανικά προϊόντα και λίγα αγροτικά. Μια γρήγορη ματιά δείχνει να είναι πράγματα που έχουν σχέση με την αυτοκινητοβιομηχανία, κλωστοϋφαντουργικά, αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα και πράγματα που σχετίζονται με ICT. Ο οργανισμός προσέλκυσης ξένων επενδύσεων στη ΠΓΔΜ προβάλει ακριβώς τους παραπάνω κλάδους σαν τους κύριους για προσέλκυση επενδύσεων.

Από το παραπάνω γράφημα φαίνεται πως τα κυριότερα εξαγώγιμα είναι καταλύτες και φυγοκεντρητές!
Το ενδιαφέρον είναι το που πουλιούνται αυτά τα προϊόντα (στοιχεία 2016). Κυρίως στη Γερμανία.

Καταλύτες

 

Φυγοκεντρητές
Πράγμα που κάνει νόημα δεδομένης της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και βιομηχανίας χημικών.  Που σημαίνει επίσης ότι υπάρχει μεγάλη εξάρτηση του κρατιδίου από τη Γερμανία. Κι επιβεβαιώνει μια ανάλυση που διάβασα ότι η περιοχή θεωρείται πλέον από τους Γερμανούς γεωπολιτικού ενδιαφέροντος και, προφανώς, επιρροής τους.

… εμμέσως πλην σαφώς, η κ. Μέρκελ ετάχθη υπέρ της παραχώρησης ημερομηνίας ενταξιακών διαπραγματεύσεων τόσο για την ΠΓΔΜ (Βόρεια Μακεδονία όπως την ανέφερε διαρκώς), όσο και για την Αλβανία, προκειμένου να διατηρηθεί μια ισορροπία.

Το σύνολο των εξαγωγών της ΠΓΔΜ του ’17 είναι ένα νούμερο που χωνεύεται δύσκολα: περίπου 60% του GDP, αν κι έχω επιφύλαξη για τα νούμερα γιατί από διαφορετικές πηγές δεν συμφωνούν.

Αυτή η τεράστια αύξηση στο τέλος του 2018 μπορεί να είναι κάποιος στατιστικό outlier. Αν δεν είναι προοιωνίζει δραματικές αλλαγές. Και βέβαια προκαλεί απορία κι ερωτηματικά η σύμπτωση με τις συζητήσεις με την Ελλάδα και το ΝΑΤΟ και τον προορισμό των εξαγωγών.

Σύγκριση με Ελλάδα

Ποιά είναι όμως η μεγάλη εικόνα; Πως συγκρίνεται το κρατίδιο με τη χώρα μας;

Από άποψη πληθυσμού είναι στο 1/5.  Από άποψη Εθνικού προϊόντος είναι στο 1/20.

(Με κόκκινο η ΠΓΔΜ, προφανώς)

Στα ποσοτικά θέματα δεν υπάρχει σύγκριση και δεν μπορουν να γεννάνε ανησυχίες.

Υπάρχουν όμως άλλοι τομείς στους οποίους η ΠΓΔΜ δείχνει καλύτερες τάσεις. Στα δημογραφικά, ας πούμε, όπου κι οι δύο χώρες εμφανίζουν υπογεννητικότητα αλλά η ΠΓΔΜ δείχνει αργή βελτίωση ενώ εμείς χειροτέρευση. Οι σχετικοί δείκτες γονιμότητας είναι στο παρακάτω διάγραμμα.  Υπενθυμίζεται ότι για να μένει μια χώρα σταθερή πληθυσμιακά (χωρίς επήρεια μετανάστευσης) ο δείκτης πρέπει να είναι 2,1.

Εκεί που είναι πολύ απογοητευτικά (για μας) τα πράγματα, είναι η σύγκριση στο επιχειρείν.

Με βάση την κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας η Ελλάδα είναι στη θέση 72 ενώ η ΠΓΔΜ περί την  θέση 10 για σειρά ετών, πράγμα που, βέβαια, διαφημίζει.

Με τα χαμηλά εργατικά της κι ένα φορολογικό συντελεστή στο 10%, και σχετικά καλά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό, δεν προκαλουν έκπληξη οι βιομηχανικές επιδόσεις της ΠΓΔΜ. Πράγμα που αντικατοπτρίζεται και στην πτώση της ανεργίας.

Η ανεργία παραμένει ακόμα σε πολύ ψηλά επίπεδα πράγμα που διασφαλίζει χαμηλά εργατικά για κάμποσα χρόνια ακόμα.

Προβλήματα

H ΠΓΔΜ δεν είναι μια εθνικά ομοιογενής χώρα. Το 25% του πληθυσμού της, περίπου μισό εκατομύριο, είναι Αλβανοί. Και κατοικούν στις περιοχές που συνορεύουν με την Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο. Σε περίπτωση που το Κοσσυφοπέδιο ενωθεί με την Αλβανία, κάτι που συζητιέται έντονα σε γεωπολιτικούς αναλυτές τελευταία, τότε θα τεθεί πρόβλημα για την τύχη κι αυτής της μειονότητας προκαλώντας κλυδωνισμούς στην ΠΓΔΜ με απρόβλεπτες διαστάσεις. Από την άλλη, αν Αλβανία και Κοσσυφοπέδιο ενταχθούν κι αυτά στο ΝΑΤΟ και λάβουν υπόσχεση και για ένταξη στην ΕΕ, όπως κι η ΠΓΔΜ, τότε τα πράγματα σταθεροποιούνται σχετικά.

Συμπέρασμα 

Ανεξάρτητα από την έκβαση της ψηφοφορίας για τη λύση του ονόματος από την ελληνική βουλή, η ΠΓΔΜ δεν φαίνεται ν’ αποτελεί κάποια υπολογίσιμη απειλή για την Ελλάδα, αλλά είναι παράγοντας αστάθειας λόγω του μειονοτικού της.

Οι πρόοδοι της οικονομίας της όμως, τα χαμηλά εργατικά, το γεγονός ότι το κοντινότερο λιμάνι στο κρατίδιο είναι η Θεσσαλονίκη κι η ήδη υπάρχουσα ελληνική επενδυτική δραστηριότητα, θέτουν κάποιο πλαίσιο για μια οικονομική συνεργασία που μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα επωφελής για την Ελλάδα, όχι τόσο με τη μορφή εξαγωγών, όσο με τη μορφή άμεσων επενδύσεων στο κρατίδιο.  Οι επενδύσεις αυτές θα το “δέσουν” περισσότερο στο ελληνικό άρμα, και θα προσφέρουν λύσεις για μείωση κόστους σε ελληνικές παραγωγικές μονάδες.

 

Γραμμή άμυνας 2

Στις αρχές του μήνα έγραψα αυτό το άρθρο σαν έκφραση του προβληματισμού μου για το τι μπορούμε να κάνουμε εν όψει μιας επερχόμενης αστάθειας κι ανακατατάξεων στην ευρύτερη περιοχή, κι ειδικά απέναντι σε μια μεγενθυνόμενη κι ασταθή Τουρκία.

Στις μέρες που μεσολάβησαν (μιλάμε για λιγότερο από μήνα) έλαβαν χώρα μερικές πολύ άσχημες επιβεβαιώσεις αυτών των φόβων.

Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την αποχώρηση τους από τη Συρία και το Αφγανιστάν.

Έτσι, η Ρωσία αποβαίνει νικήτρια στο στοίχημα της υποστήριξης του Άσαντ, κι αποκτά πάτημα και πάλι στη Μέση Ανατολή.

Κοντά, νικήτρια βγαίνει κι η Περσία, που τον στήριζε επίσης, κι η οποία βλέπει την ισχύ της στον ηγεμονικό ανταγωνισμό της με τη Σαουδική Αραβία ν’ αυξάνεται.

Και, τέλος, αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο, η Τουρκία βλέπει πράσινο φως να ξεκαθαρίσει τους Κούρδους αντάρτες και να κλείσει αυτό το μέτωπο.

Επιπλέον, το Αφγανιστάν που έχει γενναίο μερίδιο στις μεταναστευτικές ροές που ταλανίζουν εμάς και την υπόλοιπη Ευρώπη, με την αποχώρηση των αμερικάνων θα περάσει σχεδόν σίγουρα, στα χέρια των Ταλιμπάν, κι όσοι διαφωνούν, διαφώνησαν ή δεν τους συνέτρεξαν, θα κινδυνεύουν και γι αυτό θα πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς.

Παράλληλα, τις τελευταίες μέρες βλέπουμε μια κλιμάκωση πολέμου λόγων μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που συνοδεύεται από μια σειρά ενεργειών της Τουρκικής πλευράς με καθαρά προκλητικό χαρακτήρα (παραβιάσεις εναερίου χώρου κι έξοδος νέου σεισμογραφικού σκάφους για έρευνες στο υποθαλάσσιο υπέδαφος, Ελλάδας και Κύπρου).

Η προκλητικότητα αυτή δεν είναι τυχαία. Έχει σχέση με τον αγωγό EastMed που, αν υλοποιηθεί, θ’ αλλάξει το ενεργειακό ισοζύγιο της περιοχής, θα δυναμώσει στρατηγικά την Ελλάδα και την Κύπρο και θα τους δώσεις leverage απέναντι στην EE που θα είναι ο αποδέκτης του φυσικού αερίου.

Το κακό είναι ότι όλα αυτά προσλαμβάνονται από την ελληνική κοινή γνώμη με εντελώς λάθος τρόπους:

  • με άρνηση (είναι προπαγάνδα για να μας αποπροσανατολίσουν από τα καθημερινά μας προβλήματα).
  • με εθνικιστικές εξάρσεις (θα ισοπεδώσουμε νησιά)
  • με φόβο (πάρε την οικογένεια και φύγε)
  • με ηττοπάθεια (μ’ αυτούς που έχουμε στο κεφάλι μας, δεν γίνεται τίποτα)

Υπάρχουν προβλήματα μεγάλα, υπάρχουν προβλήματα δύσκολα κι υπάρχουν και προβλήματα άλυτα.

Τα προβλήματα μας είναι και μεγάλα και δύσκολα. Αλλά για ν’ αποφανθούμε ότι είναι άλυτα, πρέπει να επιχειρήσουμε πρώτα να τα λύσουμε.

Η Ορθοδοξία της Δύσης

Ο Σάμιουελ Χάντινγκτον, στο βιβλίο του, Clash of Civilisations έβλεπε την Ελλάδα και την Τουρκία σαν δύο “ανωμαλίες”, χώρες δηλαδή που ανήκουν στο δυτικό στρατόπεδο αλλά πολιτισμικά δεν ανήκουν στη Δύση. Προέβλεπε, δε,  ότι η μεν Ελλάδα θα ενσωματωθεί τελικά στο Ορθόδοξο στρατόπεδο υπό την Ρωσία, η δε Τουρκία στο Ισλαμικό.
Ως προς την Τουρκία, φαίνεται έπεσε μέσα αφού ο Ερντογάν την έχει ήδη σύρει προς τα κει. Βέβαια, το ισλαμικό μπλοκ δεν διαθέτει μια ηγετική χώρα, γι αυτό και διακατέχεται από μεγάλη αστάθεια (πάντα, κατά Χάντινγκτον) κι η μετακίνηση Ερντογάν δεν είναι για να γίνει δορυφόρος κάποιας ισλαμικής ηγέτιδας, αλλά για να εγείρει ακριβώς ηγετικές αξιώσεις.

Η Ελλάδα, παρά τις Σερβορωσόφιλες φυγόκεντρες τάσεις της εξακολουθεί να παραμένει στη Δύση.
Η σημερινή εξέλιξη με την Εκκλησία της Ουκρανίας δείχνει ότι η Ουκρανία θέλει να πάρει θέση στη Δύση, ανάλογη με της Ελλάδας. Κι αντίστοιχα η εκκλησία της να είναι το ίδιο αυτόνομη, υπό την αιγίδα της Κωνσταντινούπολης κι όχι του Ρώσου Πατριάρχη.
Μη ξεχνάμε ότι ανάλογη θέση έχουν η Ρουμανία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο και θέλει να πάρει κι η Σερβία.
Η Ελλάδα, και το Ελληνικό παράδειγμα, φαίνεται να διαψεύδουν τον Χάντιγκτον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ξένη προς τη Δύση, όσο κι αν, λόγω Ρωσίας, πολλοί δυτικοί διανοούμενοι έχουν κατά καιρούς διακηρύξει το αντίθετο.

Στην περίπτωση του Χριστιανισμού, φαίνεται όμως πως  τα πολιτιστικά σχίσματα δεν είναι τόσο ισχυρά.

Η Ρωσία αποτελεί, αναμφίβολα, “στρατόπεδο” από μόνης της,  αλλά δεν είναι τόσο λόγω πολιτισμικότητας, όσο μεγέθους και θέσης. Κατά μία έννοια, κι η Ρωσία ανήκει στη Δύση.

Μετά τη μετακίνηση της Ουκρανίας προς τη Δύση, στο Ρωσικό Ορθόδοξο στρατόπεδο μένουν μόνο η Μολδαβία κι η Λευκορωσία.

Αυτό το “σχίσμα” των ορθόδοξων είναι απότοκο και της Ιστορίας αλλά και της γεωπολιτικής στρατηγικής των ΗΠΑ που έχουν επιδιώξει να απομακρύνει όλους τους ορθόδοξους από την επιρροή της Ρωσίας.

Αυτό από άποψη σταθερότητας της περιοχής δεν είναι καλό. Η Ρωσία πάντα ένοιωθε μια “νευρικότητα” για τα δυτικά της σύνορα και γι αυτό είχε επιδιώξει να δημιουργήσει μια buffer zone (σαν Σύμφωνο Βαρσοβίας παλαιότερα, και τώρα με την ενίσχυση και υπόθαλψη αντιδυτικών πολιτικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή).

Ποιά θα είναι η επόμενη κίνησή της; Και πόσο θα είναι διατεθειμένες οι “παλαβές” ΗΠΑ του Τραμπ ή των διαδόχων του, να στηρίξουν το δυτικο-ορθόδοξο λόμπυ;

 

Γραμμή άμυνας

rawpixel

Πριν λίγες μέρες, κατά προτροπή ένος διαδικτυακού φίλου, παρακολούθησα στο youtube μια ομιλία του Peter Zeihan που μου έδωσε το έναυσμα για μια σειρά σκέψεων κι ανησυχιών.

Στην ομιλία ο Zeihan, με αρκετά εξυπνακίστικο τρόπο, παρουσιάζει μια σειρά από επιχειρήματα που κατατείνουν στο ότι οι ΗΠΑ σαν υπερδύναμη είναι μόνη κι ασυναγώνιστη, κι αυτό για λόγους άσχετους με την τρέχουσα πολιτική ηγεσία ή τις αμέσως παλαιότερες.

Δεν θα μπω στη ανάλυση της ορθότητας αυτής της θέσης. Θέλω μόνο να μείνω σ’ ένα σημείο. Αυτό της ενεργειακής αυτάρκειας. Μιλώντας για ενεργειακά θέματα ο Zeihan αναφέρεται κυρίως στις παραδοσιακές μορφές ενέργειας και δη στο πετρέλαιο, αν και δεν παραλείπει να εκθέσει την πρόβλεψη ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ακολουθούν ανάλογη πορεία.

Ποιό είναι αυτό το σημείο; Το γεγονός ότι νέες μέθοδοι εντοπισμού κι εξόρυξης ενεργειακών αποθεμάτων έχουν καταστήσει τ’ αποθέματα πετρελαίου που βρίσκονται σε σχιστολιθικά πετρώματα (shale), όχι μόνο εκμεταλλεύσιμα αλλά περίπου ίσου κόστους με αυτά της Αραβίας που είναι από τα πιο φτηνά. Και το μέγεθος αυτών των αποθεμάτων αρκεί για να κάνει τις ΗΠΑ ενεργειακά αυτόνομες, με μηδενικές εισαγωγές.

Τι σημαίνει αυτό γεωπολιτικά; Ότι για πρώτη φορά στην Ιστορία τους οι ΗΠΑ δεν θα έχουν ανάγκη τη Μέση Ανατολή. Κι αυτό από μόνο του είναι τεράστιο θέμα. Αρκεί να θυμηθούμε τους δύο πρόσφατους πολέμους του Κόλπου που αναστάτωσαν την υφήλιο και έμπλεξαν και τη χώρα μας σ’ ένα κυκεώνα περιπλοκών χωρίς ορατό, ακόμα, τέλος.

Τι σημαίνει όμως αυτή η αλλαγή; Θ’ αλλάξει προς το καλύτερο η κατάσταση στη Μέση Ανατολή;  Μάλλον όχι. Κι αυτό γιατί η επιστασία που ασκούν οι ΗΠΑ, με ότι αντρρηση μπορεί να έχει κανείς γι αυτήν (κι εν προκειμένω έχω πάμπολλες), έχει κι ένα σταθεροποιητικό ή κατασταλτικό, καλύτερα, χαρακτήρα  που εμποδίζει τις πολλές και φυγόκεντρες τάσεις των χωρών της περιοχής να εκδηλωθούν στο όλο εύρος τους.

Η τελευταίες κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ προοιωνίζουν ανάλογες στάσεις παντού:  αποστασιοποίηση από το ΝΑΤΟ, την Νότια Κορέα και την Ιαπωνία κ.α.

Ας μην αναλωθούμε όμως στην δυνατότητα ή την πιθανότητα μιας τέτοιας κίνησης. Ας την δεχτούμε σαν υπόθεση εργασίας κι ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι αυτό μπορεί να σημάνει για τη θέση της Ελλάδας στην περιοχή της και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει.

Με την Ευρωπαϊκή Ένωση να σπαράσεται από διασπαστικές τάσεις (βλέπε Μεγ. Βρετανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Πολωνία) και τις ΗΠΑ να επιδεικνύουν κλιμακούμενη αδιαφορία γι αυτό που παλιά αποκαλείτο Διεθνής Τάξη, η Ελλάδα μένει σε μια περιφέρεια με μια Τουρκία που μεγενθύνεται πληθυσμιακά και τελεί κάτω από αυταρχική διακυβέρνηση, και μια σειρά μικρών αδύναμων μεν, αλλά δυνητικά εχθρικών χωρών στο βορρά της (εχθρότητα που η ίδια φροντίζει συνεχώς να υποδαυλίζει με άστοχες πολιτικές και κινήσεις), με μια Ρωσία που θέλει πρόσβαση στη Μεσόγειο κι εργάζεται εντατικά κι υποσκαπτικά στην περιοχή για να πετύχει αυτό το στόχο, με την ελληνική οικονομία καταβαραθρωμένη κι απόλυτα εξαρτημένη από τον τουρισμό, με τον πληθυσμό ολοένα μειούμενο λόγω μια πρωτοφανούς υπογεννητικότητας και με το πιο ακμαίο κομμάτι των νέων της φευγάτο, μάλλον για πάντα.

Τι πρέπει να γίνει; Τι μπορεί να γίνει σε μια τέτοια συνθήκη;

Αυτό το ερώτημα με βασανίζει τις τελευταίες μέρες και, βέβαια, δεν έχω πρόχειρη απάντηση. Μόνο μερικές σκέψεις ως προς τους άξονες που θα μπορούσε να κινηθεί μια πιθανή απάντηση.

Πρώτη (σκέψη) απ’ όλες:  η ανάγκη της διευρεύνησης απάντησης μέσα από μια σκοπιά που δεν θα χρωματίζεται ιδεολογικά, όσο αυτό είναι δυνατό, για να μπορεί να χωρά τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Γιατί σε μια εθνική στρατηγική (γι αυτό μιλάμε) δεν χωράνε μικροκομματικά παιχνίδια κι υποθαλπόμενες έριδες.

Ακριβώς επειδή θέλουμε κάτι που να ενώνει στο μέγιστο δυνατό βαθμό, κάτι πραγματικά πατριωτικό (κι όχι εθνικιστικό), η δεύτερη σκέψη μου είναι για μια έδραση στον πραγματισμό κι όχι σε θεωρητικές αναλύσεις. Τι σημαίνει αυτό; Κάτι ανάλογο της περίφημης τοποθέτησης του Ντεγκ Σιάο Πίνγκ: “Άσπρη γάτα; Μαύρη γάτα; Αρκεί να πιάνει ποντίκια!“.

Πως σκιαγραφείς όμως μια τέτοια στρατηγική γραμμή; Από που ξεκινάς;

Δεύτερη υπόθεση εργασίας: από το τέλος. Από το απευκταίο σημείο. Από κει που θέλεις με κάθε τρόπο να μη φτάσεις:  τον πόλεμο και την καταστροφή.

Πως;

Θέτοντας το απλό ερώτημα: πως μπορεί να επιβιώσει η χώρα σε μια μακροχρόνια σύρραξη μ΄ένα μεγαλύτερο εχθρό;

Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μπορεί να καθορίσει τις γραμμές άμυνας, τα πράγματα τα οποία πρέπει να διαθέτουμε τη μοιραία στιγμή για να τα βγάλουμε πέρα και που θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά για να μην έρθει ποτέ μια τέτοια στιγμή.

Ποιά είναι αυτά; Θα παραθέσω μερικές σκέψεις αλλά εδώ θα χρειαστώ τη βοήθεια του κοινού. Είπε κάποιος “αν θες να γνωρίσεις κάτι καλά πρέπει ή να κάνεις έρευνα γι αυτό, ή να το διδάξεις ή να γράψεις βιβλίο”.  Ή να επικαλεστείς τη σοφία του πλήθους, προσθέτω εγώ.

Ποιά είναι αυτή η σοφία του πλήθους; Είναι η συνιστώσα των μικρών γνώσεων που διεθέτουν τα άτομα και που, όταν αρθροίζεται, εξουδετερώνει τις άσχετες παραμέτρους και διαφωτίζει την ουσία ενός θέματος.

Οι σκέψεις μου λοιπόν, που τις θέτω στην κρίση κι αρωγή του αναγνώστη για τον παραπάνω λόγο, είναι οι εξής:

Για να επιβιώσουμε την κρίσιμη στιγμή χρειάζεται να έχουμε λύσει με ικανοποιητικό τρόπο τα παρακάτω προβλήματα και να έχουμε καλύψει τις παρακάτω ανάγκες:

  1. Επάρκεια των αναγκαίων προς το ζην (τρόφιμα, βασικά είδη, φάρμακα) σε βάθος χρόνου.
  2. Αδιατάρακτη πρόσβαση σε πηγές ενέργειας.
  3. Επάρκεια ανθρώπινου δυναμικού, τόσο ποσοτική όσο και ποιοτική.
  4. Συσσωρευμένο πλούτο σε ρευστό ή που μπορεί να ρευστοποιηθεί εύκολα (όχι μνημεία, γη κι ακίνητα) στη διεθνή αγορά, για την απόκτηση των αναγκαίων που τυχόν θα λείψουν.
  5. Επαρκή τεχνολογική βάση για την παραγωγή μέσων άμυνας.
  6. Άυλους πόρους, όπως γνώση, τεχνογνωσία, οργανωτικές δομές αλλά και ηθικό και φρόνημα.
  7. Και, τέλος, συμμάχους, κάτι που θα γίνει όλο και πιο δύσκολο καθώς οι περισσότερες χώρες είναι σε μια πορεία αναδίπλωσης κι εσωστρέφειας.

Η παραπάνω λίστα στην παρούσα κατάσταση φαίνεται σα γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Αλλά αν συμφωνήσουμε, έστω πολύ θεωρητικά, ότι είναι περίπου σωστή και πλήρης, τότε έχουμε κάτι για να στοχεύσουμε. Μπορούμε να συζητάμε (και να διαφωνούμε δημιουργικά) για επι μέρους μεθόδους και πολιτικές που θα κατατείνουν σ’ αυτό το στόχο και θα δώσουν συνοχή και συνέχεια στις εθνικές αλλά και κομματικές επιδιώξεις.

Η διερεύνηση των παραπάνω επτά σημείων με σκοπό να μεταφραστούν σε απτούς στόχους, είναι για μένα ένα ζητούμενο. Σκοπεύω να του αφιερώσω χρόνο μου, χρόνο που μου λείπει, όχι για κάποια προσωπική φιλοδοξία αλλά γιατί έχω πλέον ένα παιδί και θέλω να μπορώ να ελπίζω ότι αυτό το παιδί έχει μέλλον σ’ αυτό τον τόπο.

 

Εκλογές Σεπτεμβρίου 2015: 2η βδομάδα δημοσκοπήσεων

Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που να βγαίνει από τη σύγκριση των δημοσκοπήσεων της πρώτης βδομάδας του Σεπτεμβρίου προς την τελευταία του Αυγούστου είναι το κλείσιμο της ψαλίδας ΣΥΡΙΖΑ ΝΔ με πτώση του πρώτου κι άνοδο της δεύτερης.

Η άνοδος αυτή θα πρέπει ν’ αποδοθεί σε κίνηση ταχτικής των ψηφοφόρων του Ποταμιού οι οποίοι εμφανίζονται να μειώνονται. Ο λόγος είναι προφανής: το κυνήγι των 50 εδρών του εκλογικού μπόνους.

Μια άλλη παρατήρηση είναι η σχετική μείωση της ΛΑΕ κι η άνοδος του ΠΑΣΟΚ που θα μπορούσε ν΄ αποδοθεί στην απόφαση του ΚΙΔΗΣΟ να μην κατέβει στις εκλογές

Γενικά, όλες οι δημοσκοπήσεις κινούνται στα ίδια νούμερα με μικρές αποκλίσεις, μ’ εξαίρεση της Bridging Europe η οποία, όπως και την προηγούμενη βδομάδα, δείχνει μια μεγάλη διαφορά ΣΥΡΙΖΑ ΝΔ, υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αυτή η δημοσκόπηση που φέρνει τη διαφορά των δύο πρώτων σε μια μονάδα. Χωρίς αυτήν θα είχαμε σχεδόν ίσα ποσοστά (απόκλιση δεύτερου δεκαδικού).

Η εκτίμηση για το εκλογικό αποτέλεσμα της 1ης εβδομάδας του Σεπτεμβρίου σχηματίστηκε σαν μέσος όρος των παρακάτω δημοσκοπήσεων:

  1. Pulse/Action24
  2. Alco/Newsit
  3. GPO/Mega
  4. Μετρον/Παραπολιτικά
  5. ΠαΜακ/Σκάι
  6. MRB/Star
  7. Bridging Europe
  8. To the point/Μακεδονία
  9. Καπα Research/Βήμα
  10. Pulse/pontiki

Η αναποφάσιστοι κατανέμονται αναλογικά πράγμα που δεν είναι σωστό αλλά δεν διαθέτω και κάποιο καλύτερο μοντέλο για πρόβλεψη. Αν πρόκειται να υπάρξει μια έκπληξη, απ’ αυτούς θα προέλθει βέβαια.

Screenshot 2015-09-07 22.25.07

 

 

Εκλογές Σεπτεμβρίου 2015: μια πρώτη εκτίμηση

Όχι, δεν αποφάσισα να γίνω εκλογολόγος. Αλλά από τη μια η παταγώδης αποτυχία της πρόβλεψης του αποτελέσματος του πρόσφατου δημοψηφίσματος κι από την άλλη η ενασχόληση μου με τη στατιστική το χειμώνα που μας πέρασε, κι  ένα βιβλίο που διάβαζα αυτές τις μέρες (το  The Signal and the Noise του Nate Silver) με παρακίνησαν να ρίξω μια πιο προσεκτική ματιά απ’ ότι συνήθως στις εκλογικές προβλέψεις.

Πήρα, λοιπόν, ότι δημοσκόπηση κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα, μετέτρεψα σε εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος την πρόθεση ψήφου (όπου αυτό δεν δημοσιευόταν)  κι έβγαλα των μέσο όρο των εκτιμήσεων.

Οι δημοσκοπήσεις ήταν οι ακόλουθες:

  1. Παν.Μακεδονίας/ΣΚΑΪ
  2. MRB/Αγορά
  3. Μetron/Real News
  4. Prorata/ΕφΣυν
  5. Bridging Europe/Αυγή
  6. MARC/Alpha
  7. Bild
  8. Βήμα/KapaResearch
  9. Alco/ΠΘ

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπετε στο παρακάτω γράφημα.

Screenshot 2015-08-31 22.04.05

Σκοπεύω να κάνω το ίδιο και τις άλλες δύο εβδομάδες και να συγκρίνω στο τέλος με το πραγματικό αποτέλεσμα. Ελπίζω  να μπορέσω να βγάλω κάποια συμπεράσματα ως προς το γιατί αποτυγχάνουν ή επιτυγχάνουν οι εκτιμήσεις.

Πάντως η εικόνα ως τώρα δείχνει ότι πάμε για κυβέρνηση συνεργασίας.

Μεταξύ ποιών είναι το θέμα. Κι ίσως το στοίχημα.

Ο πόλεμος για το πετρέλαιο στο εργαστήριο

DSC04619.JPG

Με τα πρόσφατα γεγονότα της Συρίας έχουν αναζωπυρωθεί οι αναλύσεις για το θέμα του ελέγχου των πετρελαιοφόρων περιοχών της Μέσης Ανατολής. Είναι δύσκολο έως αδύνατον, ελλείψει ακριβούς πληροφόρησης, να πει κανείς τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα, αλλά ας αρκεστούμε σε μια απλή παραδοχή: ναι μπορεί να αιμοτοκυλιστούν λαοί για το πετρέλαιο. Το ερώτημα είναι πως αυτό μπορεί ν’ αποφευχθεί.

Η παραδοσιακή απάντηση περιστρέφεται γύρω από πολιτικούς συσχετισμούς, ισορροπίες δυνάμεων, ειρηνιστικά κινήματα κτλ.

Φοβάμαι πως η εμπειρία έχει δείξει ότι αφενός η όποια τέτοια απάντηση είναι αναποτελεσματική, αφετέρου δεν είναι τελεσίδικη.

Όσοι είναι πραγματικά ειρηνόφιλοι και θέλουν να δουν το θέμα αυτό να λήγει άπαξ δια παντός, φαντάζομαι επιθυμούν τη μέρα που τα αποθέματα αυτά θα τελειώσουν και δεν θα υφίσταται λόγος πολέμων. Αλλά αυτό αργεί. Εκτός…

Εκτός αν επισπευτεί. Πως; Όχι βέβαια καταναλώνοντας γρηγορώτερα τα υπάρχοντα απόθέματα αλλά κάνοντας την ανάγκη της χρήσης πετρελαίου obsolete.

Στην παραγωγή ενέργειας και στην κίνηση, όπου διατίθεται η μερίδα του λέοντος του πετρελαίου, έχουμε διαφορετικούς βαθμούς προόδου:

  • Στην παραγωγή ενέργειας με ηλιακά, φωτοβολταϊκά, αιολικά, υδροηλεκτρικά, γεωθερμία κι ενέργεια από τα κύματα έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Το ζητούμενο είναι η μείωση του κόστους παραγωγής και η επίλυση του προβλήματος αποθήκευσης της ενέργειας. Υπάρχει μια πρόβλεψη που λέει ότι μέχρι το 2030 είναι δυνατόν όλη η παραγωγή ενέργειας να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.  Ανεξαρτήτως αν η χρονολογία είναι σωστή, το γεγονός ότι σήμερα περίπου το 17% της παγκόσμιας ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές λέει ότι ο τρόπος υπάρχει κι ότι ο δρόμος είναι ΚΑΙ θέμα πολιτικής βούλησης και γι αυτό
  • Στην κίνηση (αεροπλάνα, καράβια, αυτοκίνητα) τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα.
    • Μόνο για  καράβια/υποβρύχια μεγάλου μεγέθους έχει δοκιμαστεί για πολεμικούς σκοπούς η κίνηση με ατομική ενέργεια. Κι αυτή βέβαια σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καθαρή, ούτε είναι βέβαιο αν το παγκόσμια κοιτάσματα ουρανίου θ’ αρκούσαν για μια μαζική μεταστροφή σε πυρηνοκίνητα πλοία. Μια λύση που εξετάζεται είναι η επιστροφή στα πανιά, με πολύ πιο σύγχρονα συστήματα ιστιοφορίας αλλά κι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε υβριδικές υλοποιήσεις ή σε καθαρά ερευνητικές προτάσεις. Απ’ αυτές ενδιαφέρον έχει η πρόταση της Eco Marine  με χρήση άκαμπτως ιστίων που χρησιμεύουν ταυτόχρονα σαν ηλιακές κυψέλες.
    • Στην αυτοκίνηση έχουν γίνει κάποια ελπιδοφόρα βήματα (με αυτό που έχει πάρει τη μεγαλύτερη δημοσιότητα να είναι η Tesla Motors του Elon Musk) αλλά, δεδομένης και της αποτυχίας του Better Place, είμαστε ακόμη πολύ μακρυά από το να πούμε ότι υπάρχει μια λύση που μπορεί να οδηγήσει με μαζική υποκατάσταση της πετρελαιο/βενζινοκίνησης.
    • Για δε τα αεροπλάνα, μόνο πολύ πειραματικές προτάσεις έχουν εμφανιστεί προς το παρόν.

Το πρόβλημα λοιπόν στην κατάργηση του πετρελαίου δεν είναι η παραγωγή ενέργειας αλλά η κίνηση. Κι αν έχει ένα στόχο το παραπάνω κείμενο, δεν είναι άλλος από το να  πει σ’ αυτούς που μπορούν και που εργάζονται σε σχετικά πεδία, ότι η επιστημονική έρευνα για μια ανανεώσιμη πηγή κινητήριας ενέργειας είναι συγχρόνως και η λύση ενός τεράστιου πολιτικού κι ανθρωπιστικού προβλήματος. Κι οι εταιρείες που μπορούν ν’ αναδυθούν από μια τέτοια προσπάθεια θα αξίζουν πραγματικά το χαρακτηρισμό “world changer”.