Category Archives: Οικονομία

Ζήτημα κινήτρων


Το καλοκαίρι του 2008, ενώ υπόγεια οι οικονομικές δυνάμεις οδηγούσαν την Αμερική στη μεγαλύτερη της κρίση μετά  κράχ του ’30, εγώ βρισκόμουν στην Ανατολική ακτή, απολαμβάνοντας  ‘μακάριος’ 3 εβδομάδων διακοπές εκεί.
Ήταν Ιούλιος, ο καιρός θαυμάσιος και το ευρώ βρισκόταν στο all time high προς το δολλάριο (~1,65 αν θυμάμαι καλά) πράγμα που μας έδινε την άνεση να περιηγηθούμε για πρώτη φορά σαν πλούσιοι τουρίστες.
Κοιτάγαμε τις τιμές που έτσι κι αλλιώς είναι πιο φτηνές από την Ευρώπη, κάναμε τη μετατροπή σε ευρώ και γελάγαμε ευχαριστημένοι.

Στις συνήθεις αγορές μου είναι παντού και πάντα τα βιβλία.  Στο συγκεκριμένο ταξίδι ψώνισα κάμποσα από το Border’s στο Μανχάταν που τώρα αποτελεί ανάμνηση καθότι χρεωκόπησε.

Ένα απ’ αυτά ήταν το  Freakonomics: A Rogue Economist Explores the Hidden Side of Everything.

Το βιβλίο προσπαθεί να εξηγήσει μια σειρά από φαινόμενα όπως η πτώση της εγκληματικότητας στη Νέα Υόρκη, τα οικονομικά μιας συμμορίας ναρκωτικών κ.α.,  καταφεύγωντας σε μεθόδους κι ερμηνείες που δεν θα τις έλεγε κανείς συμβατικές. Ο μη μυημένος είναι δύσκολο να καταλάβει καν γιατί ένας οικονομολόγος (ο Steven Levitt)  ασχολείται μ’ αυτά τα θέματα και τι σχέση έχουν με τα οικονομικά εν γένει.

Ο Levitt δεν δίνει άλλη απάντηση στο βιβλίο για το ‘γιατί’, πέραν του ότι απλά αυτά τα φαινόμενα του τραβούσαν το ενδιαφέρον. Δίνει όμως το νήμα για τη σύνδεση με την επιστήμη των οικονομικών. Σ’ ένα συχνά επαναλαμβανόμενο μάντραμ χαρακτηρίζει την οικονομική επιστήμη (δηλαδή τη μελέτη της οικονομικής συμπεριφοράς) ως ζήτημα κινήτρων.

Αυτό ακριβώς θυμήθηκα χτες βράδυ καθώς σε κάποιο δελτίο ειδήσεων είδα δυο ρεπορτάζ που φώτιζαν με θαυμάσιο τρόπο το ζήτημα των κινήτρων.

Το πρώτο αφορούσε την χρήση οικοπέδων στα βορειοδυτικά προάστια της Αθήνας (Μενίδι, Λιόσια) σαν περιβόλια. Δεν πρόκειται γι αλλαγή χρήσης αλλά για αναβίωση χρήσης: τα οικόπεδα αυτά ήταν χωράφια και περιβόλια πριν η λαίμαργη ανοικοδόμηση οδηγήσει τους ιδιοκτήτες τους να τα δουν σαν φιλέτα … οικοδομών.

Με την οικοδομική δραστηριότητα να έχει σχεδόν μηδενίσει το όποιο έσοδο θα μπορούσαν να προσδοκούν οι ιδιοκτήτες των οικοπέδων  απ’ αυτήν έχει απομακρυνθεί πολύ χρονικά για να έχει ενδιαφέρον. Κι έτσι, παλιοί αγρότες πολλοί απ’ αυτούς, έχουν ξαναρχίσει να φυτεύουν εποχιακά και να τα πουλάνε στις λαϊκές της Αθήνας. Τ’ ότι βρίσκονται στις παρυφές της πόλης τους δίνει ένα πλεονέκτημα: τα μεταφορικά είναι μηδαμινά κι η απευθείας πρόσβαση στους καταναλωτές μέσω των λαϊκών βγάζει εκτός παιχνιδιού τους μεσάζοντες που θα τους στερούσαν ένα σημαντικό μέρος του κέρδους.

Το δεύτερο  (κι αυτό ήταν εντελώς απρόσμενο για μένα, δεδομένου τι έγραφα πριν λίγες μέρες σ’ αυτό το post) αφορούσε τη στροφή καλλιτεχνών προς το εξωτερικό. Μέρος της στροφής αυτή αφορούσε την ‘μετανάστευση’ ηθοποιών στην Κύπρο, διέξοδος όμως που έχει ημερομηνία λήξης. Πιο ενδιαφέρουσα ήταν η αναφορά στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Σωκράτη Αλαφούζο,  που η ταινία του “Μικρός Βασιληάς” έχει ήδη τρεις υποψηφιότητες σ’ αντίστοιχα ευρωπαϊκά φεστιβάλ.

Δεν είναι βέβαια η συμμετοχή σε φεστιβάλ του εξωτερικού τίποτα καινούργιο, ούτε γνωρίζω πως χρηματοδοτήθηκε, ούτε την ποιότητα της δουλειάς του για να πω αν μπορούμε να περιμένουμε κάτι σημαντικό.

Δεν ήταν αυτά στα οποία στάθηκα αλλά μια δήλωση του για το πως λόγω της κρίσης οι καλλιτέχνες έχουν μοναδική διέξοδο πια το εξωτερικό και πως αυτό πρέπει να είναι όχι στάση απελπισίας αλλά αφορμή έντασης προσπάθειας και δημιουργίας.

Και στα δυο αυτά ρεπορτάζ  έχουμε παραδείγματα μια; αλλαγή συμπεριφοράς γιατί έχει αλλάξει το σύστημα κινήτρων.

Στην πρώτη περίπτωση το κίνητρο της επένδυσης στην οικοδομή, που χαρακτήρισε όλη την πορεία της Ελλάδας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, και στο οποίο χρωστάμε και την ραγδαία ανάπτυξη του ’50, ’60 αλλά και την καταστροφή του αστικού κι οικιστικού περιβάλλοντος, έχει αρχίσει να αίρεται κι οι οικονομικές μονάδες (εμείς δηλαδή) έχουν αρχίσει να στρέφουν τους πόρους σε άλλες δρατηριότητες. Ελλείψει δε επιδοτήσεων, χρηματιστηριακών αρπαχτών κτλ οι διέξοδοι πια είναι στην κατεύθυνση της αληθινής παραγωγής κι εκεί φαίνεται να καταλήγουν.

Στη δεύτερη περίπτωση η αλλαγή κινήτρων υπαγορεύεται από δυό συνθήκες: τη μείωση της παραγωγής σήριαλ στην τηλεόραση και τη συνεπαγόμενη αδρανοποίηση του σταρ σύστεμ που δευτερογενώς γέμιζε και τα θέατρα όπου εμφανίζονταν οι τηλεοπτικοί αστέρες, και το κλείσιμο της στρόφιγγας που λέγεται Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου  που έλεγχε στην ουσία όλη την κινηματογραφική παραγωγή.

Χωρίς τα κίνητρα για εύκολο χρήμα από την τηλεόραση και το ΕΚΚ οι καλλιτέχνες έχουν πια τις επιλογές ή να εγκαταλείψουν το χώρο ολότελα ή να επιμείνουν σε άλλες αγορές, εκτός Ελλάδος. Έχω δε την αίσθηση ότι αυτοί που θα επιλέξουν το δεύτερο θα είναι αυτοί που είναι πραγματικά παθιασμένοι μ’ αυτό που κάνουν και συνεπώς  αυτοί που θα έπρεπε να αποτελούν το δυναμικό του συγκεκριμένου χώρου έτσι κι αλλιώς.

Οψόμεθα.

Οι ταινίες σαν startup

Τα όσα ακολουθούν είναι μεν μια συνέχεια του προηγούμενου μου ποστ, αλλά είναι κι αποτέλεσμα έμπνευσης από μια ανάλογη ιδέα: το βιβλίο σαν startup (αν ενδιαφέρεστε για την πηγή της έμπνευσης πηγαίντε στο leanpub).

Η αναλογία είναι απλή κι οι παραλληλισμοί πολλοί και σε πολλά επίπεδα, εκτός από ένα. Ένα startup στοχεύει να ζήσει για πάντα, άσχετο αν σπάνια το καταφέρνει. Μια ταινία στοχεύει να ζήσει για πάντα επίσης αλλά ουσιαστικά, σαν πολιτιστικό προϊόν, ο ενεργός χρόνος ζωής της (αυτός δηλαδή που μπορεί να δημιουργήσει υπολογίσιμα εισοδήματα) είναι μικρός.

Κατά τ’ άλλα:

  • Κι οι ταινίες και τα startup είναι ομαδικές προσπάθειες. Βασίζονται σε 1-3 κύριους συντελεστές (στα startup είναι οι  co-founders , στις ταινίες ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος και κάποιος από τους: υπεύθυνος φωτογραφίας, μουσικής, πρωταγωνιστές κτλ).
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπεισέρχεται η αβεβαιότητα και το υψηλό ρίσκο.
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ανάγκη για χρηματοδότηση.
  • Κατ’ εξαίρεση, μια ταινία μπορεί να δημιουργηθεί από μεράκι των δημιουργών της με λεφτά δικά τους και μόνο, όπως ένα startup μπορεί να ξεκινήσει με προσωπικά λεφτά και ιδρώτα των ιδρυτών -και ίσως της οικογένειας και των φίλων τους, και να οδηγήσει σε μια μεγάλη επιτυχία.
  • Μια ταινία μπορεί να μην αποσκοπεί στην οικονομική εκμετάλλευση και στο κέρδος όπως κι ένα open source project (που δεν είναι startup αλλά λειτουργεί πάνω κάτω με τους ίδιους όρους).
  • Τα startup αυτοπαρουσιάζονται σε startup competitions όπως οι ταινίες σε φεστιβάλ. Και στις δύο περιπτώσεις το ζητούμενο είναι η αναγνώριση κι η σύναψη εμπορικών ή άλλων επιχειρηματικών συμφωνιών.

Αφήνω σε σας ν’ ανακαλύψετε κι άλλες αναλογίες για να εξετάσω το που αυτές μπορούν να οδηγήσουν.

Το ζητούμενο από το προηγούμενο ποστ ήταν ο ελληνικός  κινηματογράφος σαν εξωστρεφής δραστηριότητα. Κι αυτή την δυνατότητα προσπαθεί να ερευνήσει κι η αναλογία μιας ταινίας μ’ ένα startup. Για να ψάξουμε όμως τη δυνατότητα λίγο καλύτερα, χρειάζεται μια μικρή ιστορική αναδρομή στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή την οποία θα την επιχειρήσω καθαρά από μνήμης, χωρίς να έχω ανατρέξει σε σχετικές πηγές που, γι αυτό, θα είναι ανοιχτή σε αναθεωρήσεις.

Παλιός ελληνικός κινηματογράφος

Κάτω απ’ αυτό τον όρο θα ‘τσουβαλιάσω’ όλη την ελληνική παραγωγή μέχρι την μεταπολίτευση, αν και τα όρια δεν είναι τόσο σαφή. Απλά το ορόσημο αναφοράς είναι βολικό κι όχι πολύ λανθασμένο.

Στο μεγάλο μέρος του, ίσως και στο σύνολο, δεν το γνωρίζω, ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είναι αποτέλεσμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας ως προς την παραγωγή (με τη Φίνος Φίλμ το πιο γνωστό παράδειγμα).

Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι εκείνο του Χόλυγουντ, με ένα εγχώριο σταρ σύστεμ που λειτουργεί σαν το δέλεαρ για την παρακολούθηση μιας νέας ταινίας.

Οικονομικά ο παλιός κινηματογράφος τα καταφέρνει καλά: τα εισητήρια που κόβουν οι ταινίες το 60 θα τα ζήλευαν και μεγάλες σημερινές blockbuster παραγωγές. Το “Υπολοχαγός Νατάσα” πιάνει δε το για πολλά χρόνια ρεκόρ των 750χιλ. εισητηρίων.

Κι ενώ το μεγάλο μέρος της παραγωγής είναι εμπορικές ταινίες που απευθύνονται κυρίως στην εσωτερική αγορά, υπάρχει χώρος και για ποιοτικότερες, πιο καλλιτεχνικές παραγωγές, που γίνονται κι οι πρεσβευτές του ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό,  όπως ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου κά.

Κι εδώ είναι η ιδιομορφία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: το εμπορικό είναι εσωστρεφές (non tradable, με διεθνείς όρους, θα λέγαμε), ενώ το ποιοτικό αναζητάει μια δικαίωση κι ένα λόγο ύπαρξης εκτός Ελλάδος.

Στις ποιοτικές επιτυχίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου μεγάλο λόγο παίζουν οι συνέργειες: και στην περίπτωση του Κούνδουρου που προανέφερα αλλά κυρίως στο Ποτέ την Κυριακή του Ντασσέν και της Μελίνας, είναι η μουσική του Χατζιδάκη που υποστηρίζει ικανά τις ταινίες.

Μια άλλη συνέργεια είναι επίσης ενδιαφέρουσα στην περίπτωση του Κούνδουρου: το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Αναφέρω αυτά περί συνεργειών για να ξαναθυμήσω την αναλογία με τα  startup: οι ταινίες είναι ομαδικά δημιουργήματα και ο ρόλος της ομάδας των ‘co-founders’ σημαντικός στην επιτυχία τους.

Η ρόδινη διαδρομή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ανακόπτεται, απότομα σχετικά, από την επέλαση της τηλεόρασης. Είναι κλασσικό disruption και βέβαια όχι μόνο ελληνικό. Απλά στην Ελλάδα οι συνθήκες παραγωγής του ‘παραδοσιακού’ κλάδου δεν άντεξαν στην διαδικασία της προσαρμογής.

Η εμπορικότερη ελληνική ταινία

Νεώτερος Ελληνικός Κινηματογράφος

Ο μετά την μεταπολίτευση κινηματογράφος χαρακτηρίζεται από τη στροφή στο πιο ‘κουλτουριάρικο’ και λόγω του ότι το εμπορικό έχει μετακομίσει στην τηλεόραση αλλά και λόγω του πολιτικού πνεύματος που εισάγεται από τη Γαλλία, κυρίως με τον επαναπατρισμό των πολιτικών (αυτο)εξόριστων διανοουμένων, αλλά και το γενικώτερο πνεύμα της εποχής. Το πιο εξέχον παράδειγμα και το role model αυτής της περιόδου, μέχρι τα τέλη του ’80, είναι ο προσφάτως εκλιπών Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Αυτό όμως που είναι μεγαλύτερης σημασίας είναι η αλλαγή στη διαδικασία της παραγωγής ταινιών: στην πλειονότητα τους δεν χρηματοδοτούνται πια από ιδιώτες αλλά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Συνέπεια αυτού είναι η ύπαρξη μιας νέας δυνατότητας: του να παράγονται ταινίες οι οποίες δεν βρίσκουν κοινό, απλά και μόνο γιατί κρίνονται a priori καλλιτεχνικές.

Παράλληλα, υπάρχουν δείγματα παραγωγής όπως το Λούφα και Παραλλαγή του Νίκου Περάκη όπου ακολουθούν το δρόμο της ιδιωτικής παραγωγής και  της εμπορικής αλλά ποιοτικής ταινίας, που θυμίζουν ότι ο κινηματογράφος μπορεί να μετασχηματιστεί και να ξαναγίνει σημαντικός στις νέες συνθήκες.

Από τη δεκαετία του 90 και μετά, και με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης και της άνθισης της διαφήμισης δημιουργούνται νέες συνθήκες: αφενός οι κινηματογραφιστές μπορούν να έχουν ένα daytime-job στη διαφήμιση, αφετέρου σχηματίζεται ένα νέο star system, το τηλεοπτικό.  Το εμπορικό ζενίθ αυτής της νέας συνθήκης είναι η ταινία του 1999 Safe Sex που σπάει το φράγμα του 1 εκατομυρίου εισητηρίων. Την παραγωγή της ταινίας, κι εδώ είναι το ενδιαφέρον, κάνει ένα τηλεοπτικό κανάλι (το Mega Channel) το οποίο κάνει έτσι cash out  στο μέχρι τότε star system του.

Τη δεκαετία του 2000 τα μεγάλα νούμερα εισητηρίων στον ελληνικό κινηματογράφο επανέρχονται: με το Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίo να φτάνει στο all time high εισητηρίων με κοντά 1,3 εκατομ. ακολουθούμενο κοντά από την Πολίτικη Κουζίνα.  Από πλευράς παραγωγής το μεν πρώτο είναι της CL Productions, μιας εταιρίας καθαρά κινηματογραφικών παραγωγών, ενώ το δεύτερο της  Village Roadshow που εκτός από τις ομώνυμες αίθουσες κάνει και κινηματογραφικές διανομές.

Η πορεία των τελευταίων χρόνων δείχνει να αναβιώνει, σε κάποιο βαθμό, χαρακτηριστικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: ιδιωτική παραγωγή, εγχώριο star system και μεγάλο αριθμό εισητηρίων, χωρίς όμως ν’ αναδεικνύει μόνιμους και σταθερούς ‘παίχτες’ σ’ όλο το production chain της κινηματογραφικής παραγωγής.

Το σήμερα της κρίσης

Στις σημερινές συνθήκες ο ελληνικός κινηματογράφος αντιμετωπίζει τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν κι όλοι οι άλλοι κλάδοι της οικονομίας: μειωμένα εισοδήματα των θεατών, που οδηγούν σε μειωμένα εισητήρια, απώλειες των βιοποριστικών θέσεων εργασίας (τηλεόραση, διαφήμιση) των διαφόρων συντελεστών (ηθοποιοί, τεχνικοί, σκηνοθέτες) και, βέβαια, περαιτέρω στένεμα στα κεφάλαια χρηματοδότησης. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να οδηγηθεί ξανά σε μια περίοδο μαρασμού. Μπορεί όμως να εκμεταλευτεί και την κρίση σαν ευκαιρία.

Πως;

Πρώτα απ’ όλα οι νέες συνθήκες δυσκολεύουν το να κάνεις κινηματογράφο εκ του ασφαλούς: είτε έχοντας μια daytime job, είτε έχοντας μια κρατική χρηματοδότηση.  Άρα, αν υπάρξει συνέχεια, αυτή θα είναι συναρτημένη από το κατά πόσο μπορεί ο ελληνικός κινηματογράφος να περάσει σε μια διεκδίκηση μέλλοντος μέσα στο διεθνές περιβάλλον παίρνοντας ρίσκα.

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να μας επιτρέψει αισιοδοξία γι αυτό, είναι αφενός ότι το εσωτερικό περιβάλλον είναι πλέον εχθρικό, οπότε αναγκαστικά η εξωστρέφεια είναι η μόνη διέξοδος, και, κυρίως, το γεγονός ότι οι νεώτεροι κινηματογραφιστές έχουν μεγαλώσει σε μια εποχή διασύνδεσης: έχουν τις ευκαιρίες και τις προσβάσεις που προσφέρονται από το internet όσον αφορά την πληροφόρηση και την εύρεση συντελεστών και πόρων. Κι όπως και με τα ελληνικά startups,  ο άνθρωπος του κινηματογράφου έχει ένα carrier path να ονειρεύεται: ότι μια ελληνική διεθνής επιτυχία μπορεί ν’ ανοίξει τις πόρτες των μεγάλων στούντιο. Το Hollywood είναι η Silicon Valley  των κινηματογραφιστών κι οι μεγάλες παραγωγές όπως και οι μεγάλες χρηματοδοτήσεις λαμβάνουν χώρα κυρίως  σ΄αυτή τη πλευρά της γης.

Ευκαιρίες και συνέργειες

Κάνοντας τη νοητική αναδρομή στον ελληνικό κινηματογράφο ένα πράγμα που συνειδητοποίησα, και που μου προκάλεσε κατάπληξη, είναι πόσο λίγο,  σε αντίθεση με άλλους κινηματογράφους, αντλεί από την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Ενώ στο Hollywood το να γίνει ταινία ένα επιτυχημένο βιβλίο είναι σχεδόν δεδομένο κι αυτονόητο, στην Ελλάδα τα παραδείγματα είναι ελάχιστα. Αναρωτιέται κανείς γιατί. Τόση λίγη εκτίμηση έχουν στην ελληνική λογοτεχνία οι κινηματογραφιστές μας; Γιατί δεν κάνει κάποιος ταινίες τα βιβλία  που μπορούν να έχουν μια υγιή δόση και ποιότητα και εμπορικότητας; Του Μάρκαρη, ας πούμε.

Σε μικρότερο βαθμό το ίδιο ισχύει και για τη μουσική: οι ταινίες ή θα έχουν καθαρά κινηματογραφική μουσική, (αξιόλογη καθ’ όλα, όπως του Δημήτρη Παπαδημητρίου ή της Ελένης Καραϊνδρου) ή πιο παραδοσιακή (ρεμπέτικα, έντεχνο κτλ). Η σύγχρονη ελληνική μουσική παραγωγή απουσιάζει. Και πάλι γιατί; Δεν είναι άξια λόγου; Δεν αρέσει στους σκηνοθέτες; Δεν έχω απάντηση.

Η ελληνική κρίση οδεύει να είναι άλλη μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τον κινηματογράφο για ένα ακόμα λόγο: δεν έχει επιχειρήσει να την αφηγηθεί. Ας σκεφτούμε πως από μόνο του το θέμα είναι ικανό να προσελκύσει διεθνές κοινό μιας και το ζήτημα ‘διαφημίζεται’ στα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης αδιάλειπτα τα τελευταία δύο χρόνια. Και δεν εννοώ μ’ αυτό μια νέα γενιά πολιτικών ταινιών. Χορτάσαμε απ’ αυτές, όχι. Εννοώ μια εικονογράφηση της κοινωνίας όπως έχει αυτή διαμορφωθεί σ’ αυτές τις συνθήκες. Ζούμε μια πρωτόγνωρη περίοδο της ιστορίας μας, που σε ανθρώπινο επίπεδο, παράγει τόνους ιστορίες άξιες αφήγησης, αλλά ο ελληνικός κινηματογράφος δείχνει να τις αγνοεί. Ή να τις σνομπάρει. Αντ’  αυτού επιλέγει ή να στρέφει το βλέμμα σε μια αμφίβολη ελαφρότητα ή να επιδίδεται σε κρυπτικές ομφαλοσκοπήσεις. Γιατί; Είναι νωρίς μήπως;

 

Μια πρόταση δράσης

Αν υποθέσουμε ότι αυτά που λέω  τ’ ακούσουν κάποιοι άμεσα ενδιαφερόμενοι (κινηματογραφιστές) και θέσουν το (απίθανο) ερώτημα τι θα μπορούσαν να κάνουν για να εκμεταλευτούν τις νέες συνθήκες, θα είχα να προτείνω τα παρακάτω:

  • Πρώτα ν’ αρχίσουν να μαζεύονται και να συζητούν τις ιδέες τους για ταινίες, ν΄ανταλλάσουν ειλικρινείς απόψεις και να παίρνουν  feedback όχι μόνο από το συνάφι τους. Ένα είδος Opec Coffee για τον κινηματογράφο, ή κάτι τέτοιο.
  • Να ψάξουν θέματα και στην ελληνική λογοτεχνία και στην διεθνή. Η ιστορία είναι το πρωταρχικό σε μια αφήγηση. Δεν πρόκειται για ντοκυμανταίρ. Και δεν είναι δεδομένο ότι κάποιος που γνωρίζει τα μυστικά της αφηγηματικής γλώσσας (ο κινηματογραφιστής εν προκειμένω) μπορεί να επινοεί ιστορίες άξιες αφήγησης.
  • Να σκεφτούν σαν θεατές μιας μακρινής χώρας. Να προσπαθήσουν να μιλήσουν σε τέτοιους θεατές, χωρίς απαραίτητα να κάνουν υποχωρήσεις στο εύκολο και στο κοινότυπο.
  • Και κυρίως και πάνω απ’ όλα να τολμήσουν να ξεκινήσουν (start up) ακόμα κι αν δεν έχουν υπεσχημένη ούτε μια δραχμή (παλαιά ή μέλλουσα).

Update 1:

Από το σχόλιο του Απόστολου βρήκα σ’ αυτό το αφιέρωμα στα 100 χρόνια του  (ελληνικού) κινηματογράφο από την εκπομπή παρασκήνιο, την ακόλουθη κι αρκετά παλιά δήλωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου που είναι στην καρδιά του θέματος που πραγματεύομαι(το  screencast είναι λίγο κακής ποιότητας, αλλά σημασία έχει ο ήχος).

Τα άυλα σαν λύση εξωστρέφειας

Διαβάζοντας αυτή τη μετρημένη και χωρίς τεχνοκρατικές περιστροφές παρουσίαση της πορείας του Μνημόνιου και της  αποτυχημένης (μη) εφαρμογής του  συνειδητοποίησα κάτι που έπρεπε να είναι καθαρό από την αρχή. Στη συνταγή του μνημονίου υπήρχε μόνο η ελπίδα της αύξησης της εξωστρεφούς παραγωγής. Και λέω ελπίδα γιατί με τόσο ισχνή παραγωγική βάση, το κυρίως πρόβλημα δεν θα λυνόταν αν απελευθερώνονταν, και κατά συνέπεια φτήναιναν, οι μεταφορές, ή αν έφευγε από τη μέση το ‘λίπος’ των ενδιάμεσων και της γραφειοκρατίας (όχι πως δεν πρέπει να φύγουν).

Γιατί, τελικά, αυτό που όντως θα φτήναινε, θα ήταν ένα μη αναγνωρίσιμο, μέτριας ποιότητας, χαμηλής συνθετότητας προϊόν που, και πάλι, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε ν’ ανταγωνιστεί την πλημμυρίδα των εξευτελιστικά φτηνών προϊόντων από την Απω Ανατολή, στην εγχώρια ή στη διεθνή αγορά, καθώς, από τα χαρακτηριστικά του, μόνο μ’ αυτά θα συγκρινόταν.

Συνειδητοποίησα επίσης, πως αυτό το άρθρο στην ουσία είναι μια ελεγεία για την ήττα της αξίας και της παραγωγικότητας, καθώς οι δυνάμεις που δυναστεύουν τη μοίρα του τόπου προτιμούν να είναι οι πλουσιώτεροι των φτωχών, παρά οι φτωχοί των πλουσίων και συνεπώς δεν θα εγκαταλείψουν τον στραγγαλισμό μας μέχρι ν’ αποπνεύσουμε.

Κι αναρωτήθηκα (κι αναρωτιέμαι ακόμα) μήπως υπάρχει τρόπος αντί να νικηθεί αυτό το σύστημα σε ευθεία αντιπαράθεση, απλά να βραχυκυκλωθεί.

Κι εκεί πάνω ξανάφερα στο μυαλό την όλη συζήτηση για τα  tradables, που έχει ξεκινήσει ο Αρίστος Δοξιάδης, σκεφτόμενος ότι, στην αναζήτηση μιας νέας δυναμικώτερης παραγωγής, κάπου έχουμε παρασυρθεί σε παλαιότερα σχήματα.

Μήπως το μιλάμε για επιστροφή στην αγροτική παραγωγή π.χ. είναι, όχι μόνο λάθος, αλλά κι απομάκρυνση από κει που έχουμε πραγματικά απόθεμα δυνάμεων κι αρωγό την ελληνική ψυχοσύνθεση;

Και παρυσφρύει πάλι στη σκέψη το παράδειγμα του μικρόκοσμου στον οποίο συχνά πυκνά κινούμαι: των startups και της νέας εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας.

Σκεφτείτε: ένα ιντερνετικό startup δεν θα χρειαστεί φορτηγατζήδες για να μεταφέρουν τα ‘προϊόντα’ του στις διεθνείς αγορές. Δεν έχει ανάγκη από ακριβές εγκαταστάσεις. Δεν πληρώνει μισθούς με βάση κάποια συλλογική σύμβαση. Κι αν αναζητήσει σοβαρή χρηματοδότηση και μέλλον, το πιθανώτερο είναι να τα βρει εκτός ελληνικής επικράτειας.

Θα μου πείτε: “τότε τι όφελος μπορεί έχει η ελληνική οικονομία ή η χώρα;”  Το ίδιο που είχε παλαιότερα από τη ναυτιλία και το εισόδημα που εισέρρεε σ’ ελληνικά σπιτικά.

“Αλλά, εντάξει, ακόμα κι έτσι να είναι”, θα μου πείτε πάλι,  “πόσο πρέπει να είναι αυτό για να έχει επίπτωση μιας κάποιας σημαντικότητας;”

Σωστά, δεν μπορεί να είναι πολύ και δεν θα έρθει γρήγορα. Αλλά ας το χρησιμοποιήσουμε σαν μοντέλο για να δούμε αν υπάρχουν κι άλλες δραστηριότητες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν έτσι ή παρόμοια, και να συντελέσουν στο βραχυκύκλωμα που λέγαμε παραπάνω. Υπάρχουν;

Τις προάλλες άκουγα μια ραδιοφωνική εκπομπή, σε  κάποιο από τα διαλείματα απεργίας στον  Kosmos (ο παραγωγός και τ’ όνομα της εκπομπής μου διαφεύγουν) όπου το θέμα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον: αφορούσε την ομοιότητα της ελληνικής λαϊκής μουσικής με μουσικές της Μέσης Ανατολής, της Κεντρικής Ασίας κι ακόμα πιο πέρα. Κι η έκπληξη μου ήταν τεράστια όταν άκουσα ένα τραγούδι από κάποια επαρχία της Κίνας που, αν έβαζες ελληνικό στίχο, με τίποτα δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσει από ένα ρεμπέτικο. Η ελληνική λαϊκή μουσική είναι (είτε μας αρέσει, είτε όχι) συγγενής με τη μουσική αυτών των λαών, μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτή εκεί,  κι εύκολα και μπορούν να μάθουν να την αναγνωρίζουν και να την καταναλώνουν.

Η αρέσκεια των Ισραηλινών και των Τούρκων στην ελληνική μουσική είναι γνωστή, αλλά το να βάζεις στο νου μια δυνητική αγορά μεγαλύτερη σ’ έκταση από τις χώρες που κατέκτησε ο Μέγας Αλέξανδρος, και σε πληθυσμό που μετριέται σε δεκάδες φορές τον ελληνικό, είναι μια προοπτική και μια ευκαιρία που κόβει την ανάσα.  Απαιτεί όμως μια στρατηγική στροφή στο λαϊκό τραγούδι: να φύγει από το περιτύλιγμα της φτηνής αλλά ακριβά χρεούμενης διασκέδασης και να γίνει προϊόν. Προϊόν πολιτισμού μεν, αλλά προϊόν. Κι οι εταιρείες παραγωγής του κι οι φορείς του να κοιτάξουν να στοχεύσουν αυτές τις αγορές στις οποίες έχουν πραγματικά πιθανότητα να ακουστούν και ν’ αναδειχτούν,  παρά να γλύφουν κατουρημένες γκλαμουροποδιές στη Γιουροβίζιον.

Ύστερα, είναι ο κινηματογράφος που παρά το πλούσιο ελληνικό παρελθόν του, δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα διεθνής, και παρά τα τελευταία μικρά καλά νέα του (τη διεθνή προβολή π.χ. που γνώρισαν οι ταινίες του Λάνθιμου ‘Κυνόδοντας’ και ‘Άλπεις’, το ‘Άττενμπεργκ’ της Τσαγκάρη και ο ‘Άδικος Κόσμος’  του Τσίτου), δεν μας έχει δώσει κάτι μεγάλης κλίμακας ακόμα, ούτε έχει βρει ένα δικό του ύφος. Έχει, δε, μια διπλή εικόνα: παραγωγές πιο εμπορικές αλλά και πιο εσωστρεφείς, που πατάνε κυρίως πάνω σε τηλεοπτικά ονόματα, κι άλλες πιο soul searching που μπορούν να έχουν ανταπόκριση σ’ ένα διεθνές κοινό. Δε χρειάζεται να ψάχνουμε διεθνή θέματα για το διεθνές κοινό. Ο Ιρανικός κινηματογράφος κάνει διεθνείς επιτυχίες μ’ ακραιφνώς ιρανικά θέματα.  Ειλικρίνεια χρειάζεται. Γιατί το αληθινό είναι και πανανθρώπινο κι αναγνωρίζεται άμεσα σαν τέτοιο.

Εκείνο που γεννάει ελπίδες εδώ είναι τ’ ότι η κρίση στην διαφημιστική άγορα έχει ήδη αρχίσει να στρέφει τους κινηματογραφιστές των τηλεοπτικών σποτ σ’ αναζήτηση άλλων λύσεων, κάτι που μπορεί να σημαίνει είτε τη συνέχιση της παρούσας δουλειάς τους στο εξωτερικό (καλό αλλά λίγο) , είτε τη δημιουργία ταινιών που θα μπορούν να ‘ταξιδέψουν’ και να φέρουν εκατομύρια στη χώρα.

Γενικά, η καλλιτεχνική δημιουργία έχει ένα πλεονέκτημα: δεν εξαρτάται στενά από όρους παραγωγής. Αν κάτι αρέσει, ο κόσμος είναι διατεθειμένος να πληρώσει γι αυτό. Δεν αγοράζουμε μουσική με κριτήριο πόσο φτηνώτερο είναι ένα κομμάτι από ένα άλλο. Συνεπώς, εδώ δεν υπάρχει εδώ ανταγωνισμός από χώρες χαμηλού κόστους. Υπάρχουν βέβαια ζητήματα σχετικά με τη διανομή και το μάρκετιν, που όμως είναι επιλύσιμα, και μάλιστα, εφόσον αναφερόμαστε σε διεθνείς αγορές, επιλύσιμα σε πλαίσια διεθνούς ανταγωνισμού που σημαίνει μακρυά και πέραν από το γνωστό πεδίο κατεργαριών των ελληνικών doing business.

Κι επιπλέον τα προϊόντα πολιτισμού, έχουν κι ένα άλλο, πέραν του οικονομικού, όφελος: δημιουργούν μια αναγνώριση, χαράζουν το  brand Ελλάδα στα μυαλά των μη Ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο ότι, για δεκαετίες, όταν στη Δύση άκουγαν τη λέξη Έλληνας σκέφτονταν το Ζορμπά και τη Μελίνα. Δυο ταινίες το έκαναν αυτό. Δυο ταινίες (Το Zorba the Greek και το Ποτέ την Κυριακή) σχηματοποίησαν την εικόνα του Έλληνα στο μυαλό της Δύσης. Πιθανόν άλλες δυο να μπορέσουν να την ανασχεδιάσουν με νέους ευνοϊκότερους όρους.

 

(Συγ)κρίνοντας την Κωνσταντινούπολη

Βρέθηκα τις μέρες των Χριστουγέννων κάπως απρόσμενα στην Κωνσταντινούπολη. Για όσους ήδη τρόμαξαν πως ακολουθεί ταξιδιωτικό ποστ, μην ανησυχείτε: δεν είναι της συνήθειας και του ύφους μου. Τα όσα ακολουθούν είναι αυτά που τριγύριζαν στο μυαλό μου τις τέσσερεις μέρες που πέρασα εκεί, τα όσα είδα κι οι συγκρίσεις που έκανα  με την Αθήνα, κι έχουν σχέση με τη συνήθη θεματολογία μου: οικονομία, τεχνολογία, επιχειρήσεις κτλ.

1. Συγκοινωνίες

Είχα επισκεφτεί την Πόλη στα μέσα του ’90 για δουλειά. Δεν υπάρχει σύγκριση σ’ ότι είχα δει τότε με το τώρα. Αλλά αυτό είναι αναμενόμενο γιατί έχει περάσει αρκετός καιρός.

Το αεροδρόμιο είναι πια ένα πολύ μεγάλο και σύγχρονο αεροδρόμιο, αν και κάπως άγχρωμο, 3-4 φορές μεγαλύτερο από το Ελ. Βενιζέλος, και λέγεται, βέβαια, Ατατούρκ. Συνδέεται δε με την πόλη με μετρό.

Το μετρό, όπως κι οι λοιπές συγκοινωνίες, είναι καθαρά και σύγχρονα κι αρκετά τακτικά. Το τραμ ειδικά είναι σαν ένα επίγειο μετρό.

Ενδιαφέρον έχουν κι οι θαλάσσιες συγκοινωνίες που ενώνουν την παλιά με τη νέα πόλη (δηλαδή την πόλη δυτικά κι ανατολικά του Κεράτιου κόλπου αντίστοιχα, στην Ευρωπαϊκή πλευρά) και την Ασιατική πλευρά.

Το εισητήριο είναι το ίδιο παντού, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μετρό ή φέρρυ μπόουτ: 2 νέες τουρικές λίρες ήτοι περίπου 80 λεπτά δικά μας.

Δεν υπάρχει ενιαίο εισητήριο, αλλά υπάρχει ένα σύστημα με μονάδες που δίνει 10% έκπτωση ανά διαδρομή.

Σημειωτέον ότι στα μέσα συγκοινωνίας συγκαταλέγονται και 3 υπόγεια τελεφερίκ που ανεβάζουν στο πιο κεντρικό σημείο της Πόλης: την οδό Ιστικλάλ και την πλατεία Ταξίμ.

2. Επικοινωνίες

Από τη λίγη χρήση που έκανα στο κινητό, διαπίστωσα ότι πιάνει παντού κι ότι τα data services έχουν μεγαλύτερη από μας ταχύτητα (: ανέβασμα φωτογραφίας στο facebook σχεδόν στιγμιαία) .

Κάτι που μου  έκανε εντύπωση: σε κάποιο ρεστωράν όταν ζητήσαμε μια πληροφορία από ένα γκαρσόνι για κάποιο άλλο κοντινό μαγαζί, πήγε κι έψαξε στο smartphone του και μας έφερε τη σχετική σελίδα στ’ αγγλικά για να μας διαφωτίσει.

3. Κτίρια

Η Κωνσταντινούπολη, όπως κι η Αθήνα, δεν έχει σαφείς διακρίσεις ανάμεσα σε παλιά και νέα πόλη από πολεοδομική άποψη: στη δυτική πλευρά, που είναι τα περισσότερα ιστορικά μνημεία, συναντά κανείς ανάκατα κτίσματα αιώνων, ετοιμόροπες ξύλινες κατοικίες εκατονταετίας και το γνώριμο σχήμα και όγκο των πολυκατοικιών. Ο βαθμός όμως επιβίωσης παλιών κτισμάτων είναι σημαντικά μεγαλύτερος από την Αθήνα.

Στην Ανατολική πλευρά μέτρησα από μακρυά τουλάχιστον 40 ουρανοξύστες που η θέα τους από την ασιατική πλευρά κάνει την Πόλη να φέρνει λίγο προς Μανχάταν.Σημειωτέον ότι το έδαφος δεν είναι πεδινό. Παντού υπάρχουν σχετικά απότομοι λόφοι κι οι ουρανοξύστες είναι χτισμένοι πάνω σ’ αυτούς κι όχι κοντά στην παραλία.

Τα μεσαίας  ηλικίας (με όρους αιώνων) κτίσματα του 19ου κι αρχών 20ου αιώνα, είναι πολυόροφα και με αρκετό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.

4. Δημογραφικά

Ο πληθυσμός της Πόλης έχει αγγίξει τα 14 εκατομύρια κι η αύξηση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα εσωτερικής μετανάστευσης. Οι Κούρδοι αποτελούν σημαντικό μέρος αυτού του ρεύματος. Η μετακίνηση αυτή προκαλεί εντάσεις και τριβές στην Κωνσταντινοπολίτικη κοινωνία, με τους ‘βέρους’ Κωνσταντινοπολίτες Τούρκους να προτιμούν την Ανατολική πλευρά ενώ οι νεόφερτοι και πιο συντηρητικοί τη Δυτική και πιο ιστορική, την οποία οι πρώτοι περιφρονούν.

Εκτός από τους Τούρκους, μια μεγαλούπολη σαν την Πόλη είναι μαγνήτης για μια πανσπερμία μεταναστών. Εκεί όμως οι συγκρίσεις με την Αθήνα προκαλούν κάποιες εκπλήξεις: δεν υπάρχει, ας πούμε, εύκολα παρατηρήσιμη μερίδα Νιγηριανών (που είναι και ομόθρησκοι με τους Τούρκους) ή άλλων Αφρικανών. Ούτε Πακιστανούς διακρίναμε, πράγμα ακόμα πιο περίεργο. Συναντήσαμε όμως αρκετούς Ιρακινούς, που ήταν αναμενόμενο. Από τα μορφολογικά δε χαρακτηριστικά τους θα μπορούσα να υποθέσω επίσης και την παρουσία Καυκάσιων και γηγενών της Κεντρικής Ασίας, αλλά αυτό είναι απλή εικασία.

5. Τουρισμός/Ποιότητα υπηρεσιών

Η Πόλη είναι το οικονομικό κέντρο της Τουρκίας. Δεν έχω ακριβή αντίληψη της διάρθρωσης της οικονομικής ζωής, ούτε μπορεί εύκολα κανείς να εξάγει συμπεράσματα περιηγούμενος μόνο σε τουριστικού ενδιαφέροντος προάστια. Αλλά αυτό που είναι σίγουρα σαφές, είναι ότι ο τουρισμός καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας. Κι είναι αυτή κυρίως η σύγκριση με την Αθήνα που ήταν η πιο στενάχωρη.

Είναι αλήθεια πως η Πόλη έχει τουρισμό πολύ μεγαλύτερο και παλαιότερο από την Αθήνα και λόγω της πολιτικής σημασίας της σαν πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους, αλλά και της γεωγραφίας της και του μοναδικού τοπίου της.

Παρότι είναι εμφανής η παραμέληση του βυζαντινού παρελθόντος της κι υπάρχει ένα διάχυτο κόμπλεξ γύρω απ’ αυτό, η τουριστική βιομηχανία δεν παύει να το αξιοποιεί, με πιο τρανταχτό παράδειγμα, βέβαια, την Αγία Σοφία.

Σε αντίθεση, όμως, με την Αθήνα που, βασικά, μόνο το (μακρινό) παρελθόν προσπαθεί ν’ αξιοποιήσει, ‘περιορίζοντας’ την Αθηναϊκή εμπειρία του τουρίστα στον πέριξ της Ακρόπολης χώρο, ο τουρισμός στην Τουρκία δεν στρέφεται αποκλειστικά στο ιστορικό στοιχείο. Ίσως δε να στρέφεται και λιγότερο σ’ αυτό.

Το χαρτί που παίζει η Πόλη στον τουρισμό είναι αυτό του εξωτικού.

Προσφέρει

  • την εμπειρία των παλιών αγορών (εντυπωσιακό το Καπαλί Τσαρσί, η παλιά σκεπαστή αγορά με τα εκατοντάδες μαγαζάκια με υφαντά και είδη χειροτεχνίας, αλλά κι η μικρότερη, επίσης κλειστή, αιγυπτιακή αγορά με τα μπαχαρικά),
  • των χαμάμ (που μερικά μετράνε 5 αιώνες ζωής),
  • των μίνι κρουαζιερών στο Βόσπορο ή στα πριγκιπονήσια,
  • την περιπλάνηση στο ανατολίτικο γκουρμέ (που, παρεπιπτόντως, ως Έλληνες, είμασταν σε θέση ν’ αξιολογήσουμε καλύτερα από το μέσο ευρωπαίο και να τιμήσουμε ανάλογα),
  • αλλά και τις αγορές με σύγχρονα προϊόντα,
  • τη νυχτερινή διασκέδαση (από χορό της κοιλιάς ως ψαγμένα τζαζ μπαρ),
  • και, για τα μεγάλα βαλάντια, την μυθική πολυτέλεια που προσφέρουν ξενοδοχεία σαν το Τσιραγάν, παλιό σαράι, που,  όπως μας πληροφόρησε ένας οδηγός, μια σουϊτα του πάει 21000 Ευρώ τη νύχτα, νούμερο που δυσκολεύομαι να πιστέψω.

Το σέρβις στα μαγαζιά, τις καφετέριες και τα ρεστωράν είναι καλό ως πολύ καλό και σίγουρα καλύτερο από το αντίστοιχο Αθηναϊκό. Μπορεί να μην έχει το τακτ και την κομψότητα του ευρωπαϊκού, αλλά έχει φρεσκάδα (μιας κι οι περισσότεροι εργαζόμενοι είναι πολύ νέοι), αυθόρμητο χαμόγελο και προσοχή στα ουσιώδη: να μην περιμένεις πολύ, να σε βοηθήσουν ν’ αποφασίσεις, να σε κάνουν να νοιώσεις άνετα (: δεν πρέπει να υπάρχει γκαρσόνι στην Πόλη που να μην ξέρει μερικές ελληνικές προτάσεις).

Επιπλέον, οι τιμές είναι, για το μέσο Ευρωπαίο, χαμηλές ως πολύ χαμηλές. Κι η ποιότητα 2-3 φορές πάνω από την αντίστοιχη ελληνική.

Μου έκανε εντύπωση που δεν συνάντησα σερβιτόρους χωρίς κάποιου είδους ‘στολή’, πράγμα που δέχτηκα ευχάριστα γιατί έχω κουραστεί από αυτή την ψευτοάνετη και ψευτοφιλική casual εμφάνιση και συμπεριφορά των αντίστοιχων Αθηναίων.

Ένα πιο ουσιαστικό παράδειγμα τουριστικής υπεροχής ήταν η προσοχή στις τουαλέτες: δεν συνάντησα ούτε μια που να μου προκαλέσει αίσθημα σιχασιάς κι αποστροφής. Η μόνη πολύ βρώμικη τουαλέτα στην οποία μπήκα ήταν του Πατριαρχείου που επισκέπτονται κυρίως Έλληνες, πράγμα που λέει πάρα πολλά.

Το αποκορύφωμα της τουριστικής ευγένειας ήταν το προσωπικό του ξενοδοχείου που μέναμε, ένα μικρό μπουτίκ οτέλ κοντά στην Αγία Σοφία. Κάθε φορά που κάναμε την εμφάνιση μας στο χώρο της ρεσεψιόν, σηκώνονταν όλοι όρθιοι, ‘κλαρίνο’ που λέγαμε στο στρατό, κάτι που δεν έχω συναντήσει πουθενά αλλού στον κόσμο (κι έχω ταξιδέψει σε 4 ηπείρους). Κι ενώ μας έκανε να νοιώθουμε αμήχανα κι ίσως άβολα, το καταλαβαίνω πολύ καλά σαν μαρκετίστικη τακτική. Ήταν ένα ξεκάθαρο σήμα προς εμάς τους τουρίστες ότι τους είμαστε σημαντικοί.

Δεν ξέρω τι γίνεται το καλοκαίρι αλλά η σύνθεση του τουρισμού ήταν άλλο ένα στοιχείο έκπληξης: οι Ευρωπαίοι ήταν μάλλον η μειονότητα. Κι απ’ αυτούς οι περισσότεροι προέρχονταν από χώρες που βρέχει η Μεσόγειος: Ισπανοί, Γάλλοι, Ιταλοί και οι απανταχού παρόντες Έλληνες. Είδαμε πολλούς τουρίστες από την Άπω Ανατολή, κάποιους που έδειχναν Αραβική προέλευση, Ρώσους, και κάποιους με μπερδεμένα στοιχεία: όπως Αμερικάνους μεν πολίτες, αλλά εμφανώς Μουσουλμάνους (μαντήλες οι γυναίκες) και με φυλετικά στοιχεία από Πακιστάν, Ινδοκίνα κτλ. ή άλλους με Ευρωπαϊκή εμφάνιση (με εξαίρεση και πάλι την κομψή μουσουλμανική μαντήλα των κυριών,νεαρών κοριτσιών κυρίως) και ομιλία που δεν μπορούσα να τοποθετήσω σε κάποια γνωστή σε μένα γλωσσική ομάδα.

6. Τοπικά προϊόντα, σχέση με τουρισμό

Τα αναρίθμητα τουριστικά μαγαζιά που συναντάς κυρίως στη δυτική πλευρά, πουλάνε μεν τ’ απαραίτητα σουβενίρ αλλά δεν εξαντλούνται εκεί. Υπάρχει μια στενή συνάφεια τουρισμού και παραγωγής παραδοσιακών προϊόντων: υφαντά, χαλιά, δερμάτινα,  σαπούνια, γλυκά, αλλαντικά κι άλλα τέτοια είδη, ξεχειλίζουν τα τουριστικά μικρομάγαζα. Η εμπειρία σ’ αυτά τα μαγαζιά είναι τυπική της μέσης ανατολής: παζάρια, γαλιφιές, πονηριές κτλ αλλά κάποιοι έχουν αρχίσει να διαφοροποιούνται, και γι’ αυτό θα δεις σε κάποιες  προθήκες την ταμπέλα “Fixed price”, που σημαίνει ότι δεν διαπραγματεύονται κι ότι οι τιμές είναι αυτές που λένε τα ταμπελάκια.

Προσπαθούσα (άκαρπα) να κάνω με το νου μου την οικονομική αριθμητική αυτής της σχέσης: πόσο ο τουρισμός στηρίζει παραδοσιακά επαγγέλματα ή βιομηχανίες; Είναι δύσκολο να πει κανείς τι απ’ όλα αυτά παράγεται όντως στην Τουρκία και τι εισάγεται από την Ανατολή. Αλλά και τα μισά να είναι ντόπιας παραγωγής, το μέγεθος της Πόλης και του τουρισμού της μου έδωσαν την εντύπωση ότι θα κρατάνε στη ζωή πολλές άγνωστες κι άσημες επαρχίες.

7. Θρησκεία/Ήθη

Η Τουρκία ήταν παραδοσιακά χαλαρή στα θρησκευτικά ήθη ακόμα και πριν τον Κεμάλ. Η πρόσφατη επικράτηση όμως των Ισλαμιστών του Ερντογάν έχει αλλάξει τους συσχετισμούς. Υπάρχει μια έκδηλη συντηρητική στροφή στην κοινωνία της Πόλης, με βασικούς στηρικτές της τις ορδές των εσωτερικών μεταναστών.

Δεν το συνειδητοποιείς αμέσως, αλλά αυτό έχει επιπτώσεις στα ήθη της πόλης: δεν βλέπεις πουθενά γυμνό σε αφίσσες, δεν συναντάς εύκολα στριπτηζάδικα (που στην Αθήνα είναι ένα στο τετράγωνο πλέον) και,  κάτι που εικάζω ότι οφείλεται σ’ αυτό, δεν υπάρχει εγκληματικότητα στους δρόμους. Μπορείς να κυκλοφορήσεις αργά τη νύχτα, χωρίς ιδιαίτερο φόβο.

Στην Αθήνα δεν υπάρχει πλέον τοίχος χωρίς γκραφίτι, κάτι που μου είναι ακατανόητο και δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί δεν έχει δημιουργήσει μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις αιτίες του φαινομένου. Πολύ περισσότερο, γύρω από την επίπτωση που έχει στην εικόνα της πόλης και ειδικά στην πρόσληψη της από τους τουρίστες, που για τους περισσότερους απ αυτούς, το γκραφίτι είναι συνώνυμο γκετοποίησης, περιθώριου και μη ασφαλών περιοχών.

Στην Πόλη συναντήσαμε αντίστοιχες περιοχές αλλά η έκταση των γκραφίτι ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Ίσως το παρακάτω περιστατικό εξηγεί το γιατί. Το παραθέτω ασχολίαστο.

Ένα βράδι που γυρνούσαμε μετά τις δώδεκα στο ξενοδοχείο, κατηφορίζοντας από τον πύργο του Γαλατά προς την ομώνυμη  γέφυρα του Κεράτιου, γίναμε μάρτυρες του εξής περιστατικού: κάποιος φύλακας ενός κτιρίου επέπληττε ένα νεαρό. Στην συνέχεια τον πλησίασε και τον καρπάζωσε χωρίς ο άλλος να προβάλει ιδιαίτερη αντίσταση. Έδειχνε μάλλον φοβισμένος. Το αίτιο αυτής της συμπεριφοράς αποδείχτηκε πως ήταν κάτι που ο νεαρός είχε γράψει με μαρκαδόρο στον τοίχο του κτιρίου. Δεν καταλαβαίναμε τι διαμοιβόταν αλλά ο νεαρός έδειχνε να λέει στο φρουρό  ότι έκανε κάτι ασήμαντο. Το εντυπωσιακό όμως ήταν που άρχισε αμέσως να το σβήνει με το δάχτυλο και το σάλιο του.

Αν παράθεσα όλα τα παραπάνω, σ’ αυτό το ασυνήθιστα μακροσκελές, για μένα, ποστ, είναι γιατί βασικά μ’ απασχολούσε κι απασχολεί το εξής ερώτημα: Πως, ενώ έχουμε εναποθέσει την πλειονόητα των ελπίδων μας για οικονομική ανάκαμψη στον τουρισμό, μπορούμε ν’ ανταγωνιστούμε αυτό τον γείτονα που δείχνει να έχει καλύψει όλες του τις πλευρές και πέραν από το σίγουρο δέλεαρ της χαμηλής τιμής, στο οποίο άνετα μας ‘πατάει’, να υπερέχει και σε ποιότητα; Και το ‘πως’ του ερωτήματος δεν έχει την έννοια του ‘δεν γίνεται’ αλλά είναι ένα γνήσιο ερώτημα, ένα από τα ερωτήματα που θα έπρεπε να θέτουμε κι ατομικά και συλλογικά στους εαυτούς μας.

Κι αν θελήσω να δώσω μια πρώτη απάντηση θα ξεκινήσω από το ερώτημα του υποψήφιου τουρίστα μας: “γιατί να πάω στην Αθήνα;”

Αν τον αφήνουμε ν’ απαντά “για να δω την Ακρόπολη, άντε και το νέο μουσείο της”, τότε η παραμονή του θα είναι διάρκειας Σαββατοκύριακου κι η Αθήνα δεν θα συνδιάζεται στο μυαλό του με μια εμπειρία ξεχωριστή που θα ήθελε να επαναλάβει, είτε σαν νέα επίσκεψη, είτε σαν αφήγηση προς τους φίλους και γνωστούς του.

Χρειαζόμαστε μια νέα αφήγηση. Για να έρθει ο τουρίστας να ζήσει το μύθο του στην Ελλάδα (live your myth in Greece κατά τ’ άλλα) πρέπει να έχουμε ένα μύθο ν΄ αφηγηθούμε. Κι όχι ένα παραμύθι…

 

Η πρώτη σκέψη του χρόνου

Δε θυμάμαι να έχω ξαναγράψει πρωτοχρονιάτικά ποστ. Και δε θέλω να είναι γκρινιάρικο. Μια διαπίστωση θέλω μόνο να μοιραστώ.

Διαβάζω πολύ κριτική τελευταία για την ανικανότητα του πολιτικού συστήματος να ‘τα βρει’ και ν’ αναδείξει ανθρώπους και ιδέες που μπορούν να μας οδηγήσουν έξω από την πορεία (αυτο)καταστροφής που έχουμε πάρει. Αυτό που δεν βλέπω να διατυπώνεται ρητά, κι ακόμα λιγότερο να εξηγείται, είναι το γιατί.

Γιατί δεν εμφανίζεται ένας Εθνάρχης τώρα που τον έχουμε ανάγκη, βρε παιδί μου;

Και φοβάμαι πως η απάντηση είναι και παλιά κι απλή.

Γιατί οι Εθνάρχες δεν δημιουργούνται με παρθενογέννεση. Πρέπει να υπάρξει το ξευγάρωμα μιας καίριας ιστορικής συγκυρίας και μιας κυρίαρχης κοινωνικής ομάδας που θα τους δημιουργήσει.

Ακόμα και με όρους ταξικής ανάλυσης να το δει κανείς (που, παρεπιπτόντως, τόσο ο Adam Smith όσο κι ο Karl Marx χρησιμοποίησαν), δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κάποια κυρίαρχη τάξη που να εδράζεται  σε παραγωγή αληθινής αξίας, με μεταρυθμιστική ατζέντα που  ν’ αναδύεται από την φύση των αναγκών ακριβώς αυτής της παραγωγής (όπως π.χ. η ατζέντα του φιλελευθερισμού των βιομηχανικής επανάστασης ή των οικονομικών διεκδικήσεων των εξαθλιωμένων εργατικών μαζών του 19ου αιώνα).

Υπάρχουν μόνο πολλαπλές, διάσπαρτες κι ασύνδετες κοινωνικές ομάδες που διεκδικούν το προνόμιο να νέμονται το σήμερα, όπως και το χτες. Κι υπάρχουν, ανάμεσα τους και δίπλα τους, οι πολλές, πάμπολλες, μονάδες που στρέφονται στην ατομική λύση, είτε με τη μορφή της φυγής, είτε της καταφυγής σε κάποια βολεψιά, είτε στον απέλπιδα μόχθο.

Οι ηγέτες είναι απλά το πρόσωπο και το προσωπείο μιας κοινωνικής ομάδας. Δεν υπάρχουν Εθνάρχες που να εκπροσωπούν το 100% του έθνους τους. Άσχετο αν τελικά μπορεί να το οφελήσουν.

Πως να εμφανιστούν στο προσκήνιο, λοιπόν, όταν οι ομάδες, οι τάξεις, οι κοινωνικοί σχηματισμοί-μας έχουν υποβαθμιστεί σ’ απλή άρθροιση ατόμων που διεκδικούν ένα φαντασιακό ‘δικαίωμα’  η μια εις βάρος της άλλης  κι ένας σε βάρος του άλλου, χωρίς να πληρώνουν το αντίτιμο της παραγωγής;

Αν πρόκειται να παραγάγουμε ποτέ νέους Εθνάρχες, θα πρέπει πρώτα κερδίσουμε το στοίχημα να παραγάγουμε εκ νέου αξία σε υψηλώτερη ποιότητα και κλίμακα. Κι αν είναι να ευχηθούμε κάτι για το νέο έτος, ας είναι αυτό.

10 επιχειρηματικές ιδέες στο μικροσκόπιο

Διάβασα στο theinsider.gr  ένα άρθρο με τίτλο “Οι 10 καλύτερες επιχειρηματικές ιδέες για το 2012”  και παρότι, όπως όλα τα άρθα που αναφέρονται στο 2012 αυτό τον καιρό, έχει περισσότερο εποχιακή παρά αναλυτική σημασία, επειδή το άρθρο περιλαμβάνει μια σειρά από προτάσεις που συζητιούνται συχνά και πολύ τελευταία, είπα να τις περάσω από ένα γρήγορο έλεγχο με δυο βασικά κριτήρια:

  • το κατά πόσο αφορούν εξωστρεφείς δραστηριότητες (που μπορούν να συντελέσουν στην πολύ συζητούμενη μετακίνηση από μη εμπορεύσιμους κλάδους σε εμπορεύσιμους)
  •  και κατά πόσο μπορούν να συντελέσουν στην αύξηση της ελληνικής παραγωγής/προστιθέμενης αξίας.

Δεν τις εξετάζω, λοιπόν, τόσο αυτόνομα σαν επιχειρηματικές προτάσεις που θα μπορούσαν ν’ αποφέρουν από ένα απλό εισόδημα ως μεγάλα κέρδη σ’ αυτούς που θα τις αναλάβουν, αλλά περισσότερο από την άποψη της αναπτυξιακής επίπτωσης που μπορούν να έχουν στην ελληνική οικονομία γενικώτερα.

Οι ιδέες είναι οι παρακάτω (δείτε το άρθρο για λεπτομέρειες, εδώ παραθέτω μόνο τον τίτλο και τη δική μου κριτική).

1. Επιστροφή στο Χωριό – Τοπικά Προϊόντα

Πάρα πολύ συζητημένο θέμα. Με βάση τα κριτήρια που έθεσα παραπάνω, ναι, μιλάμε για  εμπορεύσιμο κλάδο κι ενδυνάμωση της ελληνικής προστιθέμενης αξίας.  Επειδή όμως μιλάμε για ένα εντελώς παραμελημένο (πια) κλάδο, με τα εισαγώγιμα ανταγωνιστικά προϊόντα να έχουν ανοίξει πολλαπλές διόδους στην ελληνική αγορά, με καλύτερες τιμές σ’ αυτά που μετράει περισσότερο η τιμή, και καλύτερη  perceived ποιότητα σ’ αυτά που παίζει ρόλο η διαφοροποιήση, οι προοπτικές των συγκεκριμένων επιχειρηματικών προσπαθειών δεν θ’ ανθοφορήσουν αυτόματα. Μπορεί να μιλάμε για επιστροφή στα παραδοσιακά προϊόντα, αλλά αν δε γίνει με γνώση, από ανθρώπους που θα λάβουν υπόψιν θέματα κλίμακας παραγωγής, τυποποίησης, μάρκετιν και καναλιών διάθεσης, μάλλον ονειροβατούμε.

2. Cloud Computing

Αυτή την πρόταση (μιας κι είναι πολύ πιο κοντά στα επαγγελματικά μου ενδιαφέροντα) τη βρίσκω πολύ ασαφή για να την πάρω σοβαρά. Τι σημαίνει ακριβώς; Ανάπτυξη εφαρμογών; Ανάπτυξη υποδομών; Και τα δύο; Και γιατί είναι ευκαιρία αφού μάλλον υπολειπόμαστε από τον περισσότερο δυτικό κόσμο στην αξιοποίηση ευκαιριών σ’ ότι έχει σχέση με τις νέες τεχνολογίες. Το ’80 παρόμοια λέγαμε ότι τα PC κι η εμβρυακή αγορά έτοιμου λογισμικού ήταν η επλίδα μας κι ότι είχαμε πολλές ευκαιρίες. Μετά ακολούθησαν διάφορα άλλα τέτοια ‘κύματα’ προσδοκιών: τα ERP, το internet εν γένει, κι εσχάτως τα Social Media. Το ότι αυτοί οι χώροι είναι καινούργιοι,  κι ως νέες αγορές παρέχουν όντως πολλές ευκαιρίες, δε σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί ν’ αξιοποιήσει τις ευκαιρίες τους. Όχι εύκολα σίγουρα. Ούτε καν δύσκολα. Γιατί έχουμε βασικό έλλειμμα στην παιδεία μας και στην επιστημονική κατάρτιση, κι ακόμα στην ουσιαστική αποδοχή  της ίδιας της επιστημονικής σκέψης. Ο μέσος σπουδαγμένος έλληνας σκέφτεται περισσότερο ‘μεσαιωνικά’ παρά ‘διαφωτιστικά’  κι αυτό προβάλει ανάγλυφο στις επιλογές του, ακόμα κι αν διαθέτει τα τυπικά εφόδια μιας επιστημονικής παιδείας.

Παρόλααυτά, τελευταία κάποιες επιτυχίες (με διεθνή αντίκτυπο) αλλά το ποσοστό, η έκταση και το μέγεθος τους είναι ασήμαντες ακόμα για την ελληνική οικονομία.

3. Εκπτωτικά Καταστήματα

Μάλλον σωστή είναι η εκτίμηση εδώ αλλά με δύο αιρέσεις: αυτού του είδους οι δραστηριότητες βασικά προωθούν εισαγώμενα αγαθά κι επιπλέον δεν βλέπω βάθος χρόνου στις ευκαιρίες. Από το προσωρινα φτηνώτερο καλύτερο είναι το σταθερά φθηνό.

4. Υπηρεσίες καθαριότητας & επισκευής

Έχω προσωπική εμπειρία που απηχεί την ουσία της ιδέας,  από τη μοδίστρα της γειτονιάς μου που ζητάει μαθητευόμενες και δε βρίσκει. Ναι, θα υπάρξει ανάγκη για αναβίωση τέτοιων δραστηριοτήτων. Αλλά δε μιλάμε για επιχειρηματική δραστηριότητα που μπορεί να δημιουργήσει πολλές θέσεις εργασίας, ούτε για δραστηριότητες που μπορούν να γίνουν tradables με κάποιο τρόπο. Πρόκειται μάλλον για λύσεις ανάγκης και για ουσιαστική οπισθοδρόμηση σε παλιότερες κοινωνικές δομές και μορφές οργάνωσης.  Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος τέτοιων δραστηριοτήτων (ειδικά η καθαριότητα) καλύπτεται αυτή τη στιγμή από αλλοδαπούς. Το να φανταστώ να διεκδικούν πάλι αυτές τις δραστηριότητες Έλληνες, και μάλιστα, θεωρώντας τις ευκαιρία, μόνο καλό δεν μπορεί να προμηνύει.

5. Διαχείριση Υδάτινων πόρων

Σωστή η εκτίμηση.  Κι εδώ όμως ισχύει η κριτική για το θέμα της παιδείας. Δεν αρκούν πρόθυμοι επιχειρηματίες γι αξιοποίηση ευκαιριών σ’ αυτούς τους τομείς. Συνήθως οι επίδοξοι επιχειρηματίες σ’ αυτούς τους κλάδους εκτός από προθυμία πρέπει επιπλέον να συνδιάζουν και την τεχνική παιδεία και να έχουν τη δυνατότητα ν’ αντλήσουν για εργαζόμενους  μηχανικούς και τεχνίτες από μια σχετικά εκπαιδευμένη στο αντικείμενο μάζα, πράγμα που μάλλον θεωρώ ότι βρίσκεται σε έλλειψη.

6. Σκούτερ και ποδήλατα

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί δεν στάθηκε ποτέ μια βιομηχανία ποδηλάτων στη χώρα.  Δεν είναι τρομακτική η τεχνογνωσία που απαιτείται για την κατασκευή τους. Κι υπάρχει κι πρόσφατη ιδεολογική στροφή προς το ποδήλατο που πράγματι μπορεί να βοηθήσει την ανάπτυξη σχετικών επιχειρήσεων. Πράγματι διαγνώνω ευκαιρίες εδώ. Αλλά και πάλι ο φόβος είναι μήπως η αυξητική τάση της αγοράς απλά ικανοποιηθεί από εισαγωγές. Χρειάζεται μια ελληνική καινοτομία, κάτι που ν’ απαντάει σε καθαρά ελληνική ανάγκη και που να καλυφθεί από ελληνική παραγωγή.

7. Κήποι για μικρούς χώρους

Κι αυτό είναι κάτι που έχω σκεφτεί προσωπικά (και σκέφτομαι ακόμα ομολογώ).  Αλλά και πάλι εδώ το θέμα δεν είναι ο ‘χρυσός’ των μικρών κήπων που από μόνοι τους σα δραστηριότητα μπορούν να επιφέρουν μόνο μια μικρή ελάφρυνση στο οικιακό ή στο εμπορικό ισοζύγιο, αλλά το ποιός θα πουλάει τα εργαλεία εξόρυξης αυτού του ‘χρυσού’. Γιατί, ως γνωστόν, σε κάθε τρέλα χρυσοθηρίας αυτοί που πραγματικά πλουτίζουν είναι αυτοί που πουλάνε τα φτιάρια και τα κόσκινα. Μια βιοτεχνία με υψηλή ελληνική προστιθέμενη αξία για τέτοιες λύσεις όμως την κρίνω εφικτή.

8. Φροντίδα Ηλικιωμένων

Εδώ δε βλέπω κάτι νέο. Καινοτομία κι ευκαιρία θα ήταν να μπορείς να παράσχεις καλύτερες και φθηνότερες υπηρεσίες. Γιατί από κακές υπηρεσίες αυτού του είδους έχουμε υπερπροσφορά.

9. Εξοικονόμηση ενέργειας

Ίδιοι προβληματισμοί κι αιρέσεις  με την ανάπτυξη υδάτινων πόρων και τα ποδήλατα κι εδώ: η ανάγκη είναι δεδομένη αλλά όπως έχει γίνει αμέτρητες φορές στο παρελθόν, το πιθανώτερο είναι να καλυφθεί από εισαγωγές.

10. Cocooning & Ανακαινίσεις Χώρων

Αυτή την ιδέα δεν την πολυκαταλαβαίνω για να ‘μαι ειλικρινής. Άπτεται μια μεγάλης γκάμας προϊόντων και δραστηριοτήτων.  Υπάρχει κι εδώ το ερώτημα “που είναι η ευκαιρία για ελληνική παραγωγή κι όχι απλή εμπορία;”. Εμπορία στα σχετικά αντικείμενα έτσι κι αλλιώς συμβαίνει και μάλιστα κατά κόρον. Είχα διατυπώσει παλιότερα την άποψη ότι διακοσμητικά προϊόντα που αξιοποιούν ελληνικό design κι ενσωματώνουν μια κάποια ελληνικότητα, ότι κι αν σημαίνει αυτό, μπορούν ν’ αποτελέσουν μια εξωστρεφή επαγγελματική δραστηριότητα.  Σ’ αυτά τα πλαίσια συμφωνώ.

Κλείνοντας να θυμίσω (;) ότι οι ‘επιχειρηματικές’ ιδέες στην Ελλάδα υπόκεινται στους νόμους της μόδας. Εμφανίζονται δι αποκαλύψεως, ακολουθούνται αγεληδόν κι εξαφανίζονται μαζικά και νομοτελειακά σαν τα λέμμινγκ. Αρκεί να θυμηθούμε τα βιντεοκλάμπ του ’80, τις ΕΛΔΕ του ’90 και τα πρόσφατα φωτοβολταϊκά. Δεν είναι οι ιδέες που κάνουν τη διαφορά στην ανάληψη μια επιχειρηματικής δράσης. Είναι η εκτέλεση τους. Οι άνθρωποι που θα τις αναλάβουν σαν άτομα και, κυρίως -βασική ελληνική υστέρηση εδώ- σαν ομάδες.

Έλλειμμα: Κοιτώντας τα νούμερα, πως λέμε κοιτώντας την άβυσσο

Το πρωί διαβάζοντας τη σχετική ειδησεογραφία, πληροφορήθηκα ότι το έλλειμμα 1ου δεκαμήνου ανέρχεται χοντρικά στα 20δις.

Κοιτώντας λίγο τα στοιχεία που αναφέρονταν, διαπίστωσα ότι δεν γίνεται καθόλου διάκριση για πρωτογενές έλλειμμα και έλλειμμα μετά από τόκους. Δεδομένου ότι όλη η δημόσια συζήτηση για τα οικονομικά επικεντρώνεται (και σωστά) στην πορεία των πρωτογενών ελλειμμάτων, απόρησα για την έλλειψη αναφοράς. Μπορώ να μπω ότι άρχισα να σχηματίζω και κάποιες θεωρίες συνομωσίας στο μυαλό μου για κατευθυνόμενη δημοσιογραφία κτλ.

Τώρα (βράδυ) που έψαξα λίγο παραπάνω το θέμα, είδα ότι οι ειδήσεις των εφημερίδων δεν είναι παρά ένα copy paste του Δελτίου Εκτέλεσης Προϋπολογισμού του ΥΠΟΙΚ (επισυνάπτεται στο τέλος του ποστ) μ’ εξαίρεση τους δύο πολύ βοηθητικούς πίνακες.

Μ’ ένα χοντρικό υπολογισμό από τα νούμερα που φαίνονται στον παρακάτω πίνακα, το έλλειμμα προ τόκων είναι 5 δις.

Ο δεύτερος πίνακας που δεν έχει πολλές εξηγήσεις, περιλαμβάνει κάποιες εκροές που δεν περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό (γιατί άραγε;) της τάξεως των 6,3 δις! Δηλαδή μεγαλύτερες από το σύνολο του πρωτογενούς ελλείμματος της χρονιάς ως τώρα. Οι δαπάνες αυτές αφορούν:

  • έξοδα για την υγεία
  • συμμετοχές σ’ αυξήσεις μετοχικών κεφαλαίων (!!!)
  • καταπτώσεις εγγυήσεων
Προφανώς είναι έκτακτες δαπάνες αλλά τι πάει να πει έκτακτες σε μια χώρα που το έκτακτο μας επισκέπτεται με απαράβατη κανονικότητα;

Πρακτικά λοιπόν, η χώρα δημιούργησε νέες ανάγκες για δάνεια της τάξεως των 11,3 δις ήτοι περίπου 25% των συνολικών εσόδων της.
Αν δεν αντιλαμβάνεται κανείς πως τέτοια νούμερα μετά από δυο χρόνια σταθεροποίησης και περίπου τέσσερα χρόνια κρίσης πρόκειται για την απόλυτη τρέλα, τότε η απόλυτη τρέλα μάλλον κατοικεί στον εγκέφαλό του.
Προσέξτε το εξής: δεν έχουμε κάνει ακόμα κουβέντα για χρέος. Το χρέος δεν υπεισέρχεται στη διαμόρφωση των παραπάνω. Οι τόκοι για την εξυπηρέτηση του λαμβάνονται από το δάνειο του μνημόνιου και του μεσοπρόθεσμου. Και γι αυτό όλη αυτή η φανφάρα για το κούρεμα, το αν αρκεί δηλαδή ή αν είναι επιτυχία, είναι απλά άκαιρη κι ανούσια. Κι ένα 100% κούρεμα μας αφήνει με δανειακές ανάγκες 11,3 δις μόνο για το δεκάμηνο και μόνο γι αυτή τη χρονιά.
Αλλά επανέρχομαι στο αρχικό θέμα: γιατί το τόσο κολοσσιαίο και σημαντικό πρωτογενές έλλειμμα δεν τυγχάνει μια ιδιαίτερης παρουσίασης μέσα στο δελτίου του ΥΠΟΙΚ; Μήπως γιατί στρέφει τα φώτα εκεί που θα έπρεπε να είναι καρφωμένα από την πρώτη μέρα; Μήπως γιατί μέσα στο θόλωμα του τι είναι έλλειμμα και πως διαμορφώνεται επιβιώνουν κι οι πιο θολές προθέσεις για τη διαιώνιση του;
Ειλικρινά θα ήθελα ν’ ακούσω ένα σοβαρό αντίλογο.

Σελίδα ΥΠΟΙΚ με Δελτία Εκτέλεσης Προϋπολογισμού.

Προσωρινό Δελτίο 10/11/2011

Ασκήσεις χρέους

Καθώς η κρίση έχει καθιερώσει τα δικά της ημερολόγια (ξέρετε, τα τελευταία 30,40, 50 χρόνια που έγιναν αυτά ή εκείνα κτλ) θα υιοθετήσω το Ανδρέειο ημερολόγιο που αρχίζει το σωτήριον έτος 1981 του Γρηγοριανού.

Το έτος 2 λοιπόν του Ανδρέειου ημερολόγιου, που ήταν ακόμα νωπά τα Ανδρέεια πράγματα (μόλις τότε δημιουργείτο ο Οργανισμός Ανασυγκρότησης Προβληματικών, αυτή η λαμπρή σχολή του μάνατζμεντπου θ’ αναλάμβανε να κοινωνικοποιήσει  όλες τις προβληματικές, και δεν είχε ακόμα μπει ο μισός πληθυσμός στο Δημόσιο, κατά την επικρατούσα αφήγηση της Ανδρεείου Περιόδου)   συνέβη να περάσω το καλοκαίρι μου σαν ασκούμενος ηλεκτρολόγος μηχανικός σε μια Δημόσια Επιχείρηση.

Πολύ Δημόσια όμως.

Την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.

Ήταν δε μια άσκηση θεωρητικά από τις πιο ενδιαφέρουσες που θα μπορούσε να έχει ένας νεαρός τεχνολόγος, καθώς δεν διεξαγόταν σε μια οποιαδήποτε μονάδα ή υπηρεσία της ΔΕΗ αλλά στο Κέντρο Δοκιμών και Προτύπων. Το Κέντρο δεν ξέρω τι έκανε όσον αφορά τα πρότυπα αλλά για τις δοκιμές ήταν πολύ ξεκάθαρη η αποστολή του: τεστάριζε υλικό που είχε ή επρόκειτο ν’ αγοράσει η ΔΕΗ.

Η ανάμνηση που έχει μείνει στο μυαλό μου από τους τότε μηχανικούς της ΔΕΗ είναι ότι πρόκειτο για γατόνια. Είχαν και θεωρητική κατάρτιση και ‘λερώσει’ τα χέρια τους στη δουλειά. Ένας δε εργοδηγός που μας επέβλεπε ήξερε τα διπλότριπλα από μας τους ‘σπουδαγμένους’.

 

Όμως η ατμόσφαιρα στο κέντρο ήταν νωχελική. Για μας τουλάχιστον. Ήταν σαφές ότι ήμασταν ενόχληση για το προσωπικό. Και βέβαια δεν είχαμε αντικείμενο.

Ήμασταν 2 σπουδαστές από Ελλάδα, 1 από Κύπρο κι 1 από Γερμανία (το ξέρω ότι δεν το πιστεύετε αυτό, αλλά είναι αλήθεια).

Το πιο ενδιαφέρον μέρος του κέντρου ήταν αυτό που γινόντουσαν οι δοκιμές αντοχής των υλικών σε βραχυκυκλώματα. Χρησιμοποιείτο γι αυτό το σκοπό μια ειδική γεννήτρια, μοναδική στην Ελλάδα, που είχε παραγγελθεί από Γερμανία. Η κάθε δοκιμή παρήγαγε μια μικρή έκρηξη, εξόχως θεαματική, που ακριβώς για το λόγο ότι ήταν έκρηξη, γινόταν σε ειδικά ασφαλισμένο δωμάτιο, αλλά μπορούσες να την παρακολουθήσεις πίσω από ειδικό τετράπαχο τζάμι. Γι αυτές τις δοκιμές και μόνο το πέρασμα μας από κει άξιζε τον κόπο. Αλλά πόσες να παρακολουθήσεις; Σύντομα είχαν εξαντληθεί σα θέμα.

Μέναμε λοιπόν να προσπαθούμε να εκτελέσουμε την ‘άσκηση’ μας στο απέναντι υπόστεγο με τις ώρες να κυλούν νωχελικά, πιο αργά από παγωμένο μέλι, μέσα σε ζέστη και πάνω σε άβολες καρέκλες. (Εφιστώ την προσοχή στους νεώτερους ότι μιλάμε για μια εποχή που δεν υπήρχαν κινητά στις τσέπες ή υπολογιστές στα γραφεία και που η μόνη δυνατή τεχνολογική παρηγοριά ήταν ένα τρανζιστοράκι).

Αυτό το άλλο υπόστεγο διέθετε επίσης το δικό του πρόγραμμα δοκιμών. Πιο λάιτ μεν αλλά όχι χωρίς ενδιαφέρον. Μόνο που αυτές διεξάγονταν με το σταγονόμετρο. Ως τη μέρα που ο υπεύθυνος του τμήματος, βλέποντας ότι κινδυνεύαμε να πεθάνουμε από ανία, αφού μας έδειξε τι πρέπει να κάνουμε, μας ανέθεσε να φέρουμε σε πέρας ένα μεγάλο σετ των δοκιμών. 
Αν θυμάμαι καλά, πρόκειτο για πάνω από 200 διακόπτες μέσης τάσης. Για να βάλετε στο μυαλό σας μέγεθος, δείτε τον καθένα με τη φαντασία σας σαν ένα γκρι ψυγείο. Γιατί για τέτοιο όγκο μιλάμε. 
Επιπλέον οι διακόπτες δεν βρίσκονταν στο χώρο δοκιμών (το υπόστεγο) αλλά σ’ ένα άλλο υπόστεγο κι έπρεπε να μετακινηθούν με κλάρκ (ελληνιστί περονοφόρο), ένας ή δυο τη φορά.

Το διάγραμμα ροής των δοκίμων είχε ως εξής:  ξεπακετάρισμα του κάθε διακόπτη, μια ειδική συνδεσμολόγηση του με μέση τάση, την εκτέλεση της δοκιμής, μέτρηση κάποιων μεγεθών και καταγραφή του αποτελέσματος, ξαναπακετάρισμα του κάθε διακόπτη και επιστροφή στην αρχική του θέση.
Με τον ενθουσιασμό του ότι θα είχαμε να κάνουμε κάτι, και την ενεργητικότητα και το σφρίγος των 20 χρόνων, ‘ξεπετάξαμε’ το σύνολο των δοκιμών σε κάτι λιγότερο από δύο μέρες. 
Ναι, το είχαμε δει σαν παιχνίδι κάπως, κάναμε και κάτι μικροζημιές αλλά, what the hell, ασκούμενοι ήμασταν. Όταν τελειώσαμε τα χαμόγελα ικανοποίησης ήταν ζωγραφισμένα σ’ όλα τα πρόσωπα. Είχαμε μάθει, είχαμε κάνει κάτι χρήσιμο και περιμέναμε να μας ανατεθούν και νέα καθήκοντα. 

Αντ’ αυτού αντιμετωπίσαμε τη χλυαρή επιδοκιμασία του προϊσταμένου μας (που τώρα έπρεπε να ξανασπάσει το κεφάλι του να βρει τι θα μας κάνει), αλλά κυρίως το σοκ της επιπληξης ενός απλού τεχνίτη: “Ρε σεις, τελειώσατε σε δυό μέρες τη δουλειά. Τι θα κάνουμε όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι;”.

Το έτος 2 λοιπόν του Ανδρέειου ημερολόγιου έμαθα κάτι σημαντικό: ότι τα προβλήματα που τώρα μας ταλανίζουν ήταν ήδη εκεί πριν εγώ τ’ αντιληφθώ ως προβλήματα. 

“Ε, και;”,  θα μου πείτε. 

Απλά έχει σημασία όταν προσπαθείς να φορτώσεις το εθνικό πρόβλημα στον αποδιοπομπαίο τράγο της μεταπολίτευσης.

Δραχμοφονιάδες

Όταν ακούς τόσο πολύ να συζητιέται η δραχμή, μοιραία πιάνεις τον εαυτό σου, θες, δε θες, να την σκέφτεται.

Κι εγώ την σκέφτομαι αρκετά τελευταία. Την θυμάμαι με δυο πρόσωπα: αυτό που τη γνώρισα μικρός κι αυτό που είχε όταν I kissed her goodbye. 
Πιτσιρικάς το ’60, το να έχεις μια δραχμή στην τσέπη ήταν υπόθεση. Πόσο υπόθεση; Με δύο πενηνταράκια μπορούσες να πάρεις ένα λεωφορείο για τη βόλτα σου αλέ ρετούρ.
Σήμερα στο μετρό θα χρειαστείς 2,80€ που αν το μετατρέψουμε σε δραχμές είναι 954,10, σχεδόν χιλιάρικο. Γιατί η ισοτιμία με την οποία αποχαιρετήσαμε τη δραχμή ήταν 1EUR = 340,75 DRC.

Η δραχμή που αφήσαμε ήταν μια σκιά του παλιού εαυτού της. Και σαν μέγεθος και σαν μέταλλο δεν είχε σχέση με την παλιά που πρωτογνώρισα.

Τι συνέβη και πήρε τέτοια κατηφόρα;

Η ιστορία της ασωτείας και της κατρακύλας οφείλεται σε ένα μοιραίο άντρα και μια μοιραία ανταγωνίστρια γυναίκα: τον πληθωρισμό και την υποτίμηση. Πρώτος εμφανίστηκε ο πληθωρισμός με τις πετρελαϊκές κρίσεις του ’70 και το τέλος των σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods. Και μετά οι υποτιμήσεις που πάντα είχαν στόχο ν’ αποκαταστήσουν τη χαμένη μας ανταγωνιστικότητα που, μετά το ’80 οφειλόταν στην απότομη αύξηση του κόστους παραγωγής.  

Η περιβόητη ανάκτηση ανταγωνιστικότητας.

Αυτό που έμαθα τόσα χρόνια και τόσες υποτιμήσεις μετά είναι πως δεν θεραπεύεις την ανταγωνιστικότητα με νομισματικά τερτίπια. Πάντα κάποιοι κάνουν μια γρήγορη αρπαχτή μ’ αυτά και γρήγορα γυρνάμε στα ίδια. 

Κι αν κάτι με φοβίζει με μια ενδεχόμενη επιστροφή στη δραχμή, είναι τ’ ότι αυτή τη φορά η αρπαχτή θα είναι τ-ε-ρ-ά-σ-τ-ι-α κι ότι στην πράξη θα κάνει τις ανισότητες της ελληνικής κοινωνίας επίσης τεράστιες. Ανταμοίβωντας μάλιστα μια μερίδα του πληθυσμού που θα έπρεπε να έχει τιμωρηθεί για το βίο και την πολιτεία της που μας έφεραν εδώ.

Πως θα συντελεστεί το έγκλημα; Με την επιστροφή κεφαλαίων. 

Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έχουν διαρρέυσει αρκετά δις προς το εξωτερικό. Πόσα ακριβώς; Δεν ξέρω. Τα νούμερα που ακούγονται είναι γύρω στα 30-40 δις. Κι αν σ’ αυτά προστεθούν τα λεφτά που έβγαιναν με αργότερους ρυθμούς από την αρχή του ευρώ ίσως το νούμερο ν’ ανεβαίνει στα 50-60. Ας πούμε 50 για να είναι στρογγυλό.  Με μια επιστροφή στη δραχμή και μια υποτίμηση 50%, αυτά τα λεφτά αποκτούν διπλάσια αγοραστική αξία εντός Ελλάδος. Γίνονται 100δις δραχμές. Κι αν η υποτίμηση είναι 70% όπως ακούγεται απ’ αλλού, γίνονται 167δις δραχμές. Τα σενάρια επιστροφής στη δραχμή προϋποθέτουν μια καταρχήν ανταλλαγή δραχμών ευρώ με σχέση 1:1 στο εσωτερικό και μετά την εξωτερική υποτίμηση. Δηλαδή, το μετρό που προανέφερα θα πάει στις 2,80 νέες δραχμές κατ’ αρχήν. Μετά βέβαια θα εκτιναχτεί αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Αν ισχύουν τα παραπάνω, το ΑΕΠ της χρονιάς της υποτίμησης θα διαμορφωθεί κάπου στα 230 δις δρχ. Τα κεφάλαια που θα μένουν στο εξωτερικό θα είναι 167/230 = 72% του ΑΕΠ.  Αντιλαμβανόμαστε για τι μέγεθος αγοραστικής δύναμης μιλάμε; Οι τσακισμένοι και χρεωκοπημένοι μη προνομιούχοι θα πουλάνε όσο όσο τα περιουσιακά τους για να επιζήσουν κι οι πολύ ή λιγώτερο προνομιούχοι θα μπορούν ν’ αγοράσουν κοψοχρονιάς. Κι επειδή αυτά τα κεφάλαια είναι κεφάλαια που δύσκολα θα πάνε σε παραγωγικές επενδύσεις, αυτό που θα δούμε ν’ αγοράζεται κατά κόρον θα είναι γη, σπίτια κι αντικείμενα μεγάλης αξίας. Κάτι που θ’ αλλάξει άρδην την κατανομή της ιδιοκτησίας εν γένει και μάλλον θα δημιουργήσει το πρώτο σοβαρό αριθμητικά προλεταριάτο μετά το ’22.

Γι αυτό φοβάμαι.

Κι επειδή από όσους έχω συναλλαγεί από τον διεθνή χώρο, οι Έλληνες ήταν πάντα οι πιο αδίστακτοι, φοβάμαι πως θα πούμε ‘Τύφλα να ‘χουν οι οικονομικοί δολοφόνοι’ μπροστά σ’ αυτούς τους νέους οικονομικούς φονιάδες: τους δραχμοφονιάδες.

Εικόνες από μια εκδήλωση

Photo

Παρακολούθησα νωρίτερα μια εκδήλωση του Κέντρου Πολιτικού Προβληματισμού Μιχάλης Παπαγιαννάκης, στο Πανεπιστήμειο Αθηνών. Η απόφαση να πάω ήταν εντελώς της τελευταίας στιγμής όπως κι η σχετική πρόσκληση που είχε προηγηθεί με email. 

Το θέμα της εκδήλωσης ήταν “Τι κάνουμε” δηλαδή τι πρέπει να κάνουμε επί το Λενινστικώτερο, στο οποίο, είμαι βέβαιος, συνειδητά παρέπεμπε. 

Ομιλητές με τη σειρά που μίλησαν ήταν οι:

  • Γιάννης Βαρουφάκης
  • Αρίστος Δοξιάδης
  • Χρυσάφης Ιορδάνογλου
  • Γιώργος Σταθάκης
ενώ ακολούθησαν παρεμβάσεις από τους
  • Μάνος Ματσαγγάνη
  • Ελίζα Παπαδάκη
  • Γιώργος Προκοπάκη

Την εκδήλωση συντόνισε ο Βασίλης Πεσμαζόγλου.

Ομολογώ πως πέραν από τους δύο πρώτους ομιλητές οι υπόλοιποι μου ήταν άγνωστοι.  Και στ’ ότι ακολουθεί δεν επιχειρώ να παρουσιάσω αναλυτικά το τι είπαν αλλά να μεταφέρω αυτό που λέει ο τίτλος, συνειδητά παραπέμποντας στο γνωστό έργο του Μουσόργσκι “Εικόνες από μία Έκθεση : εικόνες. Εντυπωσεις δηλαδή. Με εστίαση όχι μόνο ή τόσο στα οικονομικά θέματα αλλά και στην ανθρώπινη παρουσία και σε ψυχογραφικά στοιχεία.

Αλλά πρώτα μια γρήγορη αναφορά στο τι ειπώθηκε: Ο Γ. Βαρουφάκης παρουσίασε τη γνωστή θέση του ότι το πρόβλημα της Ελλάδος μπορεί να λυθεί μόνο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και στο ερώτημα “τι κάνουμε” απάντησε μ’ ένα εμφατικό “τίποτα”. Ο Α. Δοξιάδης παρουσίασε την επίσης γνωστή ανάλυση του για τη διάρθωση της ελληνικής οικονομίας σε εμπορεύσιμους και μη εμπορεύσιμους κλάδους όπου το μεγάλο μερίδιο κατέχουν οι δεύτεροι ενώ στους πρώτους υπερτερεί αριθμητικά η μικρή ιδιοκτησία/παραγωγική μονάδα κι απέδωσε αυτή τη διάρθρωση σε ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους προτείνοντας μια μετακίνηση απασχόλησης προς τους εμπορεύσιμους κλάδους. Ο Χ. Ιορδάνογλου ήταν πολύ πιο εστιασμένος, αναλύωντας κυρίως το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που συζητιέται αυτή της στιγμή, και γενικά το μνημόνιο 1 και 2, καταλήγοντας κριτικά κι υπό προϋποθέσεις στ’ ότι θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν. Τέλος, ο Γ. Σταθάκης απέδωσε την δημιουργία ελλειμάτων και χρέους στη συστηματική φοροδιαφυγή των ανώτερων τάξεων, για την παρούσα συγκυρία δε πρότεινε έξοδο από το ευρώ με μια ιδιόμορφη επιστροφή στη δραχμή με σχέση 2 προς 1 προς το ευρώ, ήτοι υποτίμηση κατά 50%.

Από τα παραπάνω θα καταλάβατε ήδη πως περίπου πρέπει να είναι κι οι πολιτικές τοποθετήσεις των ομιλητών. Ας πούμε εντελώς σχηματικά ότι οι Δοξιάδης και Ιορδάνογλου εξέφραζαν μια πιο ‘δεξιά’ θέση, ενώ οι Βαρουφάκης, Σταθάκης μια πιο ‘αριστερή’.

Μερικά σημειολογικά: Παρότι από τους εισηγητές κανένας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί νέος (χωρίς να ξέρω τις ηλικίες) η ‘δεξιά’ έδειχνε πιο ηλικιωμένη από την ‘αριστερά’ τουλάχιστον σύμφωνα με τη μαρτυρία των άσπρων μαλλιών. 
Επίσης η ‘δεξιά’ έδειχνε να νοιώθει κάπως στενάχωρα κι άβολα (ίσως λόγω του ότι η εκδήλωση είχε οργανωθεί από τον ευρύτερο πολιτικό χώρο της Δημοκρατικής Αριστεράς), ενώ η ‘αριστερά’ πιο χαλαρά κι άνετα με ακόμα πιο ακραία τη στάση του Σταθάκη που ήταν ένα μείγμα διασκέδασης, υπεροψίας και σιγουριάς.
Ως προς το περιεχόμενο των εισηγήσεων, η ‘δεξιά’ έδειχνε ν’ αναζητεί ένα μείγμα πολιτικής το οποίο με αρκετές προϋποθέσεις θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει μια αισιοδοξία.
Αντίθετα η ‘αριστερά’ περιέγραφε με άνεση μια επερχόμενη βιβλική καταστροφή που μόνο με κινήσεις τεκτονικών πλακών μπορεί ν’ αποφευχθεί.
Η αντίθεση αυτή έγινε αντιληπτή από τον κόσμο, όπως φάνηκε από τις ερωτήσεις, κι ακούστηκαν εκκλήσεις για πιο ενοποιημένες τοποθετήσεις κάτι που, θα τολμούσα να πω, εξέφραζε μια υφέρπουσα αγωνία. Αγωνία που αναζητά από τους ειδήμονες τη συναίνεση που δεν είναι καθόλου ορατή στο πολιτικό πεδίο.
Ειδικά οι ερωτήσεις των λιγώτερο ‘μπασμένων’ στο θέμα παρισταμένων πρόδιδαν τη γνήσια αγωνία τους να βρουν μια αχτίδα φωτό και μια καθοδήγηση προς την έξοδο από την  κρίση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ερώτηση κάποιου στην σχεδόν μηδενιστική τοποθέτηση Βαρουφάκη ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα: “Και τι προτείνετε λοιπόν; Ν’ αυτοκτονήσουμε;”

Το σημαντικό που αποκόμισα; Έχουν τελικά αξία αυτές οι ζωντανές συζητήσεις και παρουσιάσεις σε ‘κλειστό’ χώρο, χωρίς on line  μετάδοση και μηντιακό πανηγύρι. Γιατί έτσι λέγονται κι ακούγονται πράγματα με τόνο που απουσιάζει από πολιτικές ομιλίες ή τηλεοπτικά παράθυρα.  Γιατί, και το πιστεύω από τότε που ξεκίνησε η κρίση αυτό, διανύουμε μια κατάσταση πρωτόγνωρη που κανείς δεν έχει λύσεις στο τσεπάκι. Ότι λέγεται και προτείνεται θα ‘πρεπε να λέγεται και να προτείνεται με περισσή περίσκεψη και με τόνο και ύφος που να μπορεί να δημιουργήσει κάτι παραπάνω από σκέτες συναισθηματικές αντιδράσεις. Κάτι παραπάνω από αγανάκτιση. Θα έπρεπε να μπορεί να γεννήσει στον κόσμο τις σωστές ερωτήσεις. Που θ’ αναγκάσουν και τους ειδήμονες να πάνε τη σκέψη τους και την πρόταση τους ένα βήμα παρακάτω. Γιατί ο φτηνός αντίλογος κρατάει μακροπρόθεσμα χαμηλά και τον ίδιο το λόγο.
 Η λύση, σα λέξη και μόνο, παραπέμπει σε διανοητικές διεργασίες. Και τη χωρίζει μόνο μια πρόθεση (προσέξτε την πολυσημία) από τη διά-λυση.