Category Archives: Οικονομία

Πόσα σκόρδα κάνουν οι ντομάτες;

Το πρωί μπήκα σε μια ενδιαφέρουσα κουβέντα με αφορμή το παρακάτω tweet.

Πιάσαμε μια σχοινοτενή κουβέντα λοιπόν, με θέμα τον αντιπραγματισμό. 
Η απορία μου ήταν γιατί αφού υπάρχουν προϊόντα προς ανταλλαγή δεν κάνουν ότι κάνει ο κόσμος αιώνες τώρα: να τα πουλήσουν. 
Επειδή μπήκαν πολλοί στη συζήτηση για ώρα έχασα  το νήμα. Στην αρχή τα επιχειρήματα που άκουγα ήταν ότι η πρακτική των ανταλλαγών 
προέκυψε ελλείψει χρήματος. Κι εγώ απορούσα: γιατί, αφού έχεις κάτι να πουλήσεις, δεν το ανταλλάσεις με χρήμα αντί γι άλλα προϊόντα;
Με τη συζήτηση να κάνει διάφορα ζικ ζακ κάπου αποκόμισα την εντύπωση από διάφορους συνομιλητές ότι καλόβλεπαν σαν τακτική τον αντιπραγματισμό.

Κι ακριβώς αυτό με πίκαρε. 

Γιατί οι κοινωνίες τον απέρριψαν αιώνες πριν  λόγω των πρακτικών δυσκολιών του.
Πες π.χ. ότι έχεις ντομάτες και θες να τις ανταλλάξεις με σκόρδα. Με τι κριτήριο τις ανταλλάσεις; Πόσα σκόρδα κάνει ένα κιλό ντομάτες; Μια από τις λειτουργίες του χρήματος είναι ότι λειτουργεί σα μέτρο αξίας κι επιτρέπει την αποτίμηση ανόμοιων πραγμάτων σε κοινή κλίμακα. 
Ένα άλλο πρόβλημα είναι το "έχω τώρα σκόρδα, αλλά οι ντομάτες θα είναι διαθέσιμες σε μια βδομάδα". Τι κάνεις σ' αυτή την περίπτωση; Περιμένεις να γίνουν οι ντομάτες για να προχωρήσεις στην ανταλλαγή; Ή προχωράς δίνοντας 'πίστωση' σε σκόρδα κι έχεις λαμβάνειν ντομάτες; Κι εδώ μπαίνει δυο άλλες λειτουργίες του χρήματος: η μια είναι ότι είναι μέσο (έμμεσης) ανταλλαγής κι άλλη είναι ότι είναι αποθήκη αξίας. Έτσι στην προκειμένη περίπτωση αν τα σκόρδα ανταλλάσονταν με χρήμα, η αξία τους θ' αποθηκευόταν στο χρήμα για ν' 'απελευθερωθεί' σε μια βδομάδα και να γίνει ντομάτες.

Όλα αυτά είναι ενοχλητικά προφανή και το ερώτημα στο οποίο δεν έπαιρνα ικανοποιητική απάντηση για ώρα είναι γιατί δεν χρησιμοποιούσαν χρήμα. Γιατί, δε μπορεί, κάποια ποσότητα χρήματος θα μπορούσε να κυκλοφορήσει, παρά τις σχετικές αρνήσεις. Σημειωτέον, ότι για να διευκολύνει τις συναλλαγές το χρήμα δεν χρειάζεται να είναι πολύ, αλλά να κυκλοφορεί γρήγορα.

Με τα πολλά, νομίζω πως πήρα μια πολύ ενδιαφέρουσα απάντηση: 

Τελικά, δηλαδή, το πρόβλημα της στενότητας προέρχεται από το ότι οι παραγωγοί δεν μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους γιατί, λόγω ανταγωνισμού των εισαγωμένων, θα τα πούλαγαν κάτω του κόστους.  
Μόνο που μου φαίνεται πως με τον αντιπραγματισμό τα πουλάνε έτσι κι αλλιώς κάτω του κόστους. Απλά επειδή δεν υπάρχει χρήμα και δεν το αντιλαμβάνονται. Πως; Ας βάλουμε μερικά υποθετικά νούμερα να το δούμε:

Ας πούμε ότι το κιλό η ντομάτα κάνει,  1 ευρώ και το κιλό τα σκόρδα 50 λεπτά (τα βάζω στρογγυλά για χάριν ευκολίας). Ας πούμε επίσης ότι τα εισαγώμενα κάνουν ακριβώς τα μισά. Με τη σχέση τιμής παραγωμένων εισαγωμένων με 1 ευρώ αγοράζεις:

1 κιλό ντομάτα ντόπια
2 κιλά ντομάτα εισαγώμενη
2 κιλά σκόρδα ντόπια 
4 κιλά σκόρδα εισαγώμενα

Αν ανταλλαχθεί 1 κιλό ντομάτες ντόπιες, αυτό που θ' αποκομίσει ο παραγωγός τους είναι 2 κιλά σκόρδα ντόπια. Αν υποθέσουμε ότι ο ντόπιος παραγωγός πουλούσε κάτω του κόστους δηλαδή 1/2 ευρώ τις ντομάτες, τότε θα μπορούσε να προμηθευτεί από την αγορά 2 κιλά σκόρδα, ακριβώς όσο και με την προηγούμενη ανταλλαγή.
Αν δεν υπάρχει κάποιο ουσιαστικό κενό στη συλλογιστική μου ή στην απεικόνιση της πραγματικότητας, νομίζω πως τελικά οι παραγωγοί με το να μην μπαίνουν στην αγορά για να μην ρίξουν τις τιμές κάτω του κόστους στην πραγματικότητα και υφίστανται πτώση του βιωτικού τους επιπέδου και αφήνουν το δρόμο ανοιχτό στους ανταγωνιστές τους.

2025: Η Ελλάδα και τ’ άλλα μέλη της Ευρωζώνης στηρίζουν την Αλβανία

Οι Αμερικάνοι έχουν (εφεύρει) μια λέξη από ελληνικό υλικό: empathy. Δεν ξέρω πως μεταφράζεται. Αν το λέγαμε εμπάθεια θα ήταν πολύ μακρυά απ΄αυτό που υποδηλώνει: το να μπορείς να καταλάβεις το τι νοιώθει ο άλλος. 

Σε αντίθεση με το sympathy που σημαίνει (αν ερμηνευτεί ως συμπάσχειν) να νοιώσεις ότι νοιώθει ο άλλος, το empathy είναι πιο εγκεφαλικό αλλά γι αυτό πιο πρακτικό και πιο χρήσιμο στο να αποτιμάς συμπεριφορές.

Ο παραπάνω ψυχολογικός πρόλογος (κάτι για το οποίο δηλώνω απόλυτα αναρμόδιος) χρησιμεύει μόνο για να μας βάλει στο ζητούμεο του να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πως νοιώθουν οι άλλοι Ευρωπαίοι για μας. 
Κι επειδή δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε empathy για λαούς, ας επιχειρήσουμε ένα νοητικό πείραμα που θα μας βάζει οιωνεί σε μια ανάλογη θέση μ΄ εκείνους, κι ας μετρήσουμε τα συναισθήματα μας μετά. Έτσι, χωρίς ρητά συμπεράσματα, από αυτό το γραπτό τουλάχιστον. Γιατί να το κάνουμε αυτό; Όχι για να τους δικαιολογήσουμε. Αλλά γιατί αν καταλαβαίνεις τα συναισθήματα του άλλου καταλαβαίνεις μεγάλο μέρος από τα κίνητρα της συμπεριφοράς του και μπορείς αφενός να την προβλέψεις, αφετέρου, δυσκολώτερο, να την επηρρεάσεις.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι βρισκόμαστε στο 2025. Η Ελλάδα μετά από πολλές δυσκολίες κι αγωνίες, έχει ανακάμψει, έχει νοικοκυρευτεί (όχι τρελά, για να έχει και λίγο ρεαλισμό η υπόθεση), σίγουρα όμως έχει πάλι λεφτά στην τσέπη. Και πορεύεται.

Εν τω μεταξύ, η Ευρωπαϊκή ένωση έχει διευρυνθεί: η Αλβανία, η Σερβία, η Κροατία η Βοσνία, αντε και τα Σκόπια, έχουν ενσωματωθεί, παρά τις αντιδράσεις και τις επιφυλάξεις κάποιων που φοβούνταν μια επανάληψη της περιπέτειας του νότου του 2010, κι έχουν υιοθετήσει το κοινό νόμισμα. 
Κι εκεί που για λίγα χρόνια  όλα πηγαίνουν καλά, σκάει στην Αλβανία ένα πρόβλημα με τις Τράπεζες της που έχουν αλόγιστα χρηματοδοτήσει την οικοδομική της ανάπτυξη κι έχουν δημιουργήσει μια φούσκα τύπου Ιρλανδίας. Κι ενώ στην αρχή η Αλβανική κυβέρνηση είναι καθησυχαστική, κι αναλαμβάνει τα χρέη των τραπεζών, σύντομα διαφαίνεται ότι δεν μπορεί ν’ αντέξει το βάρος. Οι αγορές αρχίζουν να ζητάνε υψηλώτερα επιτόκια, η οικονομική της δραστηριότητα έχει ουσιαστικά πάψει μετά το στράγγιγμα των δανείων για real estate κι η χώρα χρειάζεται και άμεση βοήθεια για να στηριχθεί το δημόσιο, και βαθειές θεσμικές αλλαγές για ν’ αποχτήσει μια βιώσιμη προοπτική η οικονομία της.

Τα μέλη της Ευρωζώνης συσκέπτονται κι αποφασίζουν, μετά από πολλούς δισταγμούς κι αναστολές, να δώσουν στην Αλβανία ένα τεράστιο δάνειο ύψους 80 δις ευρώ  για τη διάσωσή της. Η Ελλάδα θα συμμετάσχει σ’ αυτό με 2 δις ευρώ. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται παρά τις αντιδράσεις και τη φασαρία εθνικιστικών κύκλων στη χώρα μας που προτιμούν να δουν την Αλβανία εκτός ευρωζώνης.
Μετά από 1 χρόνο κι όταν η Αλβανία έχει αναλώσει περίπου το μισό από το δάνειο, διαφαίνεται αφενός ότι δεν έχει γίνει ουσιαστική πρόοδος στις αλλαγές της Αλβανικής οικονομίας κι ότι θ’ απαιτηθούν τουλάχιστον άλλα 40 δις προκειμένου να στηριχθεί η Αλβανία στην προσπάθεια της. Ήτοι άλλο 1 δις από την Ελλάδα. Παράλληλα έχει γίνει γνωστό ότι μια σειρά Αλβανών πολιτικών και επιχειρηματιών έχουν μεταφέρει τις καταθέσεις τους στην Ελβετία (ύψους 20 δις) αδυνατίζοντας περαιτέρω το χτυπημένο αλβανικό τραπεζικό σύστημα. Ένας δε από τους νέους κι ελπιδοφόρους πολιτικούς με έντονα μεταρρυθμιστικές ιδέες πέφτει θύμα δολοφονίας της αλβανικής μαφίας. Τέλος, η εξαθλίωση δίνει γέννεση σ’ ένα νέο μεταναστευτικό ρεύμα  εξόδου από την Αλβανία, που μεγάλο μέρος του κατευθύνεται και πάλι προς την Ελλάδα. 
Τα ευρωπαϊκά κράτη κάνουν αυστηρές συστάσεις προς την Αλβανική κυβέρνηση για να πάρει μέτρα, αλλά  τα κόμματα στην Αλβανία δε συμφωνούν μεταξύ τους και δεν μπορούν να χαράξουν πορεία. Κάποια φτάνουν να ζητούν έξοδο από το ευρώ και να επικαλούνται επιστροφή σε μέρες Εμβέρ Χότζα για να αποτινάξουν από πάνω τους το δανειακό βάρος. 

Κι εδώ σταματάει ο μύθος. Αν μπορέσατε να τον αποδεχτείτε ως μη εξωφρενικό, μετρήστε τα συναισθήματα σας και κάντε μια σύγκριση, με αυτά, ας πούμε, των Φινλανδών του σήμερα. Αν διαπιστώσετε κάτι χρήσιμο, το IBAN του ψυχαναλυτή (= εμού) είναι… 

Ναυτιλία: the lady is a tramp

Διαβάζω ένα βιβλίο για την ιστορία της ελληνόκτητης ναυτιλίας (ίσως γράψω κάτι γι αυτό στο μέλλον) από την Τουρκοκρατία και μετά. Η ελληνόκτητη ναυτιλία, ίσως λίγοι το ξέρουν, έχει μια εξειδίκευση. Παρότι η μεγαλύτερη του κόσμου, δεν είναι αναλογικά το ίδιο παρούσα στα λεγόμενα πλοία γραμμής (liners, αυτά που πιάνουν συγκεκριμένα λιμάνια σε τακτά χρονικά διαστήματα) ή στα κρουαζιερόπλοια. Ο χώρος στον οποίο δεσπόζει είναι τα ελεύθερα φορτηγά (στ' αγγλικά λέγονται tramps, πλοία αλήτες δηλαδή). 

Τα ελεύθερα φορτηγά είναι αυτά που μεταφέρουν μεγάλα χύδην φορτία απ' όπου προκύψει ανάγκη.  
Προσέξτε μια σειρά λέξεις, φράσεις:
χύδην δηλαδή χύμα,
tramp – αλήτες,
όχι σταθερά και περιοδικά,
όπου υπάρχει ευκαιρία,
απ' όπου να' ναι,
προς όπου να 'ναι,
ότι να 'ναι

Αυτές οι φράσεις/λέξεις περιγράφουν τη λειτουργία των ελεύθερων φορτηγών. Δε μοιάζουν όμως επικίνδυνα πολύ μ' αυτό που αναγνωρίζουμε όλοι σαν εθνικό μας χαρακτήρα;

Μήπως ακριβώς εξαιτίας αυτής της παραλληλίας εξηγείται η σταθερή και διαχρονική επιτυχία;

Τελικά, οι επιχειρήσεις δεν κλείνουν: δραπετεύουν

Αναρωτιώμουνα στο αμέσως προηγούμενο ποστ για το είδος των επιχειρήσεων που ιδρύονται ή που κλείνουν. Έρχεται όμως μια πληροφορία που αλλάζει την εικόνα. Παρότι δεν είναι από κάποια επίσημη στατιστική αλλά από άρθρο, και παρότι δεν μπόρεσα να βρω τα πρωτογενή στοιχεία για να διασταυρώσω, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Τι λέει;

Πως τους τους τελευταίους 18 μήνες περί της 1500 ελληνικές επιχειρήσεις έχουν μεταφέρει την έδρα τους στην Κύπρο.

Το σύνολο των κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί από Ελλάδα σε Κύπρο (όχι οι καταθέσεις), σύμφωνα με έκθεση της πρεσβείας μας στη Κύπρο ήταν 719 εκ. €!

Τίθεται το ερώτημα λοιπόν, κατά πόσο το κλείσιμο των επιχειρήσεων που λέγαμε, είναι πραγματικά κλείσιμο ή φυγή και σε τι ποσοστό.

Αλλά γι άλλη μια φορά, no statistics.

Πηγή: Λύση η Κύπρος για τις Ελληνικές επιχειρήσεις.

Επιχειρήσεις: μια ανοίγει δύο κλείνουν

Με μια πολύ λιγόλογη ανακοίνωση, το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών μας πληροφορεί ότι το α’ τρίμηνο του 2011, άνοιξαν 463 επιχειρήσεις ενώ έκλεισαν 864.  Για κάθε μία που ανοίγει, πρακτικά δύο κλείνουν. Ο συγκριτικός πίνακας δείχνει μια διαχρονική χειροτέρευση:


ΕΤΟΣ

ΙΔΡΥΣΕΙΣ

ΔΙΑΚΟΠΕΣ

ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
(σε απόλυτο αριθμό)

ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΙΔΡΥΣΕΙΣ/ΔΙΑΚΟΠΕΣ

2009

488

709

-221

1/1,4

2010

441

742

-301

1/1,6

2011

463

864

-401

1/1,86

Αλλά, ας μη βιαστούμε να βγάλουμε αρνητικά συμπεράσματα γιατί μ’ αυτά τα στοιχεία απλά δεν μπορούμε να βγάλουμε κανένα ουσιαστικό συμπέρασμα.

Είναι γεγονός ότι επιχειρήσεις εξαφανίζονται με ταχύτερο ρυθμό απ΄ ότι δημιουργούνται κι αυτό σίγουρα έχει επίπτωση στην ανεργία. Χωρίς νούμερο όμως για το τι είδους επιχειρήσεις ανοίγουν και κλείνουν πιθανόν να χάνουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε μια αισιόδοξη πληροφορία. Γιατί μπορεί  οι επιχειρήσεις που κλείνουν να είναι από κλάδους έτσι κι αλλιώς καταδικασμένους, κι αυτές που ανοίγουν να φανερώνουν μια μετατόπιση προς tradable  κλάδους (δείτε τη σχετική ανάλυση του Αρίστου Δοξιάδη), κάτι πολύ θετικό κι επιθυμητό.

Επιπλέον, ένα στοιχείο που αναφέρεται αλλά δεν αναλύεται καθόλου στην ανακοίνωση, και που θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η διατύπωση της υπόθεσης  ότι μέρος της σχετικής αύξησης νέων επιχειρήσεων το 2011 έναντι του 2010 οφείλεται στην επιχειρηματικότητα των αλλοδαπών.  Είναι γνωστό, και για πολλά χρόνια παρατηρημένο και μελετημένο, ότι οι μετανάστες ανά τον κόσμο εμφανίζουν μεγαλύτερη τάση προς την επιχειρηματική δραστηριότητα από τους κατοίκους της χώρας που τους φιλοξενεί. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό θα μπορούσε να είναι μια ανάσα ζωής, ειδικά σε κλάδους που έχουν ανάγκη αναζωγόνησης αλλά που τους απαξιούν τα ελληνικά χέρια, όπως η αγροτική και η βιοτεχνική παραγωγή.

Τελικά με τις στατιστικές το πρόβλημα δεν είναι (μόνο) ότι συνήθως είναι greek statistics αλλά ότι δεν είναι στοιχειωδώς statistics.

via Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών > ΒΕA > Δελτία Τύπου > Λεπτομέρειες Δελτίων Τύπου.

Δημόσιος Χώρος, Δημόσιο Χρέος

> Οι διαδρομές στο χώρο είναι και διαδρομές στην ιστορία του. Κι αν κάτσεις να την ξεφυλλίσεις βλέπεις ότι πολλά ανεξήγητα δεν είναι καθόλου ανεξήγητα, και πολλά καινοφανή συμβαίνουν για αιώνες.
> Πήγαμε μια βόλτα με τ’ αυτοκίνητο ως την Πάρνηθα νωρίτερα. Είχα πολλά χρόνια ν’ ανέβω. Τη δεκαετία του ’80 ήμουν ταχτικός πεζοπόρος ορειβάτης εκεί, κι ήξερα δρόμους και μονοπάτια, κορφές και χαράδρες, βρύσες και σπηλιές. Κι έτσι, αναπόφευκτα, η αυτοκινητάδα πήρε το χαρακτήρα ενός driving down the memory lane.
> Επειδή ο παλιός γνώριμος δρόμος δεν μου ήταν τόσο γνώριμος πια, κοίταζα γύρω συγκρίνοντας τις αναμνήσεις μου ήδη από το σημείο που αφήνεις την Εθνική για ν’ ανηφορήσεις.  Μάλιστα, κάνοντας λάθος, δεν έστριψα έγκαιρα ανεβαινοντας την Εθνική, κι έτσι αναγκάστηκα να μπω από την είσοδο που οδηγεί στο Ολυμπιακό χωριό. Ο δρόμος αμέσως μου έδωσε την σωστή εντύπωση: έργο εντυπώσεων γιατί από κει θα πέρναγαν οι αθλητές. Η αλήθεια φαινόταν αμέσως στη διασταύρωση. Στρίβοντας αριστερά στην ταμπέλα για Πάρνηθα, οι δύο λωρίδες του κάθετου δρόμου γίνονταν μια μετά από 30 μόλις μέτρα. Και τι μια! Κάτι σαν μονοπάτι με ‘αυτοφυή’ άσφαλτο στα περισσότερα σημεία. Παντού γύρω άναρχη δόμηση. Εργοστάσια ανακατεμένα με σπίτια. Οι άξονες των κτισμάτων ασαφείς. Η συνισταμένη τους το μηδέν. Δε θέλει πολύ να καταλάβεις ότι η περιοχή έχει στην ουσία αποικηθεί. Με ρεσάλτο.
> Δεν ξέρω τι ποσοστό είναι εντός σχεδίου πλέον και μετά από πόσα συγχωροχάρτια στ’ αυθαίρετα και τις καταπατήσεις. Αυτό που ξέρω είναι πως εκεί κανονικά έπρεπε να είναι ή χωράφια ή δάσος.
> Στρίβοντας στη διασταύρωση με την Κ. Καραμανλή το μέρος μου φάνηκε πιο γνώριμο. Από το σημείο που γίνεται Πάρνηθας και πάνω οι γνωστές ταβέρνες με την αισθητική διηνεκούς φεστιβάλ κιτς, έχουν πολλαπλασιαστεί και μεγαλώσει. Σημεία ευμάρειας κάτι μπρούτζινα κατσίκια (;) στις εισόδους μερικών, μια χτιστή ‘αψίδα’ πάνω από το δρόμο κ.α.
> Αφήνοντας πίσω τις ‘κατοικημένες’ περιοχές, συνεχίσαμε προς το τελεφερίκ (που ήταν κλειστό) κι έπειτα ανηφορήσαμε προς το Μον Παρνες. Φτάνοντας όμως στην κορφή με περίμενε ένα σοκ. Προφανώς θυμόμουν ότι είχε καεί η Πάρνηθα. Προφανώς κι είχα δει φωτογραφίες, βίντεο και χάρτες. Αν δεν δεις όμως από κοντά,  δεν συνειδητοποιείς την έκταση της απώλειας. Εκεί που στις αναμνήσεις μου φύτρωναν έλατα, τώρα απλώνονταν κομμένοι κορμοί, μαυρισμένοι, ξαπλωμένοι πάνω στους μυτερούς βράχους, να τους χαϊδεύει ένα ελάχιστο αλλά φιλότιμο χαμομηλάκι. Το μάτι ένα γύρω μια ερήμωση.
> Δυο εικόνες πάλευαν να συγκεραστούν στο μυαλό μου, η μια φανταστική και η άλλη του απώτατου παρελθόντος: η περιοχή που περιγράφεται ως “The desolation of Smaug” στο Hobbit του J.R.R. Tolkien, και το απολιθωμένο δάσος της Μυτιλήνης. Γιατί και στις δύο μια πυρωμένη ανάσα είχε δημιουργήσει την καταστροφή: ενός δράκου κι ενός ηφαιστείου. Είναι όμως καλό (τρόπος του λέγειν) για την ψυχή να μπορεί να ρίξει ευθύνη. Να πει, “να ο δράκος έφταιγε” και να τον μισήσει ή αναθεματίσει. Στην περίπτωση της Πάρνηθας ο φταίχτης είναι κρυμμένος πάντα μέσα σε σκιές κι υπόνοιες.
> Προχωρήσαμε ως το Μον Παρνές που το βρήκα κακόγουστο όπως το θυμόμουν, και βέβαια κλειστό. Στο ενδιάμεσο, σε ταμπέλες και βράχους, συνθήματα, υποτίθεται, αναρχικών, με αίτημα να φύγει το καζίνο.  Για την απέραντη αυτή ερήμωση δεν ένοιωσε καμιά συγκίνηση ο συνθηματογράφος.
> Στην Αγία Τριάδα ο παππάς και κάποιες κυρίες είχαν στήσει ένα τραπέζι με νηστίσιμα και μας κέρασαν. Μες το εκκλησάκι περίμενε την πρόωρη περιφορά του ένας μικρούλης επιτάφιος, σκέτο πανί, χωρίς κανένα λουλούδι στολισμένος. Που άμα το σκεφτείς ήταν ταιριαστό. Θα ήταν βλάστημο να τελετουργείς την άνοιξη με τόσο ‘χειμώνα’ γύρω. Τα χαμόγελα του παππά και των κυριών πάντως ήταν μια ακτίδα ζωής.
> Γυρίσαμε πίσω σιωπηλοί. Στο μυαλό μου ήδη περιστρέφονταν αυτά που γράφω τώρα. Αν πας πίσω τη μνήμη σου, όσο νέος ή όσο μεγάλος και να ‘σαι, κι όποιο γεωγραφικό σημείο αναφοράς και να έχεις, θα δεις την ίδια ιστορία, το ίδιο μοτίβο. Ο χώρος, αυτός που λέμε αφηρημένα ‘πατρίδα μας’, που θεωρητικά ανήκει σε όλους, κι όλοι έχουμε λόγο υποτίθεται να τον σεβόμαστε, ο χώρος αυτός, ο δημόσιος, είναι λεία. Είναι λάφυρο. Το χειρότερο, είναι προς κατανάλωση. Αποπατούμε επάνω του και τον εγκαταλείπουμε με γκριμάτσα μορφασμού, για να πάμε στο επόμενο ελεύθερο στέμμα να κάνουμε το ίδιο. Ο χώρος αυτός δεν ανήκει σε όλους. Ανήκει σ’ όποιον προλάβει. Η γη δεν είναι συντελεστής παραγωγής, είναι συντελεστής κατανάλωσης.
> Στις διάφορες ερμηνείες για το δημόσιο χρέος, έχουμε γενικά τις εξής προσεγγίσεις: ότι είναι απόρροια μιας ευρύτερης νομοτέλειας (: κρίση του καπιταλισμού, σαθρή ΟΝΕ, τραπεζική κρίση κτλ), και ότι είναι ένα ιδιάζον ελληνικό φαινόμενο που οφείλεται στη σπατάλη, την κλοπή και την κατάχρηση του δημόσιου χρήματος από διάφορες κοινωνικές ομάδες. Με τέτοια μακρυά παράδοση λεηλάτησης και ιδιοποίησης της  δημόσιας γης ακόμα κι από τον τελευταίο από μας, πως μπορεί κανείς να πιστέψει ότι και για το κράτος οι συμπεριφορές δεν είναι ανάλογες; Ένας άλλος δημόσιος ‘χώρος’ είναι το κράτος. Ξέφραγος. Και μ’ ελάχιστες αντιστάσεις στα ρεσάλτα.

Μια Realpolitik συναίνεσης

Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ αφελής ή αθεράπευτα ρομαντικός, θέλω να μοιραστώ μερικές σκέψεις για το ποια θα μπορούσε να είναι μιας βάση συναίνεσης για την αντιμετώπιση της κρίσης που διανύουμε. Η αναζήτηση αυτής της γραμμής συναίνεσης πηγάζει από τ’ ότι δεν δεν μπορώ ν’ αποδεχτώ ότι το πρωταρχικό μέλημα των ναυαγών του καθ’ ημάς Τιτανικού είναι ν’ αποδώσουν ευθύνες για το ποιος φταίει που δεν είδε το παγόβουνο (ή, ακόμα χειρότερα, ποιος μας έρριξε ηθελημένα στο παγόβουνο) τη στιγμή που γύρω απλώνεται ένας απέραντος κι απειλητικός ωκεανός κι η στεριά κι η σωτηρία είναι οπουδήποτε αλλού εκτός από την γνώση και την αντίληψη τους.

Και, βέβαια, μιλώντας για συναίνεση, δεν αναφέρομαι σε μια (ουτοπική) ομοφωνία. Και δεν πρόκειται ούτε για μια άσκηση άρθροισης ποσοστών διαφόρων κομμάτων μέχρι να επιτευχθεί μια ‘καταστατική’ πλειοψηφία. 

Μιλάω για μια συναίνεση που να μπορεί να εκφράσει και να εκφραστεί , έστω, από μια απλή πλειοψηφία (> 50%) μιας και ούτε καν αυτή δεν έχει ποτέ επιτευχθεί, ή κυβερνήσει, από την μεταπολίτευση και μετά.

Σ’ αυτά τα πλαίσια διακρίνω κάποιες βάσεις οι οποίες προσφέρονται κι από τις συνθήκες, κι από τη ροπή των συνειδήσεων, να λειτουργήσουν σα σημεία αγκύρωσης και συμφωνίας που μπορεί να οδηγήσει σε χάραξη μια ρεαλιστικής εθνικής πολιτικής εξόδου από την κρίση.

1. Διαγραφή μέρους του χρέους με ευρωπαϊκή απόφαση

Διαβάζοντας τις αναλύσεις και τις απόψεις, κυρίως τις εκφραζόμενες εκτός Ελλάδος, και παρακολουθώντας την εξέλιξη της κρίσης των  sovereign debts  και τη συνεπακόλουθη του ευρώ, έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι η διαγραφή μέρους του ελληνικού χρέους, ως και 30% είναι κάτι που συζητιέται στα υψηλά ευρωπαϊκά κλιμάκια, θεωρείται αναπόφευκτη από τις αγορές κι έχει ήδη προεξοφληθεί. Το ποσοστό αυτό μεταφράζεται στο δυσθεώρητο νούμερο των 105 δις και θα είναι μια τεράστια ελάφρυνση για μας. Θα φέρει δε το εναπομείναν χρέος από το περίπου 150% του ΑΕΠ στο 100%. Ακόμα και μ’ αυτή την περικοπή το χρέος θα είναι μεγάλο, αλλά όχι πλέον σε άγνωστα επίπεδα, αφού με τέτοιο ύψος χρέους φλέρταρε για πάρα πολλά χρόνια η χώρα.

Το πως και το πότε θα ληφθεί αυτή η απόφαση εξαρτάται από δύο παράγοντες: 
  • τη γενικώτερη πορεία του χρέους των αδύνατων χωρών της Ευρώπης και τις ρυθμίσεις για το ευρώ
  • και την πορεία συμμαζέματος της δικής μας οικονομίας.
Στην πραγματικότητα ο ουσιαστικός παράγοντας είναι ο πρώτος.  Ο δεύτερος είναι ψυχολογικός. Και συνιστά επίδειξη καλής συμπεριφοράς: τέτοιας που να μπορεί να γίνει αντιληπτή από τους λαούς των χωρών που θα κληθούν να πληρώσουν τη δική μας διαγραφή χρέους (γιατί κάπου θα μετακυλιστεί αυτή, είναι zero sum game). Κι εδώ ακριβώς είναι το ζητούμενο: να μην τορπιλίζουμε με ενέργειες και δηλώσεις την εντύπωση προς τα έξω ότι we behave.

2. Εξάλειψη της ελλειμματικότητας

Στα πλαίσια της ‘καλής συμπεριφοράς’ που αναφέραμε παραπάνω, το κύριο καθήκον που πέφτει στους ώμους μας είναι η εξάλειψη των ελλειμμάτων γιατί αυτά είναι η αρχή του νήματος του κουβαριού το χρέους. Προφανώς, αυτό είναι το δυσκολώτερο σημείο συναίνεσης, γιατί συνεπάγεται μια ρήξη με μια καθεστηκυία τάξη αλλά και με συνήθειες δεκαετιών. Δεν θα επεκταθώ όμως εδώ, καθώς σκοπός μου δεν είναι η εξεύρεση  λύσεων αλλά η σκιαγραφηση των σημείων επιθυμητής συμφωνίας. Αρκεί να ενστερνιστούμε ότι το έλλειμα προσλαμβάνεται διεθνώς ως δείκτης κακής συμπεριφοράς κι άρα η μείωση του ως το αντίθετο.

3. Εστίαση των αναπτυξιακών προσπαθειών στους εμπορεύσιμους κλάδους.

Το οικονομικό μοντέλο το οποίο ανάπτυξε η Ελλάδα τις 3 τελευταίες δεκαετίες είχε μια πολύ απλή λογική: τη μεγένθυση της οικονομίας την χρηματοδοτούσαν τα δάνεια. Μεγάλο μέρος των δανείων διέρρεε άμεσα προς τις χώρες των δανειστών ως εισαγωγές. Το υπόλοιπο γινόταν εγχώρια οικονομική δραστηριότητα όπου μεγάλο μέρος της  τροφοδοτούσε μια σειρά κρατικοδίαιτες δραστηριότητες με αρκετές απ’ αυτές να μην ανήκουν στους λεγόμενους εμπορεύσιμους κλάδους ( = εμπόριο, υγεία, real estate, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κτλ). 
Με την αφαίρεση της δυνατότητας δανεισμού, η ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να ‘χρηματοδοτηθεί’ κρατικά. Πρέπει ν’ αυτοχρηματοδοτηθεί. Κι αυτό μπορεί να γίνει κατά κύριο λόγο δημιουργώντας προϊόντα κι υπηρεσίες που θα είναι αρεστά στην παγκόσμια αγορά γιατί από κει μόνο μπορεί να εισρεύσει χρήμα πλέον. 
Παρότι, ή ακόμα κι επειδή, το κράτος δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει την οικονομική δραστηριότητα, έχει ένα τελείως διαφορετικό ρόλο να παίξει: το κράτος πρέπει να διαμορφώσει τις συνθήκες της απρόσκοπτης και γρήγορης ανάπτυξης των εμπορεύσιμων κλάδων κι η δραστηριότητα του πρέπει ν’ αναπροσανατολιστεί σ’ αυτή την κατεύθυνση. Αυτό εύκολα λέγεται, πολύ δύσκολα γίνεται. Και γιατί το κράτος είναι υπερβολικά μεγάλο και συνεπώς δυσκίνητο, κι άρα πρέπει να μικρύνει, και γιατί ακόμα κι αν μικρύνει, πρέπει ν΄αποκτήσει προσωπικό και ικανό και με κίνητρα για απόδοση και κυρίως με πνεύμα υπηρεσίας προς την κοινωνία.

4. Δικαιοσύνη
Τα παραπάνω αφορούν στενά την οικονομία. Δεν αρκούν όμως μόνο οικονομικές πολιτικές για να μας βγάλουν από μια κρίση που δεν είναι μόνο, ή πρωτίστως, οικονομική. Χρειάζονται και κοινωνικές πολιτικές που θα στηρίξουν και θα ενδυναμώσουν και την υιοθέτηση της συναινετικής στάσης, αλλά και την επίτευξη των στόχων της. Κι η πιο ανέξοδη πολιτική, αλλά κι αυτή που μπορεί ν’ αποφέρει γρήγορα καρπούς στη διάθεση να επωμιστούμε στερήσεις και δύσκολες αλλαγές,  είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη κι η ενίσχυση της απόδοσης της.

Debt-o-Choice

Παρακολούθησα πριν λίγο το ντοκυμανταίρ  Debtocracy και παρατήρησα ότι όλο το ντοκυμανταίρ οδηγεί σε 2 βασικά θέσεις:

α. Ότι το ελληνικό χρέος είναι μη νόμιμο και μπορεί να διαγραφεί.
β. Ότι ακόμα κι αν είναι νόμιμο πάλι πρέπει να διαγραφεί γιατί δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό.
Αφήνω κατά μέρος τη δεύτερη θέση που είναι καθαρά πολιτική και θέλω να οδηγήσω την πρώτη θέση στις συνεπαγωγές της.
Ας κάνουμε λοιπόν μια υπόθεση εργασίας: ότι καταφέρνουμε και διαγράφουμε όλο το χρέος, και τα 300 δις που είναι σήμερα, κι αύριο ξυπνάμε χωρίς αυτό το βραχνά κι ατενίζουμε το μέλλον.Τι μας φυλάει αυτό το μέλλον; 
Ρίχνοντας μια ματιά στον προϋπολογισμό του 2010, κι αφαιρώντας δάνεια και τόκους βρίσκουμε ένα έλλειμα 10 δις.
10δις

Πως ακριβώς θα το εξασφαλίσουμε αυτό το ‘δεκάρικο’, όχι μόνο για φέτος αλλά από δω και μπρος, αφού είναι κάτι που βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, επιμένοντας  μετά, και παρά, τις μειώσεις μισθών, συντάξεων, αυξήσεις ΦΠΑ κτλ που προηγήθηκαν;
Υπάρχουν τέσσερεις τρόποι (και οι συνδιασμοί τους) για να πετύχουμε κάτι τέτοιο:
  1. Αυξάνοντας το ΑΕΠ χωρίς ν’ αυξήσουμε το κόστος του Δημόσιου τομέα
  2. Μειώνοντας περαιτέρω το κόστος του Δημοσίου
  3. Δανειζόμενοι
  4. Πουλώντας περιουσιακά στοιχεία
Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι ο δανεισμός δεν είναι ακριβώς ούτε η λύση που θα θέλαμε, ούτε μια δυνατότητα που θα μας δοθεί εύκολα. Γιατί ποιος τρελός θα πάει να δανείσει μια χώρα που έχει μόλις σβήσει 300  (ή 200 ή 100) δις χρέος;
Επίσης φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι η αύξηση του ΑΕΠ δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη κι ότι για να επιτευχθεί το επιθυμητό μέγεθος ΑΕΠ, απ’ όπου η διαφορά των φόρων θα καλύψει αυτό το έλλειμα, θα πάρει κάποια χρόνια ενώ για το μεσοδιάστημα θα πρέπει να έχουμε να πορευόμαστε.
Και μένουμε στο δια ταύτα: είτε μείωση κόστους, είτε με πώληση περιουσιακών, όπου, φαντάζομαι ότι, και πάλι, οι περισσότεροι θα συμφωνήσουμε, από οικονομικό υπολογισμό ( = κάποια στιγμή δεν θα έχεις τι άλλο να πουλήσεις κτλ), ή από εθνικό υπολογισμό (= δεν ξεπουλάμε την περιουσία του λαού κτλ) ότι η πώληση περιουσιακών στοιχείων δε ‘λέει’. 

Άρα, τι μένει; Μείωση κόστους του Δημοσίου. Με ότι αυτό συνεπάγεται.

Για να μπορούμε να ζήσουμε εφεξής χωρίς το χαλκά του ελλείματος από τον οποίο μας σέρνουν συμφέροντα, πολιτικοί, κράτη κι αγορές από τη μύτη.  Γιατί αν αντιληφθούμε ότι ακριβώς αυτός είναι ο χαλκάς, τότε μπορεί ν’ αναγεννηθεί και το θρυλικό, αλλά χαμένο μας, φιλότιμο.

Debtocracydvd

To startup or not to startup?

Ladder

Με αφορμή μια συζήτηση στο μπλογκ του Γρηγόρη Φαρμάκη, θέλω ν’ αναπτύξω εδώ κάποιες σκέψεις που θα ήταν κατάχρηση χώρου να τις καταθέσω εκεί σαν σχόλιο.

Ισχυρίζεται -πολύ σωστά- ο Γρηγόρης ότι οι προσπάθειες για καλλιέργεια της επιχειρηματικότητας έχουν πάρει την μορφή ενός reality show, που σκωπτικά αποκαλεί Next Top Business Model. Αφού δε, με κατανόηση είναι η αλήθεια, απορρίψει αυτή την πρακτική, καταλήγει, στο ότι αυτό που απλά χρειάζεται να κάνουμε είναι να επιμείνουμε στο να κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα:
Θα αποκτήσουμε επιχειρηματικότητα και καινοτομία, αναγκαστικά σχεδόν, παρά τις επιδοτήσεις, και όχι εξ’ αιτίας τους. Με ιδέες για υπηρεσίες και προϊόντα που θα γεννηθούν και θα πετύχουν απρόσμενα, σε τομείς που δεν θεωρούμε τώρα στρατηγικούς, αναδεικνύοντας ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που δεν φανταζόμαστε. Χωρίς να περιμένουμε να σκεφτούμε πρώτα το επόμενο επαναστατικό προϊόν ή την επόμενη πρωτότυπη ψηφιακή υπηρεσία. Ας κάνουμε ό,τι ξέρουμε και μπορούμε να κάνουμε. Αρκεί να το κάνουμε κάθε μέρα καλλίτερα.
Κι ενώ αυτό ακούγεται γοητευτικό, εδώ αρχίζουν οι αντιρρήσεις μου.
Καταρχήν ας διευκρινήσουμε ότι άλλο ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας κι άλλο οικονομική ανάπτυξη. Είναι δεδομένο ότι το πρώτο συντελεί στο δεύτερο αλλά όχι μονοσήμαντα. Δεν επέρχεται ανάπτυξη μόνο με ενθάρρυνση της νέας επιχειρηματικότητας. Κι οι παρακάτω παρατηρήσεις διέπονται απ’ αυτό το πνεύμα κι εστιάζονται μόνο στο μερικώτερο θέμα της ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας κι όχι γενικά στην οικονομική ανάπτυξη, αν και πάντα την θεωρούν σα ζητούμενο.
α. Για ποιά επιχειρηματικότητα μιλάμε;
Μιλάμε για ανάπτυξη επιχειρηματικότητας εδώ και καιρό χωρίς να διευκρινίζουμε για ποιά επιχειρηματικότητα μιλάμε. Υπάρχουν 4 είδη επιχειρηματικότητας
  • των μικρών επιχειρήσεων
  • των startups με προσδοκίες γρήγορης ανάπτυξης
  • των υφιστάμενων/μεγάλων επιχειρήσεων που αναπτύσουν νέες δραστηριότητες
  • η κοινωνική επιχειρηματικότητα.
Που έχουμε έλλειμα επιχειρηματικότητας;  Σίγουρα όχι στην πρώτη κατηγορία. Σαν απόδειξη παραθέτω ένα απόσπασμα από τον Oδηγό Νέων Επιχειρηματιών του ALBA (τα έντονα δικά μου):

Ειδικότερα, στην Ελλάδα παρατηρείται (σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) η μεγαλύτερη πυκνότητα επιχειρήσεων (69 επιχειρήσεις ανά 100 κατοίκους, έναντι 63 της Ισπανίας και 49 ως μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Το σύνολο σχεδόν των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, το 96% των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές εταιρίες με ένα έως εννιά άτομα προσωπικό. …

… Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ (στοιχεία 2005), εκτιμάται ότι οι μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις συγκεντρώνουν το 86,6% της συνολικής απασχόλησης της χώρας.

Τα παραπάνω στοιχεία μας οδηγούν σε συμπεράσματα και για τις μεγάλες επιχειρήσεις: αφού δεν έχουμε πολλές μεγάλες επιχειρήσεις, δεν αναμένουμε από κει κάποια ιδιαίτερα αποτελέσματα σε ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων.
Θ’ αφήσω εκτός την κοινωνική επιχειρηματικότητα λόγω της ιδιαιτερότητας της για να περάσω στην διαπίστωστη ότι η επιχειρηματικότητα που ΔΕΝ διαθέτουμε σχεδόν καθόλου είναι αυτή των  startups με προσδοκίες γρήγορης ανάπτυξης. Το ερώτημα είναι “την θέλουμε” και γιατί;
β. Θέλουμε high growth startups;
Η συνήθης απάντηση είναι ναι (μ’ ένα άρρητο ‘γιατί όχι;’). Αλλά δεν είναι ειλικρινής.  Κι η ανειλικρίνεια μπορεί να φανεί μόνο αν καταλάβουμε την δυναμική των πολύ μικρών επιχειρήσεων και την αντιδιαστείλουμε με το ζητούμενο για να φανεί η έλλειψη. Γιατί πέραν του ότι ελάχιστες από τις μικρές επιχειρήσεις μεγαλώνουν, έστω κι αργά, η κύρια συγκέντρωση τους είναι σε κλάδους πολύ συγκεκριμένους, πολύ παραδοσιακούς και μάλλον κορεσμένους. Ξανά, από τον οδηγό του ALBA:

… στα αρνητικά καταγράφεται η υψηλή συγκέντρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στους κλάδους του λιανικού εμπορίου, των ξενοδοχείων και της εστίασης.

Αν πιστεύουμε ότι αυτοί οι κλάδοι (που κατά πολύ έχουν  σχέση με τουρισμό και  λαϊφ στάιλ κατανάλωση) μπορούν να δώσουν στην Ελλάδα το ΑΕΠ που της λείπει για να κλείσει την τρύπα τον εξαγωγών/ελλειμάτων, όχι δεν χρειαζόμαστε άλλα startups. Αλλά, δυστυχώς, και πάντα κατά τη γνώμη μου,  αυτοί οι κλάδοι, μ’ αυτή τη μορφή επιχειρήσεων δεν μπορούν να μας πάνε πολύ μακρυά. Γιατί αν μπορούσαν, είχαν την ευκαρία να το κάνουν από τον 1970 και μετά, και δεν το έκαναν.
Αν θέλουμε να ξεφύγουμε από την αναιμική ανάπτυξη η απάντηση είναι:
  • Θέλουμε startups που θα μπορέσουν σε μερικά χρόνια να πάνε από το μηδέν στα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ (αυτό είναι high growth) και μάλιστα με τζίρους που θα προέρχονται κατά κύριο λόγο από το εξωτερικό και θα πλουτίζουν τη χώρα. Αυτή τη στιγμή δεν διαθέτουμε ούτε ένα.
  • Θέλουμε startups που να μπορούν να τα εξαγοράσουν μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις για να λειτουργήσουν σαν αιμοδοσία ανανέωσης στις δραστηριότητες, κι όχι για να δικαιολογηθούν τα λεφτά από κάποιο χρηματιστήριο όπως το 1999. Αυτή τη στιγμή ζήτημα αν διαθέτουμε μια χούφτα.
  • Θέλουμε startups που θα μπορέσουν να συγκρατήσουν τη διαρροή όλου του καλού ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό. Αυτή τη στιγμή ζήτημα αν διαθέτουμε λίγες δεκάδες.
Για να μην παρεξηγηθώ, επειδή τα startups έχουν σχεδόν ταυτιστεί με internet  statups τον τελευταίο καιρό, διευκρινίζω ότι δεν χρησιμοποιώ τον όρο έτσι, κι επίτηδες αφήνω ανοιχτό το θέμα των κλάδων.
γ. Μπορεί να προκύψουν από μόνα τους;
Ναι, θέλουμε όλα τα παραπάνω αλλά πως θα τα έχουμε; Αρκεί το business as usual, ακόμα κι αν ότι κάνουμε το κάνουμε κάθε μέρα καλύτερα, όπως λέει ο Γρηγόρης στο προαναφερθέν ποστ; Πολύ αμφιβάλλω. Και βέβαια, με λίγη ακόμα επιδότηση θα πάρουμε λίγη ακόμα διαφθορά. Γιατί, κι εδώ συμφωνώ με τον Γρηγόρη,  το θέμα δεν είναι τα λεφτά. Λεφτά υπάρχουν (ακόμα). Και σε δημόσιους αλλά και στους πολύ παραβλεπόμενους ιδιωτικούς κορβανάδες.  Μυαλά που θα επενδύσουν δεν υπάρχουν. Και μυαλά που θα επιχειρήσουν επίσης. Κι όλα τα business reality shows σ’ αυτό τουλάχιστον, έστω κι από σπόντα, μπορούν να συντελέσουν. Ν’ αρχίσουν ν’ αναπροσανατολίζουν μυαλά. Δεν είναι κακό να εμπνευστείς από κάτι που μπορεί στην πράξη να είναι ανέφικτο για σένα. Εξάλλου η επιχειρηματικότητα είναι κυνήγι ονείρων κι ανεμόμυλων κι αυτό φαίνεται από τα ποσοστά αποτυχίας.
Αλλά ούτε θεσμοί υπάρχουν,  ούτε στοιχειώδεις υποδομές. Τ’ αντικίνητρα είναι σωρό και γι αυτό έγραψα και σαν απάντηση στο μπλογκ του ΓΦ ότι:
Η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας απαιτεί παρέμβαση. Όλα τα ιστορικά παραδείγματα αυτό δείχνουν. Κι οι δρόμοι που μπορεί ν’ ακολουθήσει μια χώρα που δεν ανήκει την πρώτη φουρνιά των ανεπτυγμένων και βιομηχανικών, είναι δυο: ο δρόμος της Ασιατικής τίγρης, που περνάει μέσα από σχεδόν μηδενικά εργατικά κόστη, κι ο δρόμος της εστιασμένης τεχνολογικής ανάπτυξης (βλέπε Ισραήλ, Σιγκαπούρη, Φινλανδία και πρόσφατα Χιλή). Η ιστορία του δεύτερου μας διδάσκει ότι απαιτήθηκε πάντα μια κρατική παρέμβαση που οδήγησε την ανάπτυξη. Κι εδώ είναι το δια ταύτα: για να έχεις επιτυχημένες κρατικές παρεμβάσεις, πρέπει να έχεις κράτος.
Ο Αρίστος Δοξιάδης , σε σχόλιο του, κάπως εξέλαβε ότι η παραπάνω αποστροφή σημαίνει τη συμφωνία μου με τη συνέχιση των επιχορηγήσεων. Κάθε άλλο. Είναι τελείως διαφορετικό το να έχεις κράτος που επιχορηγεί ή, ακόμα χειρότερα, επιχειρεί,  από  κράτος που βοηθά.
Πως θα γίνει αυτό; Είναι αντικείμενο μιας άλλης, μεγάλης, κουβέντας.

 

 

 

ΥΓ. Παραβρέθηκα το πρωϊ στην εκδήλωση HitechExports κι άκουσα τον Γρηγόρη ν’ αναπτύσσει παρόμοιες θέσεις live σε μια ομολογουμένως εντυπωσιακή παρουσίαση. Πρόσθεσε δε και μια άλλη διάσταση, για την οποία έχω μεγάλη ευαισθησία: την πολιτισμική διάσταση της επιχειρηματικότητας.  Kudos!

2 πρωτιές για την Ελλάδα που προβληματίζουν

Την περασμένη δευτέρα, ο  Guardian δημοσίευσε έναν  οπτικό συγκριτικό οδηγό για τις χώρες της Ευρωπαϊκής ένωσης. Είναι ένα πολύ όμορφο κι εύγλωττο εργαλείο που δίνει μια άλλη δύναμη στα στατιστικά στοιχεία των χωρών υπο εξέταση, ειδικά καθώς αντιπαρατίθενται κι αντιπαραβάλονται.

Τα δεδομένα του οδηγού ομαδοποιούνται σε τρεις ενότητες: Ποιοί είμαστε (οι Ευρωπαίοι εννοεί), πως ζούμε και πόσο κοστίζει. Λίγο πολύ αναμένει κανείς τι θα δει αλλά κάποιες στατιστικές προβληματίζουν έως σοκάρουν.

Για παράδειγμα, η στατιστική για τις έγχρωμες τηλεοράσεις είναι σοκαριστική ίσως και ντροπιαστική για τους Έλληνες: έχουμε την υψηλότερη αναλογία έγχρωμων τηλεοράσεων ανά 100 κατοίκους στην Ευρώπη.

Πολλά μπορεί να επικαλεστεί κανείς για να εξηγήσει το παρατηρούμενο νούμερο, όπως ότι η σχετικά πιο φτωχή Ελλάδα έχει ανάγκη μιας πιο φτωχής μορφής διασκέδασης, ότι ο γεωγραφικός κατακερματισμός λόγω των νησιών και των ορεινών όγκων κάνει αναγκαία την ενοποιητική δράση της τηλεόρασης κτλ.

Το γεγονός όμως παραμένει ότι η τηλεόραση είναι ένας παθητικός τρόπος ψυχαγωγίας, προσφέρεται σαν εργαλείο χειραγώγησης και πλύσης εγκεφάλου και συντελεί, με την δυναμική της διαφήμισης, στην ανισορροπία των καταναλωτικών μας προτύπων και συνηθειών έναντι των παραγωγικών μας δυνατοτήτων.

Αν υπάρχει κάτι που με στεναχωρεί όμως είναι η χαμένη δυνατότητα: εφόσον η τηλεόραση δείχνει ν’ αποτελεί μια τόσο σημαντική αγορά, θα περίμενε κανείς να συμπαρασύρει τουλάχιστον και την τηλεοπτική παραγωγή. Ν’ αναπτύξουμε δηλαδή την τηλεόραση σαν προϊόν έτσι ώστε να καταστεί εξαγώγιμο. Αντ’ αυτού εισάγουμε όλο και περισσότερα από τη γείτονα Τουρκία.

Η δεύτερη στατιστική που είναι εξίσου ή πιο εντυπωσιακή αλλά που και πάλι προβληματίζει, είναι οι συνδρομές κινητής ανά εκατό κατοίκους. Η Ελλάδα, όπως φαίνεται από τη γράφημα, όχι απλά προηγείται. Αφήνει κατά πολύ πίσω όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, τόσο που αναρωτιέμαι για την ορθότητα των στοιχείων.

Όπως και να ‘χει όμως, κι εδώ αναρωτιέται κανείς ποιο το όφελος απ’ αυτό τον καταναλωτικό δυναμισμό; Που είναι οι υπηρεσίες κι οι εφαρμογές που θα μπορούσαν να έχουν αναπτύξει δυναμικές ελληνικές startup, που θα γέμιζαν την ελληνική αγορά αρχικά  και που  θα προχωρούσαν μετά να κατακτήσουν τον κόσμο, όπως βλέπουμε να συμβαίνει στην, μισή σε πληθυσμό, Φιλανδία;

Πάντως εδώ τα πράγματα είναι καλύτερα από την τηλεόραση. Γιατί έχουμε τουλάχιστον δυο εταιρείες (την Upstream και την Velti) που αναδύθηκαν  απ’ αυτή την αγορά και που τώρα δραστηριοποιούνται διεθνώς.  Δε φτάνουν όμως.

Σημείωση: Δεν ορκίζομαι ότι τα στοιχεία του Guardian είναι ορθά και δεν έχω και τρόπο να τα ελέγξω. Τα δύο αποτελέσματα αυτά όμως, παρότι αρχικά ξαφνιάζουν, μετά από λίγη σκέψη, γίνονται πιο αποδεκτά σαν αληθινά.