Category Archives: Οικονομία

Η απειλή της τεχνολογίας

Στο προηγούμενο άρθρο (για την πολιτική του μέλλοντος) ξεκίνησα την ανάπτυξη του σκεπτικού μου για την απειλή της εργασίας από την τεχνολογία, και γενικότερα για την κοινωνία όπως την ξέρουμε.

Συνοπτικά, και πολύ απλουστευτικά, τα πράγματα έχουν ως εξής:

Τα τελευταία πέντε χρόνια, μια νέα προσέγγιση στο θέμα της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) που ακούει στο όνομα Deep Learning,  έλυσε με μεγάλη επιτυχία προβλήματα προσομοίωσης της ανθρώπινης ευφυϊας σε συγκεκριμένους τομείς. Η επιτυχία αυτή επέτρεψε την εμφάνιση μεταξύ άλλων, των αυτοοδηγούμενων αυτοκινήτων, της αναγνώρισης εικόνων με ακρίβεια μεγαλύτερη από τον άνθρωπο, της μετάφρασης μεταξύ γλωσσών κ.α.

Σημειωτέον, ότι σε αντίθεση με παλαιότερες τεχνολογίες όπου ο άνθρωπος “δίδασκε” ένα σύστημα ΤΝ (supervised learning) τα νέα συστήματα λειτουργούν χωρίς καμιά προηγούμενη διδαχή. Μαθαίνουν μόνα τους (unsupervised learning).

Η επιτυχία είναι τόσο μεγάλη που η βιομηχανία πληροφορικής έχει στραφεί μαζικά στην υιοθέτηση τέτοιων τεχνολογιών με σκοπό την επίλυση όλο και δυσκολότερων προβλημάτων.

Ο συνδιασμός της ΤΝ με τη ρομποτική επιτρέπει πλέον την εκτέλεση σύνθετων εργασιών από μεριάς ρομπότ, χωρίς προηγούμενη εκμάθηση, πράγμα που του επιτρέπει να πλησιάζει και ξεπερνά την ανθρώπινη ικανότητα σε εργασίες υψηλής εξειδίκευσης.

Αυτό που δεν έχει λυθεί ακόμα, αλλά που οι ειδικοί αντιμετωπίζουν πλέον με μεγαλύτερη αισιοδοξία, είναι η δημιουργία γενικής ΤΝ (General AI) κάτι που θα αντιστοιχεί στη δημιουργία ενός τεχνητού έλλογου όντος.

Πολύ εύλογα, κάποοι θεωρούν ότι  ότι αν δεν τεθεί έλεγχος στην ανάπτυξη της ΤΝ, κάποια στιγμή θα δημιουργήσουμε μια ευφυϊα υπέρτερη από τη δική μας, με άγνωστα για την διαβίωση, ή κι επιβίωση μας, αποτελέσματα.

Προς το παρόν, οι τεχνολογικές εξελίξεις απειλούν άμεσα την ανθρώπινη εργασία καθώς τεχνητές ευφυϊες ή ρομπότ μπορούν να αντικαταστήσουν ανθρώπους σε δουλειές γραφείου ή εργοαστασίου. Η άποψη αυτή δεν είναι υποκειμενική. Συζητιέται ευρύτατα τον τελευταίο καιρό [πχ από PWC και WEF ] κι οι περισσότερες προβλέψεις είναι δυσοίωνες.

Αυτό που δεν συζητιέται ιδιαίτερα είναι το τι μπορεί να γίνει. Οι όποιες συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την πρόταση για ένα βασικό εισόδημα για όλους ανεξαρτήτως απασχόλησης και μια πρόταση για την φορολόγηση της εργασίας των ρομπότ.

Για να εξετάσουμε όμως πιθανές στρατηγικές πρέπει να κάνουμε ένα νοητικό πείραμα: να τραβήξουμε στα άκρα τις προοπτικές της αυτοματοποίησης και να δούμε σε ποιά δυνατά ενδεχόμενα μπορούν να οδηγήσουν. Η γνώση αυτή κάνει πιο ξεκάθαρες τις επιπτώσεις των επιλογών του σήμερα.

Επειδή μιλάμε για την ανθρώπινη εργασία, ας θυμηθούμε ότι αποτελεί έναν από τους συντελεστές της παραγωγής. Οι άλλοι είναι: γη, κεφάλαιο και, κατά μερικούς οικονομολόγους, η επιχειρηματικότητα με την έννοια της διαδικασίας της οργάνωσης των προηγούμενων τριών συντελεστών της παραγωγής.

Η ΤΝ  και τα Ρομπότ εμπίπτουν στον συντελεστή παραγωγής “κεφάλαιο”. 

Στο βαθμό που ΤΝ και ρομπότ μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως την ανθρώπινη εργασία, τα ενδεχόμενα που διαμορφώνονται για ένα μεσομακροπρόθεσμο μέλλον είναι:

    1. Τα μέσα παραγωγής να περάσουν σε κάποιας μορφής κοινοκτημοσύνη. Έτσι οι καρποί τους θα μπορούν να μοιράζονται κατά αναλογία σ’ όλα τα μέλη της κοινωνίας. Η αλλαγή της ιδιοκτησίας βέβαια δεν μπορεί να είναι αναίμακτη διαδικασία, οπότε μια τέτοια εξέλιξη θα συναντήσει μεγάλη αντίσταση από τους κατόχους του κεφαλαίου σήμερα και δεν μπορεί να προκύψει ειρηνικά. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή, ουτοπία, γιατί μοιάζει με τους σοσιαλιστικούς παράδεισους.
    2. Τα μέσα παραγωγής να μείνουν σε λίγους αλλά να γίνει μιας μεγάλης κλίμακας αναδιανομή στους καρπούς τους έτσι ώστε όλα τα μέλη της κοινωνίας να ζουν πάνω από το όριο φτώχειας ή εν πάσει περιπτώσει σε κάποιο υποφερτό επίπεδο. Αν κρίνουμε από την μέχρι σήμερα συζήτηση για το θέμα, αυτή είναι μάλλον η λύση προς την οποία τείνουν οι δυτικές κοινωνίες. Γι αυτό κι η συζήτηση για το βασικό εισόδημα έχει ξεκινήσει από τις πιο αναπάντεχες μεριές: την Silicon Valley και νυν δισεκατομυριούχους. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή, αισιόδοξα πραγματιστική, γιατί φαίνεται να υποστηρίζεται από τα νυν δεδομένα και την εξέλιξη του κοινωνικού κράτους στις δυτικές κοινωνίες.
    3. Τα μέσα παραγωγής να μείνουν σε λίγους χωρίς ιδιαίτερη αναδιανομή, πράγμα που θα οδηγήσει τις μάζες στην εξαθλίωση. Μια τέτοια εξέλιξη, παρότι δυσάρεστη κι απαισιόδοξη, δεν είναι αδύνατη, δεδομένης της ανθρώπινης ιστορίας και δεδομένου ότι για λιγότερο δημοκρατικά καθεστώτα αποτελεί μια φυσιολογική εξέλιξη . Στην πραγματικότητα, θα μεταβάλει τον κόσμο στο ανάλογο της σημερινής Αφρικής, με τη χαμηλή ανάπτυξη, μεγάλη ανισότητα, και χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή απαισιόδοξα πραγματιστική.  Είναι δε πραγματιστική γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν μπορεί να μεταβάλει μόνο την παραγωγική διαδικασία αλλά και τα μέσα καταστολής, το στρατό, την αστυνομία, την εφαρμογή του όποιου νόμου κτλ.
    4. Η τεχνολογική πρόοδος να οδηγήσει σε “αναβάθμιση” αυτού που ορίζουμε σήμερα σαν άνθρωπο, είτε με καθαρά βιολογικά μέσα, είτε με μια ένωση βιολογικού με ηλεκτρονικό (transhumanism, posthumanism). Σ΄αυτή την περίπτωση η (μετά-)ανθρώπινη εργασία σαν παραγωγικός πόρος, μπορεί να διατηρηθεί σε κάποιο βαθμό. Το πόσο θα καθορίσει αν θα αναπαράξουμε τη σημερινή κατάσταση σε ένα υψηλώτερο επίπεδο, ή θα έχουμε ένα μείγμα της αισιόδοξα πραγματιστικής εκδοχής με το σήμερα. Ας ονομάσουμε αυτό το ενδεχόμενο αισιόδοξη μετα-ανθώπινη εκδοχή.
    5. Τέλος, υπάρχει κι η εκδοχή του υπερκερασμού του ανθρώπου από την ΤΝ με ότι κινδύνους μπορεί να συνεπάγεται κάτι τέτοιο για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή δυστοπία.

Σε επίπεδο εθνών/κρατών, τα πράγματα είναι ακόμη πιο μπερδεμένα λόγω των διαφορετικών βαθμών κι επιπέδων ανάπτυξης, τόσο οικονομικής όσο και τεχνολογικής. Κράτη που υπολείπονται, κινδυνεύουν καταρχήν στο επίπεδο του προϊοντικού ανταγωνισμού αλλά και σε φυσικό επίπεδο, από μια στρατιωτική απειλή. Αρκεί να φανταστούμε ένα στρατό από μηχανές. Το πολιτικό κόστος του πολέμου στην χώρα που τον διαθέτει, πέφτει κατακόρυφα, κι άρα ο πειρασμός για να αναπτυχθεί και να χρησιμοποιηθεί ένας τέτοιος στρατός, ανεβαίνει αντιστρόφως ανάλογα.

Μια νέα πολιτική, συνεπώς, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τρεις παράγοντες:

  1. Το επίπεδο της χώρας στην οποία αναφέρεται.
  2. Το επίπεδο των σχέσεων με τις παρόμοιες χώρες τόσο από άποψη ανταγωνισμού όσο κι από άποψη συνασπισμού.
  3. Την αξιακή επιλογή για τα παραπάνω ενδεχόμενα, ιεραρχώντας τα εί δυνατόν κατά βαθμό προτίμησης.

Μια παρένθεση εδώ για να προλάβουμε μια προφανή αντίρρηση: “αφού η τεχνολογία εμφανίζεται τόσο απειλητική σ’ αυτούς τους τομείς, γιατί δεν την απαγορεύουμε;” Κι εδώ ακριβώς φτάνουμε σ’ αυτό που ανέφερα στο προηγούμενο άρθρο:

Στην αντιπαράθεση, παίρνω σαφώς θέση υπέρ της παγκοσμιοποίησης, για ένα και μόνο λόγο: τα προβλήματα που επικαλέστηκα στο σημείο 1 αλλά δεν έχω αναπτύξει ικανοποιητικά ακόμα, μπορούν να λυθούν μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πως μπορεί να επιβληθεί απαγόρευση αυτών των τεχνολογιών ελλείψη μιας υπερεθνικής οντότητας που θα αστυνομεύει μια τέτοια εφαρμογή; Δεδομένου του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που μπορούν να προσδώσουν, αν μια χώρα σπεύσει σε μονομερή απαγόρευση, τότε κινδυνεύει να πέσει θύμα μιας άλλης με λιγότερο ευαίσθητη συνείδηση.

Αν η απαγόρευση είναι η λύση, τότε με την παρούσα δομή του κόσμου είναι απλά αδύνατη. Στους παραπάνω τρεις παράγοντες πολιτικής, συνεπώς, πρέπει να προστεθεί κι ένας τέταρτος: Η θέση σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση. 

Αναζητώντας την πολιτική του μέλλοντος

Από μια συζήτηση στο facebook με τον Σπύρο Δοξιάδη, πήρα αφορμή κι ενέργεια να γράψω μερικές σκέψεις για το ποιά μπορεί ή πρέπει να είναι η Πολιτική του μέλλοντος, τόσο σε παγκόσμια κλίμακα όσο και στα στενά εθνικά μας πλαίσια.

Προφανώς το θέμα είναι δυσανάλογα μεγάλο για τις δυνάμεις μου κι ούτε ισχυρίζομαι ότι το κατέχω, ούτε ότι νοιώθω βεβαιότητα για τις όποιες απαντήσεις θα επιχειρήσω να δώσω.

Περισσότερο θα πρέπει να ειδωθεί σαν μια αφορμή για διάλογο που στην καλύτερη περίπτωση θα αποκαλύψει και θα διαμορφώσει νέες χρήσιμες ιδέες, και στη χειρότερη θα διορθώσει και θα ξεκαθαρίσει τη σκέψη του γράφοντος.

Χωρίς άλλες περιστροφές λοιπόν  θέτω τα προς εξέταση ζητήματα τα οποία θα τα διατυπώσω με μορφή κάπως αξιωματική, αν και στην εκδίπλωση τους, σε μετέπειτα άρθρα,  θα επιχειρήσω να τα δικαιολογήσω σε κάποιο βαθμό.

  1. Η φάση της ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας που διανύουμε, η διαμόρφωση της παραγωγικής διαδικασίας κάτω από την επιρροή τους και  οι συνθήκες που έχουν ήδη επιβάλει αλλά, κυρίως, που θα επιφέρουν αύριο, θέτουν υπαρξιακούς κινδύνους για την ανθρώπινη κοινωνία και ζωή όπως την ξέρουμε. Ενδεικτικά αναφέρω τον κίνδυνο της υποκατάστασης της ανθώπινης εργασίας από την εργασία μηχανών, είτε σε white collar jobs (υποκατάσταση από Τεχνητή Νοημοσύνη), είτε σε blue collar jobs (υποκατάσταση από ρομπότ). Οι επιπτώσεις αυτής της τεχνολογικής αλλαγής θα είναι πολλαπλάσιες αυτού που παρατηρούμε σήμερα και που έχει ήδη συνεγείρει αντιδρούσες δυνάμεις: την μετατόπιση δηλαδή της παραγωγής προς την Άπω Ανατολή, την σμίκρυνση της μεσαίας τάξης, την διασύνδεση των χρηματοοικονομικών συστημάτων με ότι κινδύνουν ελλοχεύουν σ’ αυτό και την μετακίνηση πληθυσμών λόγω πολέμων ή ανέχειας, από τις φτωχότερες  προς τις πλούσιες χώρες.
  2. Δεν έχουν αναφανεί ακόμα οι δυνάμεις που θα προτείνουν ικανοποιητικές απαντήσεις γι τις νέες συνθήκες.
  3. Αντίθετα, με τη μορφή του λαϊκισμού, που φαίνεται να φουσκώνει σαν κύμα και διαπερνά οριζόντια όλο το πολιτικό φάσμα, κυρίως στις δυτικές χώρες, επιχειρείται μια αναδίπλωση και μια στροφή προς το παρελθόν, σε σχήματα που υπόσχονται μια απάντηση στα τρέχοντα προβλήματα, αλλά που αδυνατούν όμως να συλλάβουν τα επερχόμενα στο μέγεθος και σ’ όλη τους την κρισιμότητα. Η αναδίπλωση αυτή οδηγεί στην νέα πολιτική αντίθεση μεταξύ του εθνικισμού και της παγκοσμιοποίησης. Η λογική του λαϊκισμού είναι απλή: είναι οι παγκόσμιες διασυνδέσεις που μας έφεραν στην παρούσα κατάσταση, άρα, αν τις περιορίσουμε ή τις κόψουμε και τελείως, θα γυρίσουμε στην καλή εποχή που όλα δούλευαν ρολόι. Αυτά, επαναλαμβάνω, για τη Δύση. Γιατί για άλλες χώρες η παγκοσμιοποίηση έχει σημάνει αύξηση του πλούτου τους, του βιοτικού τους επιπέδου και του γεωπολιτικού εκτοπίσματος (βλέπε Κίνα).
  4. Η αναδίπλωση αυτή είναι κυρίως ενστικτώδης, εδράζεται σε αντανακλαστικά που έχουν συνοδεύσει το ανθρώπινο είδος από την αρχή της ιστορίας του και που αξιοποιούν  το συνεκτικό στοιχείο των μεγάλων κοινωνικών ομάδων: τους συλλογικούς μύθους. Ασπάζομαι εδώ την ανάλυση του Χαράρι για το θέμα, που βλέπει τις συλλογικές ιστορίες, τις αφηρημένες αυτές οντότητες, είτε πρόκειται για θρησκείες, είτε  πρόκειται για έθνη, εταιρείες, θεσμούς κλπ σαν το βασικό συνεκτικό στοιχείο που επιτρέπει να οργανώνονται και να συνεργάζονται οι άνθρωποι σε μεγάλους αριθμούς.
  5. Σ’ αυτό το πλαίσιο τα λαϊκιστικά κινήματα έχουν ένα πλεονέκτημα: χρησιμοποιούν καλά τις συλλογικές αφηγήσεις, κυρίως ανακαλώντας και στρατολογώντας σχήματα που έχουν δουλέψει αποτελεσματικά στο παρελθόν (= έθνος, πολιτιστική ομάδα κτλ).
  6. Αντίθετα, πολιτικές θεωρίες πιο αφηρημένες, όπως ο κλασσικός φιλελευθερισμός ή ο παραδοσιακός αριστερός διεθνισμός, αλλά κι η ίδια η εγκυρότητα της επιστήμης και η χρησιμότητα της τεχνολογίας χάνουν έδαφος στις αντιλήψεις του κόσμου, αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή και με σαφή εχθρότητα, δυσανάλογη με το τι αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί δεν αρθρώνονται  μέσα απόικανοποιητικά συλλογικά αφηγήματα.
  7. Το διακύβευμα λοιπόν για την χάραξη μιας όποιας νέας πολιτικής είναι πως να απαντήσει με τεχνοκρατικές μεν διαδικασίες στα προβλήματα που προαναφέραμε  αλλά έχοντας πρώτα διαμορφώσει ένα νέο συλλογικό αφήγημα, που να φαίνεται πειστικότερο και δελεαστικότερο από τα σχήματα του παρελθόντος, που θα θέτει τις αξίες και θα ανοίγει το δρόμο στην τεχνοκρατική αντιμετώπιση.
  8. Η έκθεση θέσεων και ιδεών που θα ακολουθήσει δεν είναι ουδέτερη. Στην αντιπαράθεση, παίρνω σαφώς θέση υπέρ της παγκοσμιοποίησης, για ένα και μόνο λόγο: τα προβλήματα που επικαλέστηκα στο σημείο 1 αλλά δεν έχω αναπτύξει ικανοποιητικά ακόμα, μπορούν να λυθούν μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο.
  9. Με αυτό το πλαίσιο σαν δεδομένο, ποιά μπορεί να είναι η ενδεδειγμένη πολιτική για τη χώρας μας; Θα έπρεπε να ρωτάω ποιός θα είναι ο ρόλος της χώρας μας στις κατακλυσμιαίες αλλαγές που έρχονται, αλλά δυστυχώς, είμαστε μακρυά από το να το σκεφτόμαστε ακόμα, λόγω της οκταετούς μας καθήλωσης σε μια άγονη προσπάθεια επίλυσης της κρίσης μας (που πλέον δεν επιδέχεται επιθετικό προσδιορισμό οικονομική, πολιτική ή άλλη, γιατί πια έχει πάρει γενικευμένη μορφή). Προς το παρόν πρέπει να περιοριστούμε σε μια ανάλυση τακτικών ελιγμών που θα μας οδηγήσουν σε σταθερότερα νερά και θα μας δώσουν ίσως μια άνεση χρόνου να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε την εθνική στρατηγική.
  10. Η απάντηση που θα επιχειρήσω να δώσω εδράζεται σε δύο πυλώνες:
    • Η όποια πολιτική απόκριση στην πρόκληση του λαϊκισμού, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εγχώριο επίπεδο, πρέπει να διαθέτει ανάλογη συνεκτικότητα μ’ αυτή του λαϊκισμού, να διαπερνά δηλαδή διάφορους αντίπαλους παραδοσιακούς χώρους και να τους συσπειρώνει ως προς μερικά βασικά ζητήματα, όπως ο λαϊκισμός συσπειρώνει αριστερούς και δεξιούς λαϊκιστές γύρω από το έθνος. Η εύρεση ενός τέτοιο οριζόντιου άξονα θα πρέπει να επιτρέπει στις παραδοσιακές πολιτικές ιδεολογίες  να αναπτύξουν τις διαφορετικές προτάσεις τους στα πλαίσια του. Θα διαμορφώνεται έτσι μια, ρητή ή άρρητη, στρατηγική συναίνεσης σε βασικά ζητήματα που θα επιτρέπει όμως την υγιή πολιτική αντιπαράθεση σε άλλα καίρια ή μη.
    • Επειδή τα συλλογικά αφηγήματα, και κατά συνέπεια οι ανθρώπινοι πολιτισμοί, δημιουργούνται με πολύ αργούς ρυθμούς κι αλλάζουν με ακόμα αργότερους, δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε ότι μπορούμε να φτιάξουμε ένα νέο συλλογικό αφήγημα εκ του μηδενός. Πρέπει να επιστρατεύσουμε τα υπάρχοντα προς ένα νέο σκοπό. Εδώ τα νερά είναι θολά, αλλά υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα. Το σίγουρο είναι ότι ένα νέο αφήγημα πρέπει να συνεγείρει έναν ενάρετο κύκλο που θα προάγει το μήνυμα του, γεννώντας με αυξανόμενο ρυθμό άρθρα, συζητήσεις, βιβλία, τέχνη, και βέβαια πολιτική, που θα το εκφράζουν και θα το διαδίδουν.

Σε επόμενα ποστ, θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω λίγο περισσότερο τα κάπως αφηρημένα προλεχθέντα, και, κυρίως, να διατυπώσω απαντήσεις.

 

 

(Συ)ζητώντας εξηγήσεις

Από το 2009 ως σήμερα που προσπαθώ κι εγώ όπως όλοι να καταλάβω αυτή την καταστροφική παλίρροια που μας έχει σαρώσει, ανάμεσα στα πολλά που μου έχουν κάνει εντύπωση ξεχωρίζω ως κορυφαίο την παλινδρόμηση στον αταβισμό και την ανορθολογικότητα.

Η ιστορία βέβαια μας διδάσκει ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί εξαίρεση σε περιόδους κρίσης. Μάλλον είναι ο κανόνας.  Είναι άλλο όμως τον κανόνα αυτό να τον αντιλαμβάνεσαι σαν μια γενική συνισταμένη μέσα από ένα ιστορικό εγχειρίδιο, κι άλλο σαν καθημερινή εμπειρία, ειδικά με ανθρώπους που ξέρεις, γνωρίζεις χρόνια, εκτιμάς για τη διαύγεια της σκέψης τους, και ξαφνικά δεν μπορείς πλέον να καταλάβεις.

Κι όσο αυτό γενικεύεται τόσο περισσότερο αρχίζεις ν’ αμφιβάλεις για τη δική σου διανοητική κατάσταση και κρίση.

Για να ξορκίσω ακριβώς αυτό το φόβο κι αυτή την αμφιβολία, γράφω όσα ακολουθούν, κι όχι γιατί θέλω να νουθετήσω ή να διδάξω κάτι άλλους.

Πάμε από την αρχή λοιπόν. Σ΄ όλες τις συζητήσεις που κάνω κάποια στιγμή αργά ή γρήγορα θα εμφυλλοχωρήσει μια άποψη που προσπαθεί να εξηγήσει καταστάσεις και πράγματα αποδίδοντας τις αιτίες σε σχεδιασμούς κάποιων κέντρων, εντός ή εκτός της χώρας.  Στη δημόσια συζήτηση όσοι δεν υιοθετούν παρόμοιες απόψεις τις λοιδωρούν και τις απορρίπτουν συλλήβδην ως θεωρίες συνομωσίας κάτι που ελάχιστα επηρεάζει αυτούς που τις πιστεύουν και τις επικαλούνται.

Θα προσπαθήσω ν’ ακολουθήσω μια διαφορετική γραμμή αλλά θέτοντας εξαρχής κάποιες αρχές για το πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται μια “εξήγηση” και μια “θεωρία” αντλώντας τες από το μοναδικό πεδίο ανθρώπινης σκέψης που συζητάει τέτοια θέματα, τη φιλοσοφία και πιο ειδικά, την επιστημολογία.

Πρώτη αρχή, το ξυράφι του Όκκαμ

Ο Όκκαμ ήταν ένας καλόγηρος του μεσαίωνα που διατύπωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα αρχή. Σαν τέτοια δεν επιδέχεται απόδειξης, είναι κάτι που είτε το αποδέχεσαι, είτε όχι. Αλλά η αρχή αυτή έχει επηρεάσει αιώνες ανθρώπινης σκέψης κι αναζήτησης κι αν μη τι άλλο, η αποδοχή της καλά κρατεί.

Λέει λοιπόν αυτή η αρχή περίπου το εξής: όταν για την εξήγηση ενός γεγονότος υπάρχουν περισσότερες από μια κι αντικρουόμενες θεωρίες, επιλέγουμε αυτήν με τις λιγότερες υποθέσεις.

Ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητή η αρχή: αν ψάχνουμε να βρούμε γιατί έχει χρεωκοπήσει ένα φίλος μας που είχε το πάθος της χαρτοπαιξίας, το ν’ αποδώσουμε ακριβώς σ’ αυτό το πάθος του τη χρεωκοπία είναι μια εξήγηση με λιγότερες υποθέσεις από μιαν άλλη που λέει ότι τον επιβουλεύονταν κάποιοι που φρόντισαν να του πάνε όλα στραβά. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε περισσότερες από μια υποθέσεις: ότι υπάρχει μια ομάδα κάποιων που τον επιβουλεύονται, ότι αποφασίζουν να καταστρώσουν ένα σχέδιο για να τον καταστρέψουν, ότι χρησιμοποιούν χ μεθόδους για να φέρουν το σχέδιο σε πέρας, κι ότι δεν γίνονται αντιληπτοί και το καταφέρνουν.

Προσέξτε εδώ ένα λεπτό σημείο: η πρώτη θεωρία είναι προτιμώτερη από την δεύτερη γιατί έχει λιγότερες υποθέσεις μεν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η δεύτερη θεωρία είναι αδύνατον να είναι αληθινή. Για να κριθεί όμως ως πιθανή θα πρέπει κανείς να προσκομίσει αρκετές αποδείξεις. Η αρχή του Όκκαμ ισχύει όσο επεξεργαζόμαστε κάτι μόνο με το μυαλό και τη φαντασία κι όχι όταν υπάρχουν γεγονότα που συνηγορούν με μια από τις θεωρίες.

Δεύτερη αρχή, η αρχή της διαψευσιμότητας

Μια θεωρία για να μπορεί να πείσει για την  ισχύ της πρέπει να καταφέρνει σε ικανοποιητικό βαθμό δυο αποτελέσματα:

α. να εξηγεί τα γεγονότα

β. να προβλέπει την πορεία μελλοντικών

Στην εξήγηση μέσα κρύβεται κι η ρίζα της ανατροπής μια θεωρίας. Γιατί αν βρούμε μια σειρά από γεγονότα που με βάση τη θεωρία θα έπρεπε να συμπεριφέρονται με τρόπο Α κι εν τούτοις παρατηρούμε να συμβαίνει κάτι άλλο, το Β, τότε λέμε ότι η θεωρία διαψεύστηκε και συνεπώς την απορρίπτουμε. Μια θεωρία πρέπει εξαρχής να παρουσιάζει σαφώς τη συνθήκη της διάψευσης της. Αν μια τέτοια δεν μπορει να διατυπωθεί, τότε η θεωρία χαρακτηρίζεται ως μεταφυσική και δεν μας προσφέρει γνωστική αξία.

Αν μ’ έχετε παρακολουθήσει ως εδώ, και ξέρω ότι θα έχω ήδη χάσει πολλούς από σας, ας πάμε τώρα να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις αρχές σε εξηγήσεις της κρίσης.

Πριν μερικές μέρες έθεσα μια ερώτηση στο facebook να μου διατυπώσουν οι φίλοι μου όσο γίνεται πιο συνοπτικά την άποψη τους για την αιτία της ελληνικής κρίσης.

Πήρα πολλές απαντήσεις κι ειλικρινά ευχαριστώ γι αυτό. Επιτρέψτε μου χάριν οικονομίας να ομαδοποιήσω μερικές και να τις συζητήσω με βάση τις δύο πιο πάνω αρχές.

Οι απαντήσεις με άξονα την ηθική ή τον εθνικό χαρακτήρα

  • Αμόρφωτοι πολίτες.
  • Αναλφαβητισμός
  • Ευθυνοφοβία
  • Δρόμο της ‘κακίας’
  • Η νοοτροπία μας
  • Διαφθορά
  • Διαχρονική ανομία
  • Κουλτούρα/εκπαίδευση
  • Φαυλοκρατία
  • Καχυποψία
  • Αδιαφορία
  • κ.α.

Οι απαντήσεις αυτές είναι  σύμφωνες με την πρώτη αρχή (το ξυράφι του Όκκαμ) γιατί περιέχουν πολύ λίγες υποθέσεις. Χτυπάνε όμως στη δεύτερη αρχή. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους παράγοντες είναι ικανός να προκαλέσει κρίση, τότε δεν θα έπρεπε όπου αλλού απαντάται να υπάρχει επίσης κρίση; Έτσι η διαφθορά κι η φαυλοκρατία, ας πούμε, δεν θα έπρεπε να δημιουργεί κρίση στην Κίνα όπου ξέρουμε ότι υπάρχει σε μεγάλη έκταση; Η Κίνα όμως κινείται σε υψηλή αναπτυξιακή τροχιά άρα ο παράγοντας “διαφθορά” δεν είναι ικανός να την οδηγήσει σε κρίση (ως τώρα τουλάχιστον).

Η αδιαφορία; Σίγουρα τα δυτικά κράτη δεν φημίζονται για το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο αλλά δεν βλέπουμε εξ αιτίας αυτού να βυθίζονται σε μακροχρόνια οικονομική κρίση.

Εκπαίδευση, μόρφωση; Σίγουρα σημαντικοί παράγοντες για την οικονομική ανάπτυξη αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η χρόνια υστέρηση τους μπορεί να εξηγήσει μια οικονομική κρίση. Η Τουρκία είχε όλα αυτά το προβλήματα κι όμως διανύει περίοδο αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης. Το ίδιο κι η Βραζιλία.

Οι απαντήσεις που αποδίδουν την κρίση σε κάποιο σχεδιασμό

  • Νέα Τάξη Πραγμάτων

Δεν είμαι πολύ σίγουρος τι είναι η Νέα Τάξη Πραγμάτων αλλά σίγουρα αυτές οι απαντήσεις ‘χτυπάνε’ στο ξυράφι του Όκκαμ: πάρα πολλές υποθέσεις, πολύ περισσότερες απ’ όλες τις άλλες απόψεις: ποιοί είναι πίσω, πως κινούνται, γιατί τώρα, γιατί εμάς κτλ.

Οι γεωγραφικές κι οι ιστορικές απαντήσεις

  • 10 μήνες καλοκαίρι
  • Η Τουρκοκρατία

Εύκολη η κριτική εδώ: αν το καλοκαίρι ήταν το πρόβλημα τότε η ζώνη μεταξύ του 35ου και του 40ου παράλληλου που χοντρικά περικλείει την Ελλάδα, θα έπρεπε να είναι μονίμως σε κρίση. Ομοίως, κι όλα τα έθνη που γεννήθηκαν μετά την διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα έπρεπε να είναι μονίμως σε κρίση.

Οι δομικές/συστημικές απαντήσεις

  • Εμπορικό ισοζύγιο (η χρόνια ελλειμματικότητα δηλαδή).
  • Η ολλανδική ασθένεια (too much easy money).
  • Δημοσιες σοσιαλκαπιταλιστικες σπατάλες
  • Ο καπιταλισμός
  • Ο υπερβολικός δημόσιος τομέας
  • Κλεπτοκρατία
  • Ανίσχυροι θεσμοί
  • κ.α.

Οι απαντήσεις αυτές είναι ικανοποιούν και τα δύο κριτήρια σε κάποιο βαθμό αλλά κάποιες αναπόφευκτα είναι πιο γενικές από άλλες. Π.χ. η απόδοση της κρίσης στον καπιταλισμό είναι πολύ γενική απάντηση κι αν ήταν να διαλέξουμε μεταξύ αυτής και του εμπορικού ισοζύγιου (λέω ένα στην τύχη) θα προτιμούσαμε το δεύτερο γιατί περιέχει λιγότερες υποθέσεις.

Και βέβαια δεν αποκλείεται πολλές απ’ αυτές τις εξηγήσεις να δρουν συνδυαστικά. Πάντως εδώ είμαστε στην κατηγορία των απαντήσεων που έχουν την επιστημολογική σφραγίδα ότι μπορούν να χρησιμεύσουν σαν πραγματικές εξηγήσεις.

Δυστυχώς για το θυμικό μας οι απαντήσεις αυτές δεν καταδεικνύουν εύκολους ενόχους. Και, κυρίως, δεν καταδεικνύουν ενόχους των οποίων η απομάκρυνση και τιμωρία επαναφέρει το σύστημα στην πρότερη κατάσταση. Και παρά την αναπόφευκτη υπεραπλούστευση που ενείχε η παραπάνω συζήτηση, αν υπάρχει κάτι που μένει, τουλάχιστον σε μένα, είναι τ’ ότι ένα πρόβλημα που απαιτεί διεξοδικούς ορθολογικούς χειρισμούς για να το λύσεις,  δεν λύνεται ποτέ εν είδει γόρδιου δεσμού. Σκοπός είναι μετά το λύσιμο του κόμπου να έχουμε ακόμα σχοινί.

 

 

Ε. Παπαστράτος: η απόπειρα δημιουργίας αστικής τάξης

Τα τελευταία δυο χρόνια προσπαθώ ν’ ανασυνθέσω την ιστορία της ζωής του παπού μου. Επειδή ένα μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στη δούλεψη του καπνοβιομήχανου Ευάγγελου Παπαστράτου, θεώρησα πως η πρόσφατα επανεκδοθείσα αυτοβιογραφία του τελευταίου (με τον τίτλο “Η δουλειά κι ο κόπος της”) θα μπορούσε να περιέχει κάποια στοιχεία και γι αυτό την αγόρασα και τη διάβασα σε δυό μέρες.

Έκανα λάθος. Κανένα στοιχείο για το θέμα μου δεν προέκυψε. Αλλά δεν μετάνοιωσα. Γιατί είδα να ξετυλίγεται μπροστά μου η ιστορία της αναρρίχησης στην αστική τάξη ενός απλού χωριατόπαιδου με βασικό εργαλείο αυτό που λέει κι ο τίτλος: την δουλειά και τον κόπο που τη συνοδεύει.

Ο Ε. Παπαστράτος δεν ανήκε στην συνήθη χορεία πλουσίων που έχουμε συνηθίσει: εφοπλιστών ή τραπεζιτών της ομογένειας. Ούτε προερχόταν από κάποια παλιά εύπορη οικογένεια, ούτε είχε ιστορικές καταβολές από κάποιον αγωνιστή του ’21 για να μπορεί να τις μεταφράζει σε πολιτικά προνόμια. Ήταν ο πιο μικρός γυιός μιας σχετικά άπορης οικογένειας με πέντε παιδιά: τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι.

Παρότι τα δυό μεγαλύτερα αδέλφια του κατάφεραν να σπουδάσουν,  ο ίδιος κι ο αμέσως μεγαλύτερος αδελφός του μπήκαν στο μεροκάματο από την πολύ φρέσκια ηλικία των 12 ετών.  Οι γραμματικές τους γνώσεις συνεπώς ήταν στοιχειώδεις.  Αυτό δεν τον εμπόδισε να διακριθεί από πολύ νωρίς στη δουλειά του κι όταν ήταν μόλις 21 ετών να είναι ένας από τους πιο καλοπληρωμένους υπαλλήλους της γενέτειράς του, του Αγρινίου. Σ’ αυτή όμως την ηλικία αποφάσισε πως ήθελε να κάνει κάτι δικό του και, δανειζόμενος ένα κεφάλαιο 3000 δρχ. και συνεταιριζόμενος με ένα πιο μεγάλο σε ηλικία έμπορο, ξεκίνησε την πρώτη του εμπορική δραστηριότητα που κράτησε ως το τέλος των βαλκανικών πολέμων, οπότε κι ο συνέταιρος του απεβίωσε.

Η βασική δραστηριότητα της εταιρείας του ήταν το καπνεμπόριο το οποίο ο Παπαστράτος κατόρθωσε ν’ αναβαπτίσει και ν’ αυξήσει σε αξία με δύο βασικές δράσεις του: την επικέντρωση στη βελτίωση της συλλογής και της επεξεργασίας των καπνών ούτως ώστε να παραδίδονται καθαρώτερα, ομογενή και αναλοίωτα στους πελάτες του και την εξωστρέφεια. Με όπλο την αναβαπτισμένη ποιότητα κινήθηκε εκτός Ελλάδος για να βρει αγορές στις Ολλανδία και Γερμανία αλλά και στην Αίγυπτο κάτι που το κατάφερε και με τη συνδρομή διαφόρων Ελλήνων της διασποράς.

Εν τω μεταξύ κατόρθωσε να εντάξει στο δυναμικό της εταιρείας του όλους τους μεγαλύτερους αδελφούς του και να δημιουργήσει μια σεβαστή περιουσία από την καπνεμπορική του δραστηριότητα που επέκτεινε πέραν του Αγρινίου σε όλη την παλαιά και νέα Ελλάδα.

Το 1930 οι αδελφοί Παπαστράτου δημιούργησαν μια πρότυπη καπνοβιομηχανία στα πρότυπα αναλόγων που είχε δει ο Ευάγγελος στην Γερμανία. Η βιομηχανία αυτή έζησε μέχρι το 2003 οπότε κι εξαγοράστηκε από την Philip Morris.

Το ενδιαφέρον της πορείας του Παπαστράτου είναι η μετάβαση από το εμπόριο ενός αγροτικού προϊόντος στη δημιουργία μιας βιομηχανίας. Σε διάφορα σημεία του βιβλίου αναφέρει αυτή την εξέλιξη ως πλήγμα στα οικονομικά του αλλά συγχρόνως και κάτι για το οποίο δεν μετάνοιωσε ποτέ.  Γιατί, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις αστών της Δύσης, το χρήμα δεν είναι το μόνο ή το όλο κίνητρο. Ο Παπαστράτος εμφορείται από μια εθνική ιδέα: αρχικά την διάδοση κι επικράτηση των ελληνικών καπνών στο εξωτερικό, κι αργότερα της προόδου που συμβολίζει η βιομηχανία και μάλιστα μια βιομηχανία μοντέρνα και πρότυπη για τον κλάδο της, όπως μαρτυρούσε το εργοστάσιο που έχτισε στον Πειραιά.

Αυτή η πορεία δημιουργίας αστικού κεφαλαίου που δεν σχετίζεται με σκέτα μεταπρατική δραστηριότητα (όπως π.χ. ήταν το εμπόριο της Σύρας ή το σιτεμπόριο από τις παραευξείνιες περιοχές που ‘έχτισε’ τον ελληνικό εφοπλισμό), αλλά που πατάει πάνω στην ντόπια αγροτική παραγωγή κι έχει βλέψεις εξαγωγικές, είναι μια από τις λίγες υγιείς κινήσεις σχηματισμού μιας πραγματικά ελληνικής αστικής τάξης κι αστικής νοοτροπίας, χωρίς εξάρτηση από πολιτικούς φαβοριτισμούς ή δοσοληψίες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλά σημεία του βιβλίου ο σε γενικές γραμμές κάπως ξερός και λίγο συμβατικός λόγος του Παπαστράτου καταφέρεται με αρκετή ειλικρίνεια κατά της ελληνικής γραφειοκρατίας, της κομματικής νοοτροπίας και, σε 1-2 περιπτώσεις,  του λαϊκισμού.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του Παπαστράτου, που και πάλι προσομοιάζει στα ιδεοτυπικά χαρακτηριστικά της πρώιμης αστικής τάξης, είναι η φιλομάθεια κι η διάθεση για καινοτομία. Μια φιλομάθεια καθαρά προσανατολισμένη στους σκοπούς της επιχειρηματικής του δράσης: διδάχτηκε σε μεγάλη ηλικία διαδοχικά Γαλλικά, Γερμανικά κι Αγγλικά. Και μια καινοτομία αντίστοιχη, αφού αφορούσε εφευρέσεις και διαδικασίες που βελτίωναν την επεξεργασία των καπνών και την παραγωγή τσιγάρων.

Πολιτικά το Παπαστράτος δεν είναι ξεκάθαρος: η οικογένεια του ήταν Τρικουπική, όπως ομολογεί ο ίδιος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναφέρεται με θαυμασμό και σεβασμό στο βιβλίο αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν κι αντίστοιχες ενδείξεις σεβασμού προς μέλη της βασιλικής οικογένειας και μια περίεργη αναφορά στην τάξη που επικράτησε επί Μεταξά παρά την απώλεια των ελευθεριών.

Για τα αισθηματά του απέναντι στους αντάρτες του ΕΑΜ είναι σαφώς πιο ξεκάθαρος (:αντίθετος) κάτι που ίσως να δικαιολογείται από τον εγκλεισμό του στο διαμέρισμα του για μέρες κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, όπου οι σφαίρες έβρισκαν πολλές φορές τον δρόμο τους προς τα δωμάτια της πρόσοψης του επί της Λεωφόρου Αμαλίας διαμερίσματός του. Σ’ αυτή ακριβώς την περίοδο είναι που αρχίζει ν’ αναπολεί τη ζωή του κι ολοκληρώνει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του το οποίο τελικά θα εκδώσει στις αρχές του ’60.

Αντίστοιχες περιπέτειες είχε υποστεί και το εργοστάσιο στον Πειραιά, το οποίο καταλήφθηκε για μια περίοδο, λεηλατήθηκε και τελικά βομβαρδίστηκε αλλά όχι σε σημείο ολικής καταστροφής.

Έχω εκφράσει πολλές φορές δημόσια κι ιδιωτικά την άποψη ότι η Ελλάδα ποτέ δεν απέκτησε αστική τάξη. Αυτό που έχουμε συνηθίσει ν’ αποκαλούμε αστική τάξη είναι όσοους κατέχουν πλούτο με κάποιο τρόπο. Ο πλούτος όμως αυτός αποκτήθηκε είτε με πολιτικές εύνοιες, είτε είχε φεουδαλική μορφή (:γη ή σπίτια προς εκμετάλλευση), είτε αφορούσε εμπόριο που διεξαγόταν κυρίως εκτός ελληνικών συνόρων, είτε, τέλος, ήταν πλούτος χρηματοοικονομικός. Η μόνη γνήσια παραγωγική δραστηριότητα στα πρώτα 100 χρόνια του νέου ελληνικού κράτους ήταν η αγροτική δραστηριότητα. Κι αν πρόκειτο να πηγάσει ποτέ μια βιομηχανία σ’ αυτό τον τόπο θα έπρεπε κατά κύριο λόγο να πατήσει πάνω στην αγροτική παραγωγή, να την επεξεργαστεί, να την διαφοροποιήσει και να την αναβαθμίσει. Σ’ αυτή ακριβώς τη γραμμή κινήθηκε ο Παπαστράτος -κι αργότερα οι μεγάλες κλωστουφαντουργίες όπως η Πειραϊκή Πατραϊκή. Κι αυτό το αστικό πείραμα όμως απέτυχε αφού η βιομηχανία του δεν υπήρξε ποτέ κερδοφόρα και τελικά υποχώρησε στην ασφυκτική πίεση των ξένων τσιγάρων. Το γιατί δεν είναι του παρόντος αλλά μια εξήγηση θα μπορούσε ν’ αφορά την οικογενειακή δομή της ελληνικής βιομηχανίας που δεν κατορθώνει να δημιουργήσει το στελεχιακό δυναμικό που θα τη βοηθήσει να σταθεί επάξια στον εκτός Ελλάδος ανταγωνισμό. Γιατί τελικά ότι δεν καταφέρνει να ζήσει κι εκτός Ελλάδος αργά ή γρήγορα πεθαίνει κι εντός.

Το φάντασμα της ανάπτυξης

Σε σημερινό του άρθρο ο Αρίστος Δοξιάδης καταπιάνεται με το θέμα της (πολυπόθητης) ανάπτυξης. Πολύ σωστά απορρίπτει τις Κεϋνσιανές προσεγγίσεις μιας και δεν υπάρχουν τ’ απαραίτητα κεφάλαια. Και συνεχίζει:

Τις παραγωγικές δουλειές, αυτές που διαμορφώνουν το ισοζύγιο (τις «εμπορεύσιμες»), τις κάνουν οι ιδιώτες. Δεν λέει κανένας στα σοβαρά, εκτός από το ΚΚΕ, οτι πρέπει τα εργοστάσια, οι αγροί και τα ξενοδοχεία να είναι κρατικά (αν είχαμε πετρέλαιο, πολλοί θάθελαν να το εκμεταλλευόμαστε με κρατικές επιχειρήσεις – αλλά δεν έχουμε). Η πολιτική, λοιπόν, δεν μπορεί να ορίσει πώς θα φερθούν οι ιδιώτες: πού θα επενδύσουν και πού θα πάνε να δουλέψουν. Μπορεί μόνο να τους επηρεάσει έμμεσα: να απαγορεύσει ή να επιτρέψει, να αυξήσει ή να μειώσει τους φόρους, να παρέμβει στις σχέσεις εργασίας, να φτιάξει υποδομές.

Επειδή οι επιδράσεις είναι έμμεσες, και πολλές φορές απρόβλεπτες,  κανένα πακέτο μεταρρυθμίσεων για την ανάπτυξη δεν μπορεί να σχεδιαστεί μια κι έξω, είτε από την τρόικα ή είτε από μια κυβέρνηση, να θεσμοθετηθει, και μετά να φέρει αυτόματα τα προσδοκώμενα.

Πράγματι δεν μπορεί κανείς να καθυποτάξει και να  κατευθύνει την ανάπτυξη όπως πολλοί πολιτικοί αφήνουν να εννοείται.

Πράγματι μόνο να την επηρεάσει μπορεί.

Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που με βασανίζει: έστω ότι κάνουμε όλες αυτές τις άρσεις αντικινήτρων που περιγράφει το άρθρο και τότε όντως οι επιχειρηματίες κινούνται κι επενδύουν και προσλαμβάνουν κόσμο κτλ. Πως ακριβώς θα κινηθούν;  Τι ρίσκα θ’ αναλάβουν και σε τι τομείς θα επενδύσουν;

Η αντίληψη που έχω για την ελληνική επιχειρηματική παράδοση είναι από τα τέσσερα κίνητρα της επιχειρηματικότητας (την εργασιακή και οικονομική ανεξαρτησία, τον πλούτο, την φήμη/δικαίωση, και την κοινωνική προσφορά) τα κυρίαρχα είναι η επιδίωξη του πλούτου και η ανεξαρτησία (εξ ου και το μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων).

Αυτά τα χαρακτηριστικά σε συνδιασμό με τα περισσότερα από συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας (πρωτογενής τομέας, τουρισμός, εναλλακτικές πηγές ενέργειας, πολιτισμός) σημαίνει  επένδυση σε τομείς που έχουν ένα ραντιέρικο χαρακτηριστικό: με σχετικά χαμηλή επένδυση παράγουν σχετικά σταθερές χρηματορροές χωρίς ν’ απαιτούν ιδιαίτερες επενδύσεις σε γνώση ή γρήγορη αναπλήρωση του επενδυθέντος κεφαλαίου.

Για να το πω πιο απλά: ο τουρισμός, ο πολιτισμός  κι ο ήλιος λειτουργούν για μας όπως περίπου λειτουργεί το πετρέλαιο για τους Άραβες. Είναι σιγουράτζες. 

Για να καταλάβουμε λίγο τι σημαίνει αυτό, αντιγράφω από σχετικά πρόσφατο άρθρο του Thomas Friedman στους New York Times:

Economists have long known about “Dutch disease,” which happens when a country becomes so dependent on exporting natural resources that its currency soars in value and, as a result, its domestic manufacturing gets crushed as cheap imports flood in and exports become too expensive. What the PISA team is revealing is a related disease: societies that get addicted to their natural resources seem to develop parents and young people who lose some of the instincts, habits and incentives for doing homework and honing skills.

By, contrast, says Schleicher, “in countries with little in the way of natural resources — Finland, Singapore or Japan — education has strong outcomes and a high status, at least in part because the public at large has understood that the country must live by its knowledge and skills and that these depend on the quality of education. … Every parent and child in these countries knows that skills will decide the life chances of the child and nothing else is going to rescue them, so they build a whole culture and education system around it.”

Στο παραπάνω απόσπασμα αντικαταστήστε το “natural resources” με τουρισμό, ήλιο, πολιτισμό ή ακόμα και πετρέλαιο που μερικοί πιστεύουν ότι θα μας ξελασπώσει, κι έχετε το δίλημμα σ’ όλη του την έκταση.

Για να δούμε τη χώρα μας να ξεφεύγει από την “Ολλανδική αρρώστια” χρειάζεται μια σοβαρή, εντατική και συναινετική επένδυση στην παιδεία της οποίας το χάλι δεν αξίζει πια ούτε  να το περιγράψει κανείς.

Γιατί είναι η παιδεία που μπορεί να γαλουχήσει μια νέα επιχειρηματικότητα που βασίζεται στη γνώση, στην ανακάλυψη, στη φαντασία, στο δύσκολο (και γι αυτό δύσκολα ανταγωνίσιμο). Χωρίς αυτήν η επιχειρηματική μας ροπή, όταν δεν είναι προς τη λαμογιά, θα μας πάει σε πεπατημένες που είναι ευπρόσδεκτες μεν στην παρούσα συγκρυρία, αλλά δε διασφαλίζουν πολλά μακροπρόθεσμα.

Google: Μικρή η διαδικτυακή οικονομία στην Ελλάδα – μεγάλες οι προοπτικές της

Από την Καθημερινή διαβάζω πως η Google παρουσίασε μελέτη του Boston Consulting Group για τη διαδικτυακή οικονομία στην Ελλάδα.

Στέκομαι στο παρακάτω απόσπασμα του άρθρου:

Η μελέτη, που παρουσιάστηκε σήμερα σε εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής παρουσία πολλών εκπροσώπων του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου, για πρώτη φορά αποπειράται να εκτιμήσει τη συμβολή του Ίντερνετ στην ελληνική οικονομία. Όπως αναφέρει, το 2010 αυτή η συνεισφορά ήταν περίπου 2,7 δισ. ευρώ ή 1,2% του ΑΕΠ, πολύ πιο κάτω από το ποσοστό 3,8% του ΑΕΠ που είναι ο αντίστοιχος μέσος όρος συνεισφοράς του Ίντερνετ στην ΕΕ ή από το 1,7% στην Τουρκία.

Επειδή τα νούμερα δε λένε πολλά χωρίς συγκρίσεις, ας δούμε τι θα σήμαινε να είναι το internet στην Ελλάδα στο 3,8% του ΑΕΠ συγκρίνοντας το με άλλους κλάδους: θα ήταν ίσο και μεγαλύτερο από όλο τον αγροτικό τομέα ή τον τομέα των κατασκευών. Για διανοηθείτε το λίγο: ίση συνεισφορά στην εθνική οικονομία χωρίς τσιμεντοποίηση των πάντων.

kathimerini.gr | Google: Μικρή η διαδικτυακή οικονομία στην Ελλάδα – μεγάλες οι προοπτικές της.

Η οικονομία της πατάτας

Η ιστορία της απευθείας διάθεσης πατάτας από τους παραγωγούς του Νευροκοπίου στους καταναλωτές της Κατερίνης το Σάββατο 26/2/2011 έχει γίνει δεκτή μ’ έκπληξη, επευφημίες και θριαμβολογίες από ΜΜΕ και social media μαζί.

Επειδή όταν κάτι δείχνει ενδιαφέρον μ’ αρέσει να το εξετάζω σε βάθος, έψαξα λίγο τις λεπτομέρειες της. Ιδού τι βρήκα.

Η ιδέα κι η εκτέλεση ανήκει στην “Εθελοντική Ομάδα Δράσης Νομού Πιερίας” και συνίσταται στο εξής απλό: κανόνισμα τιμής με τους παραγωγούς (2,5 το δεκάκιλο)  για συγκεκριμένη ποσότητα πατάτας (20 τόνους), ενημέρωση των Κατερινιωτών για την πρωτοβουλία, λήψη παραγγελιών μέσα από φόρμα στο site  της Ομάδας και, με τη συμπλήρωση του απαραίτητου αριθμού παραγγελιών, διάθεση του προϊόντος στους αγοραστές.

Το ιστορικό περιγράφεται πολύ αναλυτικά στο σχετικό άρθρο του ιστοτόπου της ομάδας πρωτοβουλίας:

Επικοινωνήσαμε με την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Δράμας και βρήκαμε έναν γεωργό, ο οποίος έχει μεγάλη αδιάθετη ποσότητα πατάτας στην αποθήκη του. Ζητήσαμε από τον γεωργό, ο οποίος είναι κάτοχος άδειας πλανόδιου πωλητή, να φέρει 20 τόνους πατάτες στην Κατερίνη. Συμφωνήσαμε να μας πουλήσει τις πατάτες σε σάκους των 10 κιλών στην τελική τιμή των 2,5 Ευρώ το 10κιλο. Το κόστος της μεταφοράς θα επιβαρύνει τον ίδιο τον παραγωγό. Τα δέκα κιλά πατάτες στο Super Market κοστίζουν περίπου 7 ευρώ, δηλαδή στα ράφια τους είναι περίπου 300% ακριβότερες!

Η ομάδα μας έχει αναλάβει να βρει καταναλωτές για τους 20 τόνους και για τον σκοπό αυτό κατασκευάσαμε μια διαδικτυακή εφαρμογή μέσω της οποίας μπορούν τα 1.000 μέλη μας, αλλά και όλοι οι δημότες της Κατερίνης να παραγγείλουν την ποσότητα που επιθυμούν. Μόλις συμπληρωθεί ο αριθμός των αγοραστών, ο γεωργός θα φέρει τις πατάτες στην Κατερίνη. Τότε, θα συναντηθούμε σε ένα δημόσιο χώρο π.χ. ένα μεγάλο πάρκινγκ, για να παραλάβουμε και να πληρώσουμε τις πατάτες που έχουμε παραγγείλει.

 

Κι επειδή αυτό το μπλογκ οι περισσότεροι που το διαβάζουν κατοικούν στην Νότια Ελλάδα, ας βάλουμε και στο χάρτη τους τόπους για τους οποίους μιλάμε.

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Η απόσταση Νευροκοπίου Κατερίνης είναι περί τα 210 χιλιόμετρα, όχι ευκαταφρόνητη δηλαδή. Κι η πατάτα έχει βάρος και όγκο άρα τα μεταφορικά είναι σημαντικό μέρος του κόστους της στην αγορά. Γι αυτό κι η συμφωνία για όγκο/τιμή ικανές να καλύπτουν τα κόστη μεταφοράς και ν’ αφήνουν και κέρδος στους παραγωγούς.

Αν σκεφτεί κανείς πως λειτουργούν τα deal sites στην πραγματικότητα θα έλεγε πως η Εθελοντική Ομάδα Ν. Πιερίας έστησε ένα ad hoc Groupon. Γιατί έχουμε μια προσφορά  με τιμή στο 1/3 της του σούπερ μάρκετ, που μπορεί να ισχύσει μόνο όταν βρεθούν αρκετοί αγοραστές για ν’ απορροφήσουν ένα συγκεκριμένο όγκο.

Δεν ξέρω που παράγεται πατάτα και γιατί η συμφωνία έπρεπε ν’ αφορά δυο περιοχές τόσο απομακρυσμένες όσο το Νευροκόπι και η Κατερίνη αλλά αυτό είναι ένα καλό προηγούμενο γιατί δείχνει ότι θεωρητικά με μια τέτοιου είδους συμφωνία θα μπορούσαν να διασυνδεθούν εμπορικά δυο πολύ απομακρυσμένες περιοχές.

Η Ομάδα της Κατερίνης μάλιστα έχει περάσει στο επόμενο βήμα, αυξάνοντας την ποσότητα σε 75 τόνους πατάτας κι ήδη έχει κλείσει από παραγγελίες. Κι επιπλέον, αν κρίνει κανείς από το ερωτηματολόγιο που έχουν αναρτήσει στο  site φαίνεται πως θέλει να προχωρήσει και σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες με άλλα αγροτικά προϊόντα.

Κι αυτή η επιτυχία έχει προσελκύσει την προσοχή του Δημοσίου που οραματίζεται να φτιάξει αντίστοιχη πλατφόρμα πανελλαδικής εμβέλειας  που στην ουσία θα συνιστά ένα χρηματιστήριο αγροτικών προϊόντων.

Επειδή όμως όπου έχει βάλει το χέρι του το Δημόσιο έχει δημιουργήσει στρεβλώσεις κι έχει αυξήσει τη διαφθορά καλύτερα να μην το κάνει. Γιατί άλλωστε δεν χρειάζεται. Οι υποδομές που απαιτούνται στην ουσία είναι ήδη έτοιμες. Πως; Με τη μορφή των δεκάδων deal sites που αντί να προσπαθούν να μας πουλήσουν άλλη μιαν απολέπιση κι άλλο ένα κούρεμα θα μπορούσαν να μπουν σ’ αυτό το παιχνίδι, να εντοπίσουν παραγωγούς, να διαμορφώσουν προσφορές που ν΄αφορούν συγκεκριμένες πόλεις (αφού ήδη δραστηριοποιούνται κατά πόλη) και να προσφέρουν τη δυνατότητα της υπερκάλυψης της προσφοράς, κάτι που η Ομάδα Πρωτοβουλίας Κατερίνης δυσκολεύεται προς το παρόν ν’ αντιμετωπίσει.

Αλλά ακόμα κι αν τα deal sites είτε δεν είναι πρόθυμα να μπουν σ΄αυτό το παιχνίδι, είτε οι παραγωγοί κι οι καταναλωτές δεν θέλουν να τα εμπλέξουν για κάποιο λόγο, η λειτουργικότητα τους είναι διαθέσιμη σε open source  ή φτηνά πακέτα λογισμικού που μπορούν να επιτρέψουν σε ομάδες πρωτοβουλίας, αντίστοιχες μ’ αυτήν της Κατερίνης, να στήσουν γρήγορα μια υποδομή για τη διεκπεραίωση της παραγγελιοληψίας.

Για να μην πω, τέλος, ότι θα μπορούσαν να ξεπηδήσουν και μερικά startup  μέσα απ’ όλη αυτή την ιστορία που πέραν του να διευκολύνουν την εσωτερική αγορά, θα μπορούσαν να μεταφέρουν την ίδια λογική εκτός συνόρων μας.

Η ιστορία αυτή της πατάτας έχει χαιρετιστεί σαν αντίδραση στους μεσάζοντες, στα καρτέλ, σαν λαϊκή οικονομία κτλ. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια αγορά τύπoυ Walras, όχι στην πληρότητα που εκφράζεται στα χρηματιστήρια, αλλά τέτοιας μορφής πάντως. Κι η πρωτοβουλία της Κατερίνης απλά θυμίζει ότι στην Ελλάδα οι αγορές, όταν δεν είναι φόβητρο στους πηχαίους τίτλους εφημερίδων, απλά κοιμούνται. Ίσως η Κατερίνη ν’ αποβεί ξυπνητήρι.

Ζήτημα κινήτρων


Το καλοκαίρι του 2008, ενώ υπόγεια οι οικονομικές δυνάμεις οδηγούσαν την Αμερική στη μεγαλύτερη της κρίση μετά  κράχ του ’30, εγώ βρισκόμουν στην Ανατολική ακτή, απολαμβάνοντας  ‘μακάριος’ 3 εβδομάδων διακοπές εκεί.
Ήταν Ιούλιος, ο καιρός θαυμάσιος και το ευρώ βρισκόταν στο all time high προς το δολλάριο (~1,65 αν θυμάμαι καλά) πράγμα που μας έδινε την άνεση να περιηγηθούμε για πρώτη φορά σαν πλούσιοι τουρίστες.
Κοιτάγαμε τις τιμές που έτσι κι αλλιώς είναι πιο φτηνές από την Ευρώπη, κάναμε τη μετατροπή σε ευρώ και γελάγαμε ευχαριστημένοι.

Στις συνήθεις αγορές μου είναι παντού και πάντα τα βιβλία.  Στο συγκεκριμένο ταξίδι ψώνισα κάμποσα από το Border’s στο Μανχάταν που τώρα αποτελεί ανάμνηση καθότι χρεωκόπησε.

Ένα απ’ αυτά ήταν το  Freakonomics: A Rogue Economist Explores the Hidden Side of Everything.

Το βιβλίο προσπαθεί να εξηγήσει μια σειρά από φαινόμενα όπως η πτώση της εγκληματικότητας στη Νέα Υόρκη, τα οικονομικά μιας συμμορίας ναρκωτικών κ.α.,  καταφεύγωντας σε μεθόδους κι ερμηνείες που δεν θα τις έλεγε κανείς συμβατικές. Ο μη μυημένος είναι δύσκολο να καταλάβει καν γιατί ένας οικονομολόγος (ο Steven Levitt)  ασχολείται μ’ αυτά τα θέματα και τι σχέση έχουν με τα οικονομικά εν γένει.

Ο Levitt δεν δίνει άλλη απάντηση στο βιβλίο για το ‘γιατί’, πέραν του ότι απλά αυτά τα φαινόμενα του τραβούσαν το ενδιαφέρον. Δίνει όμως το νήμα για τη σύνδεση με την επιστήμη των οικονομικών. Σ’ ένα συχνά επαναλαμβανόμενο μάντραμ χαρακτηρίζει την οικονομική επιστήμη (δηλαδή τη μελέτη της οικονομικής συμπεριφοράς) ως ζήτημα κινήτρων.

Αυτό ακριβώς θυμήθηκα χτες βράδυ καθώς σε κάποιο δελτίο ειδήσεων είδα δυο ρεπορτάζ που φώτιζαν με θαυμάσιο τρόπο το ζήτημα των κινήτρων.

Το πρώτο αφορούσε την χρήση οικοπέδων στα βορειοδυτικά προάστια της Αθήνας (Μενίδι, Λιόσια) σαν περιβόλια. Δεν πρόκειται γι αλλαγή χρήσης αλλά για αναβίωση χρήσης: τα οικόπεδα αυτά ήταν χωράφια και περιβόλια πριν η λαίμαργη ανοικοδόμηση οδηγήσει τους ιδιοκτήτες τους να τα δουν σαν φιλέτα … οικοδομών.

Με την οικοδομική δραστηριότητα να έχει σχεδόν μηδενίσει το όποιο έσοδο θα μπορούσαν να προσδοκούν οι ιδιοκτήτες των οικοπέδων  απ’ αυτήν έχει απομακρυνθεί πολύ χρονικά για να έχει ενδιαφέρον. Κι έτσι, παλιοί αγρότες πολλοί απ’ αυτούς, έχουν ξαναρχίσει να φυτεύουν εποχιακά και να τα πουλάνε στις λαϊκές της Αθήνας. Τ’ ότι βρίσκονται στις παρυφές της πόλης τους δίνει ένα πλεονέκτημα: τα μεταφορικά είναι μηδαμινά κι η απευθείας πρόσβαση στους καταναλωτές μέσω των λαϊκών βγάζει εκτός παιχνιδιού τους μεσάζοντες που θα τους στερούσαν ένα σημαντικό μέρος του κέρδους.

Το δεύτερο  (κι αυτό ήταν εντελώς απρόσμενο για μένα, δεδομένου τι έγραφα πριν λίγες μέρες σ’ αυτό το post) αφορούσε τη στροφή καλλιτεχνών προς το εξωτερικό. Μέρος της στροφής αυτή αφορούσε την ‘μετανάστευση’ ηθοποιών στην Κύπρο, διέξοδος όμως που έχει ημερομηνία λήξης. Πιο ενδιαφέρουσα ήταν η αναφορά στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Σωκράτη Αλαφούζο,  που η ταινία του “Μικρός Βασιληάς” έχει ήδη τρεις υποψηφιότητες σ’ αντίστοιχα ευρωπαϊκά φεστιβάλ.

Δεν είναι βέβαια η συμμετοχή σε φεστιβάλ του εξωτερικού τίποτα καινούργιο, ούτε γνωρίζω πως χρηματοδοτήθηκε, ούτε την ποιότητα της δουλειάς του για να πω αν μπορούμε να περιμένουμε κάτι σημαντικό.

Δεν ήταν αυτά στα οποία στάθηκα αλλά μια δήλωση του για το πως λόγω της κρίσης οι καλλιτέχνες έχουν μοναδική διέξοδο πια το εξωτερικό και πως αυτό πρέπει να είναι όχι στάση απελπισίας αλλά αφορμή έντασης προσπάθειας και δημιουργίας.

Και στα δυο αυτά ρεπορτάζ  έχουμε παραδείγματα μια; αλλαγή συμπεριφοράς γιατί έχει αλλάξει το σύστημα κινήτρων.

Στην πρώτη περίπτωση το κίνητρο της επένδυσης στην οικοδομή, που χαρακτήρισε όλη την πορεία της Ελλάδας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, και στο οποίο χρωστάμε και την ραγδαία ανάπτυξη του ’50, ’60 αλλά και την καταστροφή του αστικού κι οικιστικού περιβάλλοντος, έχει αρχίσει να αίρεται κι οι οικονομικές μονάδες (εμείς δηλαδή) έχουν αρχίσει να στρέφουν τους πόρους σε άλλες δρατηριότητες. Ελλείψει δε επιδοτήσεων, χρηματιστηριακών αρπαχτών κτλ οι διέξοδοι πια είναι στην κατεύθυνση της αληθινής παραγωγής κι εκεί φαίνεται να καταλήγουν.

Στη δεύτερη περίπτωση η αλλαγή κινήτρων υπαγορεύεται από δυό συνθήκες: τη μείωση της παραγωγής σήριαλ στην τηλεόραση και τη συνεπαγόμενη αδρανοποίηση του σταρ σύστεμ που δευτερογενώς γέμιζε και τα θέατρα όπου εμφανίζονταν οι τηλεοπτικοί αστέρες, και το κλείσιμο της στρόφιγγας που λέγεται Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου  που έλεγχε στην ουσία όλη την κινηματογραφική παραγωγή.

Χωρίς τα κίνητρα για εύκολο χρήμα από την τηλεόραση και το ΕΚΚ οι καλλιτέχνες έχουν πια τις επιλογές ή να εγκαταλείψουν το χώρο ολότελα ή να επιμείνουν σε άλλες αγορές, εκτός Ελλάδος. Έχω δε την αίσθηση ότι αυτοί που θα επιλέξουν το δεύτερο θα είναι αυτοί που είναι πραγματικά παθιασμένοι μ’ αυτό που κάνουν και συνεπώς  αυτοί που θα έπρεπε να αποτελούν το δυναμικό του συγκεκριμένου χώρου έτσι κι αλλιώς.

Οψόμεθα.

Οι ταινίες σαν startup

Τα όσα ακολουθούν είναι μεν μια συνέχεια του προηγούμενου μου ποστ, αλλά είναι κι αποτέλεσμα έμπνευσης από μια ανάλογη ιδέα: το βιβλίο σαν startup (αν ενδιαφέρεστε για την πηγή της έμπνευσης πηγαίντε στο leanpub).

Η αναλογία είναι απλή κι οι παραλληλισμοί πολλοί και σε πολλά επίπεδα, εκτός από ένα. Ένα startup στοχεύει να ζήσει για πάντα, άσχετο αν σπάνια το καταφέρνει. Μια ταινία στοχεύει να ζήσει για πάντα επίσης αλλά ουσιαστικά, σαν πολιτιστικό προϊόν, ο ενεργός χρόνος ζωής της (αυτός δηλαδή που μπορεί να δημιουργήσει υπολογίσιμα εισοδήματα) είναι μικρός.

Κατά τ’ άλλα:

  • Κι οι ταινίες και τα startup είναι ομαδικές προσπάθειες. Βασίζονται σε 1-3 κύριους συντελεστές (στα startup είναι οι  co-founders , στις ταινίες ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος και κάποιος από τους: υπεύθυνος φωτογραφίας, μουσικής, πρωταγωνιστές κτλ).
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπεισέρχεται η αβεβαιότητα και το υψηλό ρίσκο.
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ανάγκη για χρηματοδότηση.
  • Κατ’ εξαίρεση, μια ταινία μπορεί να δημιουργηθεί από μεράκι των δημιουργών της με λεφτά δικά τους και μόνο, όπως ένα startup μπορεί να ξεκινήσει με προσωπικά λεφτά και ιδρώτα των ιδρυτών -και ίσως της οικογένειας και των φίλων τους, και να οδηγήσει σε μια μεγάλη επιτυχία.
  • Μια ταινία μπορεί να μην αποσκοπεί στην οικονομική εκμετάλλευση και στο κέρδος όπως κι ένα open source project (που δεν είναι startup αλλά λειτουργεί πάνω κάτω με τους ίδιους όρους).
  • Τα startup αυτοπαρουσιάζονται σε startup competitions όπως οι ταινίες σε φεστιβάλ. Και στις δύο περιπτώσεις το ζητούμενο είναι η αναγνώριση κι η σύναψη εμπορικών ή άλλων επιχειρηματικών συμφωνιών.

Αφήνω σε σας ν’ ανακαλύψετε κι άλλες αναλογίες για να εξετάσω το που αυτές μπορούν να οδηγήσουν.

Το ζητούμενο από το προηγούμενο ποστ ήταν ο ελληνικός  κινηματογράφος σαν εξωστρεφής δραστηριότητα. Κι αυτή την δυνατότητα προσπαθεί να ερευνήσει κι η αναλογία μιας ταινίας μ’ ένα startup. Για να ψάξουμε όμως τη δυνατότητα λίγο καλύτερα, χρειάζεται μια μικρή ιστορική αναδρομή στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή την οποία θα την επιχειρήσω καθαρά από μνήμης, χωρίς να έχω ανατρέξει σε σχετικές πηγές που, γι αυτό, θα είναι ανοιχτή σε αναθεωρήσεις.

Παλιός ελληνικός κινηματογράφος

Κάτω απ’ αυτό τον όρο θα ‘τσουβαλιάσω’ όλη την ελληνική παραγωγή μέχρι την μεταπολίτευση, αν και τα όρια δεν είναι τόσο σαφή. Απλά το ορόσημο αναφοράς είναι βολικό κι όχι πολύ λανθασμένο.

Στο μεγάλο μέρος του, ίσως και στο σύνολο, δεν το γνωρίζω, ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είναι αποτέλεσμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας ως προς την παραγωγή (με τη Φίνος Φίλμ το πιο γνωστό παράδειγμα).

Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι εκείνο του Χόλυγουντ, με ένα εγχώριο σταρ σύστεμ που λειτουργεί σαν το δέλεαρ για την παρακολούθηση μιας νέας ταινίας.

Οικονομικά ο παλιός κινηματογράφος τα καταφέρνει καλά: τα εισητήρια που κόβουν οι ταινίες το 60 θα τα ζήλευαν και μεγάλες σημερινές blockbuster παραγωγές. Το “Υπολοχαγός Νατάσα” πιάνει δε το για πολλά χρόνια ρεκόρ των 750χιλ. εισητηρίων.

Κι ενώ το μεγάλο μέρος της παραγωγής είναι εμπορικές ταινίες που απευθύνονται κυρίως στην εσωτερική αγορά, υπάρχει χώρος και για ποιοτικότερες, πιο καλλιτεχνικές παραγωγές, που γίνονται κι οι πρεσβευτές του ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό,  όπως ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου κά.

Κι εδώ είναι η ιδιομορφία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: το εμπορικό είναι εσωστρεφές (non tradable, με διεθνείς όρους, θα λέγαμε), ενώ το ποιοτικό αναζητάει μια δικαίωση κι ένα λόγο ύπαρξης εκτός Ελλάδος.

Στις ποιοτικές επιτυχίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου μεγάλο λόγο παίζουν οι συνέργειες: και στην περίπτωση του Κούνδουρου που προανέφερα αλλά κυρίως στο Ποτέ την Κυριακή του Ντασσέν και της Μελίνας, είναι η μουσική του Χατζιδάκη που υποστηρίζει ικανά τις ταινίες.

Μια άλλη συνέργεια είναι επίσης ενδιαφέρουσα στην περίπτωση του Κούνδουρου: το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Αναφέρω αυτά περί συνεργειών για να ξαναθυμήσω την αναλογία με τα  startup: οι ταινίες είναι ομαδικά δημιουργήματα και ο ρόλος της ομάδας των ‘co-founders’ σημαντικός στην επιτυχία τους.

Η ρόδινη διαδρομή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ανακόπτεται, απότομα σχετικά, από την επέλαση της τηλεόρασης. Είναι κλασσικό disruption και βέβαια όχι μόνο ελληνικό. Απλά στην Ελλάδα οι συνθήκες παραγωγής του ‘παραδοσιακού’ κλάδου δεν άντεξαν στην διαδικασία της προσαρμογής.

Η εμπορικότερη ελληνική ταινία

Νεώτερος Ελληνικός Κινηματογράφος

Ο μετά την μεταπολίτευση κινηματογράφος χαρακτηρίζεται από τη στροφή στο πιο ‘κουλτουριάρικο’ και λόγω του ότι το εμπορικό έχει μετακομίσει στην τηλεόραση αλλά και λόγω του πολιτικού πνεύματος που εισάγεται από τη Γαλλία, κυρίως με τον επαναπατρισμό των πολιτικών (αυτο)εξόριστων διανοουμένων, αλλά και το γενικώτερο πνεύμα της εποχής. Το πιο εξέχον παράδειγμα και το role model αυτής της περιόδου, μέχρι τα τέλη του ’80, είναι ο προσφάτως εκλιπών Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Αυτό όμως που είναι μεγαλύτερης σημασίας είναι η αλλαγή στη διαδικασία της παραγωγής ταινιών: στην πλειονότητα τους δεν χρηματοδοτούνται πια από ιδιώτες αλλά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Συνέπεια αυτού είναι η ύπαρξη μιας νέας δυνατότητας: του να παράγονται ταινίες οι οποίες δεν βρίσκουν κοινό, απλά και μόνο γιατί κρίνονται a priori καλλιτεχνικές.

Παράλληλα, υπάρχουν δείγματα παραγωγής όπως το Λούφα και Παραλλαγή του Νίκου Περάκη όπου ακολουθούν το δρόμο της ιδιωτικής παραγωγής και  της εμπορικής αλλά ποιοτικής ταινίας, που θυμίζουν ότι ο κινηματογράφος μπορεί να μετασχηματιστεί και να ξαναγίνει σημαντικός στις νέες συνθήκες.

Από τη δεκαετία του 90 και μετά, και με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης και της άνθισης της διαφήμισης δημιουργούνται νέες συνθήκες: αφενός οι κινηματογραφιστές μπορούν να έχουν ένα daytime-job στη διαφήμιση, αφετέρου σχηματίζεται ένα νέο star system, το τηλεοπτικό.  Το εμπορικό ζενίθ αυτής της νέας συνθήκης είναι η ταινία του 1999 Safe Sex που σπάει το φράγμα του 1 εκατομυρίου εισητηρίων. Την παραγωγή της ταινίας, κι εδώ είναι το ενδιαφέρον, κάνει ένα τηλεοπτικό κανάλι (το Mega Channel) το οποίο κάνει έτσι cash out  στο μέχρι τότε star system του.

Τη δεκαετία του 2000 τα μεγάλα νούμερα εισητηρίων στον ελληνικό κινηματογράφο επανέρχονται: με το Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίo να φτάνει στο all time high εισητηρίων με κοντά 1,3 εκατομ. ακολουθούμενο κοντά από την Πολίτικη Κουζίνα.  Από πλευράς παραγωγής το μεν πρώτο είναι της CL Productions, μιας εταιρίας καθαρά κινηματογραφικών παραγωγών, ενώ το δεύτερο της  Village Roadshow που εκτός από τις ομώνυμες αίθουσες κάνει και κινηματογραφικές διανομές.

Η πορεία των τελευταίων χρόνων δείχνει να αναβιώνει, σε κάποιο βαθμό, χαρακτηριστικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: ιδιωτική παραγωγή, εγχώριο star system και μεγάλο αριθμό εισητηρίων, χωρίς όμως ν’ αναδεικνύει μόνιμους και σταθερούς ‘παίχτες’ σ’ όλο το production chain της κινηματογραφικής παραγωγής.

Το σήμερα της κρίσης

Στις σημερινές συνθήκες ο ελληνικός κινηματογράφος αντιμετωπίζει τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν κι όλοι οι άλλοι κλάδοι της οικονομίας: μειωμένα εισοδήματα των θεατών, που οδηγούν σε μειωμένα εισητήρια, απώλειες των βιοποριστικών θέσεων εργασίας (τηλεόραση, διαφήμιση) των διαφόρων συντελεστών (ηθοποιοί, τεχνικοί, σκηνοθέτες) και, βέβαια, περαιτέρω στένεμα στα κεφάλαια χρηματοδότησης. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να οδηγηθεί ξανά σε μια περίοδο μαρασμού. Μπορεί όμως να εκμεταλευτεί και την κρίση σαν ευκαιρία.

Πως;

Πρώτα απ’ όλα οι νέες συνθήκες δυσκολεύουν το να κάνεις κινηματογράφο εκ του ασφαλούς: είτε έχοντας μια daytime job, είτε έχοντας μια κρατική χρηματοδότηση.  Άρα, αν υπάρξει συνέχεια, αυτή θα είναι συναρτημένη από το κατά πόσο μπορεί ο ελληνικός κινηματογράφος να περάσει σε μια διεκδίκηση μέλλοντος μέσα στο διεθνές περιβάλλον παίρνοντας ρίσκα.

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να μας επιτρέψει αισιοδοξία γι αυτό, είναι αφενός ότι το εσωτερικό περιβάλλον είναι πλέον εχθρικό, οπότε αναγκαστικά η εξωστρέφεια είναι η μόνη διέξοδος, και, κυρίως, το γεγονός ότι οι νεώτεροι κινηματογραφιστές έχουν μεγαλώσει σε μια εποχή διασύνδεσης: έχουν τις ευκαιρίες και τις προσβάσεις που προσφέρονται από το internet όσον αφορά την πληροφόρηση και την εύρεση συντελεστών και πόρων. Κι όπως και με τα ελληνικά startups,  ο άνθρωπος του κινηματογράφου έχει ένα carrier path να ονειρεύεται: ότι μια ελληνική διεθνής επιτυχία μπορεί ν’ ανοίξει τις πόρτες των μεγάλων στούντιο. Το Hollywood είναι η Silicon Valley  των κινηματογραφιστών κι οι μεγάλες παραγωγές όπως και οι μεγάλες χρηματοδοτήσεις λαμβάνουν χώρα κυρίως  σ΄αυτή τη πλευρά της γης.

Ευκαιρίες και συνέργειες

Κάνοντας τη νοητική αναδρομή στον ελληνικό κινηματογράφο ένα πράγμα που συνειδητοποίησα, και που μου προκάλεσε κατάπληξη, είναι πόσο λίγο,  σε αντίθεση με άλλους κινηματογράφους, αντλεί από την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Ενώ στο Hollywood το να γίνει ταινία ένα επιτυχημένο βιβλίο είναι σχεδόν δεδομένο κι αυτονόητο, στην Ελλάδα τα παραδείγματα είναι ελάχιστα. Αναρωτιέται κανείς γιατί. Τόση λίγη εκτίμηση έχουν στην ελληνική λογοτεχνία οι κινηματογραφιστές μας; Γιατί δεν κάνει κάποιος ταινίες τα βιβλία  που μπορούν να έχουν μια υγιή δόση και ποιότητα και εμπορικότητας; Του Μάρκαρη, ας πούμε.

Σε μικρότερο βαθμό το ίδιο ισχύει και για τη μουσική: οι ταινίες ή θα έχουν καθαρά κινηματογραφική μουσική, (αξιόλογη καθ’ όλα, όπως του Δημήτρη Παπαδημητρίου ή της Ελένης Καραϊνδρου) ή πιο παραδοσιακή (ρεμπέτικα, έντεχνο κτλ). Η σύγχρονη ελληνική μουσική παραγωγή απουσιάζει. Και πάλι γιατί; Δεν είναι άξια λόγου; Δεν αρέσει στους σκηνοθέτες; Δεν έχω απάντηση.

Η ελληνική κρίση οδεύει να είναι άλλη μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τον κινηματογράφο για ένα ακόμα λόγο: δεν έχει επιχειρήσει να την αφηγηθεί. Ας σκεφτούμε πως από μόνο του το θέμα είναι ικανό να προσελκύσει διεθνές κοινό μιας και το ζήτημα ‘διαφημίζεται’ στα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης αδιάλειπτα τα τελευταία δύο χρόνια. Και δεν εννοώ μ’ αυτό μια νέα γενιά πολιτικών ταινιών. Χορτάσαμε απ’ αυτές, όχι. Εννοώ μια εικονογράφηση της κοινωνίας όπως έχει αυτή διαμορφωθεί σ’ αυτές τις συνθήκες. Ζούμε μια πρωτόγνωρη περίοδο της ιστορίας μας, που σε ανθρώπινο επίπεδο, παράγει τόνους ιστορίες άξιες αφήγησης, αλλά ο ελληνικός κινηματογράφος δείχνει να τις αγνοεί. Ή να τις σνομπάρει. Αντ’  αυτού επιλέγει ή να στρέφει το βλέμμα σε μια αμφίβολη ελαφρότητα ή να επιδίδεται σε κρυπτικές ομφαλοσκοπήσεις. Γιατί; Είναι νωρίς μήπως;

 

Μια πρόταση δράσης

Αν υποθέσουμε ότι αυτά που λέω  τ’ ακούσουν κάποιοι άμεσα ενδιαφερόμενοι (κινηματογραφιστές) και θέσουν το (απίθανο) ερώτημα τι θα μπορούσαν να κάνουν για να εκμεταλευτούν τις νέες συνθήκες, θα είχα να προτείνω τα παρακάτω:

  • Πρώτα ν’ αρχίσουν να μαζεύονται και να συζητούν τις ιδέες τους για ταινίες, ν΄ανταλλάσουν ειλικρινείς απόψεις και να παίρνουν  feedback όχι μόνο από το συνάφι τους. Ένα είδος Opec Coffee για τον κινηματογράφο, ή κάτι τέτοιο.
  • Να ψάξουν θέματα και στην ελληνική λογοτεχνία και στην διεθνή. Η ιστορία είναι το πρωταρχικό σε μια αφήγηση. Δεν πρόκειται για ντοκυμανταίρ. Και δεν είναι δεδομένο ότι κάποιος που γνωρίζει τα μυστικά της αφηγηματικής γλώσσας (ο κινηματογραφιστής εν προκειμένω) μπορεί να επινοεί ιστορίες άξιες αφήγησης.
  • Να σκεφτούν σαν θεατές μιας μακρινής χώρας. Να προσπαθήσουν να μιλήσουν σε τέτοιους θεατές, χωρίς απαραίτητα να κάνουν υποχωρήσεις στο εύκολο και στο κοινότυπο.
  • Και κυρίως και πάνω απ’ όλα να τολμήσουν να ξεκινήσουν (start up) ακόμα κι αν δεν έχουν υπεσχημένη ούτε μια δραχμή (παλαιά ή μέλλουσα).

Update 1:

Από το σχόλιο του Απόστολου βρήκα σ’ αυτό το αφιέρωμα στα 100 χρόνια του  (ελληνικού) κινηματογράφο από την εκπομπή παρασκήνιο, την ακόλουθη κι αρκετά παλιά δήλωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου που είναι στην καρδιά του θέματος που πραγματεύομαι(το  screencast είναι λίγο κακής ποιότητας, αλλά σημασία έχει ο ήχος).

Τα άυλα σαν λύση εξωστρέφειας

Διαβάζοντας αυτή τη μετρημένη και χωρίς τεχνοκρατικές περιστροφές παρουσίαση της πορείας του Μνημόνιου και της  αποτυχημένης (μη) εφαρμογής του  συνειδητοποίησα κάτι που έπρεπε να είναι καθαρό από την αρχή. Στη συνταγή του μνημονίου υπήρχε μόνο η ελπίδα της αύξησης της εξωστρεφούς παραγωγής. Και λέω ελπίδα γιατί με τόσο ισχνή παραγωγική βάση, το κυρίως πρόβλημα δεν θα λυνόταν αν απελευθερώνονταν, και κατά συνέπεια φτήναιναν, οι μεταφορές, ή αν έφευγε από τη μέση το ‘λίπος’ των ενδιάμεσων και της γραφειοκρατίας (όχι πως δεν πρέπει να φύγουν).

Γιατί, τελικά, αυτό που όντως θα φτήναινε, θα ήταν ένα μη αναγνωρίσιμο, μέτριας ποιότητας, χαμηλής συνθετότητας προϊόν που, και πάλι, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε ν’ ανταγωνιστεί την πλημμυρίδα των εξευτελιστικά φτηνών προϊόντων από την Απω Ανατολή, στην εγχώρια ή στη διεθνή αγορά, καθώς, από τα χαρακτηριστικά του, μόνο μ’ αυτά θα συγκρινόταν.

Συνειδητοποίησα επίσης, πως αυτό το άρθρο στην ουσία είναι μια ελεγεία για την ήττα της αξίας και της παραγωγικότητας, καθώς οι δυνάμεις που δυναστεύουν τη μοίρα του τόπου προτιμούν να είναι οι πλουσιώτεροι των φτωχών, παρά οι φτωχοί των πλουσίων και συνεπώς δεν θα εγκαταλείψουν τον στραγγαλισμό μας μέχρι ν’ αποπνεύσουμε.

Κι αναρωτήθηκα (κι αναρωτιέμαι ακόμα) μήπως υπάρχει τρόπος αντί να νικηθεί αυτό το σύστημα σε ευθεία αντιπαράθεση, απλά να βραχυκυκλωθεί.

Κι εκεί πάνω ξανάφερα στο μυαλό την όλη συζήτηση για τα  tradables, που έχει ξεκινήσει ο Αρίστος Δοξιάδης, σκεφτόμενος ότι, στην αναζήτηση μιας νέας δυναμικώτερης παραγωγής, κάπου έχουμε παρασυρθεί σε παλαιότερα σχήματα.

Μήπως το μιλάμε για επιστροφή στην αγροτική παραγωγή π.χ. είναι, όχι μόνο λάθος, αλλά κι απομάκρυνση από κει που έχουμε πραγματικά απόθεμα δυνάμεων κι αρωγό την ελληνική ψυχοσύνθεση;

Κι παρυσφρύει πάλι στη σκέψη το παράδειγμα του μικρόκοσμου στον οποίο συχνά πυκνά κινούμαι: των startups και της νέας εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας.

Σκεφτείτε: ένα ιντερνετικό startup δεν θα χρειαστεί φορτηγατζήδες για να μεταφέρουν τα ‘προϊόντα’ του στις διεθνείς αγορές. Δεν έχει ανάγκη από ακριβές εγκαταστάσεις. Δεν πληρώνει μισθούς με βάση κάποια συλλογική σύμβαση. Κι αν αναζητήσει σοβαρή χρηματοδότηση και μέλλον, το πιθανώτερο είναι να τα βρει εκτός ελληνικής επικράτειας.

Θα μου πείτε: “τότε τι όφελος μπορεί έχει η ελληνική οικονομία ή η χώρα;”  Το ίδιο που είχε παλιαότερα από τη ναυτιλία και το εισόδημα που εισέρρε σ’ ελληνικά σπιτικά.

“Αλλά, εντάξει, ακόμα κι έτσι να είναι”, θα μου πείτε πάλι,  “πόσο πρέπει να είναι αυτό για να έχει επίπτωση μιας κάποιας σημαντικότητας;”

Σωστά, δεν μπορεί να είναι πολύ και δεν θα έρθει γρήγορα. Αλλά ας το χρησιμοποιήσουμε σαν μοντέλο για να δούμε αν υπάρχουν κι άλλες δραστηριότητες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν έτσι ή παρόμοια, και να συντελέσουν στο βραχυκύκλωμα που λέγαμε παραπάνω. Υπάρχουν;

Τις προάλλες άκουγα μια ραδιοφωνική εκπομπή, σε  κάποιο από τα διαλείματα απεργίας στον  Kosmos (ο παραγωγός και τ’ όνομα της εκπομπής μου διαφεύγουν) όπου το θέμα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον: αφορούσε την ομοιότητα της ελληνικής λαϊκής μουσικής με μουσικές της Μέσης Ανατολής, της Κεντρικής Ασίας κι ακόμα πιο πέρα. Κι η έκπληξη μου ήταν τεράστια όταν άκουσα ένα τραγούδι από κάποια επαρχία της Κίνας που, αν έβαζες ελληνικό στίχο, με τίποτα δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσεις από ένα ρεμπέτικο. Η ελληνική λαϊκή μουσική είναι (είτε μας αρέσει, είτε όχι) συγγενής με τη μουσική αυτών των λαών, μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτή εκεί,  κι εύκολα και μπορούν να μάθουν να την αναγνωρίζουν και να την καταναλώνουν.

Η αρέσκεια των Ισραηλινών και των Τούρκων στην ελληνική μουσική είναι γνωστή, αλλά το να βάζεις στο νου μια δυνητική αγορά μεγαλύτερη σ’ έκταση από τις χώρες που κατέκτησε ο Μέγας Αλέξανδρος, και σε πληθυσμό που μετριέται σε δεκάδες φορές τον ελληνικό, είναι μια προοπτική και μια ευκαιρία που κόβει την ανάσα.  Απαιτεί όμως μια στρατηγική στροφή στο λαϊκό τραγούδι: να φύγει από το περιτύλιγμα της φτηνής αλλά ακριβά χρεούμενης διασκέδασης και να γίνει προϊόν. Προϊόν πολιτισμού μεν, αλλά προϊόν. Κι οι εταιρείες παραγωγής του κι οι φορείς του να κοιτάξουν να στοχεύσουν αυτές τις αγορές στις οποίες έχουν πραγματικά πιθανότητα να ακουστούν και ν’ αναδειχτούν  παρά να γλύφουν κατουρημένες γκλαμουροποδιές στη Γιουροβίζιον.

Ύστερα είναι ο κινηματογράφος που, παρά το πλούσιο ελληνικό παρελθόν του δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα διεθνής, και παρά τα τελευταία μικρά καλά νέα του (τη διεθνή προβολή π.χ. που γνώρισαν οι ταινίες του Λάνθιμου ‘Κυνόδοντα’ς και ‘Άλπεις’, το ‘Άττενμπεργκ’ της Τσαγκάρη και ο ‘Άδικος Κόσμος’  του Τσίτου), δεν μας έχει δώσει κάτι μεγάλης κλίμακας ακόμα, ούτε έχει βρει ένα δικό του ύφος. Έχει δε μια διπλή εικόνα: παραγωγές πιο εμπορικές αλλά και πιο εσωστρεφείς που πατάνε κυρίως πάνω σε τηλεοπτικά ονόματα, κι άλλες πιο soul searching που μπορούν να έχουν ανταπόκριση σ’ ένα διεθνές κοινό. Δε χρειάζεται να ψάχνουμε διεθνή θέματα για το διεθνές κοινό. Ο Ιρανικός κινηματογράφος κάνει διεθνείς επιτυχίες μ’ ακραιφνώς ιρανικά θέματα.  Ειλικρίνεια χρειάζεται. Γιατί το αληθινό είναι και πανανθρώπινο κι αναγνωρίζεται άμεσα σαν τέτοιο.

Εκείνο που γεννάει ελπίδες εδώ είναι τ’ ότι η κρίση στην διαφημιστική άγορα έχει ήδη αρχίσει να στρέφει τους κινηματογραφιστές των τηλεοπτικών σποτ σ’ αναζήτηση άλλων λύσεων, κάτι που μπορεί να σημαίνει είτε τη συνέχιση της παρούσας δουλειάς τους στο εξωτερικό (καλό αλλά λίγο) , είτε τη δημιουργία ταινιών που θα μπορούν να ‘ταξιδέψουν’ και να φέρουν εκατομύρια στη χώρα. (Παρεπιπτόντως, μια τέτοια φιλόδοξη προσπάθεια έχει ξεκινήσει ο Γιάννης Σμαραγδής με το “Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι” .  Μακάρι να πετύχει).

Γενικά, η καλλιτεχνική δημιουργία έχει ένα πλεονέκτημα: δεν εξαρτάται στενά από όρους παραγωγής. Αν κάτι αρέσει, ο κόσμος είναι διατεθειμένος να πληρώσει γι αυτό. Δεν αγοράζουμε μουσική με κριτήριο πόσο φτηνώτερο είναι ένα κομμάτι από ένα άλλο. Συνεπώς, εδώ δεν υπάρχει εδώ ανταγωνισμός από χώρες χαμηλού κόστους. Υπάρχουν βέβαια ζητήματα σχετικά με τη διανομή και το μάρκετιν, που όμως είναι επιλύσιμα, και μάλιστα, εφόσον αναφερόμαστε σε διεθνείς αγορές, επιλύσιμα σε πλαίσια διεθνούς ανταγωνισμού που σημαίνει μακρυά και πέραν από το γνωστό πεδίο κατεργαριών των ελληνικών doing business.

Κι επιπλέον τα προϊόντα πολιτισμού, έχουν κι ένα άλλο, πέραν του οικονομικού, όφελος: δημιουργούν μια αναγνώριση, χαράζουν το  brand Ελλάδα στα μυαλά των μη Ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο ότι, για δεκαετίες, όταν στη Δύση άκουγαν τη λέξη Έλληνας σκέφτονταν το Ζορμπά και τη Μελίνα. Δυο ταινίες το έκαναν αυτό. Δυο ταινίες (Το Zorba the Greek και το Ποτέ την Κυριακή) σχηματοποίησαν την εικόνα του Έλληνα στο μυαλό της Δύσης. Πιθανόν άλλες δυο να μπορέσουν να την ανασχεδιάσουν με νέους ευνοϊκότερους όρους.