Category Archives: Οικονομία

Make innovation work και παραγωγικοί κλάδοι

Κοιτούσα προχτές το παρακάτω διάγραμμα που είχα βρει παλιότερα στο Spiegel και που απεικονίζει την σύνθεση του ΑΕΠ μας κατά κλάδο.

Το διάγραμμα φανερώνει γρήγορα το (τεράστιο) πρόβλημα: οι κλάδοι του εμπορίου, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και του real estate είναι πάνω από το 50% της οικονομίας. Οι κλάδοι αυτοί (εκτός real estate) είναι κλάδοι διαμεσολαβητικοί:

  • Για να υπάρξει εμπόριο, πρέπει να υπάρχουν προϊόντα. Και προφανώς όχι εισαγώμενα, αν επιδιώκουμε όφελος για τη χώρα.
  • Για να υπάρχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες πρέπει να υπάρχει οικονομική δραστηριότητα. Με τη διαμεσολάβηση υψηλότερη από την κανονική παραγωγή, εύκολα αποκομίζει κανείς την εντύπωση φούσκας απ’ αυτό που βλέπει.

Που υπάρχει όμως παραγωγή;

Σίγουρα στην Γεωργία, στις Κατασκευές (που συναρτάται με το real estate) και στη βιομηχανία/ενέργεια. Σύνολο 20% του ΑΕΠ περίπου. Μαζί με το 18% του τουρισμού και μέρος των υπηρεσιών (η ναυτιλία  κι οι μεταφορές πρέπει να είναι εκεί μέσα),  είναι οι κλάδοι στους οποίους μπορούμε, υπό προϋποθέσεις, να στηρίξουμε κάποιες ελπίδες για βιώσιμη και χωρίς στρεβλώσεις ανάπτυξη.

Αναιμική εικόνα κι απογοητευτική. Αλλά αυτή είναι, δεν έχει άλλη.

Καθώς τα σκεφτόμουν αυτά πήρε το μάτι μου τo διαγωνισμό “Κάνε την Καινοτομία πράξη” που υποστηρίζεται από μια σειρά ιδιωτικών και δημοσίων φορέων. Πρόκειται για ένα διαγωνισμό επιχειρηματικότητας με βράβευση του καλύτερου (πιο καινοτόμου) επιχειρηματικού σχεδίου με 10 χιλ Ευρώ.

Μου έκαναν αμέσως εντύπωση οι κατηγορίες του διαγωνισμού:

Γιατί; Γιατί πρακτικά αναλογούν στους κλάδους που ανέφερα παραπάνω.  Αυτοί που σχεδίασαν το διαγωνισμό,επιλέγοντας τους κλάδους που πραγματικά μπορούν να στηρίξουν την ανάπτυξη στην Ελλάδα,  πρέπει να έκαναν ανάλογες σκέψεις με μένα .

Κι επειδή αυτό το μπλογκ το διαβάζουν πολλοί της πληροφορικής: μην τον προσπεράσετε το διαγωνισμό. Κοιτάξτε τις λεπτομέρειες. Μπορεί να σας αφορά, ακόμα κι αν δεν είναι προφανές από τις θεματικές κατηγορίες. Γιατί, μεταξύ άλλων, στις ιδέες που προτείνονται σαν παράδειγμα είναι κι η ανάπτυξη εφαρμογών γι αυτούς τους κλάδους.

 

 

Ήρωες κι evidence based marketing στην ελληνική κρίση

Theodoros Kolokotronis

Ο Seth Godin δημοσίευσε τις προ άλλες ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για το evidence based marketing και ειδικά για τα όρια του.

Τι είναι το evidence based marketing; Η προσπάθεια να πείσεις για κάτι παραθέτοντας μια σειρά από αδιάσειστα στοιχεία (μετρήσεις αγοράς, ικανοποίηση πελατών, πωλήσεις κτλ).

Μ’ αυτό τον ορισμό το evidence based marketing δεν είναι ακριβώς μάρκετιν παρά μόνο κατά την πρόθεση. Γιατί η διαδικασία της παράθεσης στοιχείων και μετρήσεων είναι ίδια με την επιστημονική λειτουργία: μια επιστημονική υπόθεση (αυτό για το οποίο θέλουμε ο άλλος να πειστεί στο μάρκετιν) ελέγχεται με αντιπαραβολή προς την πραγματικότητα είτε μέσω μιας πειραματικής διαδικασίας είτε μέσω συλλογής παρατηρήσεων και δεδομένων είτε εκ παραλλήλου).

Η επιστημονική μέθοδος έβγαλε τον άνθρωπο από το τέλμα της δεισιδαιμονίας, της προσφυγής στην αυθεντία, της σοφιστείας και τόσων άλλων δεινών του πνεύματος, κι επέτρεψε να αρχίσει να οικοδομείται ένα σχετικά σταθερό οικοδόμημα γνώσης που αυτοδιορθώνεται και αυξάνεται στην πορεία του χρόνου. Κι ακριβώς γι αυτό θα περίμενε κανείς ο επιστημονικός τρόπος σκέψης  να έχει κυριαρχήσει. Αλλά  ενώ αναμφισβήτητα έχει πάρει την πρωτοκαθεδρία στην Πανεπιστημιακή εκδοχή της ζωής, ο μέσος ανθρώπινος νους εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους … Μεσαίωνα.

Κι αυτό δεν συνιστά απαξία αλλά παρατήρηση.

Αν ισχύει αυτό όμως, τότε,  για να έρθουμε στο θέμα μας, η παρουσίαση ‘αδιάσειστων’ στοιχείων για τα αίτια της ελληνικής κρίσης και τις αδυναμίες της γενικώτερης κοινωνικής μας οργάνωσης (όχι μόνο της οικονομικής), λίγο θα πείσει αυτούς που εκ των προτέρων έχουν επιλέξει να πιστέψουν κάτι αντίθετο: ότι φταίνει οι πολιτικοί μας μόνο, ή οι ξένοι,  ο καπιταλισμός γενικά κι αόριστα, οι Νεφελίμ, οι εξωγήινοι κοκ.

Τι προτείνει ο Seth γι αυτή την περίπτωση;

evidence isn’t the only marketing tactic that is effective. In fact, it’s often not the best tactic. What would … change the mind of many people resistant to evidence is a series of eager testimonials from other tribe members who have changed their minds.

Δηλαδή; Αυτός που μπορεί να μας συμπαρασύρει στο ν’ αλλάξουμε στάση πρέπει ν’ ανήκει στη ‘φυλή’ (όπου ‘φυλή’ ίσον η κοινωνική ομάδα με τα χαρακτηριστικά που μας ταιριάζουν και μας προσδιορίζουν) στην οποία ανήκουμε κι εμείς, και να έχει το χαρακτηριστικό ότι άλλαξε πρώτος στάση κι άποψη.

Υπάρχει ένα φημισμένο ιστορικό προηγούμενο σ’ αυτό που προτείνει ο Godin: ο Απόστολος Παύλος. Ο Παύλος είναι ο βασικός συντελεστής της διάδοσης του χριστιανικού μηνύματος ενώ αρχικά ήταν διώκτης του.  Μετά το λεγόμενο θαύμα στο δρόμο προς τη Δαμασκό, γίνεται ο πιο ενεργός απόστολος, αυτός που κυριολεκτικά θα πάρει στις πλάτες του το έργο της διάδοσης της νέας θρησκείας.

Η μεταστροφή έχει τεράστια ψυχολογική αξία. Προσδίδει αξιοπιστία και κύρος σε μια νέα ιδέα, τοποθέτηση μήνυμα. Ο μεταστραφείς λειτουργεί σαν roll model και με το παράδειγμα του πείθει να τον ακολουθήσουν. Όχι χωρίς αντιστάσεις. Πολλοί από τους όμοιους του θα τον χαρακτηρίσουν προδότη. Αλλά η μεταστροφή του κλονίζει την εσωτερική βεβαιότητα των μελών της φυλής για την αλήθεια τους. Και κάποιους τους τελικά τους  μεταστρέφει.

Προς επίρρωσιν της συμβουλής του Godin έρχεται κι από τελείως διαφορετική μεριά μια ανάλογη τοποθέτηση: Η ελληνικής καταγωγής Vanessa Andris, σύμβουλος Change Management & Leadership Development της World Bank, σε πρόσφατο άρθρο στο Huffington post, προτείνει τη δική της συνταγή: “What Greece needs now is a new Hero“.

Στο άρθρο της αναλύει δυό τύπους που έχουν κυριαρχήσει στη νεολληνική συνείδηση και που τον ρόλο του ήρωα κατέχει ο δεύτερος: τον ‘μαλάκα’ και τον ‘μάγκα’, όπου ο πρώτος είναι ο εργατικός, ο τίμιος, αυτός που, όπως λέει ο δεύτερος, ‘πάει με την αγιαστούρα’.

Ενώ ο δεύτερος είναι ο γνωστός καταφερτζής, που δουλεύουν οι άλλοι για πάρτη του, που με μια εξυπνάδα καθαρίζει (οικογενειακό, δημόσιο ή άλλο ταμείο) κλπ.

Το άρθρο δεν είναι επιστημονικό, είναι άρθο γνώμης. Κι έτσι δεν στηρίζεται σε κάποια έρευνα που εντόπισε και ν’ ανέδειξε αυτούς τους τύπους.  Όμως δεν νομίζω να υπάρχει έλληνας που να μην τους αναγνωρίζει στη συνείδηση του και στην πραγματικότητα που την προβάλει. Κι αυτό που προτείνει η Andris είναι να εκθρονίσουμε από το ρόλο του ήρωα το μάγκα και ν’ ανεβάσουμε έναν άλλον. Τον άλλον.

Ακούγεται αμερικανιά αλλά υπάρχει πολύ θεωρητικό υπόβαθρο σ’ αυτό που προτείνει. Και παρότι η ανάλυση-της της ελληνικής πραγματικότητας είναι σχηματική κι αρκετά επιφανειακή, στην αναγνώριση αυτών των τύπων, ίσως και λόγω εμπειρίας, χτυπάει φλέβα.

Ο ήρωας στον οποίο αναφέρεται  η Andris είναι αυτός που κωδικοποιεί κι ενσωματώνει τα κύρια χαρακτηριστικά μιας κουλτούρας ή ενός πολιτισμού. Οι μελετητές του  culture (που στα ελληνικά έχει και τις δύο αποδόσεις, πολιτισμός και κουλτούρα) συμφωνούν ότι στον πυρήνα ενός culture βρίσκεται ένα σύστημα αξιών. Κι αυτό παίρνει μορφή και μεταδίδεται και διαδίδεται μέσω μύθων, ηρώων και συμβόλων. Κι ενώ οι τρεις αυτοί όροι φαίνονται ν’ αναφέρονται σε αρχαίες θρησκείες (και σίγουρα πηγάζουν απ’ αυτές), αφορούν στην πράξη κάθε σύστημα αξιών που παίρνει τη μορφή μιας κουλτούρας, όσο σύγχρονο κι αν είναι.

Ο μάγκας λοιπόν, σαν τύπος νταή αρχικά, με τις οθωμανικές καταβολές του, με τη βοήθεια του καραγκιόζη, του ρεμπέτικου, της επιθεώρησης, του ελληνικού κινηματογράφου και τέλος της τηλεόρασης, μέσα από μια σειρά μεταμορφώσεων και συσχετίσεων, γίνεται και είναι ο ήρωας του σύγχρονου έλληνα στο σύστημα αξιών του. Σύστημα  του οποίου η νομιμότητα, όπως πολύ εύστοχα διατείνεται ο Στέλιος Ράμφος στη συζήτηση συζήτηση που ακολουθεί τη σειρά 1821 του Skai,  δεν είναι η νομιμότητα των νόμων, αλλά η νομιμότητα της οικογένειας και της κλίκας. Που μεγενθύνεται στην νομιμότητα του είμαστε-του-ίδιου-κόμματος με τις γνωστές συνέπειες.

Παντρεύοντας τις δυο αυτές θεωρήσεις (Godin + Andris) θα έλεγα ότι χρειαζόμαστε ένα νέο τύπο ήρωα που θα έχει περάσει μέσα από το παλιό και θα το έχει απορρίψει, και θα πορεύεται (πως;) μια νέα πορεία μακρυά και πέρα απ’ αυτό. Γιατί δεν αρκεί να πεισθεί κανείς μόνο για τα αίτια της ελληνικής κρίσης. Πρέπει να εμπνευστεί και για το προς τα που θα πρέπει να βαδίσει.

Τι σημαίνει η αύξηση των εξαγωγών;

Διαβάζω αυτές τις μέρες ανακοινώσεις και κόντρα ανακοινώσεις για την αύξηση που σημείωσαν οι ελληνικές εξαγωγές το 2010. Η πιο ιδεολογικά φορτισμένη δε μορφή τους, είναι αυτή που συσχετίζει την αύξηση με τα σημάδια επιτυχίας της ‘εσωτερικής υποτίμησης’ που επέφερε (;) το μνημόνιο.

Καταρχήν υπάρχει σίγουρα κάτι θετικό στην είδηση: με δεδομένο ότι το ΑΕΠ έπεσε κατά 4,5% το 2010, μια αύξηση των εξαγωγών κατά 10,7% το ίδιο διάστημα συνιστά τρόπον τινά μια αναδιάταξη της παραγωγική δραστηριότητας.

Το ερώτημα είναι ποιοί παράγοντες οδήγησαν σ’ αυτήν την αύξηση και κατά πόσο είναι δομικοί ή συγκυριακοί.

Διαβάζοντας προσεκτικά την ανακοίνωση του ΟΠΕ παρατηρούμε ότι οι εξαγωγές (χωρίς πετρελαιοδή) ακόμα υπολείπονται από τα επίπεδα του 2008: συγκεκρινένα από περίπου 16δις το 2008, έπεσαν στα 13,4δις το 2009 για ν’ ανακάμψουν στα 14,5 δις το 2010. Πράγμα που σημαίνει ότι η αύξηση δεν έχει φέρει ένα νέο ιστορικό υψηλό στις εξαγωγές αλλά απλά ανάκτηση χαμένου εδάφους.  Και μάλιστα με 1,5 δις δρόμο μπροστά  για να καλυφθεί για να έρθρουμε στα επίπεδα του 2008.

Μια πρόχειρη εξήγηση για την αύξηση λοιπών είναι ότι βασικά είναι εξωγενής: είναι pull από τις εξωτερικές αγορές κι όχι push από ένταση κάποιας δικής μας προσπάθειας.

Αυτό το συμπέρασμα ενισχύεται από το γεγονός ότι μεγαλύτερο μέρος τους (~63%)  κατευθύνεται σε παραδοσιακούς εταίρους της Ευρωπαϊκής ένωσης κι η αύξηση είναι λίγο μικρότερη με τη συνολική (9,4% έναντι 10,8%). Από τις τρίτες χώρες ενδιαφέρον παρουσιάζει η  αύξηση των εξαγωγων προς Τουρκία κατά 41,3% που την ανεβάζει στην 5η θέση σαν εμπορικό εταίρο.

Επίσης, ο γεωγραρικός προσανατολισμός των ελληνικών εξαγωγών, με τον κύριο όγκο να κατευθύνεται προς την Ευρώπη, σημαίνει συναλλαγές βασικά σε ευρώ κι άρα δεν αφήνει περιθώρια σε κάποια επίδραση μιας νομισματικής διαφοράς (π.χ. ευρώ έναντι δολαρίου που στις αρχές του 2010 βρισκόταν σε χαμηλά επίπεδα).

Τελικά; Ελλείψει λεπτομερών στοιχείων που θα επέτρεπαν μια καλύτερη κατανόηση της δυναμικής των εξαγωγών, από τα γενικά μόνο στοιχεία δεν διαφαίνεται σχέση μεταξύ ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής κι ανάκαμψης των εξαγωγών. Η δε εσωτερική υποτίμηση μάλλον είναι αόρατη ακόμα εδώ.

Ντετέκτιβ για τα κλεμμένα

Το σημερινό άρθρο των  New York Times Jules Kroll Tries His Hand at Credit Ratings έχει δύο ειδήσεις ειδικού ενδιαφέροντος για μας τους Έλληνες, παρότι είναι  φαινομενικά άσχετο.

Η πρώτη είδηση είναι ότι μια κίνηση (μικρή ακόμα είναι αλήθεια) βρίσκεται σε εξέλιξη: να σπάσει το μονοπώλιο των τριών μεγάλων εταιρειών αξιολόγησης (Moody’s, S&P και Fitch). Ήδη μια σειρά πολύ μικρών εταιρειών αξιολόγησης προσπαθεί ν’ αλλάξει μια βασική αδυναμία του συστήματος: αντί να πληρώνονται απ’ αυτόν που εκδίδει ένα στοιχείο χρέους (ένα ομόλογο πχ), να πληρώνονται από τον επενδυτή που ενδιαφέρεται για την ασφάλεια της επένδυσης του, πράγμα πολύ λογικότερο και χωρίς κινδύνους διαπλοκής. Η εταιρεία όμως για την οποία μιλάει το άρθρο (η Kroll Bond Rating) δεν επιχειρεί μια τέτοια αλλαγή αλλά φέρνει κάτι άλλο στο τραπέζι: ένα παρελθόν εμπειρίας τύπου ιδιωτικού ντετέκτιβ για εταιρικά θέματα, που μπορεί ν’ αξιοποιήσει στην διαδικασία της αξιολόγησης. Πράγμα που φέρνει στην δεύτερη είδηση που έχει και το ζουμί για μας.

Το παρελθόν ακριβώς αυτό του Jules Kroll είναι που μπορεί να μας φανεί χρήσιμο. Ή, καλύτερα, ο τύπος της δραστηριότητας στην οποία ενεπλέκετο (κι εμπλέκεται ακόμα μέσω μιας άλλης εταιρείας). Το παρακάτω απόσπασμα διαφωτίζει τι εννοώ:

This is the man the Haitian government hired to track down financial assets linked to Jean-Claude Duvalier. The man Kuwait hired to ferret out the oil wealth of Saddam Hussein.

Συνδιάστε τώρα αυτό με το πρόσφατο άρθρο του γερμανικού Spiegel για τις  καταθέσεις ελλήνων στην Ελβετία που φτάνουν τα 600 δις (το οποίο παρεπιπτόντως δεν πιστεύω, ούτε κατάφερα να εντοπίσω  online  στο πρωτότυπο, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα)  κι έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα προοπτική: η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσλάβει μια τέτοια φίρμα για να ερευνήσει περιπτώσεις κραυγαλέας φυγής κεφαλαίων στο εξωτερικό. Γιατί, απ’ ότι φαίνεται, και κοινός τόπος είναι, και δουλεύει. Μπορεί λοιπόν. Και με μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να εκτονώσει το αίσθημα αδικίας και την αντίληψη περί ατιμωρησίας που πλανάται πάνω από την πλειοψηφία των Ελλήνων. Το θέμα είναι αν θέλει.

13 τραπεζίτες


Συνεχίζοντας τις αναγνώσεις του τελευταίου καιρού με θέμα την κρίση, μόλις τελείωσα ένα πολύ πρόσφατο βιβλίο, το “13  Bankers”, των Simon Johnson και  James Kwak.

Ας αρχίσω από το πως το ανακάλυψα:  Μόλις είχα τελειώσει το Big Short και  καθώς δήλωνα την απορία μου για το πόσο αναλογικά μικρή αντίδραση υπήρξε στην Αμερική για τις παράνομες πρακτικές των επενδυτικών τραπεζών, σε μια απάντηση μου πέρασε  το  σχετικό link ο @achillopoulos

Το βιβλίο δεν έχει μυθιστορηματική αφήγηση σαν το Big Short. Χωρίς να είναι ακαδημαϊκό, είναι σίγουρα πιο επιστημονικό και πιο τεκμηριωμένο (δεκάδες οι αναφορές σε πηγές ανά κεφάλαιο)

.

Επιπλέον δεν εστιάζει στενά στην κρίση. Θα έλεγα ότι με αφορμή την κρίση θέτει μερικά πολιτικά ερωτήματα για το ρόλο του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Αμερική και ειδικά για το μέλλον των υπερΤραπεζών.

Ξεκινώντας από μια συνάντηση του Μπάρακ Ομπάμα με 13 Τραπεζίτες αμέσως μετά την κρίση, κάνει μια ιστορική αναδρομή στις σχέσης πολιτικής και χρηματοοικονομικού συστήματος, από συστάσεως ΗΠΑ, κι εξετάζει τις εξαρτήσεις αλλά και τις αντιπαραθέσεις τους, ειδικά εκείνη του  Φραγκλίνου Ρούσβλελτ που μετά την Μεγάλη Κρίση του ’30 οδήγησε στο θεσμικό περιορισμό των Τραπεζών και, κατά συνέπεια, σε δεκαετίες ηρεμίας.

Κατόπιν ανιχνεύει την σταδιακή απελευθέρωση του πιστωτικού συστήματος από τους θεσμικούς περιορισμούς λόγω μια σειράς ιστορικών συγκυριών που έχουν σχέση με τις εξελίξεις στην οικονομική θεωρία, εξελίξεις που μετατρέπει σε ιδεολογία ο Ρόναλντ Ρήγκαν κι ανοίγει έτσι την πόρτα για μια, σταδιακή αρχικά και ασυγκράτητη τελικά, απορρύθμιση του χρηματοοικονομικού τομέα. Κεντρινό ρόλο αργότερα παίζει ο Άλαν Γκρήνσπαν του οποίου η άμετρη πίστη στην αυτορρύθμιση των αγορών αφήνει να πέσουν και τα τελευταία στοιχεία περιορισμού των τραπεζών.

Όποιος διαβάζει για πρώτη φορά για θέματα του χρηματοοικονομικού τομέα,  θα δυσκολευτεί να παρακολουθήσει τις λεπτομέρειες, μιας και το βιβλίο κάνει εκτενείς αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα της τελευταίας εικοσαετίας. Είναι όμως μια πολύτιμη πηγή για αυτόν που θέλει ν’ αρχίσει να ξετυλίγει αυτό το ηθελημένα μπλεγμένο κουβάρι.

Η κατάληξη του βιβλίου είναι το σημαντικώτερο θέμα: θέτει το ζήτημα του περιορισμού της νέας τραπεζικής ολιγαρχίας που κρατάει σε ασφυκτικό εναγγαλισμό την Ουάσιγκτον και την αμερικάνικη πολιτική, και προτείνει, στο πνεύμα του Τζέφερσον και του Ρούσβελτ, ένα νέο θεσμικό περιορισμό της δύναμης τους, μέσω ρύθμισης και, κυρίως, μέσω του  περιορισμού του γιγάντιου μεγέθους τους.

Υπάρχει κάτι σαν απειλητικό προμήνυμα  που διατρέχει όλο το βιβλίο: ότι μετά την κρίση του 2008 οι υπερΤράπεζες, με τα χρήματα φορολογουμένων, έγιναν λιγότερες, μεγαλύτερες κι ισχυρότερες κι αν δεν χαλιναγωγηθούν τότε η επόμενη κρίση, που νομοτελειακά θα έρθει, μπορεί να μην είναι δυνατόν να αποσωβηθεί με ένα νέο bail out. Απλά και μόνο γιατί το μέγεθος του απαιτούμενου bail out θα είναι τέτοιο που δεν θα δύναται ακόμα κι αυτή η κρατική μηχανή των ΗΠΑ να το αντέξει. Και τότε τι;

Οι 4 μορφές επιχειρηματικότητας

morris' afterwork greeting
Αυτή η συζήτηση έρχεται κι επανέρχεται (: τι είναι startup, τι δεν είναι, ποιoν αφορούν τα κίνητρα που εξαγγέλονται για επιχειρηματικότητα, ποιoν όχι, τι έχει ανάγκη ο καθένας και τι νομίζει ότι έχει ανάγκη κτλ). Και μ’ όποιον την κάνω δείχνει να μην έχει καθαρή αντίληψη για τη διάκριση μεταξύ των διάφορων τύπων επιχειρηματικότητας και των στόχων και ικανοτήτων που απαιτεί η κάθε μια.
Το παρήγορο είναι ότι στην σύγχιση δεν συμβάλει κάποια αποκλειστικά ελληνική αδυναμία. Είναι μέρος μιας γενικότερης σύγχισης που φτάνει και μέχρι τις ΗΠΑ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από το οποίο πήρα κι αφορμή γι αυτό το ποστ, είναι το άρθρο του Steve Blank για την πρωτοβουλία της Αμερικάνικης κυβέρνησης που λέγεται Startup America κι αφορά διάθεση πόρων για υποκίνηση και χρηματοδότηση της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας.

Ο Blank κριτικάρει την πρωτοβουλία ακριβώς στη βάση της έλλειψης κατανόησης των 4 τύπων επιχειρηματικότητας από μεριάς κυβέρνησης ΗΠΑ. Και καταλήγει σε κάτι που θα σας ακουστεί πολύ οικείο:

We’re trying to kick-start a national initiative on startups, entrepreneurs and innovation with academics, economists and large company executives. Great for policy papers, but probably not optimal for making change.

Ποιοί είναι λοιπόν αυτοί οι 4 τύποι επιχειρηματικότητας; Αντιγράφω και πάλι από το ποστ του Blank:

1. Small Business Entrepreneurship
Today, the overwhelming number of entrepreneurs and startups in the United States are still small businesses. There are 5.7 million small businesses in the U.S. They make up 99.7% of all companies and employ 50% of all non-governmental workers.
Small businesses are grocery stores, hairdressers, consultants, travel agents, internet commerce storefronts, carpenters, plumbers, electricians, etc. They are anyone who runs his/her own business. They hire local employees or family. Most are barely profitable. Their definition of success is to feed the family and make a profit, not to take over an industry or build a $100 million business. As they can’t provide the scale to attract venture capital, they fund their businesses via friends/family or small business loans.
2. Scalable Startup Entrepreneurship
Unlike small businesses, scalable startups are what Silicon Valley entrepreneurs and their venture investors do. These entrepreneurs start a company knowing from day one that their vision could change the world. They attract investment from equally crazy financial investors – venture capitalists. They hire the best and the brightest. Their job is to search for a repeatable and scalable business model. When they find it, their focus on scale requires even more venture capital to fuel rapid expansion.
Scalable startups in innovation clusters (Silicon Valley, Shanghai, New York, Bangalore, Israel, etc.) make up a small percentage of entrepreneurs and startups but because of the outsize returns, attract almost all the risk capital (and press.) Startup America was focussed on this segment of startups.
3. Large Company Entrepreneurship
Large companies have finite life cycles. Most grow through sustaining innovation, offering new products that are variants around their core products. Changes in customer tastes, new technologies, legislation, new competitors, etc. can create pressure for more disruptive innovation – requiring large companies to create entirely new products sold into new customers in new markets. Existing companies do this by either acquiring innovative companies or attempting to build a disruptive product inside. Ironically, large company size and culture make disruptive innovation extremely difficult to execute.
4. Social Entrepreneurship
Social entrepreneurs are innovators focus on creating products and services that solve social needs and problems. But unlike scalable startups their goal is to make the world a better place, not to take market share or to create to wealth for the founders. They may be nonprofit, for-profit, or hybrid.

Αναλογιζόμενοι τις διαφορές, καταλαβαίνουμε και τι είδους ανθρώποι πρέπει να κάτσουν στο τραπέζι για να συζητήσουν τις ανάγκες της καθε μιας. Για την τελευταία δε κατηγορία δεν είμαι καν σίγουρος ότι τους διαθέτουμε.

Τι σχέση έχει η Ελλάδα με τη Χιλή; Προσφυγή στην επιχειρηματικότητα

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον το τελευταίο ποστ του Steve Blank “Creating the Next Silicon Valley – The Chilean Experiment“.

Το ανέμενα μέρες γιατί το είχε προαναγγείλει στο μπλογκ του.

Το ποστ είναι μια γρήγορη επισκόπηση της προσπάθειας και της θέσης της Χιλής σε σχέση με την επιχειρηματικότητα.

Bρίσκω ότι υπάρχει μια αναλογία της Ελλάδας με τη Χιλή, μια χώρα μικρή (16 εκατ.) και της περιφέρειας (πολύ περισσότερο από την Ελλάδα), με βεβαρυμένη πολιτική ιστορία (Πινοσέτ για 25 χρόνια vs Χούντα Κυπριακό), μ’ ένα κυρίαρχο κλάδο (Μεταλλεία vs Ναυτιλία) τεχνολογικά ανεκμετάλευτο, με προθέσεις σε κυβερνητικό επίπεδο αντίστοιχες (κρατική χρηματοδότηση επιχειρηματικότητας) και ανάλογα δομικά προβλήματα (άτολμα έως ανύπαρχτα VCs).

Πιο καίρια βρίσκω την ακόλουθη επισήμανση, που μας αφορά 100%.

Where will Chile establish technical and innovative leadership?  Is the only way they will attract talent by paying entrepreneurs to come to the country? Or will students and entrepreneurs come to Chile because it is one of the best places in the world for innovation in certain specific industries (pick your favorite – alternative energy? materials science? food science? cellulose outputs? video games and film? South American web commerce hub? automated mining? UAV’s? etc.)

Και βέβαια την αναλογία σ’  ένα κύριο παράγοντα ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας: την ανοχή της αποτυχίας.

.. in Chile the cost of personal failure is high. If you fail, you’ve failed your family, your community and your country. As a result, societal pressures favor people who avoid risky ventures.


Κλείνω με την εξής  παρατήρηση: Μπορεί όψιμα να ανακαλύψαμε την επιχειρηματικότητα στην χώρα μας και να μιλάμε πολύ γι αυτή, κοιτόντας με δέος τα επιτυχημένα διεθνή παραδείγματα, αλλά το ίδιο έχει συμβεί κι αλλού. Και συνεπώς στον αγώνα να φτάσουμε τους πρώτους, έχει να προστεθεί κι ο ανταγωνισμός μ΄όλους όσους επιδιώκουν κάτι παρόμοιο.

Επιχειρηματικότητα: η διαστρωμάτωση της συζήτησης

Πέρασα σήμερα νωρίτερα από την εκδήλωση του Ινστιτούτου Νεολαίας στο  TheHub και παρακολούθησα ολόκληρο το τρίτο μέρος που ήταν βασικά παρουσιάσεις επιχειρήσεων κι επιχειρηματιών που έχουν ένα τεκμήριο επιτυχίας κι ενδιαφέροντος. Οι ομιλίες κυμάνθηκαν περισσότερο στην παρουσίαση εμπειριών και συμβουλών και λιγότερο στο τι ακριβώς έχει κάνει και πετύχει η κάθε εταιρεία ή επιχειρηματίας.

Σκεφτόμενος πάνω στο τι θα ήθελα να ακούσω εγώ από τους τελευταίους αυτούς ομιλητές, άρχισε να ταξιδεύει η σκέψη μου γενικώτερα προς τη διεξαγόμενη πια εκτεταμένα συζήτηση περί επιχειρηματικότητας (παρεπιπτόντως, αν δεν το γνωρίζετε, διανύουμε την 3η Παγκόσμια Εβδομάδα Επιχειρηματικότητας, whatever this means. Επίσης, παρεπιπτόντως, σήμερα διεξαγόταν και μια άλλη ημερίδα με θέμα την επιχειρηματικότητα στον αγροτοβιομηχανικό τομέα).

Η συζήτηση περί επιχειρηματικότητας, όπως φαίνεται κι απ’ αυτές τις εκδηλώσεις, έχει αρχίσει να παίρνει κάποια έκταση και σ΄αυτό έχει συνηγορήσει η οικονομική κρίση: ελλείψει άλλων διεξόδων, ρητά ή άρρητα, η πολιτεία προσφεύγει / προσβλέπει στην επιχειρηματικότητα για δημιουργία θέσεων εργασίας, ανάπτυξης και ανάκτησης κάποιου μέρους από το απωλεσθέν διεθνές κύρος μας. Αυτό όμως σημαίνει, ανεξαρτήτως προθέσεων, ότι πια αυτή η συζήτηση έχει διάφορους συνομιλητές και διαφορετικά ‘κοινά’, τα οποία είναι διαστρωματωμένα, με διαφορετικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες το καθένα.

Οι νέοι κι οι όχι τόσο νέοι

Το πρώτο επίπεδο αυτής της συζήτησης αφορά την υποκίνηση τους ενδιαφέροντος για την επιχειρηματικότητα. Λογικά εδώ το κοινό είναι οι νέοι  κι αυτούς στοχεύουν πολλές από τις μέχρι τώρα προσπάθειες. Υπάρχει όμως ένα κοινό που παραμελείται συστηματικά: οι όχι τόσο νέοι αλλά έμπειροι εργασιακά και κορεσμένοι από την υπαλληλική ζωή, που θέλουν να ξεκινήσουν κάτι δικό τους ή θ’ αναγκαστούν να στραφούν προς μια τέτοια διέξοδο γιατί οι παραδοσιακές θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα μειώνονται (= απολύσεις).

Η συζήτηση περί επιχειρηματικότητας  νομίζω δεν αγγίζει σωστά αυτό το κοινό. Δεν έχουν ανάγκη (ακόμα) να μάθουν για χρηματοδοτικά προγράμματα, για πως να καταρτίζεις   business plan  κτλ. Δεν έχουν επίσης ανάγκη από θεωρητικές αναλύσεις περί καινοτομίας, αειφορίας, startup κτλ. Αυτό που χρειάζονται είναι έμπνευση. Κάτι  να το ζηλέψουν, να το δουν σαν πρότυπο και να προσπαθήσουν να το μιμηθούν. Κι αυτό μπορούν να το δώσουν μόνο τα παραδείγματα, τόσο ανθρώπων, όσο κι επιχειρήσεων.

Σκέφτομαι την  Upstream καθώς το γράφω, και συγκεκριμένα δύο από τα στοιχεία που παρουσίασε ο Νίκος Μωραϊτάκης στην εκδήλωση:

  1. 4% μόνο από τα περίπου 50 εκατ. € έσοδα της προέρχονται από την Ελλάδα, ενώ τα υπόλοιπα 96% από 40 χώρες. Αλλά πληρώνει φόρους στην Ελλάδα!
  2. Το 2008 πήρε 11εκ. χρηματοδότηση, νούμερο που θυμίζει Silicon  Valley!

Τα παραδείγματα θέτουν το ερώτημα: “μπορώ κι εγώ;” ή πιο ‘τσαμπουκαλίδικα’ “Γιατί αυτοί κι όχι εγώ;”.  Ο στόχος γι αυτό το κοινό και γι αυτούς που προορίζονται να γίνουν επιχειρηματίες (γιατί δεν μπορούν όλοι ν’ ακολουθήσουν αυτό το δρόμο) είναι η καταρχήν θετική απάντηση.

Οι  wannabe

Οι wannabe επιχειρηματίες είναι αυτοί που έχουν δώσει την καταφατική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα και παρότι εξακολουθούν να χρειάζονται να βλέπουν θετικά παραδείγματα για ενίσχυση της θέλησης και της αντοχής τους, η ανάγκη τους είναι άλλη: χρειάζονται εκπαίδευση για το πως να υλοποιήσουν το σκοπό τους.  Χρειάζονται συζητήσεις για το πως θα ελέγξουν τις ιδέες τους, πως θα βελτιώσουν τις ικανότητες τους, πως θα βρουν το δρόμο στο δαίδαλο της γραφειοκρατίας, πως να επιλέξουν συνεργάτες, πως να  παρουσιάσουν τις ιδέες τους, πως να τις αναπτύξουν, πως να τις πουλήσουν και, ναι, πως να φτάσουν να τις χρηματοδοτήσουν. Χρειάζονται να χαράξουν γρήγορα ένα νοητικό χάρτη της διαδρομής που έχουν να διανύσουν για να επαναβεβαιώσουν την απόφασή τους (ή να την εγκαταλείψουν).

Οι startupers

Όσοι σήκωσαν τα μανίκια και προσπαθούν να υλοποιήσουν μια ιδέα, έχουν την προσοχή τους στραμμένη στην υλοποίηση γι αυτό εδώ η συζήτηση πρέπει να διεξάγεται γύρω από τα μέσα, απλά και απτά. Αυτό το κοινό ενδιαφέρεται ν’ ακούσει για ευκαιρίες, ν’ αξιοποιήσει καλές πρακτικές τρίτων, να συνεργαστεί, να συνασπιστεί, να δοκιμάσει και να πειραματιστεί. Οτιδήποτε άλλο είναι διάσπαση.

Οι επενδυτές

Το τελευταίο ‘κοινό’ έχει δύο συνιστώσες:

  • είναι οι επενδυτές με την παραδοσιακή έννοια (ιδιώτες, επιχειρήσεις ή θεσμικοί επενδυτές) που θα διοχετεύσουν το κεφάλαιο που θα ενδυναμώσει την επιχειρηματικότητα,
  • κι είναι κι ο επενδυτής κράτος που δεν επενδύει στις επιχειρήσεις στενά, αλλά στην επιχειρηματικότητα και στην προσπάθεια αυτή ζητάει συχνά πυκνά την αρωγή της ακαδημαϊκης κοινότητας για χάραξη πολιτικής ή αξιολόγηση ευκαιριών.

Αυτό το κοινό έχει βασικά ένα ενδιαφέρον: την βέλτιση απόδοση της επένδυσης του. Και οι δύο συνιστώσες του είναι συναρτώμενες: οι ιδιώτες επενδυτές θέλουν να βλέπουν το κράτος να μην μπαίνει στα πόδια τους αλλά να τους δίνει κίνητρα αν μπορεί (βλέπε το co-investing που ανακοίνωσε ο Ειδικός Γραμματέας Ψηφιακής Σύγκλισης  Α. Μαρκόπουλος) και το κράτος θέλει να βλέπει την ‘επένδυση’ ν’ αποδίδει σε ανάπτυξη, ευημέρια, φορολογικά έσοδα κτλ. Σ’ αυτό το επίπεδο η συζήτηση μπορεί να λάβει πολύ αφηρημένο χαρακτήρα [ειδικά η ανάγκη της κατανόησης των φαινομένων αυτών που είναι από τη φύση τους ρευστά κι ασαφή, δημιουργεί την ανάγκη της θεωρητικής κατανόησης τους πράγμα που επιφέρει την ακαδημαϊκή ανάμιξη]  που, παρότι αναγκαία, όταν δεν είναι μια συζήτηση συγκεκριμένων μέτρων και πολιτικών, δεν αφορά άμεσα τις άλλες κατηγορίες κοινών. Αντιθέτως τις μπερδεύει κι ίσως να τις αποθαρρύνει.
Νομίζω πρέπει ν’ αρχίσουμε να εξειδικεύουμε τη συζήτηση περί επιχειρηματικότητας στους παραπάνω άξονες και να σχεδιάζουμε τις ενέργειες προώθησης και τις εκδηλώσεις με γνώμονα του να μην μπερδεύουμε τα κοινά κι άρα τα μηνύματα. Ήτοι, συνοψίζοντας:

  • Νέοι  <–> Έμπνευση
  • Wannabe <–> Έκπαίδευση
  • Startupers <–> Μέσα
  • Επενδυτές <–> Απόδοση

Η μυστική ιστορία της Silicon Valley

Πριν λίγες μέρες, με αφορμή το βιβλίο  Startup Nation, αναφέρθηκα συνοπτικά στα αίτια που έχουν κάνει το Ισραήλ ένα μοναδικό τόπο τεχνολογικής καινοτομίας. Για να έχει κανείς μια πιο σφαιρική εικόνα για το θέμα (τεχνολογία – καινοτομία), δεν μπορεί να μην ασχοληθεί με τη μοναδική περίπτωση που λέγεται  Silicon Valley και που όλοι προσπαθούν να καταλάβουν (η υπουργός παιδείας κα Διαμαντοπούλου, αποπειράθηκε ακριβώς αυτό στο πρόσφατο ταξίδι της) και να μιμηθούν.

Αντί για βιβλίο όμως, σ’ αυτή την διερεύνηση οδηγός μου ήταν μια βιντεοσκοπημένη ομιλία (διάρκειας κάτι πάνω από μια ώρα) του serial entrepreneur και νυν καθηγητή Πανεπιστημίου σε θέματα επιχειρηματικότητας, Steve G. Blank.

Το 2008 το Νοέμβριο, ο Blank προσκεκλημένος του Computer History Museum, έδωσε μια ομιλία με τίτλο ότι κι ο τίτλος αυτού του ποστ (: The Secret History of Silicon Valley). Μη σας παραπλανήσει το “μυστική”. Δεν είναι καθόλου μυστική. Απλά ο Blank ειρωνεύεται την άγνοια γύρω από το θέμα χρησιμοποιόντας αυτό τον όρο.

Όσοι έχετε χρόνο και κουράγιο δείτε το βίντεο. Αξίζει κάθε λεπτό του.

Για τους λοιπούς να κάνω εδώ μια γρήγορη σύνοψη.

Η Ιστορία ξεκινάει με το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις προσπάθειες των συμμάχων (Αμερικανών και Άγγλων) να κατανοήσουν και να υπερκεράσουν την αντιαεροπορική άμυνα των Γερμανών για να πλήξουν στόχους μέσα στο γερμανικό έδαφος. Τα 3 πρώτα χρόνια του πολέμου οι Γερμανοί έχουν το πάνω χέρι σ’ αυτόν τον αγώνα. Τον τέταρτο η κατάσταση αλλάζει δραματικά υπέρ των συμμάχων.Και στην αλλαγή αυτή ιδιαίτερο ρόλο παίζει ν μια ομάδα επιστημόνων που μαζεύουν οι Αμερικάνοι στο στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (Το Harvard Radio Research Lab) για να εργαστεί πάνω στην ανάπτυξη συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου για την αντιμετώπιση των γερμανικών ραντάρ. Της ομάδας και της προσπάθειας ηγείται ο Frederic Terman, πρύτανη του Στάνφορντ, κι οι τεχνολογίες που αναπτύσονται γέρνουν την πλάστιγγα του πολέμου. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, η ομάδα, υπό την καθοδήγηση του  Frederic Terman, μετακομίζει στο Στάνφορντ που αναλαμβάνει πλέον ένα κομβικό ρόλο στην ιστορία κι εξέλιξη της Silicon Valley.

O Terman κινούμενος από μη οικονομικά κίνητρα, εργάζεται συνειδητά για ν’ αναπτύξει τεχνολογική υπεροχή απέναντι στην Σοβιετική Ένωση. Κι έτσι ξεκινάει μια ιστορία έρευνας κι επιχειρηματικότητας με κέντρο το Στάνφορντ και δραστηριότητες που άπτονται της στρατιωτικής τεχνολογίας και χρηματοδοτούνται από τον Αμερικανικό Στρατό.

Παράλληλα, μια άλλη σημαντική φυσιογνωμία, ο William Shockley, συνεφευρέτης του τρανζίστορ κι εργαζόμενος σε μια σειρά από στρατιωτικά πρότζεκτ, ακολουθεί την αντίθετη πορεία. Αφήνει το στρατό και τη στρατιωτική έρευνα για να ιδρύσει μια εταιρεία, την Shockley Semiconductors που αποβαίνει η ‘μάνα’ 65 συνακόλουθων εταιρειών ημιαγωγών  μέσα σε είκοσι χρόνια, εταιρειών που θα ιδρυθούν από διαδοχικές αποχωρήσεις στελεχών  και ταυτόχρονης δημιουργίας  δικών τους εταιρειών.

Ημιαγωγοί, φτιαγμένοι από πυρίτιο (silicon) εξ ου και Silicon Valley.

Μια από αυτές τις 65 εταιρείες είναι κι η πασίγνωστη πια Intel.

Έτσι, μέχρι τα τέλη του ’70 η Silicon Valley αναπτύσεται και κινείται από κεφάλαια βασικά στρατιωτικά και με κινητήριο δύναμη τον Ψυχρό Πόλεμο. Τότε συμβαίνει κάτι που αλλάζει δραματικά το τοπίο: η αμερικάνικη κυβέρνηση μειώνει το φόρο κεφαλαιακών κερδών από 49,5% σε 28% κι επιτρέπει στα pension funds να επενδύουν ένα μέρος των κεφαλαίων τους σε Venture Capitals πράγμα που οδηγεί στη συνακόλουθη ‘έκρηξη’ που ανακατευθύνει τις προτεραιότητες και το ενδιαφέρον ενός επιχειρηματικού και τεχνολογικού οικοσυστήματος δημιουργημένου για να υπηρετήσει τον Ψυχρό Πόλεμο, σε κοινότητα παραγωγής πλούτου και κέρδους με τη βοήθεια και τη ‘μοχλευση’ των VCs.

Κι εδώ, όπως και στο Ισραήλ, διακρίνουμε δύο, όχι και τόσο ευχάριστα και δημοφιλή, γενεσιουργά αίτια: το στρατό και την κρατική παρέμβαση. Έχοντας πει αυτό, ας μη βιαστούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι κι η Ελλάδα πρέπει ν’ ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Γιατί αφενός έχει προσπαθήσει και δεν πέτυχε (το ΤΑΝΕΟ π.χ. ήταν μια προσπάθεια ανάλογης της Αμερικανικής και της του Ισραήλ για δημιουργία ενός χρηματοδοτικού καναλιού για την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα και νωρίτερα η ΕΑΒ κι η ΕΒΟ) κι αφετέρου γιατί πολλά απ’ όσα διδασκόμαστε απ’ αυτά τα παραδείγματα έχουν να κάνουν με ιστορία και γεωπολιτική, κι αυτά δεν είναι χαρακτηριστικά που αναπαράγονται κατά βούληση, ούτε κι είναι πάντοτε επιθυμητά σε τελική ανάλυση.

Δεν θέλω να κλείσω με κάποιο άλλο συμπέρασμα ή συνταγή, γιατί απλά δεν διαθέτω. Απλά τροφή για σκέψη είναι όλα τα παραπάνω.

Χάκερς, ζωγράφοι κι οικονομική θεωρία

Διαβάζω αυτές τις μέρες τη συλλογή δοκιμίων του Paul Graham, “Hackers and Painters” (ναι, μαντέψατε σωστά: χάρι στο Kindle). Ο λόγος που το ξεκίνησα είναι το γνωστό ενδιαφέρον μου για τα  startups μιας κι ο Graham είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία του χώρου. Επιχειρηματίας που ξεκίνησε  από την  Viaweb, εταιρεία που δημιούρησε μαζί με δυο άλλους στα μέσα του ’90 και  που αργότερα πούλησε στη  Yahoo!, είναι πιο ευρέως γνωστός για το YCombinator, τον περίεργο αυτό επενδυτικό οργανισμό-σχολείο που δημιούργησε κι από τον οποίο μια νέα γενιά και νέα φιλοσοφία startups έχει ξεπηδήσει.

Το βιβλίο του είναι μια επιλογή από δοκίμια απ’ αυτά που γράφει συχνά πυκνά , και τιτλοφορείται, όχι τυχαία, Hackers and Painters, γιατί ο Graham εκτός από hacker ο ίδιος, μετά τις σπουδές του στην επιστήμη των υπολογιστών, στράφηκε προς τη ζωγραφική πράγμα εξαιρετικά ασυνήθιστο. Όπως φαίνεται κι από τα δοκίμια, ο Graham έχει μια ευρεία παιδεία και πολυπραγμοσύνη, πράγμα  που τον κάνει να μοιάζει αναγεννησιακή φιγούρα και μαρτυρά μια σίγουρα ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.

Κάπου εδώ, φαντάζομαι, περιμένετε να ξεκινήσει μια ‘διάλεξη’ για startups ή το πολύ μια κριτική για το βιβλίο. Αλλά δε θα κάνω τίποτα από τα δύο. Γιατί το βιβλίο δεν το έχω τελειώσει (κι υποθέτω θα επανέλθω) και δεν έχω μάθει κάτι ιδιαίτερα καινούργιο για τα startups που να θέλω να το μοιραστώ (ακόμα).

Το θέμα αυτού του ποστ ανάβρυσε κάπως απροσδόκητα από την ανάγνωση του δοκιμίου: How to make Wealth. Κι είναι μια πάρα πολύ απλή και γι αυτό πολύ δυνατή αλήθεια. Στο ερώτημα “Θες ν’ αποκτήσεις πλούτο;” o Graham απαντάει:

You just have to do something people want.

Είμαι σίγουρος ότι στους περισσότερους δε λέει τίποτα η παραπάνω φράση. Κι αν δεν την κοιτάτε ήδη με την περιφρόνηση της ‘γνώσης’ ότι ο πλούτος δημιουργείται κλέβοντας, εξαπατώντας, απαλλοτριώνοντας κτλ, σίγουρα δε την θεωρείτε και πολύ σπουδαία επισήμανση. Στην καλύτερη περίπτωση τη θεωρείτε κάτι αυτονόητο.

Επίσης δεν ξέρω αν η πατρότητα της ιδέας μπορεί ν’ αποδοθεί στον  Graham, μιας κι είναι μια γνωστή αλήθεια της οικονομικής θεωρίας διατυπωμένη με παραστατικό τρόπο. Δεν έχει σημασία όμως.  Εμένα μου άναψε το γνωστό ‘γλόμπο’ μες το μυαλό. Είναι το αίσθημα εκείνο που νοιώθουμε όταν μας αποκαλύπτεται το γνωστό!

Μια πάναπλη ιδέα!

Κι όμως εδώ κρύβεται η λυδία λίθος για να κρίνουμε κατά πόσο αμοίβονται, όσοι αμοίβονται, αντάξια μ’ αυτό που προσφέρουν. Κι αυτό θα φανεί  αν κάθε φορά που κάποιος ισχυρίζεται ότι πρέπει να αμοίβεται από την κοινωνία μέσω του κρατικού μηχανισμού για το έργο που προσφέρει, κάνουμε την ερώτηση μέσα μας “Κάνει κάτι που θέλουμε;”. Πόσο θέλουμε αυτό που προσφέρει και πόσο θα ήμασταν διατεθειμένοι να πληρώσουμε γι αυτό σε μια απευθείας συναλλαγή και χωρίς την απρόσωπη διαμεσολάβηση του φορολογικού συστήματος;

Αναλόγως της απάντησης μπορούμε να καταλάβουμε (πολύ εύκολα θα έλεγα) ποιές δουλειές αδικούνται, ποιές αδικούν, ποιές αξίζουν και ποιές δεν θα ‘πρεπε καν να υφίστανται.