Category Archives: Οικονομία

(Συ)ζητώντας εξηγήσεις

Από το 2009 ως σήμερα που προσπαθώ κι εγώ όπως όλοι να καταλάβω αυτή την καταστροφική παλίρροια που μας έχει σαρώσει, ανάμεσα στα πολλά που μου έχουν κάνει εντύπωση ξεχωρίζω ως κορυφαίο την παλινδρόμηση στον αταβισμό και την ανορθολογικότητα.

Η ιστορία βέβαια μας διδάσκει ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί εξαίρεση σε περιόδους κρίσης. Μάλλον είναι ο κανόνας.  Είναι άλλο όμως τον κανόνα αυτό να τον αντιλαμβάνεσαι σαν μια γενική συνισταμένη μέσα από ένα ιστορικό εγχειρίδιο, κι άλλο σαν καθημερινή εμπειρία, ειδικά με ανθρώπους που ξέρεις, γνωρίζεις χρόνια, εκτιμάς για τη διαύγεια της σκέψης τους, και ξαφνικά δεν μπορείς πλέον να καταλάβεις.

Κι όσο αυτό γενικεύεται τόσο περισσότερο αρχίζεις ν’ αμφιβάλεις για τη δική σου διανοητική κατάσταση και κρίση.

Για να ξορκίσω ακριβώς αυτό το φόβο κι αυτή την αμφιβολία, γράφω όσα ακολουθούν, κι όχι γιατί θέλω να νουθετήσω ή να διδάξω κάτι άλλους.

Πάμε από την αρχή λοιπόν. Σ΄ όλες τις συζητήσεις που κάνω κάποια στιγμή αργά ή γρήγορα θα εμφυλλοχωρήσει μια άποψη που προσπαθεί να εξηγήσει καταστάσεις και πράγματα αποδίδοντας τις αιτίες σε σχεδιασμούς κάποιων κέντρων, εντός ή εκτός της χώρας.  Στη δημόσια συζήτηση όσοι δεν υιοθετούν παρόμοιες απόψεις τις λοιδωρούν και τις απορρίπτουν συλλήβδην ως θεωρίες συνομωσίας κάτι που ελάχιστα επηρεάζει αυτούς που τις πιστεύουν και τις επικαλούνται.

Θα προσπαθήσω ν’ ακολουθήσω μια διαφορετική γραμμή αλλά θέτοντας εξαρχής κάποιες αρχές για το πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται μια “εξήγηση” και μια “θεωρία” αντλώντας τες από το μοναδικό πεδίο ανθρώπινης σκέψης που συζητάει τέτοια θέματα, τη φιλοσοφία και πιο ειδικά, την επιστημολογία.

Πρώτη αρχή, το ξυράφι του Όκκαμ

Ο Όκκαμ ήταν ένας καλόγηρος του μεσαίωνα που διατύπωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα αρχή. Σαν τέτοια δεν επιδέχεται απόδειξης, είναι κάτι που είτε το αποδέχεσαι, είτε όχι. Αλλά η αρχή αυτή έχει επηρεάσει αιώνες ανθρώπινης σκέψης κι αναζήτησης κι αν μη τι άλλο, η αποδοχή της καλά κρατεί.

Λέει λοιπόν αυτή η αρχή περίπου το εξής: όταν για την εξήγηση ενός γεγονότος υπάρχουν περισσότερες από μια κι αντικρουόμενες θεωρίες, επιλέγουμε αυτήν με τις λιγότερες υποθέσεις.

Ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητή η αρχή: αν ψάχνουμε να βρούμε γιατί έχει χρεωκοπήσει ένα φίλος μας που είχε το πάθος της χαρτοπαιξίας, το ν’ αποδώσουμε ακριβώς σ’ αυτό το πάθος του τη χρεωκοπία είναι μια εξήγηση με λιγότερες υποθέσεις από μιαν άλλη που λέει ότι τον επιβουλεύονταν κάποιοι που φρόντισαν να του πάνε όλα στραβά. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε περισσότερες από μια υποθέσεις: ότι υπάρχει μια ομάδα κάποιων που τον επιβουλεύονται, ότι αποφασίζουν να καταστρώσουν ένα σχέδιο για να τον καταστρέψουν, ότι χρησιμοποιούν χ μεθόδους για να φέρουν το σχέδιο σε πέρας, κι ότι δεν γίνονται αντιληπτοί και το καταφέρνουν.

Προσέξτε εδώ ένα λεπτό σημείο: η πρώτη θεωρία είναι προτιμώτερη από την δεύτερη γιατί έχει λιγότερες υποθέσεις μεν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η δεύτερη θεωρία είναι αδύνατον να είναι αληθινή. Για να κριθεί όμως ως πιθανή θα πρέπει κανείς να προσκομίσει αρκετές αποδείξεις. Η αρχή του Όκκαμ ισχύει όσο επεξεργαζόμαστε κάτι μόνο με το μυαλό και τη φαντασία κι όχι όταν υπάρχουν γεγονότα που συνηγορούν με μια από τις θεωρίες.

Δεύτερη αρχή, η αρχή της διαψευσιμότητας

Μια θεωρία για να μπορεί να πείσει για την  ισχύ της πρέπει να καταφέρνει σε ικανοποιητικό βαθμό δυο αποτελέσματα:

α. να εξηγεί τα γεγονότα

β. να προβλέπει την πορεία μελλοντικών

Στην εξήγηση μέσα κρύβεται κι η ρίζα της ανατροπής μια θεωρίας. Γιατί αν βρούμε μια σειρά από γεγονότα που με βάση τη θεωρία θα έπρεπε να συμπεριφέρονται με τρόπο Α κι εν τούτοις παρατηρούμε να συμβαίνει κάτι άλλο, το Β, τότε λέμε ότι η θεωρία διαψεύστηκε και συνεπώς την απορρίπτουμε. Μια θεωρία πρέπει εξαρχής να παρουσιάζει σαφώς τη συνθήκη της διάψευσης της. Αν μια τέτοια δεν μπορει να διατυπωθεί, τότε η θεωρία χαρακτηρίζεται ως μεταφυσική και δεν μας προσφέρει γνωστική αξία.

Αν μ’ έχετε παρακολουθήσει ως εδώ, και ξέρω ότι θα έχω ήδη χάσει πολλούς από σας, ας πάμε τώρα να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις αρχές σε εξηγήσεις της κρίσης.

Πριν μερικές μέρες έθεσα μια ερώτηση στο facebook να μου διατυπώσουν οι φίλοι μου όσο γίνεται πιο συνοπτικά την άποψη τους για την αιτία της ελληνικής κρίσης.

Πήρα πολλές απαντήσεις κι ειλικρινά ευχαριστώ γι αυτό. Επιτρέψτε μου χάριν οικονομίας να ομαδοποιήσω μερικές και να τις συζητήσω με βάση τις δύο πιο πάνω αρχές.

Οι απαντήσεις με άξονα την ηθική ή τον εθνικό χαρακτήρα

  • Αμόρφωτοι πολίτες.
  • Αναλφαβητισμός
  • Ευθυνοφοβία
  • Δρόμο της ‘κακίας’
  • Η νοοτροπία μας
  • Διαφθορά
  • Διαχρονική ανομία
  • Κουλτούρα/εκπαίδευση
  • Φαυλοκρατία
  • Καχυποψία
  • Αδιαφορία
  • κ.α.

Οι απαντήσεις αυτές είναι  σύμφωνες με την πρώτη αρχή (το ξυράφι του Όκκαμ) γιατί περιέχουν πολύ λίγες υποθέσεις. Χτυπάνε όμως στη δεύτερη αρχή. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους παράγοντες είναι ικανός να προκαλέσει κρίση, τότε δεν θα έπρεπε όπου αλλού απαντάται να υπάρχει επίσης κρίση; Έτσι η διαφθορά κι η φαυλοκρατία, ας πούμε, δεν θα έπρεπε να δημιουργεί κρίση στην Κίνα όπου ξέρουμε ότι υπάρχει σε μεγάλη έκταση; Η Κίνα όμως κινείται σε υψηλή αναπτυξιακή τροχιά άρα ο παράγοντας “διαφθορά” δεν είναι ικανός να την οδηγήσει σε κρίση (ως τώρα τουλάχιστον).

Η αδιαφορία; Σίγουρα τα δυτικά κράτη δεν φημίζονται για το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο αλλά δεν βλέπουμε εξ αιτίας αυτού να βυθίζονται σε μακροχρόνια οικονομική κρίση.

Εκπαίδευση, μόρφωση; Σίγουρα σημαντικοί παράγοντες για την οικονομική ανάπτυξη αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η χρόνια υστέρηση τους μπορεί να εξηγήσει μια οικονομική κρίση. Η Τουρκία είχε όλα αυτά το προβλήματα κι όμως διανύει περίοδο αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης. Το ίδιο κι η Βραζιλία.

Οι απαντήσεις που αποδίδουν την κρίση σε κάποιο σχεδιασμό

  • Νέα Τάξη Πραγμάτων

Δεν είμαι πολύ σίγουρος τι είναι η Νέα Τάξη Πραγμάτων αλλά σίγουρα αυτές οι απαντήσεις ‘χτυπάνε’ στο ξυράφι του Όκκαμ: πάρα πολλές υποθέσεις, πολύ περισσότερες απ’ όλες τις άλλες απόψεις: ποιοί είναι πίσω, πως κινούνται, γιατί τώρα, γιατί εμάς κτλ.

Οι γεωγραφικές κι οι ιστορικές απαντήσεις

  • 10 μήνες καλοκαίρι
  • Η Τουρκοκρατία

Εύκολη η κριτική εδώ: αν το καλοκαίρι ήταν το πρόβλημα τότε η ζώνη μεταξύ του 35ου και του 40ου παράλληλου που χοντρικά περικλείει την Ελλάδα, θα έπρεπε να είναι μονίμως σε κρίση. Ομοίως, κι όλα τα έθνη που γεννήθηκαν μετά την διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα έπρεπε να είναι μονίμως σε κρίση.

Οι δομικές/συστημικές απαντήσεις

  • Εμπορικό ισοζύγιο (η χρόνια ελλειμματικότητα δηλαδή).
  • Η ολλανδική ασθένεια (too much easy money).
  • Δημοσιες σοσιαλκαπιταλιστικες σπατάλες
  • Ο καπιταλισμός
  • Ο υπερβολικός δημόσιος τομέας
  • Κλεπτοκρατία
  • Ανίσχυροι θεσμοί
  • κ.α.

Οι απαντήσεις αυτές είναι ικανοποιούν και τα δύο κριτήρια σε κάποιο βαθμό αλλά κάποιες αναπόφευκτα είναι πιο γενικές από άλλες. Π.χ. η απόδοση της κρίσης στον καπιταλισμό είναι πολύ γενική απάντηση κι αν ήταν να διαλέξουμε μεταξύ αυτής και του εμπορικού ισοζύγιου (λέω ένα στην τύχη) θα προτιμούσαμε το δεύτερο γιατί περιέχει λιγότερες υποθέσεις.

Και βέβαια δεν αποκλείεται πολλές απ’ αυτές τις εξηγήσεις να δρουν συνδυαστικά. Πάντως εδώ είμαστε στην κατηγορία των απαντήσεων που έχουν την επιστημολογική σφραγίδα ότι μπορούν να χρησιμεύσουν σαν πραγματικές εξηγήσεις.

Δυστυχώς για το θυμικό μας οι απαντήσεις αυτές δεν καταδεικνύουν εύκολους ενόχους. Και, κυρίως, δεν καταδεικνύουν ενόχους των οποίων η απομάκρυνση και τιμωρία επαναφέρει το σύστημα στην πρότερη κατάσταση. Και παρά την αναπόφευκτη υπεραπλούστευση που ενείχε η παραπάνω συζήτηση, αν υπάρχει κάτι που μένει, τουλάχιστον σε μένα, είναι τ’ ότι ένα πρόβλημα που απαιτεί διεξοδικούς ορθολογικούς χειρισμούς για να το λύσεις,  δεν λύνεται ποτέ εν είδει γόρδιου δεσμού. Σκοπός είναι μετά το λύσιμο του κόμπου να έχουμε ακόμα σχοινί.

 

 

Ε. Παπαστράτος: η απόπειρα δημιουργίας αστικής τάξης

Τα τελευταία δυο χρόνια προσπαθώ ν’ ανασυνθέσω την ιστορία της ζωής του παπού μου. Επειδή ένα μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στη δούλεψη του καπνοβιομήχανου Ευάγγελου Παπαστράτου, θεώρησα πως η πρόσφατα επανεκδοθείσα αυτοβιογραφία του τελευταίου (με τον τίτλο “Η δουλειά κι ο κόπος της”) θα μπορούσε να περιέχει κάποια στοιχεία και γι αυτό την αγόρασα και τη διάβασα σε δυό μέρες.

Έκανα λάθος. Κανένα στοιχείο για το θέμα μου δεν προέκυψε. Αλλά δεν μετάνοιωσα. Γιατί είδα να ξετυλίγεται μπροστά μου η ιστορία της αναρρίχησης στην αστική τάξη ενός απλού χωριατόπαιδου με βασικό εργαλείο αυτό που λέει κι ο τίτλος: την δουλειά και τον κόπο που τη συνοδεύει.

Ο Ε. Παπαστράτος δεν ανήκε στην συνήθη χορεία πλουσίων που έχουμε συνηθίσει: εφοπλιστών ή τραπεζιτών της ομογένειας. Ούτε προερχόταν από κάποια παλιά εύπορη οικογένεια, ούτε είχε ιστορικές καταβολές από κάποιον αγωνιστή του ’21 για να μπορεί να τις μεταφράζει σε πολιτικά προνόμια. Ήταν ο πιο μικρός γυιός μιας σχετικά άπορης οικογένειας με πέντε παιδιά: τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι.

Παρότι τα δυό μεγαλύτερα αδέλφια του κατάφεραν να σπουδάσουν,  ο ίδιος κι ο αμέσως μεγαλύτερος αδελφός του μπήκαν στο μεροκάματο από την πολύ φρέσκια ηλικία των 12 ετών.  Οι γραμματικές τους γνώσεις συνεπώς ήταν στοιχειώδεις.  Αυτό δεν τον εμπόδισε να διακριθεί από πολύ νωρίς στη δουλειά του κι όταν ήταν μόλις 21 ετών να είναι ένας από τους πιο καλοπληρωμένους υπαλλήλους της γενέτειράς του, του Αγρινίου. Σ’ αυτή όμως την ηλικία αποφάσισε πως ήθελε να κάνει κάτι δικό του και, δανειζόμενος ένα κεφάλαιο 3000 δρχ. και συνεταιριζόμενος με ένα πιο μεγάλο σε ηλικία έμπορο, ξεκίνησε την πρώτη του εμπορική δραστηριότητα που κράτησε ως το τέλος των βαλκανικών πολέμων, οπότε κι ο συνέταιρος του απεβίωσε.

Η βασική δραστηριότητα της εταιρείας του ήταν το καπνεμπόριο το οποίο ο Παπαστράτος κατόρθωσε ν’ αναβαπτίσει και ν’ αυξήσει σε αξία με δύο βασικές δράσεις του: την επικέντρωση στη βελτίωση της συλλογής και της επεξεργασίας των καπνών ούτως ώστε να παραδίδονται καθαρώτερα, ομογενή και αναλοίωτα στους πελάτες του και την εξωστρέφεια. Με όπλο την αναβαπτισμένη ποιότητα κινήθηκε εκτός Ελλάδος για να βρει αγορές στις Ολλανδία και Γερμανία αλλά και στην Αίγυπτο κάτι που το κατάφερε και με τη συνδρομή διαφόρων Ελλήνων της διασποράς.

Εν τω μεταξύ κατόρθωσε να εντάξει στο δυναμικό της εταιρείας του όλους τους μεγαλύτερους αδελφούς του και να δημιουργήσει μια σεβαστή περιουσία από την καπνεμπορική του δραστηριότητα που επέκτεινε πέραν του Αγρινίου σε όλη την παλαιά και νέα Ελλάδα.

Το 1930 οι αδελφοί Παπαστράτου δημιούργησαν μια πρότυπη καπνοβιομηχανία στα πρότυπα αναλόγων που είχε δει ο Ευάγγελος στην Γερμανία. Η βιομηχανία αυτή έζησε μέχρι το 2003 οπότε κι εξαγοράστηκε από την Philip Morris.

Το ενδιαφέρον της πορείας του Παπαστράτου είναι η μετάβαση από το εμπόριο ενός αγροτικού προϊόντος στη δημιουργία μιας βιομηχανίας. Σε διάφορα σημεία του βιβλίου αναφέρει αυτή την εξέλιξη ως πλήγμα στα οικονομικά του αλλά συγχρόνως και κάτι για το οποίο δεν μετάνοιωσε ποτέ.  Γιατί, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις αστών της Δύσης, το χρήμα δεν είναι το μόνο ή το όλο κίνητρο. Ο Παπαστράτος εμφορείται από μια εθνική ιδέα: αρχικά την διάδοση κι επικράτηση των ελληνικών καπνών στο εξωτερικό, κι αργότερα της προόδου που συμβολίζει η βιομηχανία και μάλιστα μια βιομηχανία μοντέρνα και πρότυπη για τον κλάδο της, όπως μαρτυρούσε το εργοστάσιο που έχτισε στον Πειραιά.

Αυτή η πορεία δημιουργίας αστικού κεφαλαίου που δεν σχετίζεται με σκέτα μεταπρατική δραστηριότητα (όπως π.χ. ήταν το εμπόριο της Σύρας ή το σιτεμπόριο από τις παραευξείνιες περιοχές που ‘έχτισε’ τον ελληνικό εφοπλισμό), αλλά που πατάει πάνω στην ντόπια αγροτική παραγωγή κι έχει βλέψεις εξαγωγικές, είναι μια από τις λίγες υγιείς κινήσεις σχηματισμού μιας πραγματικά ελληνικής αστικής τάξης κι αστικής νοοτροπίας, χωρίς εξάρτηση από πολιτικούς φαβοριτισμούς ή δοσοληψίες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλά σημεία του βιβλίου ο σε γενικές γραμμές κάπως ξερός και λίγο συμβατικός λόγος του Παπαστράτου καταφέρεται με αρκετή ειλικρίνεια κατά της ελληνικής γραφειοκρατίας, της κομματικής νοοτροπίας και, σε 1-2 περιπτώσεις,  του λαϊκισμού.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του Παπαστράτου, που και πάλι προσομοιάζει στα ιδεοτυπικά χαρακτηριστικά της πρώιμης αστικής τάξης, είναι η φιλομάθεια κι η διάθεση για καινοτομία. Μια φιλομάθεια καθαρά προσανατολισμένη στους σκοπούς της επιχειρηματικής του δράσης: διδάχτηκε σε μεγάλη ηλικία διαδοχικά Γαλλικά, Γερμανικά κι Αγγλικά. Και μια καινοτομία αντίστοιχη, αφού αφορούσε εφευρέσεις και διαδικασίες που βελτίωναν την επεξεργασία των καπνών και την παραγωγή τσιγάρων.

Πολιτικά το Παπαστράτος δεν είναι ξεκάθαρος: η οικογένεια του ήταν Τρικουπική, όπως ομολογεί ο ίδιος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναφέρεται με θαυμασμό και σεβασμό στο βιβλίο αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν κι αντίστοιχες ενδείξεις σεβασμού προς μέλη της βασιλικής οικογένειας και μια περίεργη αναφορά στην τάξη που επικράτησε επί Μεταξά παρά την απώλεια των ελευθεριών.

Για τα αισθηματά του απέναντι στους αντάρτες του ΕΑΜ είναι σαφώς πιο ξεκάθαρος (:αντίθετος) κάτι που ίσως να δικαιολογείται από τον εγκλεισμό του στο διαμέρισμα του για μέρες κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, όπου οι σφαίρες έβρισκαν πολλές φορές τον δρόμο τους προς τα δωμάτια της πρόσοψης του επί της Λεωφόρου Αμαλίας διαμερίσματός του. Σ’ αυτή ακριβώς την περίοδο είναι που αρχίζει ν’ αναπολεί τη ζωή του κι ολοκληρώνει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του το οποίο τελικά θα εκδώσει στις αρχές του ’60.

Αντίστοιχες περιπέτειες είχε υποστεί και το εργοστάσιο στον Πειραιά, το οποίο καταλήφθηκε για μια περίοδο, λεηλατήθηκε και τελικά βομβαρδίστηκε αλλά όχι σε σημείο ολικής καταστροφής.

Έχω εκφράσει πολλές φορές δημόσια κι ιδιωτικά την άποψη ότι η Ελλάδα ποτέ δεν απέκτησε αστική τάξη. Αυτό που έχουμε συνηθίσει ν’ αποκαλούμε αστική τάξη είναι όσοους κατέχουν πλούτο με κάποιο τρόπο. Ο πλούτος όμως αυτός αποκτήθηκε είτε με πολιτικές εύνοιες, είτε είχε φεουδαλική μορφή (:γη ή σπίτια προς εκμετάλλευση), είτε αφορούσε εμπόριο που διεξαγόταν κυρίως εκτός ελληνικών συνόρων, είτε, τέλος, ήταν πλούτος χρηματοοικονομικός. Η μόνη γνήσια παραγωγική δραστηριότητα στα πρώτα 100 χρόνια του νέου ελληνικού κράτους ήταν η αγροτική δραστηριότητα. Κι αν πρόκειτο να πηγάσει ποτέ μια βιομηχανία σ’ αυτό τον τόπο θα έπρεπε κατά κύριο λόγο να πατήσει πάνω στην αγροτική παραγωγή, να την επεξεργαστεί, να την διαφοροποιήσει και να την αναβαθμίσει. Σ’ αυτή ακριβώς τη γραμμή κινήθηκε ο Παπαστράτος -κι αργότερα οι μεγάλες κλωστουφαντουργίες όπως η Πειραϊκή Πατραϊκή. Κι αυτό το αστικό πείραμα όμως απέτυχε αφού η βιομηχανία του δεν υπήρξε ποτέ κερδοφόρα και τελικά υποχώρησε στην ασφυκτική πίεση των ξένων τσιγάρων. Το γιατί δεν είναι του παρόντος αλλά μια εξήγηση θα μπορούσε ν’ αφορά την οικογενειακή δομή της ελληνικής βιομηχανίας που δεν κατορθώνει να δημιουργήσει το στελεχιακό δυναμικό που θα τη βοηθήσει να σταθεί επάξια στον εκτός Ελλάδος ανταγωνισμό. Γιατί τελικά ότι δεν καταφέρνει να ζήσει κι εκτός Ελλάδος αργά ή γρήγορα πεθαίνει κι εντός.

Το φάντασμα της ανάπτυξης

Σε σημερινό του άρθρο ο Αρίστος Δοξιάδης καταπιάνεται με το θέμα της (πολυπόθητης) ανάπτυξης. Πολύ σωστά απορρίπτει τις Κεϋνσιανές προσεγγίσεις μιας και δεν υπάρχουν τ’ απαραίτητα κεφάλαια. Και συνεχίζει:

Τις παραγωγικές δουλειές, αυτές που διαμορφώνουν το ισοζύγιο (τις «εμπορεύσιμες»), τις κάνουν οι ιδιώτες. Δεν λέει κανένας στα σοβαρά, εκτός από το ΚΚΕ, οτι πρέπει τα εργοστάσια, οι αγροί και τα ξενοδοχεία να είναι κρατικά (αν είχαμε πετρέλαιο, πολλοί θάθελαν να το εκμεταλλευόμαστε με κρατικές επιχειρήσεις – αλλά δεν έχουμε). Η πολιτική, λοιπόν, δεν μπορεί να ορίσει πώς θα φερθούν οι ιδιώτες: πού θα επενδύσουν και πού θα πάνε να δουλέψουν. Μπορεί μόνο να τους επηρεάσει έμμεσα: να απαγορεύσει ή να επιτρέψει, να αυξήσει ή να μειώσει τους φόρους, να παρέμβει στις σχέσεις εργασίας, να φτιάξει υποδομές.

Επειδή οι επιδράσεις είναι έμμεσες, και πολλές φορές απρόβλεπτες,  κανένα πακέτο μεταρρυθμίσεων για την ανάπτυξη δεν μπορεί να σχεδιαστεί μια κι έξω, είτε από την τρόικα ή είτε από μια κυβέρνηση, να θεσμοθετηθει, και μετά να φέρει αυτόματα τα προσδοκώμενα.

Πράγματι δεν μπορεί κανείς να καθυποτάξει και να  κατευθύνει την ανάπτυξη όπως πολλοί πολιτικοί αφήνουν να εννοείται.

Πράγματι μόνο να την επηρεάσει μπορεί.

Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που με βασανίζει: έστω ότι κάνουμε όλες αυτές τις άρσεις αντικινήτρων που περιγράφει το άρθρο και τότε όντως οι επιχειρηματίες κινούνται κι επενδύουν και προσλαμβάνουν κόσμο κτλ. Πως ακριβώς θα κινηθούν;  Τι ρίσκα θ’ αναλάβουν και σε τι τομείς θα επενδύσουν;

Η αντίληψη που έχω για την ελληνική επιχειρηματική παράδοση είναι από τα τέσσερα κίνητρα της επιχειρηματικότητας (την εργασιακή και οικονομική ανεξαρτησία, τον πλούτο, την φήμη/δικαίωση, και την κοινωνική προσφορά) τα κυρίαρχα είναι η επιδίωξη του πλούτου και η ανεξαρτησία (εξ ου και το μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων).

Αυτά τα χαρακτηριστικά σε συνδιασμό με τα περισσότερα από συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας (πρωτογενής τομέας, τουρισμός, εναλλακτικές πηγές ενέργειας, πολιτισμός) σημαίνει  επένδυση σε τομείς που έχουν ένα ραντιέρικο χαρακτηριστικό: με σχετικά χαμηλή επένδυση παράγουν σχετικά σταθερές χρηματορροές χωρίς ν’ απαιτούν ιδιαίτερες επενδύσεις σε γνώση ή γρήγορη αναπλήρωση του επενδυθέντος κεφαλαίου.

Για να το πω πιο απλά: ο τουρισμός, ο πολιτισμός  κι ο ήλιος λειτουργούν για μας όπως περίπου λειτουργεί το πετρέλαιο για τους Άραβες. Είναι σιγουράτζες. 

Για να καταλάβουμε λίγο τι σημαίνει αυτό, αντιγράφω από σχετικά πρόσφατο άρθρο του Thomas Friedman στους New York Times:

Economists have long known about “Dutch disease,” which happens when a country becomes so dependent on exporting natural resources that its currency soars in value and, as a result, its domestic manufacturing gets crushed as cheap imports flood in and exports become too expensive. What the PISA team is revealing is a related disease: societies that get addicted to their natural resources seem to develop parents and young people who lose some of the instincts, habits and incentives for doing homework and honing skills.

By, contrast, says Schleicher, “in countries with little in the way of natural resources — Finland, Singapore or Japan — education has strong outcomes and a high status, at least in part because the public at large has understood that the country must live by its knowledge and skills and that these depend on the quality of education. … Every parent and child in these countries knows that skills will decide the life chances of the child and nothing else is going to rescue them, so they build a whole culture and education system around it.”

Στο παραπάνω απόσπασμα αντικαταστήστε το “natural resources” με τουρισμό, ήλιο, πολιτισμό ή ακόμα και πετρέλαιο που μερικοί πιστεύουν ότι θα μας ξελασπώσει, κι έχετε το δίλημμα σ’ όλη του την έκταση.

Για να δούμε τη χώρα μας να ξεφεύγει από την “Ολλανδική αρρώστια” χρειάζεται μια σοβαρή, εντατική και συναινετική επένδυση στην παιδεία της οποίας το χάλι δεν αξίζει πια ούτε  να το περιγράψει κανείς.

Γιατί είναι η παιδεία που μπορεί να γαλουχήσει μια νέα επιχειρηματικότητα που βασίζεται στη γνώση, στην ανακάλυψη, στη φαντασία, στο δύσκολο (και γι αυτό δύσκολα ανταγωνίσιμο). Χωρίς αυτήν η επιχειρηματική μας ροπή, όταν δεν είναι προς τη λαμογιά, θα μας πάει σε πεπατημένες που είναι ευπρόσδεκτες μεν στην παρούσα συγκρυρία, αλλά δε διασφαλίζουν πολλά μακροπρόθεσμα.

Google: Μικρή η διαδικτυακή οικονομία στην Ελλάδα – μεγάλες οι προοπτικές της

Από την Καθημερινή διαβάζω πως η Google παρουσίασε μελέτη του Boston Consulting Group για τη διαδικτυακή οικονομία στην Ελλάδα.

Στέκομαι στο παρακάτω απόσπασμα του άρθρου:

Η μελέτη, που παρουσιάστηκε σήμερα σε εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής παρουσία πολλών εκπροσώπων του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου, για πρώτη φορά αποπειράται να εκτιμήσει τη συμβολή του Ίντερνετ στην ελληνική οικονομία. Όπως αναφέρει, το 2010 αυτή η συνεισφορά ήταν περίπου 2,7 δισ. ευρώ ή 1,2% του ΑΕΠ, πολύ πιο κάτω από το ποσοστό 3,8% του ΑΕΠ που είναι ο αντίστοιχος μέσος όρος συνεισφοράς του Ίντερνετ στην ΕΕ ή από το 1,7% στην Τουρκία.

Επειδή τα νούμερα δε λένε πολλά χωρίς συγκρίσεις, ας δούμε τι θα σήμαινε να είναι το internet στην Ελλάδα στο 3,8% του ΑΕΠ συγκρίνοντας το με άλλους κλάδους: θα ήταν ίσο και μεγαλύτερο από όλο τον αγροτικό τομέα ή τον τομέα των κατασκευών. Για διανοηθείτε το λίγο: ίση συνεισφορά στην εθνική οικονομία χωρίς τσιμεντοποίηση των πάντων.

kathimerini.gr | Google: Μικρή η διαδικτυακή οικονομία στην Ελλάδα – μεγάλες οι προοπτικές της.

Η οικονομία της πατάτας

Η ιστορία της απευθείας διάθεσης πατάτας από τους παραγωγούς του Νευροκοπίου στους καταναλωτές της Κατερίνης το Σάββατο 26/2/2011 έχει γίνει δεκτή μ’ έκπληξη, επευφημίες και θριαμβολογίες από ΜΜΕ και social media μαζί.

Επειδή όταν κάτι δείχνει ενδιαφέρον μ’ αρέσει να το εξετάζω σε βάθος, έψαξα λίγο τις λεπτομέρειες της. Ιδού τι βρήκα.

Η ιδέα κι η εκτέλεση ανήκει στην “Εθελοντική Ομάδα Δράσης Νομού Πιερίας” και συνίσταται στο εξής απλό: κανόνισμα τιμής με τους παραγωγούς (2,5 το δεκάκιλο)  για συγκεκριμένη ποσότητα πατάτας (20 τόνους), ενημέρωση των Κατερινιωτών για την πρωτοβουλία, λήψη παραγγελιών μέσα από φόρμα στο site  της Ομάδας και, με τη συμπλήρωση του απαραίτητου αριθμού παραγγελιών, διάθεση του προϊόντος στους αγοραστές.

Το ιστορικό περιγράφεται πολύ αναλυτικά στο σχετικό άρθρο του ιστοτόπου της ομάδας πρωτοβουλίας:

Επικοινωνήσαμε με την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Δράμας και βρήκαμε έναν γεωργό, ο οποίος έχει μεγάλη αδιάθετη ποσότητα πατάτας στην αποθήκη του. Ζητήσαμε από τον γεωργό, ο οποίος είναι κάτοχος άδειας πλανόδιου πωλητή, να φέρει 20 τόνους πατάτες στην Κατερίνη. Συμφωνήσαμε να μας πουλήσει τις πατάτες σε σάκους των 10 κιλών στην τελική τιμή των 2,5 Ευρώ το 10κιλο. Το κόστος της μεταφοράς θα επιβαρύνει τον ίδιο τον παραγωγό. Τα δέκα κιλά πατάτες στο Super Market κοστίζουν περίπου 7 ευρώ, δηλαδή στα ράφια τους είναι περίπου 300% ακριβότερες!

Η ομάδα μας έχει αναλάβει να βρει καταναλωτές για τους 20 τόνους και για τον σκοπό αυτό κατασκευάσαμε μια διαδικτυακή εφαρμογή μέσω της οποίας μπορούν τα 1.000 μέλη μας, αλλά και όλοι οι δημότες της Κατερίνης να παραγγείλουν την ποσότητα που επιθυμούν. Μόλις συμπληρωθεί ο αριθμός των αγοραστών, ο γεωργός θα φέρει τις πατάτες στην Κατερίνη. Τότε, θα συναντηθούμε σε ένα δημόσιο χώρο π.χ. ένα μεγάλο πάρκινγκ, για να παραλάβουμε και να πληρώσουμε τις πατάτες που έχουμε παραγγείλει.

 

Κι επειδή αυτό το μπλογκ οι περισσότεροι που το διαβάζουν κατοικούν στην Νότια Ελλάδα, ας βάλουμε και στο χάρτη τους τόπους για τους οποίους μιλάμε.

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Η απόσταση Νευροκοπίου Κατερίνης είναι περί τα 210 χιλιόμετρα, όχι ευκαταφρόνητη δηλαδή. Κι η πατάτα έχει βάρος και όγκο άρα τα μεταφορικά είναι σημαντικό μέρος του κόστους της στην αγορά. Γι αυτό κι η συμφωνία για όγκο/τιμή ικανές να καλύπτουν τα κόστη μεταφοράς και ν’ αφήνουν και κέρδος στους παραγωγούς.

Αν σκεφτεί κανείς πως λειτουργούν τα deal sites στην πραγματικότητα θα έλεγε πως η Εθελοντική Ομάδα Ν. Πιερίας έστησε ένα ad hoc Groupon. Γιατί έχουμε μια προσφορά  με τιμή στο 1/3 της του σούπερ μάρκετ, που μπορεί να ισχύσει μόνο όταν βρεθούν αρκετοί αγοραστές για ν’ απορροφήσουν ένα συγκεκριμένο όγκο.

Δεν ξέρω που παράγεται πατάτα και γιατί η συμφωνία έπρεπε ν’ αφορά δυο περιοχές τόσο απομακρυσμένες όσο το Νευροκόπι και η Κατερίνη αλλά αυτό είναι ένα καλό προηγούμενο γιατί δείχνει ότι θεωρητικά με μια τέτοιου είδους συμφωνία θα μπορούσαν να διασυνδεθούν εμπορικά δυο πολύ απομακρυσμένες περιοχές.

Η Ομάδα της Κατερίνης μάλιστα έχει περάσει στο επόμενο βήμα, αυξάνοντας την ποσότητα σε 75 τόνους πατάτας κι ήδη έχει κλείσει από παραγγελίες. Κι επιπλέον, αν κρίνει κανείς από το ερωτηματολόγιο που έχουν αναρτήσει στο  site φαίνεται πως θέλει να προχωρήσει και σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες με άλλα αγροτικά προϊόντα.

Κι αυτή η επιτυχία έχει προσελκύσει την προσοχή του Δημοσίου που οραματίζεται να φτιάξει αντίστοιχη πλατφόρμα πανελλαδικής εμβέλειας  που στην ουσία θα συνιστά ένα χρηματιστήριο αγροτικών προϊόντων.

Επειδή όμως όπου έχει βάλει το χέρι του το Δημόσιο έχει δημιουργήσει στρεβλώσεις κι έχει αυξήσει τη διαφθορά καλύτερα να μην το κάνει. Γιατί άλλωστε δεν χρειάζεται. Οι υποδομές που απαιτούνται στην ουσία είναι ήδη έτοιμες. Πως; Με τη μορφή των δεκάδων deal sites που αντί να προσπαθούν να μας πουλήσουν άλλη μιαν απολέπιση κι άλλο ένα κούρεμα θα μπορούσαν να μπουν σ’ αυτό το παιχνίδι, να εντοπίσουν παραγωγούς, να διαμορφώσουν προσφορές που ν΄αφορούν συγκεκριμένες πόλεις (αφού ήδη δραστηριοποιούνται κατά πόλη) και να προσφέρουν τη δυνατότητα της υπερκάλυψης της προσφοράς, κάτι που η Ομάδα Πρωτοβουλίας Κατερίνης δυσκολεύεται προς το παρόν ν’ αντιμετωπίσει.

Αλλά ακόμα κι αν τα deal sites είτε δεν είναι πρόθυμα να μπουν σ΄αυτό το παιχνίδι, είτε οι παραγωγοί κι οι καταναλωτές δεν θέλουν να τα εμπλέξουν για κάποιο λόγο, η λειτουργικότητα τους είναι διαθέσιμη σε open source  ή φτηνά πακέτα λογισμικού που μπορούν να επιτρέψουν σε ομάδες πρωτοβουλίας, αντίστοιχες μ’ αυτήν της Κατερίνης, να στήσουν γρήγορα μια υποδομή για τη διεκπεραίωση της παραγγελιοληψίας.

Για να μην πω, τέλος, ότι θα μπορούσαν να ξεπηδήσουν και μερικά startup  μέσα απ’ όλη αυτή την ιστορία που πέραν του να διευκολύνουν την εσωτερική αγορά, θα μπορούσαν να μεταφέρουν την ίδια λογική εκτός συνόρων μας.

Η ιστορία αυτή της πατάτας έχει χαιρετιστεί σαν αντίδραση στους μεσάζοντες, στα καρτέλ, σαν λαϊκή οικονομία κτλ. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια αγορά τύπoυ Walras, όχι στην πληρότητα που εκφράζεται στα χρηματιστήρια, αλλά τέτοιας μορφής πάντως. Κι η πρωτοβουλία της Κατερίνης απλά θυμίζει ότι στην Ελλάδα οι αγορές, όταν δεν είναι φόβητρο στους πηχαίους τίτλους εφημερίδων, απλά κοιμούνται. Ίσως η Κατερίνη ν’ αποβεί ξυπνητήρι.

Ζήτημα κινήτρων


Το καλοκαίρι του 2008, ενώ υπόγεια οι οικονομικές δυνάμεις οδηγούσαν την Αμερική στη μεγαλύτερη της κρίση μετά  κράχ του ’30, εγώ βρισκόμουν στην Ανατολική ακτή, απολαμβάνοντας  ‘μακάριος’ 3 εβδομάδων διακοπές εκεί.
Ήταν Ιούλιος, ο καιρός θαυμάσιος και το ευρώ βρισκόταν στο all time high προς το δολλάριο (~1,65 αν θυμάμαι καλά) πράγμα που μας έδινε την άνεση να περιηγηθούμε για πρώτη φορά σαν πλούσιοι τουρίστες.
Κοιτάγαμε τις τιμές που έτσι κι αλλιώς είναι πιο φτηνές από την Ευρώπη, κάναμε τη μετατροπή σε ευρώ και γελάγαμε ευχαριστημένοι.

Στις συνήθεις αγορές μου είναι παντού και πάντα τα βιβλία.  Στο συγκεκριμένο ταξίδι ψώνισα κάμποσα από το Border’s στο Μανχάταν που τώρα αποτελεί ανάμνηση καθότι χρεωκόπησε.

Ένα απ’ αυτά ήταν το  Freakonomics: A Rogue Economist Explores the Hidden Side of Everything.

Το βιβλίο προσπαθεί να εξηγήσει μια σειρά από φαινόμενα όπως η πτώση της εγκληματικότητας στη Νέα Υόρκη, τα οικονομικά μιας συμμορίας ναρκωτικών κ.α.,  καταφεύγωντας σε μεθόδους κι ερμηνείες που δεν θα τις έλεγε κανείς συμβατικές. Ο μη μυημένος είναι δύσκολο να καταλάβει καν γιατί ένας οικονομολόγος (ο Steven Levitt)  ασχολείται μ’ αυτά τα θέματα και τι σχέση έχουν με τα οικονομικά εν γένει.

Ο Levitt δεν δίνει άλλη απάντηση στο βιβλίο για το ‘γιατί’, πέραν του ότι απλά αυτά τα φαινόμενα του τραβούσαν το ενδιαφέρον. Δίνει όμως το νήμα για τη σύνδεση με την επιστήμη των οικονομικών. Σ’ ένα συχνά επαναλαμβανόμενο μάντραμ χαρακτηρίζει την οικονομική επιστήμη (δηλαδή τη μελέτη της οικονομικής συμπεριφοράς) ως ζήτημα κινήτρων.

Αυτό ακριβώς θυμήθηκα χτες βράδυ καθώς σε κάποιο δελτίο ειδήσεων είδα δυο ρεπορτάζ που φώτιζαν με θαυμάσιο τρόπο το ζήτημα των κινήτρων.

Το πρώτο αφορούσε την χρήση οικοπέδων στα βορειοδυτικά προάστια της Αθήνας (Μενίδι, Λιόσια) σαν περιβόλια. Δεν πρόκειται γι αλλαγή χρήσης αλλά για αναβίωση χρήσης: τα οικόπεδα αυτά ήταν χωράφια και περιβόλια πριν η λαίμαργη ανοικοδόμηση οδηγήσει τους ιδιοκτήτες τους να τα δουν σαν φιλέτα … οικοδομών.

Με την οικοδομική δραστηριότητα να έχει σχεδόν μηδενίσει το όποιο έσοδο θα μπορούσαν να προσδοκούν οι ιδιοκτήτες των οικοπέδων  απ’ αυτήν έχει απομακρυνθεί πολύ χρονικά για να έχει ενδιαφέρον. Κι έτσι, παλιοί αγρότες πολλοί απ’ αυτούς, έχουν ξαναρχίσει να φυτεύουν εποχιακά και να τα πουλάνε στις λαϊκές της Αθήνας. Τ’ ότι βρίσκονται στις παρυφές της πόλης τους δίνει ένα πλεονέκτημα: τα μεταφορικά είναι μηδαμινά κι η απευθείας πρόσβαση στους καταναλωτές μέσω των λαϊκών βγάζει εκτός παιχνιδιού τους μεσάζοντες που θα τους στερούσαν ένα σημαντικό μέρος του κέρδους.

Το δεύτερο  (κι αυτό ήταν εντελώς απρόσμενο για μένα, δεδομένου τι έγραφα πριν λίγες μέρες σ’ αυτό το post) αφορούσε τη στροφή καλλιτεχνών προς το εξωτερικό. Μέρος της στροφής αυτή αφορούσε την ‘μετανάστευση’ ηθοποιών στην Κύπρο, διέξοδος όμως που έχει ημερομηνία λήξης. Πιο ενδιαφέρουσα ήταν η αναφορά στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Σωκράτη Αλαφούζο,  που η ταινία του “Μικρός Βασιληάς” έχει ήδη τρεις υποψηφιότητες σ’ αντίστοιχα ευρωπαϊκά φεστιβάλ.

Δεν είναι βέβαια η συμμετοχή σε φεστιβάλ του εξωτερικού τίποτα καινούργιο, ούτε γνωρίζω πως χρηματοδοτήθηκε, ούτε την ποιότητα της δουλειάς του για να πω αν μπορούμε να περιμένουμε κάτι σημαντικό.

Δεν ήταν αυτά στα οποία στάθηκα αλλά μια δήλωση του για το πως λόγω της κρίσης οι καλλιτέχνες έχουν μοναδική διέξοδο πια το εξωτερικό και πως αυτό πρέπει να είναι όχι στάση απελπισίας αλλά αφορμή έντασης προσπάθειας και δημιουργίας.

Και στα δυο αυτά ρεπορτάζ  έχουμε παραδείγματα μια; αλλαγή συμπεριφοράς γιατί έχει αλλάξει το σύστημα κινήτρων.

Στην πρώτη περίπτωση το κίνητρο της επένδυσης στην οικοδομή, που χαρακτήρισε όλη την πορεία της Ελλάδας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, και στο οποίο χρωστάμε και την ραγδαία ανάπτυξη του ’50, ’60 αλλά και την καταστροφή του αστικού κι οικιστικού περιβάλλοντος, έχει αρχίσει να αίρεται κι οι οικονομικές μονάδες (εμείς δηλαδή) έχουν αρχίσει να στρέφουν τους πόρους σε άλλες δρατηριότητες. Ελλείψει δε επιδοτήσεων, χρηματιστηριακών αρπαχτών κτλ οι διέξοδοι πια είναι στην κατεύθυνση της αληθινής παραγωγής κι εκεί φαίνεται να καταλήγουν.

Στη δεύτερη περίπτωση η αλλαγή κινήτρων υπαγορεύεται από δυό συνθήκες: τη μείωση της παραγωγής σήριαλ στην τηλεόραση και τη συνεπαγόμενη αδρανοποίηση του σταρ σύστεμ που δευτερογενώς γέμιζε και τα θέατρα όπου εμφανίζονταν οι τηλεοπτικοί αστέρες, και το κλείσιμο της στρόφιγγας που λέγεται Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου  που έλεγχε στην ουσία όλη την κινηματογραφική παραγωγή.

Χωρίς τα κίνητρα για εύκολο χρήμα από την τηλεόραση και το ΕΚΚ οι καλλιτέχνες έχουν πια τις επιλογές ή να εγκαταλείψουν το χώρο ολότελα ή να επιμείνουν σε άλλες αγορές, εκτός Ελλάδος. Έχω δε την αίσθηση ότι αυτοί που θα επιλέξουν το δεύτερο θα είναι αυτοί που είναι πραγματικά παθιασμένοι μ’ αυτό που κάνουν και συνεπώς  αυτοί που θα έπρεπε να αποτελούν το δυναμικό του συγκεκριμένου χώρου έτσι κι αλλιώς.

Οψόμεθα.

sirines-sto-aigaio

Οι ταινίες σαν startup

Τα όσα ακολουθούν είναι μεν μια συνέχεια του προηγούμενου μου ποστ, αλλά είναι κι αποτέλεσμα έμπνευσης από μια ανάλογη ιδέα: το βιβλίο σαν startup (αν ενδιαφέρεστε για την πηγή της έμπνευσης πηγαίντε στο leanpub).

Η αναλογία είναι απλή κι οι παραλληλισμοί πολλοί και σε πολλά επίπεδα, εκτός από ένα. Ένα startup στοχεύει να ζήσει για πάντα, άσχετο αν σπάνια το καταφέρνει. Μια ταινία στοχεύει να ζήσει για πάντα επίσης αλλά ουσιαστικά, σαν πολιτιστικό προϊόν, ο ενεργός χρόνος ζωής της (αυτός δηλαδή που μπορεί να δημιουργήσει υπολογίσιμα εισοδήματα) είναι μικρός.

Κατά τ’ άλλα:

  • Κι οι ταινίες και τα startup είναι ομαδικές προσπάθειες. Βασίζονται σε 1-3 κύριους συντελεστές (στα startup είναι οι  co-founders , στις ταινίες ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος και κάποιος από τους: υπεύθυνος φωτογραφίας, μουσικής, πρωταγωνιστές κτλ).
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπεισέρχεται η αβεβαιότητα και το υψηλό ρίσκο.
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ανάγκη για χρηματοδότηση.
  • Κατ’ εξαίρεση, μια ταινία μπορεί να δημιουργηθεί από μεράκι των δημιουργών της με λεφτά δικά τους και μόνο, όπως ένα startup μπορεί να ξεκινήσει με προσωπικά λεφτά και ιδρώτα των ιδρυτών -και ίσως της οικογένειας και των φίλων τους, και να οδηγήσει σε μια μεγάλη επιτυχία.
  • Μια ταινία μπορεί να μην αποσκοπεί στην οικονομική εκμετάλλευση και στο κέρδος όπως κι ένα open source project (που δεν είναι startup αλλά λειτουργεί πάνω κάτω με τους ίδιους όρους).
  • Τα startup αυτοπαρουσιάζονται σε startup competitions όπως οι ταινίες σε φεστιβάλ. Και στις δύο περιπτώσεις το ζητούμενο είναι η αναγνώριση κι η σύναψη εμπορικών ή άλλων επιχειρηματικών συμφωνιών.

Αφήνω σε σας ν’ ανακαλύψετε κι άλλες αναλογίες για να εξετάσω το που αυτές μπορούν να οδηγήσουν.

Το ζητούμενο από το προηγούμενο ποστ ήταν ο ελληνικός  κινηματογράφος σαν εξωστρεφής δραστηριότητα. Κι αυτή την δυνατότητα προσπαθεί να ερευνήσει κι η αναλογία μιας ταινίας μ’ ένα startup. Για να ψάξουμε όμως τη δυνατότητα λίγο καλύτερα, χρειάζεται μια μικρή ιστορική αναδρομή στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή την οποία θα την επιχειρήσω καθαρά από μνήμης, χωρίς να έχω ανατρέξει σε σχετικές πηγές που, γι αυτό, θα είναι ανοιχτή σε αναθεωρήσεις.

Παλιός ελληνικός κινηματογράφος

Κάτω απ’ αυτό τον όρο θα ‘τσουβαλιάσω’ όλη την ελληνική παραγωγή μέχρι την μεταπολίτευση, αν και τα όρια δεν είναι τόσο σαφή. Απλά το ορόσημο αναφοράς είναι βολικό κι όχι πολύ λανθασμένο.

Στο μεγάλο μέρος του, ίσως και στο σύνολο, δεν το γνωρίζω, ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είναι αποτέλεσμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας ως προς την παραγωγή (με τη Φίνος Φίλμ το πιο γνωστό παράδειγμα).

Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι εκείνο του Χόλυγουντ, με ένα εγχώριο σταρ σύστεμ που λειτουργεί σαν το δέλεαρ για την παρακολούθηση μιας νέας ταινίας.

Οικονομικά ο παλιός κινηματογράφος τα καταφέρνει καλά: τα εισητήρια που κόβουν οι ταινίες το 60 θα τα ζήλευαν και μεγάλες σημερινές blockbuster παραγωγές. Το “Υπολοχαγός Νατάσα” πιάνει δε το για πολλά χρόνια ρεκόρ των 750χιλ. εισητηρίων.

Κι ενώ το μεγάλο μέρος της παραγωγής είναι εμπορικές ταινίες που απευθύνονται κυρίως στην εσωτερική αγορά, υπάρχει χώρος και για ποιοτικότερες, πιο καλλιτεχνικές παραγωγές, που γίνονται κι οι πρεσβευτές του ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό,  όπως ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου κά.

Κι εδώ είναι η ιδιομορφία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: το εμπορικό είναι εσωστρεφές (non tradable, με διεθνείς όρους, θα λέγαμε), ενώ το ποιοτικό αναζητάει μια δικαίωση κι ένα λόγο ύπαρξης εκτός Ελλάδος.

Στις ποιοτικές επιτυχίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου μεγάλο λόγο παίζουν οι συνέργειες: και στην περίπτωση του Κούνδουρου που προανέφερα αλλά κυρίως στο Ποτέ την Κυριακή του Ντασσέν και της Μελίνας, είναι η μουσική του Χατζιδάκη που υποστηρίζει ικανά τις ταινίες.

Μια άλλη συνέργεια είναι επίσης ενδιαφέρουσα στην περίπτωση του Κούνδουρου: το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Αναφέρω αυτά περί συνεργειών για να ξαναθυμήσω την αναλογία με τα  startup: οι ταινίες είναι ομαδικά δημιουργήματα και ο ρόλος της ομάδας των ‘co-founders’ σημαντικός στην επιτυχία τους.

Η ρόδινη διαδρομή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ανακόπτεται, απότομα σχετικά, από την επέλαση της τηλεόρασης. Είναι κλασσικό disruption και βέβαια όχι μόνο ελληνικό. Απλά στην Ελλάδα οι συνθήκες παραγωγής του ‘παραδοσιακού’ κλάδου δεν άντεξαν στην διαδικασία της προσαρμογής.

Η εμπορικότερη ελληνική ταινία

Νεώτερος Ελληνικός Κινηματογράφος

Ο μετά την μεταπολίτευση κινηματογράφος χαρακτηρίζεται από τη στροφή στο πιο ‘κουλτουριάρικο’ και λόγω του ότι το εμπορικό έχει μετακομίσει στην τηλεόραση αλλά και λόγω του πολιτικού πνεύματος που εισάγεται από τη Γαλλία, κυρίως με τον επαναπατρισμό των πολιτικών (αυτο)εξόριστων διανοουμένων, αλλά και το γενικώτερο πνεύμα της εποχής. Το πιο εξέχον παράδειγμα και το role model αυτής της περιόδου, μέχρι τα τέλη του ’80, είναι ο προσφάτως εκλιπών Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Αυτό όμως που είναι μεγαλύτερης σημασίας είναι η αλλαγή στη διαδικασία της παραγωγής ταινιών: στην πλειονότητα τους δεν χρηματοδοτούνται πια από ιδιώτες αλλά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Συνέπεια αυτού είναι η ύπαρξη μιας νέας δυνατότητας: του να παράγονται ταινίες οι οποίες δεν βρίσκουν κοινό, απλά και μόνο γιατί κρίνονται a priori καλλιτεχνικές.

Παράλληλα, υπάρχουν δείγματα παραγωγής όπως το Λούφα και Παραλλαγή του Νίκου Περάκη όπου ακολουθούν το δρόμο της ιδιωτικής παραγωγής και  της εμπορικής αλλά ποιοτικής ταινίας, που θυμίζουν ότι ο κινηματογράφος μπορεί να μετασχηματιστεί και να ξαναγίνει σημαντικός στις νέες συνθήκες.

Από τη δεκαετία του 90 και μετά, και με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης και της άνθισης της διαφήμισης δημιουργούνται νέες συνθήκες: αφενός οι κινηματογραφιστές μπορούν να έχουν ένα daytime-job στη διαφήμιση, αφετέρου σχηματίζεται ένα νέο star system, το τηλεοπτικό.  Το εμπορικό ζενίθ αυτής της νέας συνθήκης είναι η ταινία του 1999 Safe Sex που σπάει το φράγμα του 1 εκατομυρίου εισητηρίων. Την παραγωγή της ταινίας, κι εδώ είναι το ενδιαφέρον, κάνει ένα τηλεοπτικό κανάλι (το Mega Channel) το οποίο κάνει έτσι cash out  στο μέχρι τότε star system του.

Τη δεκαετία του 2000 τα μεγάλα νούμερα εισητηρίων στον ελληνικό κινηματογράφο επανέρχονται: με το Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίo να φτάνει στο all time high εισητηρίων με κοντά 1,3 εκατομ. ακολουθούμενο κοντά από την Πολίτικη Κουζίνα.  Από πλευράς παραγωγής το μεν πρώτο είναι της CL Productions, μιας εταιρίας καθαρά κινηματογραφικών παραγωγών, ενώ το δεύτερο της  Village Roadshow που εκτός από τις ομώνυμες αίθουσες κάνει και κινηματογραφικές διανομές.

Η πορεία των τελευταίων χρόνων δείχνει να αναβιώνει, σε κάποιο βαθμό, χαρακτηριστικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: ιδιωτική παραγωγή, εγχώριο star system και μεγάλο αριθμό εισητηρίων, χωρίς όμως ν’ αναδεικνύει μόνιμους και σταθερούς ‘παίχτες’ σ’ όλο το production chain της κινηματογραφικής παραγωγής.

Το σήμερα της κρίσης

Στις σημερινές συνθήκες ο ελληνικός κινηματογράφος αντιμετωπίζει τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν κι όλοι οι άλλοι κλάδοι της οικονομίας: μειωμένα εισοδήματα των θεατών, που οδηγούν σε μειωμένα εισητήρια, απώλειες των βιοποριστικών θέσεων εργασίας (τηλεόραση, διαφήμιση) των διαφόρων συντελεστών (ηθοποιοί, τεχνικοί, σκηνοθέτες) και, βέβαια, περαιτέρω στένεμα στα κεφάλαια χρηματοδότησης. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να οδηγηθεί ξανά σε μια περίοδο μαρασμού. Μπορεί όμως να εκμεταλευτεί και την κρίση σαν ευκαιρία.

Πως;

Πρώτα απ’ όλα οι νέες συνθήκες δυσκολεύουν το να κάνεις κινηματογράφο εκ του ασφαλούς: είτε έχοντας μια daytime job, είτε έχοντας μια κρατική χρηματοδότηση.  Άρα, αν υπάρξει συνέχεια, αυτή θα είναι συναρτημένη από το κατά πόσο μπορεί ο ελληνικός κινηματογράφος να περάσει σε μια διεκδίκηση μέλλοντος μέσα στο διεθνές περιβάλλον παίρνοντας ρίσκα.

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να μας επιτρέψει αισιοδοξία γι αυτό, είναι αφενός ότι το εσωτερικό περιβάλλον είναι πλέον εχθρικό, οπότε αναγκαστικά η εξωστρέφεια είναι η μόνη διέξοδος, και, κυρίως, το γεγονός ότι οι νεώτεροι κινηματογραφιστές έχουν μεγαλώσει σε μια εποχή διασύνδεσης: έχουν τις ευκαιρίες και τις προσβάσεις που προσφέρονται από το internet όσον αφορά την πληροφόρηση και την εύρεση συντελεστών και πόρων. Κι όπως και με τα ελληνικά startups,  ο άνθρωπος του κινηματογράφου έχει ένα carrier path να ονειρεύεται: ότι μια ελληνική διεθνής επιτυχία μπορεί ν’ ανοίξει τις πόρτες των μεγάλων στούντιο. Το Hollywood είναι η Silicon Valley  των κινηματογραφιστών κι οι μεγάλες παραγωγές όπως και οι μεγάλες χρηματοδοτήσεις λαμβάνουν χώρα κυρίως  σ΄αυτή τη πλευρά της γης.

Ευκαιρίες και συνέργειες

Κάνοντας τη νοητική αναδρομή στον ελληνικό κινηματογράφο ένα πράγμα που συνειδητοποίησα, και που μου προκάλεσε κατάπληξη, είναι πόσο λίγο,  σε αντίθεση με άλλους κινηματογράφους, αντλεί από την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Ενώ στο Hollywood το να γίνει ταινία ένα επιτυχημένο βιβλίο είναι σχεδόν δεδομένο κι αυτονόητο, στην Ελλάδα τα παραδείγματα είναι ελάχιστα. Αναρωτιέται κανείς γιατί. Τόση λίγη εκτίμηση έχουν στην ελληνική λογοτεχνία οι κινηματογραφιστές μας; Γιατί δεν κάνει κάποιος ταινίες τα βιβλία  που μπορούν να έχουν μια υγιή δόση και ποιότητα και εμπορικότητας; Του Μάρκαρη, ας πούμε.

Σε μικρότερο βαθμό το ίδιο ισχύει και για τη μουσική: οι ταινίες ή θα έχουν καθαρά κινηματογραφική μουσική, (αξιόλογη καθ’ όλα, όπως του Δημήτρη Παπαδημητρίου ή της Ελένης Καραϊνδρου) ή πιο παραδοσιακή (ρεμπέτικα, έντεχνο κτλ). Η σύγχρονη ελληνική μουσική παραγωγή απουσιάζει. Και πάλι γιατί; Δεν είναι άξια λόγου; Δεν αρέσει στους σκηνοθέτες; Δεν έχω απάντηση.

Η ελληνική κρίση οδεύει να είναι άλλη μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τον κινηματογράφο για ένα ακόμα λόγο: δεν έχει επιχειρήσει να την αφηγηθεί. Ας σκεφτούμε πως από μόνο του το θέμα είναι ικανό να προσελκύσει διεθνές κοινό μιας και το ζήτημα ‘διαφημίζεται’ στα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης αδιάλειπτα τα τελευταία δύο χρόνια. Και δεν εννοώ μ’ αυτό μια νέα γενιά πολιτικών ταινιών. Χορτάσαμε απ’ αυτές, όχι. Εννοώ μια εικονογράφηση της κοινωνίας όπως έχει αυτή διαμορφωθεί σ’ αυτές τις συνθήκες. Ζούμε μια πρωτόγνωρη περίοδο της ιστορίας μας, που σε ανθρώπινο επίπεδο, παράγει τόνους ιστορίες άξιες αφήγησης, αλλά ο ελληνικός κινηματογράφος δείχνει να τις αγνοεί. Ή να τις σνομπάρει. Αντ’  αυτού επιλέγει ή να στρέφει το βλέμμα σε μια αμφίβολη ελαφρότητα ή να επιδίδεται σε κρυπτικές ομφαλοσκοπήσεις. Γιατί; Είναι νωρίς μήπως;

 

Μια πρόταση δράσης

Αν υποθέσουμε ότι αυτά που λέω  τ’ ακούσουν κάποιοι άμεσα ενδιαφερόμενοι (κινηματογραφιστές) και θέσουν το (απίθανο) ερώτημα τι θα μπορούσαν να κάνουν για να εκμεταλευτούν τις νέες συνθήκες, θα είχα να προτείνω τα παρακάτω:

  • Πρώτα ν’ αρχίσουν να μαζεύονται και να συζητούν τις ιδέες τους για ταινίες, ν΄ανταλλάσουν ειλικρινείς απόψεις και να παίρνουν  feedback όχι μόνο από το συνάφι τους. Ένα είδος Opec Coffee για τον κινηματογράφο, ή κάτι τέτοιο.
  • Να ψάξουν θέματα και στην ελληνική λογοτεχνία και στην διεθνή. Η ιστορία είναι το πρωταρχικό σε μια αφήγηση. Δεν πρόκειται για ντοκυμανταίρ. Και δεν είναι δεδομένο ότι κάποιος που γνωρίζει τα μυστικά της αφηγηματικής γλώσσας (ο κινηματογραφιστής εν προκειμένω) μπορεί να επινοεί ιστορίες άξιες αφήγησης.
  • Να σκεφτούν σαν θεατές μιας μακρινής χώρας. Να προσπαθήσουν να μιλήσουν σε τέτοιους θεατές, χωρίς απαραίτητα να κάνουν υποχωρήσεις στο εύκολο και στο κοινότυπο.
  • Και κυρίως και πάνω απ’ όλα να τολμήσουν να ξεκινήσουν (start up) ακόμα κι αν δεν έχουν υπεσχημένη ούτε μια δραχμή (παλαιά ή μέλλουσα).

Update 1:

Από το σχόλιο του Απόστολου βρήκα σ’ αυτό το αφιέρωμα στα 100 χρόνια του  (ελληνικού) κινηματογράφο από την εκπομπή παρασκήνιο, την ακόλουθη κι αρκετά παλιά δήλωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου που είναι στην καρδιά του θέματος που πραγματεύομαι(το  screencast είναι λίγο κακής ποιότητας, αλλά σημασία έχει ο ήχος).

Μελίνα

Τα άυλα σαν λύση εξωστρέφειας

Διαβάζοντας αυτή τη μετρημένη και χωρίς τεχνοκρατικές περιστροφές παρουσίαση της πορείας του Μνημόνιου και της  αποτυχημένης (μη) εφαρμογής του  συνειδητοποίησα κάτι που έπρεπε να είναι καθαρό από την αρχή. Στη συνταγή του μνημονίου υπήρχε μόνο η ελπίδα της αύξησης της εξωστρεφούς παραγωγής. Και λέω ελπίδα γιατί με τόσο ισχνή παραγωγική βάση, το κυρίως πρόβλημα δεν θα λυνόταν αν απελευθερώνονταν, και κατά συνέπεια φτήναιναν, οι μεταφορές, ή αν έφευγε από τη μέση το ‘λίπος’ των ενδιάμεσων και της γραφειοκρατίας (όχι πως δεν πρέπει να φύγουν).

Γιατί, τελικά, αυτό που όντως θα φτήναινε, θα ήταν ένα μη αναγνωρίσιμο, μέτριας ποιότητας, χαμηλής συνθετότητας προϊόν που, και πάλι, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε ν’ ανταγωνιστεί την πλημμυρίδα των εξευτελιστικά φτηνών προϊόντων από την Απω Ανατολή, στην εγχώρια ή στη διεθνή αγορά, καθώς, από τα χαρακτηριστικά του, μόνο μ’ αυτά θα συγκρινόταν.

Συνειδητοποίησα επίσης, πως αυτό το άρθρο στην ουσία είναι μια ελεγεία για την ήττα της αξίας και της παραγωγικότητας, καθώς οι δυνάμεις που δυναστεύουν τη μοίρα του τόπου προτιμούν να είναι οι πλουσιώτεροι των φτωχών, παρά οι φτωχοί των πλουσίων και συνεπώς δεν θα εγκαταλείψουν τον στραγγαλισμό μας μέχρι ν’ αποπνεύσουμε.

Κι αναρωτήθηκα (κι αναρωτιέμαι ακόμα) μήπως υπάρχει τρόπος αντί να νικηθεί αυτό το σύστημα σε ευθεία αντιπαράθεση, απλά να βραχυκυκλωθεί.

Κι εκεί πάνω ξανάφερα στο μυαλό την όλη συζήτηση για τα  tradables, που έχει ξεκινήσει ο Αρίστος Δοξιάδης, σκεφτόμενος ότι, στην αναζήτηση μιας νέας δυναμικώτερης παραγωγής, κάπου έχουμε παρασυρθεί σε παλαιότερα σχήματα.

Μήπως το μιλάμε για επιστροφή στην αγροτική παραγωγή π.χ. είναι, όχι μόνο λάθος, αλλά κι απομάκρυνση από κει που έχουμε πραγματικά απόθεμα δυνάμεων κι αρωγό την ελληνική ψυχοσύνθεση;

Κι παρυσφρύει πάλι στη σκέψη το παράδειγμα του μικρόκοσμου στον οποίο συχνά πυκνά κινούμαι: των startups και της νέας εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας.

Σκεφτείτε: ένα ιντερνετικό startup δεν θα χρειαστεί φορτηγατζήδες για να μεταφέρουν τα ‘προϊόντα’ του στις διεθνείς αγορές. Δεν έχει ανάγκη από ακριβές εγκαταστάσεις. Δεν πληρώνει μισθούς με βάση κάποια συλλογική σύμβαση. Κι αν αναζητήσει σοβαρή χρηματοδότηση και μέλλον, το πιθανώτερο είναι να τα βρει εκτός ελληνικής επικράτειας.

Θα μου πείτε: “τότε τι όφελος μπορεί έχει η ελληνική οικονομία ή η χώρα;”  Το ίδιο που είχε παλιαότερα από τη ναυτιλία και το εισόδημα που εισέρρε σ’ ελληνικά σπιτικά.

“Αλλά, εντάξει, ακόμα κι έτσι να είναι”, θα μου πείτε πάλι,  “πόσο πρέπει να είναι αυτό για να έχει επίπτωση μιας κάποιας σημαντικότητας;”

Σωστά, δεν μπορεί να είναι πολύ και δεν θα έρθει γρήγορα. Αλλά ας το χρησιμοποιήσουμε σαν μοντέλο για να δούμε αν υπάρχουν κι άλλες δραστηριότητες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν έτσι ή παρόμοια, και να συντελέσουν στο βραχυκύκλωμα που λέγαμε παραπάνω. Υπάρχουν;

Τις προάλλες άκουγα μια ραδιοφωνική εκπομπή, σε  κάποιο από τα διαλείματα απεργίας στον  Kosmos (ο παραγωγός και τ’ όνομα της εκπομπής μου διαφεύγουν) όπου το θέμα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον: αφορούσε την ομοιότητα της ελληνικής λαϊκής μουσικής με μουσικές της Μέσης Ανατολής, της Κεντρικής Ασίας κι ακόμα πιο πέρα. Κι η έκπληξη μου ήταν τεράστια όταν άκουσα ένα τραγούδι από κάποια επαρχία της Κίνας που, αν έβαζες ελληνικό στίχο, με τίποτα δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσεις από ένα ρεμπέτικο. Η ελληνική λαϊκή μουσική είναι (είτε μας αρέσει, είτε όχι) συγγενής με τη μουσική αυτών των λαών, μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτή εκεί,  κι εύκολα και μπορούν να μάθουν να την αναγνωρίζουν και να την καταναλώνουν.

Η αρέσκεια των Ισραηλινών και των Τούρκων στην ελληνική μουσική είναι γνωστή, αλλά το να βάζεις στο νου μια δυνητική αγορά μεγαλύτερη σ’ έκταση από τις χώρες που κατέκτησε ο Μέγας Αλέξανδρος, και σε πληθυσμό που μετριέται σε δεκάδες φορές τον ελληνικό, είναι μια προοπτική και μια ευκαιρία που κόβει την ανάσα.  Απαιτεί όμως μια στρατηγική στροφή στο λαϊκό τραγούδι: να φύγει από το περιτύλιγμα της φτηνής αλλά ακριβά χρεούμενης διασκέδασης και να γίνει προϊόν. Προϊόν πολιτισμού μεν, αλλά προϊόν. Κι οι εταιρείες παραγωγής του κι οι φορείς του να κοιτάξουν να στοχεύσουν αυτές τις αγορές στις οποίες έχουν πραγματικά πιθανότητα να ακουστούν και ν’ αναδειχτούν  παρά να γλύφουν κατουρημένες γκλαμουροποδιές στη Γιουροβίζιον.

Ύστερα είναι ο κινηματογράφος που, παρά το πλούσιο ελληνικό παρελθόν του δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα διεθνής, και παρά τα τελευταία μικρά καλά νέα του (τη διεθνή προβολή π.χ. που γνώρισαν οι ταινίες του Λάνθιμου ‘Κυνόδοντα’ς και ‘Άλπεις’, το ‘Άττενμπεργκ’ της Τσαγκάρη και ο ‘Άδικος Κόσμος’  του Τσίτου), δεν μας έχει δώσει κάτι μεγάλης κλίμακας ακόμα, ούτε έχει βρει ένα δικό του ύφος. Έχει δε μια διπλή εικόνα: παραγωγές πιο εμπορικές αλλά και πιο εσωστρεφείς που πατάνε κυρίως πάνω σε τηλεοπτικά ονόματα, κι άλλες πιο soul searching που μπορούν να έχουν ανταπόκριση σ’ ένα διεθνές κοινό. Δε χρειάζεται να ψάχνουμε διεθνή θέματα για το διεθνές κοινό. Ο Ιρανικός κινηματογράφος κάνει διεθνείς επιτυχίες μ’ ακραιφνώς ιρανικά θέματα.  Ειλικρίνεια χρειάζεται. Γιατί το αληθινό είναι και πανανθρώπινο κι αναγνωρίζεται άμεσα σαν τέτοιο.

Εκείνο που γεννάει ελπίδες εδώ είναι τ’ ότι η κρίση στην διαφημιστική άγορα έχει ήδη αρχίσει να στρέφει τους κινηματογραφιστές των τηλεοπτικών σποτ σ’ αναζήτηση άλλων λύσεων, κάτι που μπορεί να σημαίνει είτε τη συνέχιση της παρούσας δουλειάς τους στο εξωτερικό (καλό αλλά λίγο) , είτε τη δημιουργία ταινιών που θα μπορούν να ‘ταξιδέψουν’ και να φέρουν εκατομύρια στη χώρα. (Παρεπιπτόντως, μια τέτοια φιλόδοξη προσπάθεια έχει ξεκινήσει ο Γιάννης Σμαραγδής με το “Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι” .  Μακάρι να πετύχει).

Γενικά, η καλλιτεχνική δημιουργία έχει ένα πλεονέκτημα: δεν εξαρτάται στενά από όρους παραγωγής. Αν κάτι αρέσει, ο κόσμος είναι διατεθειμένος να πληρώσει γι αυτό. Δεν αγοράζουμε μουσική με κριτήριο πόσο φτηνώτερο είναι ένα κομμάτι από ένα άλλο. Συνεπώς, εδώ δεν υπάρχει εδώ ανταγωνισμός από χώρες χαμηλού κόστους. Υπάρχουν βέβαια ζητήματα σχετικά με τη διανομή και το μάρκετιν, που όμως είναι επιλύσιμα, και μάλιστα, εφόσον αναφερόμαστε σε διεθνείς αγορές, επιλύσιμα σε πλαίσια διεθνούς ανταγωνισμού που σημαίνει μακρυά και πέραν από το γνωστό πεδίο κατεργαριών των ελληνικών doing business.

Κι επιπλέον τα προϊόντα πολιτισμού, έχουν κι ένα άλλο, πέραν του οικονομικού, όφελος: δημιουργούν μια αναγνώριση, χαράζουν το  brand Ελλάδα στα μυαλά των μη Ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο ότι, για δεκαετίες, όταν στη Δύση άκουγαν τη λέξη Έλληνας σκέφτονταν το Ζορμπά και τη Μελίνα. Δυο ταινίες το έκαναν αυτό. Δυο ταινίες (Το Zorba the Greek και το Ποτέ την Κυριακή) σχηματοποίησαν την εικόνα του Έλληνα στο μυαλό της Δύσης. Πιθανόν άλλες δυο να μπορέσουν να την ανασχεδιάσουν με νέους ευνοϊκότερους όρους.

 

Mousepad σε μορφή χαλιού

(Συγ)κρίνοντας την Κωνσταντινούπολη

Βρέθηκα τις μέρες των Χριστουγέννων κάπως απρόσμενα στην Κωνσταντινούπολη. Για όσους ήδη τρόμαξαν πως ακολουθεί ταξιδιωτικό ποστ, μην ανησυχείτε: δεν είναι της συνήθειας και του ύφους μου. Τα όσα ακολουθούν είναι αυτά που τριγύριζαν στο μυαλό μου τις τέσσερεις μέρες που πέρασα εκεί, τα όσα είδα κι οι συγκρίσεις που έκανα  με την Αθήνα, κι έχουν σχέση με τη συνήθη θεματολογία μου: οικονομία, τεχνολογία, επιχειρήσεις κτλ.

1. Συγκοινωνίες

Είχα επισκεφτεί την Πόλη στα μέσα του ’90 για δουλειά. Δεν υπάρχει σύγκριση σ’ ότι είχα δει τότε με το τώρα. Αλλά αυτό είναι αναμενόμενο γιατί έχει περάσει αρκετός καιρός.

Το αεροδρόμιο είναι πια ένα πολύ μεγάλο και σύγχρονο αεροδρόμιο, αν και κάπως άγχρωμο, 3-4 φορές μεγαλύτερο από το Ελ. Βενιζέλος, και λέγεται, βέβαια, Ατατούρκ. Συνδέεται δε με την πόλη με μετρό.

Το μετρό, όπως κι οι λοιπές συγκοινωνίες, είναι καθαρά και σύγχρονα κι αρκετά τακτικά. Το τραμ ειδικά είναι σαν ένα επίγειο μετρό.

Ενδιαφέρον έχουν κι οι θαλάσσιες συγκοινωνίες που ενώνουν την παλιά με τη νέα πόλη (δηλαδή την πόλη δυτικά κι ανατολικά του Κεράτιου κόλπου αντίστοιχα, στην Ευρωπαϊκή πλευρά) και την Ασιατική πλευρά.

Το εισητήριο είναι το ίδιο παντού, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μετρό ή φέρρυ μπόουτ: 2 νέες τουρικές λίρες ήτοι περίπου 80 λεπτά δικά μας.

Δεν υπάρχει ενιαίο εισητήριο, αλλά υπάρχει ένα σύστημα με μονάδες που δίνει 10% έκπτωση ανά διαδρομή.

Σημειωτέον ότι στα μέσα συγκοινωνίας συγκαταλέγονται και 3 υπόγεια τελεφερίκ που ανεβάζουν στο πιο κεντρικό σημείο της Πόλης: την οδό Ιστικλάλ και την πλατεία Ταξίμ.

2. Επικοινωνίες

Από τη λίγη χρήση που έκανα στο κινητό, διαπίστωσα ότι πιάνει παντού κι ότι τα data services έχουν μεγαλύτερη από μας ταχύτητα (: ανέβασμα φωτογραφίας στο facebook σχεδόν στιγμιαία) .

Κάτι που μου  έκανε εντύπωση: σε κάποιο ρεστωράν όταν ζητήσαμε μια πληροφορία από ένα γκαρσόνι για κάποιο άλλο κοντινό μαγαζί, πήγε κι έψαξε στο smartphone του και μας έφερε τη σχετική σελίδα στ’ αγγλικά για να μας διαφωτίσει.

3. Κτίρια

Η Κωνσταντινούπολη, όπως κι η Αθήνα, δεν έχει σαφείς διακρίσεις ανάμεσα σε παλιά και νέα πόλη από πολεοδομική άποψη: στη δυτική πλευρά, που είναι τα περισσότερα ιστορικά μνημεία, συναντά κανείς ανάκατα κτίσματα αιώνων, ετοιμόροπες ξύλινες κατοικίες εκατονταετίας και το γνώριμο σχήμα και όγκο των πολυκατοικιών. Ο βαθμός όμως επιβίωσης παλιών κτισμάτων είναι σημαντικά μεγαλύτερος από την Αθήνα.

Στην Ανατολική πλευρά μέτρησα από μακρυά τουλάχιστον 40 ουρανοξύστες που η θέα τους από την ασιατική πλευρά κάνει την Πόλη να φέρνει λίγο προς Μανχάταν.Σημειωτέον ότι το έδαφος δεν είναι πεδινό. Παντού υπάρχουν σχετικά απότομοι λόφοι κι οι ουρανοξύστες είναι χτισμένοι πάνω σ’ αυτούς κι όχι κοντά στην παραλία.

Τα μεσαίας  ηλικίας (με όρους αιώνων) κτίσματα του 19ου κι αρχών 20ου αιώνα, είναι πολυόροφα και με αρκετό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.

4. Δημογραφικά

Ο πληθυσμός της Πόλης έχει αγγίξει τα 14 εκατομύρια κι η αύξηση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα εσωτερικής μετανάστευσης. Οι Κούρδοι αποτελούν σημαντικό μέρος αυτού του ρεύματος. Η μετακίνηση αυτή προκαλεί εντάσεις και τριβές στην Κωνσταντινοπολίτικη κοινωνία, με τους ‘βέρους’ Κωνσταντινοπολίτες Τούρκους να προτιμούν την Ανατολική πλευρά ενώ οι νεόφερτοι και πιο συντηρητικοί τη Δυτική και πιο ιστορική, την οποία οι πρώτοι περιφρονούν.

Εκτός από τους Τούρκους, μια μεγαλούπολη σαν την Πόλη είναι μαγνήτης για μια πανσπερμία μεταναστών. Εκεί όμως οι συγκρίσεις με την Αθήνα προκαλούν κάποιες εκπλήξεις: δεν υπάρχει, ας πούμε, εύκολα παρατηρήσιμη μερίδα Νιγηριανών (που είναι και ομόθρησκοι με τους Τούρκους) ή άλλων Αφρικανών. Ούτε Πακιστανούς διακρίναμε, πράγμα ακόμα πιο περίεργο. Συναντήσαμε όμως αρκετούς Ιρακινούς, που ήταν αναμενόμενο. Από τα μορφολογικά δε χαρακτηριστικά τους θα μπορούσα να υποθέσω επίσης και την παρουσία Καυκάσιων και γηγενών της Κεντρικής Ασίας, αλλά αυτό είναι απλή εικασία.

5. Τουρισμός/Ποιότητα υπηρεσιών

Η Πόλη είναι το οικονομικό κέντρο της Τουρκίας. Δεν έχω ακριβή αντίληψη της διάρθρωσης της οικονομικής ζωής, ούτε μπορεί εύκολα κανείς να εξάγει συμπεράσματα περιηγούμενος μόνο σε τουριστικού ενδιαφέροντος προάστια. Αλλά αυτό που είναι σίγουρα σαφές, είναι ότι ο τουρισμός καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας. Κι είναι αυτή κυρίως η σύγκριση με την Αθήνα που ήταν η πιο στενάχωρη.

Είναι αλήθεια πως η Πόλη έχει τουρισμό πολύ μεγαλύτερο και παλαιότερο από την Αθήνα και λόγω της πολιτικής σημασίας της σαν πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους, αλλά και της γεωγραφίας της και του μοναδικού τοπίου της.

Παρότι είναι εμφανής η παραμέληση του βυζαντινού παρελθόντος της κι υπάρχει ένα διάχυτο κόμπλεξ γύρω απ’ αυτό, η τουριστική βιομηχανία δεν παύει να το αξιοποιεί, με πιο τρανταχτό παράδειγμα, βέβαια, την Αγία Σοφία.

Σε αντίθεση, όμως, με την Αθήνα που, βασικά, μόνο το (μακρινό) παρελθόν προσπαθεί ν’ αξιοποιήσει, ‘περιορίζοντας’ την Αθηναϊκή εμπειρία του τουρίστα στον πέριξ της Ακρόπολης χώρο, ο τουρισμός στην Τουρκία δεν στρέφεται αποκλειστικά στο ιστορικό στοιχείο. Ίσως δε να στρέφεται και λιγότερο σ’ αυτό.

Το χαρτί που παίζει η Πόλη στον τουρισμό είναι αυτό του εξωτικού.

Προσφέρει

  • την εμπειρία των παλιών αγορών (εντυπωσιακό το Καπαλί Τσαρσί, η παλιά σκεπαστή αγορά με τα εκατοντάδες μαγαζάκια με υφαντά και είδη χειροτεχνίας, αλλά κι η μικρότερη, επίσης κλειστή, αιγυπτιακή αγορά με τα μπαχαρικά),
  • των χαμάμ (που μερικά μετράνε 5 αιώνες ζωής),
  • των μίνι κρουαζιερών στο Βόσπορο ή στα πριγκιπονήσια,
  • την περιπλάνηση στο ανατολίτικο γκουρμέ (που, παρεπιπτόντως, ως Έλληνες, είμασταν σε θέση ν’ αξιολογήσουμε καλύτερα από το μέσο ευρωπαίο και να τιμήσουμε ανάλογα),
  • αλλά και τις αγορές με σύγχρονα προϊόντα,
  • τη νυχτερινή διασκέδαση (από χορό της κοιλιάς ως ψαγμένα τζαζ μπαρ),
  • και, για τα μεγάλα βαλάντια, την μυθική πολυτέλεια που προσφέρουν ξενοδοχεία σαν το Τσιραγάν, παλιό σαράι, που,  όπως μας πληροφόρησε ένας οδηγός, μια σουϊτα του πάει 21000 Ευρώ τη νύχτα, νούμερο που δυσκολεύομαι να πιστέψω.

Το σέρβις στα μαγαζιά, τις καφετέριες και τα ρεστωράν είναι καλό ως πολύ καλό και σίγουρα καλύτερο από το αντίστοιχο Αθηναϊκό. Μπορεί να μην έχει το τακτ και την κομψότητα του ευρωπαϊκού, αλλά έχει φρεσκάδα (μιας κι οι περισσότεροι εργαζόμενοι είναι πολύ νέοι), αυθόρμητο χαμόγελο και προσοχή στα ουσιώδη: να μην περιμένεις πολύ, να σε βοηθήσουν ν’ αποφασίσεις, να σε κάνουν να νοιώσεις άνετα (: δεν πρέπει να υπάρχει γκαρσόνι στην Πόλη που να μην ξέρει μερικές ελληνικές προτάσεις).

Επιπλέον, οι τιμές είναι, για το μέσο Ευρωπαίο, χαμηλές ως πολύ χαμηλές. Κι η ποιότητα 2-3 φορές πάνω από την αντίστοιχη ελληνική.

Μου έκανε εντύπωση που δεν συνάντησα σερβιτόρους χωρίς κάποιου είδους ‘στολή’, πράγμα που δέχτηκα ευχάριστα γιατί έχω κουραστεί από αυτή την ψευτοάνετη και ψευτοφιλική casual εμφάνιση και συμπεριφορά των αντίστοιχων Αθηναίων.

Ένα πιο ουσιαστικό παράδειγμα τουριστικής υπεροχής ήταν η προσοχή στις τουαλέτες: δεν συνάντησα ούτε μια που να μου προκαλέσει αίσθημα σιχασιάς κι αποστροφής. Η μόνη πολύ βρώμικη τουαλέτα στην οποία μπήκα ήταν του Πατριαρχείου που επισκέπτονται κυρίως Έλληνες, πράγμα που λέει πάρα πολλά.

Το αποκορύφωμα της τουριστικής ευγένειας ήταν το προσωπικό του ξενοδοχείου που μέναμε, ένα μικρό μπουτίκ οτέλ κοντά στην Αγία Σοφία. Κάθε φορά που κάναμε την εμφάνιση μας στο χώρο της ρεσεψιόν, σηκώνονταν όλοι όρθιοι, ‘κλαρίνο’ που λέγαμε στο στρατό, κάτι που δεν έχω συναντήσει πουθενά αλλού στον κόσμο (κι έχω ταξιδέψει σε 4 ηπείρους). Κι ενώ μας έκανε να νοιώθουμε αμήχανα κι ίσως άβολα, το καταλαβαίνω πολύ καλά σαν μαρκετίστικη τακτική. Ήταν ένα ξεκάθαρο σήμα προς εμάς τους τουρίστες ότι τους είμαστε σημαντικοί.

Δεν ξέρω τι γίνεται το καλοκαίρι αλλά η σύνθεση του τουρισμού ήταν άλλο ένα στοιχείο έκπληξης: οι Ευρωπαίοι ήταν μάλλον η μειονότητα. Κι απ’ αυτούς οι περισσότεροι προέρχονταν από χώρες που βρέχει η Μεσόγειος: Ισπανοί, Γάλλοι, Ιταλοί και οι απανταχού παρόντες Έλληνες. Είδαμε πολλούς τουρίστες από την Άπω Ανατολή, κάποιους που έδειχναν Αραβική προέλευση, Ρώσους, και κάποιους με μπερδεμένα στοιχεία: όπως Αμερικάνους μεν πολίτες, αλλά εμφανώς Μουσουλμάνους (μαντήλες οι γυναίκες) και με φυλετικά στοιχεία από Πακιστάν, Ινδοκίνα κτλ. ή άλλους με Ευρωπαϊκή εμφάνιση (με εξαίρεση και πάλι την κομψή μουσουλμανική μαντήλα των κυριών,νεαρών κοριτσιών κυρίως) και ομιλία που δεν μπορούσα να τοποθετήσω σε κάποια γνωστή σε μένα γλωσσική ομάδα.

6. Τοπικά προϊόντα, σχέση με τουρισμό

Τα αναρίθμητα τουριστικά μαγαζιά που συναντάς κυρίως στη δυτική πλευρά, πουλάνε μεν τ’ απαραίτητα σουβενίρ αλλά δεν εξαντλούνται εκεί. Υπάρχει μια στενή συνάφεια τουρισμού και παραγωγής παραδοσιακών προϊόντων: υφαντά, χαλιά, δερμάτινα,  σαπούνια, γλυκά, αλλαντικά κι άλλα τέτοια είδη, ξεχειλίζουν τα τουριστικά μικρομάγαζα. Η εμπειρία σ’ αυτά τα μαγαζιά είναι τυπική της μέσης ανατολής: παζάρια, γαλιφιές, πονηριές κτλ αλλά κάποιοι έχουν αρχίσει να διαφοροποιούνται, και γι’ αυτό θα δεις σε κάποιες  προθήκες την ταμπέλα “Fixed price”, που σημαίνει ότι δεν διαπραγματεύονται κι ότι οι τιμές είναι αυτές που λένε τα ταμπελάκια.

Προσπαθούσα (άκαρπα) να κάνω με το νου μου την οικονομική αριθμητική αυτής της σχέσης: πόσο ο τουρισμός στηρίζει παραδοσιακά επαγγέλματα ή βιομηχανίες; Είναι δύσκολο να πει κανείς τι απ’ όλα αυτά παράγεται όντως στην Τουρκία και τι εισάγεται από την Ανατολή. Αλλά και τα μισά να είναι ντόπιας παραγωγής, το μέγεθος της Πόλης και του τουρισμού της μου έδωσαν την εντύπωση ότι θα κρατάνε στη ζωή πολλές άγνωστες κι άσημες επαρχίες.

7. Θρησκεία/Ήθη

Η Τουρκία ήταν παραδοσιακά χαλαρή στα θρησκευτικά ήθη ακόμα και πριν τον Κεμάλ. Η πρόσφατη επικράτηση όμως των Ισλαμιστών του Ερντογάν έχει αλλάξει τους συσχετισμούς. Υπάρχει μια έκδηλη συντηρητική στροφή στην κοινωνία της Πόλης, με βασικούς στηρικτές της τις ορδές των εσωτερικών μεταναστών.

Δεν το συνειδητοποιείς αμέσως, αλλά αυτό έχει επιπτώσεις στα ήθη της πόλης: δεν βλέπεις πουθενά γυμνό σε αφίσσες, δεν συναντάς εύκολα στριπτηζάδικα (που στην Αθήνα είναι ένα στο τετράγωνο πλέον) και,  κάτι που εικάζω ότι οφείλεται σ’ αυτό, δεν υπάρχει εγκληματικότητα στους δρόμους. Μπορείς να κυκλοφορήσεις αργά τη νύχτα, χωρίς ιδιαίτερο φόβο.

Στην Αθήνα δεν υπάρχει πλέον τοίχος χωρίς γκραφίτι, κάτι που μου είναι ακατανόητο και δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί δεν έχει δημιουργήσει μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις αιτίες του φαινομένου. Πολύ περισσότερο, γύρω από την επίπτωση που έχει στην εικόνα της πόλης και ειδικά στην πρόσληψη της από τους τουρίστες, που για τους περισσότερους απ αυτούς, το γκραφίτι είναι συνώνυμο γκετοποίησης, περιθώριου και μη ασφαλών περιοχών.

Στην Πόλη συναντήσαμε αντίστοιχες περιοχές αλλά η έκταση των γκραφίτι ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Ίσως το παρακάτω περιστατικό εξηγεί το γιατί. Το παραθέτω ασχολίαστο.

Ένα βράδι που γυρνούσαμε μετά τις δώδεκα στο ξενοδοχείο, κατηφορίζοντας από τον πύργο του Γαλατά προς την ομώνυμη  γέφυρα του Κεράτιου, γίναμε μάρτυρες του εξής περιστατικού: κάποιος φύλακας ενός κτιρίου επέπληττε ένα νεαρό. Στην συνέχεια τον πλησίασε και τον καρπάζωσε χωρίς ο άλλος να προβάλει ιδιαίτερη αντίσταση. Έδειχνε μάλλον φοβισμένος. Το αίτιο αυτής της συμπεριφοράς αποδείχτηκε πως ήταν κάτι που ο νεαρός είχε γράψει με μαρκαδόρο στον τοίχο του κτιρίου. Δεν καταλαβαίναμε τι διαμοιβόταν αλλά ο νεαρός έδειχνε να λέει στο φρουρό  ότι έκανε κάτι ασήμαντο. Το εντυπωσιακό όμως ήταν που άρχισε αμέσως να το σβήνει με το δάχτυλο και το σάλιο του.

Αν παράθεσα όλα τα παραπάνω, σ’ αυτό το ασυνήθιστα μακροσκελές, για μένα, ποστ, είναι γιατί βασικά μ’ απασχολούσε κι απασχολεί το εξής ερώτημα: Πως, ενώ έχουμε εναποθέσει την πλειονόητα των ελπίδων μας για οικονομική ανάκαμψη στον τουρισμό, μπορούμε ν’ ανταγωνιστούμε αυτό τον γείτονα που δείχνει να έχει καλύψει όλες του τις πλευρές και πέραν από το σίγουρο δέλεαρ της χαμηλής τιμής, στο οποίο άνετα μας ‘πατάει’, να υπερέχει και σε ποιότητα; Και το ‘πως’ του ερωτήματος δεν έχει την έννοια του ‘δεν γίνεται’ αλλά είναι ένα γνήσιο ερώτημα, ένα από τα ερωτήματα που θα έπρεπε να θέτουμε κι ατομικά και συλλογικά στους εαυτούς μας.

Κι αν θελήσω να δώσω μια πρώτη απάντηση θα ξεκινήσω από το ερώτημα του υποψήφιου τουρίστα μας: “γιατί να πάω στην Αθήνα;”

Αν τον αφήνουμε ν’ απαντά “για να δω την Ακρόπολη, άντε και το νέο μουσείο της”, τότε η παραμονή του θα είναι διάρκειας Σαββατοκύριακου κι η Αθήνα δεν θα συνδιάζεται στο μυαλό του με μια εμπειρία ξεχωριστή που θα ήθελε να επαναλάβει, είτε σαν νέα επίσκεψη, είτε σαν αφήγηση προς τους φίλους και γνωστούς του.

Χρειαζόμαστε μια νέα αφήγηση. Για να έρθει ο τουρίστας να ζήσει το μύθο του στην Ελλάδα (live your myth in Greece κατά τ’ άλλα) πρέπει να έχουμε ένα μύθο ν΄ αφηγηθούμε. Κι όχι ένα παραμύθι…

 

Η πρώτη σκέψη του χρόνου

Δε θυμάμαι να έχω ξαναγράψει πρωτοχρονιάτικά ποστ. Και δε θέλω να είναι γκρινιάρικο. Μια διαπίστωση θέλω μόνο να μοιραστώ.

Διαβάζω πολύ κριτική τελευταία για την ανικανότητα του πολιτικού συστήματος να ‘τα βρει’ και ν’ αναδείξει ανθρώπους και ιδέες που μπορούν να μας οδηγήσουν έξω από την πορεία (αυτο)καταστροφής που έχουμε πάρει. Αυτό που δεν βλέπω να διατυπώνεται ρητά, κι ακόμα λιγότερο να εξηγείται, είναι το γιατί.

Γιατί δεν εμφανίζεται ένας Εθνάρχης τώρα που τον έχουμε ανάγκη, βρε παιδί μου;

Και φοβάμαι πως η απάντηση είναι και παλιά κι απλή.

Γιατί οι Εθνάρχες δεν δημιουργούνται με παρθενογέννεση. Πρέπει να υπάρξει το ξευγάρωμα μιας καίριας ιστορικής συγκυρίας και μιας κυρίαρχης κοινωνικής ομάδας που θα τους δημιουργήσει.

Ακόμα και με όρους ταξικής ανάλυσης να το δει κανείς (που, παρεπιπτόντως, τόσο ο Adam Smith όσο κι ο Karl Marx χρησιμοποίησαν), δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κάποια κυρίαρχη τάξη που να εδράζεται  σε παραγωγή αληθινής αξίας, με μεταρυθμιστική ατζέντα που  ν’ αναδύεται από την φύση των αναγκών ακριβώς αυτής της παραγωγής (όπως π.χ. η ατζέντα του φιλελευθερισμού των βιομηχανικής επανάστασης ή των οικονομικών διεκδικήσεων των εξαθλιωμένων εργατικών μαζών του 19ου αιώνα).

Υπάρχουν μόνο πολλαπλές, διάσπαρτες κι ασύνδετες κοινωνικές ομάδες που διεκδικούν το προνόμιο να νέμονται το σήμερα, όπως και το χτες. Κι υπάρχουν, ανάμεσα τους και δίπλα τους, οι πολλές, πάμπολλες, μονάδες που στρέφονται στην ατομική λύση, είτε με τη μορφή της φυγής, είτε της καταφυγής σε κάποια βολεψιά, είτε στον απέλπιδα μόχθο.

Οι ηγέτες είναι απλά το πρόσωπο και το προσωπείο μιας κοινωνικής ομάδας. Δεν υπάρχουν Εθνάρχες που να εκπροσωπούν το 100% του έθνους τους. Άσχετο αν τελικά μπορεί να το οφελήσουν.

Πως να εμφανιστούν στο προσκήνιο, λοιπόν, όταν οι ομάδες, οι τάξεις, οι κοινωνικοί σχηματισμοί-μας έχουν υποβαθμιστεί σ’ απλή άρθροιση ατόμων που διεκδικούν ένα φαντασιακό ‘δικαίωμα’  η μια εις βάρος της άλλης  κι ένας σε βάρος του άλλου, χωρίς να πληρώνουν το αντίτιμο της παραγωγής;

Αν πρόκειται να παραγάγουμε ποτέ νέους Εθνάρχες, θα πρέπει πρώτα κερδίσουμε το στοίχημα να παραγάγουμε εκ νέου αξία σε υψηλώτερη ποιότητα και κλίμακα. Κι αν είναι να ευχηθούμε κάτι για το νέο έτος, ας είναι αυτό.