Category Archives: Business

Πως αγοράζω βιβλία και ποιούς θα ‘πρεπε ν’ ανησυχεί

Σήμερα το πρωί έκανα μια βόλτα σε δυό Αθηναϊκά βιβλιοπωλεία, ένα μικρό κι ένα μεγάλο. Και στα δύο εντόπισα βιβλία που μ’ ενδιέφεραν αλλά δεν αγόρασα τίποτα.

Στην μεν περίπτωση του μικρού γιατί βρήκα το (ελληνικό) βιβλίο που μ’ ενδιέφερε 6 ευρώ ακριβότερα απ’ όσο θα μπορούσα να το πάρω από τον εκδότη του, και στην περίπτωση του μεγάλου γιατί τα δύο αγγλικά που μου τράβηξαν την προσοχή παρότι πολύ φθηνά σε σχέση με τα ελληνικά αντίστοιχου μεγέθους βιβλία , μια γρήγορη αναζήτηση στο amazon μου έδειξε ότι θα μπορούσα να τ’ αποκτήσω στο 1/3 αυτής της ήδη χαμηλής τιμής!

Πάνε κοντά 4 χρόνια από τότε που πήρα τον πρώτο μου ebook reader, το kindle.
Από τότε ως σήμερα άλλαξαν πολλά προς το καλύτερο για την εμπειρία της ανάγνωσης. Δεν περιορίζομαι πιο μόνο στο kindle. Διαβάζω πολύ και στο iPad mini που είναι ελαφρύ και βολικό γι αυτή τη δουλειά. Προσφέρει επίσης καλύτερη πλοήγηση από το Kindle και υποστηρίζει περισσότερα ebook format, συμπεριλαμβανομένου του pdf το οποίο προτιμούν αρκετοί έλληνες εκδότες (αν και δεν είναι πραγματικό ebook format, αλλά με καλή σελιδοποίηση και, βέβαια, δυνατότητα για υψηλής ποιότητας φωτογραφίες).

Η ευκολία με την οποία αγοράζει κανείς ηλεκτρονικό βιβλίο δεν έχει προηγούμενο και γι αυτό το προϊόν-βιβλίο που παλαιότερα αποτελούσε αποτέλεσμα επιλογής κι εμπεριστατωμένης αναζήτησης έχει γίνει πια impulse buy. Και βέβαια σ’ αυτό συντελεί κι ο παράγοντας τιμή.

Εξακολουθώ ν΄αγοράζω κι έντυπα βιβλία ακόμα.

Τεσσάρων ειδών κυρίως:

  • ό,τι έχει πολύ οπτικό υλικό και απαιτεί μεγάλη διάσταση για να το απολαύσεις (λευκώματα, graphic novels, ειδικές εκδόσεις)
  • ό,τι δεν μπορώ να βρω σε άλλη γλώσσα ή ηλεκτρονικό
  • ό,τι είναι τόσο προσεγμένο σαν έκδοση που συνιστά συλλεκτικό αντικείμενο
  • παλιά βιβλία

Γιατί τα λέω όλ’ αυτά; Γιατί η πρωινή μου βόλτα κι οι αγοραστικές κι αναγνωστικές μου συνήθειες  (στο βαθμό που αυτές οι τελευταίες είναι ή τείνουν να γίνουν κοινός τόπος), προοιωνίζουν άλλη μια καταστροφή για την ελληνική οικονομία: την καταστροφή του βιβλίου και της βιβλιοπαραγωγής.

Για ν’ ανταγωνιστεί ο έλληνας εκδότης και βιβλιοπώλης τον ξένο, μέχρι τώρα επαφίετο σε δύο πράγματα: ότι τα μεταφορικά από το εξωτερικό επιβάρυναν αρκετά την τιμή του ξένου βιβλίου, κι ότι, έτσι κι αλλιώς, τα βιβλία που γράφονταν στα ελληνικά δεν μπορούσε κανείς να τα προμηθευτεί απ’ αλλού.

Και οι δύο συνθήκες έχουν εκλείψει πλέον λόγω του ηλεκτρονικού βιβλίου: και μπορεί κανείς ν’ αγοράσει φθηνότερα το ξένο βιβλία κατευθείαν από την πηγή, και όσοι συγγραφείς (ναι, συγγραφείς, κι εδώ είναι ο κίνδυνος για τους εκδότες) ή εκδότες το επιθυμούν, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα μεγάλα κανάλια διανομής (: Αmazon, iBooks, Β&Ν)  για να εκδόσουν και να προωθήσουν τα βιβλία τους.

Το παιχνίδι της διανομής έχει πλέον χαθεί για τον ελληνικό κόσμο του βιβλίου. Είναι θέμα χρόνου.  Το στοίχημα που μένει είναι να μην χαθεί και το παιχνίδι της παραγωγής.

Ειδήσεις από το διάστημα

Πριν 3 χρόνια έγραφα ενθουσιασμένος για ένα πείραμα αποστολής από ερασιτέχνες μιας κάμερας στην στρατόσφαιρα, και για την αντίστοιχη βιντεοσκόπηση όλου του ταξιδιού.

Σήμερα έμαθα ότι  κι ένας Έλληνας επιχείρησε κάτι ανάλογο, και μάλιστα για δεύτερη φορά. Καλωσορίστε το SlaRos Project.

[via]

Μυτιλήνη: ο γρίφος με το λάδι

This slideshow requires JavaScript.

Στη διαδρομή  από το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης προς την πόλη, ο ελάχιστα παρατηρητικός περαστικός δεν θ’ αποφύγει να προσέξει -και να εντυπωσιαστεί- από μια σειρά μεγαλόπρεπων σπιτιών. Η λέξη ‘σπίτια’ τ’ αδικεί. Πρόκειται  καλύτερα για επαύλεις  και μέγαρα, παραταγμένα και στις δυό μεριές του δρόμου.

Η περιοχή λέγεται Σουράδα και φιλοξενεί μια σειρά αρχιτεκτονικούς ρυθμούς (νεοκλασσικό, νεογοτθικό, εκλεκτικισμό κ.α.) σε συχνότητα και πυκνότητα που δεν έχω δει σε άλλο μέρος στην Ελλάδα.

Αλλά κι η υπόλοιπη πόλη της Μυτιλήνης είναι διάσπαρτη από μεγάλα εντυπωσιακά κτίρια, είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά, πράγμα που έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τα στενά, ως επί το πλείστον, δρομάκια της που προδίδουν το οθωμανικό παρελθόν της.

Είναι γνωστό ότι αυτή η αρχιτεκτονική πανδαισία είναι κληρονομιά μιας εποχής που το νησί γνώριζε δόξες και κυρίως πλούτο: στα τέλη του 19ου αιώνα κι τις αρχές του 20ου. Βάση αυτού του πλούτου ήταν η ελιά που και σήμερα ακόμα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργημένων εκτάσεων (κάπου διάβασα ότι τα ελαιόδεντρα αριθμούν τα έντεκα εκατομύρια).

Περιδιαβαίνοντας την οποιαδήποτε σχετικά σημαντική πόλη του νησιού είναι απίθανο να μην πέσεις πάνω στα ερείπια κάποιου παλιού ελαιουργείου με τη χαρακτηριστική ψηλή καμινάδα ή ότι έχει μείνει απ’ αυτήν τέλος πάντων. Κι έτσι καταλαβαίνεις ότι σε κείνη την εποχή της ακμής, δεν ήταν σκέτα η γη που έπαιξε ρόλο, αλλά κυρίως η βιομηχανική  εκμετάλλευση της. Γιατί τα ελαιουργεία αυτά ήταν ατμοκίνητες βιομηχανικές μονάδες κι όχι τα παλια απλά λιοτρίβια που είχαν κινητήρια δύναμη μουλάρια και γαϊδούρια.

Κι όπου υπάρχει βιομηχανία υπάρχει κι αστική τάξη. Και τα μέγαρα της Σουράδας είναι δικά της δημιουργήματα.

Η οικονομική άνθηση του νησιού οφείλεται κατά πολύ στην φιλελευθεροποίηση του οθωμανικού καθεστώτος του 1839 (το λεγόμενο τανζιμάτ = μεταρρύθμιση) η οποία επέτρεψε στους χριστιανούς να επιδίδονται σε οικονομικές δραστηριότητες που δεν επιτρέπονταν ή επιτρέπονταν με περιορισμούς στο παρελθόν. Επιπλέον, μια σειρά από άλλα κίνητρα βοήθησαν ιδιαίτερα όπως οι μηδενικοί δασμοί για την εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού. Έτσι, η Λέσβος ανάπτυξε μια δυναμική εξαγωγική οικονομία γύρω από την ελιά κι έγινε σταδιακά ο κύριος τροφοδότης λαδιού και σαπουνιού της οθωμανικής ενδοχώρας  αλλά και των χωρών του Ευξείνου.

Επισκεφτήκαμε και τα δύο  μουσεία ελαιουργεία που έχει το νησί (κι η Ελλάδα ολόκληρη): το ένα στον Πάπαδο κοντά στο Πλωμάρι, κι  άλλο ένα στην Αγ. Παρασκευή κοντά στην Καλλονή.  Είχαμε έτσι την ευκαιρία να δούμε  όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Ο λέβητας που ζεσταινόταν το νερό και γινόταν ατμός και κινούσε με τη σειρά του όλο το εργοστάσιο ήταν ένα μεγάλο καζάνι, που αποτελείτο από  δύο κυλίνδρους τον ένα μέσα στον άλλον. Στον εσωτερικό έμπαινε σαν καύσιμο το κατάλοιπο της ελιάς   και ο μεγάλος γέμιζε με 2/3 νερό που όταν θερμαινόταν επαρκώς κι αποκτούσε γινόταν ατμός. Όταν ο ατμός ‘σήκωνε’ πίεση άνοιγαν μια βαλβίδα και τον διοχέτευαν στο κύκλωμα της ατμομηχανής που με τη σειρά της, μέσω ιμάντα, έδινε κίνηση σ΄ ένα μεγάλο άξονα που διέτρεχε την μια πλευρά του κτιρίου. Απ’ αυτόν τον άξονα, πάλι μέσω ιμάντων, έπαιρναν κίνηση τα δυο μεγάλα τριβεία που γινόταν η αρχική σύνθλιψη της ελιάς, και μετά 3 πρέσσες που συμπίεζαν τον πολτό κι έβγαζαν το λάδ και τέλος συσκευές Laval που γινόταν διαχωρισμός του λαδιού.

Δύο ενδιαφέροντα μηχανολογικά στοιχεία: οι πρέσσες και στα δύο εργοστάσια, κι ο ατμολέβητας του ενός ήταν κατασκευής του εργοστασίου Ισηγόνη στη Σμύρνη που ήταν ένας από τους βασικούς προμηθευτές των ελαιουργίων. Αν δεν σας λέει τίποτα το όνομα, θυμίζω ότι ο Alec Issigonis, απόγονος της οικογένειας των βιομηχάνων, ήταν ο σχεδιαστής του περιβόητου Μίνι Κούπερ. Η αρχική ατμομηχανή του Πάπαδου ήταν επίσης κατασκευή ενός μηχανουργείου της Μυτιλήνης. Την περίοδο εκείνη μόνο η Σμύρνη, η Σύρος κι ο Πειραιάς είχαν μηχανουργεία με τέτοιες δυνατότητες συνεπώς η κατασκευή αυτή ήταν τεχνολογικό επίτευγμα για την εποχή.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή η οικονομική ευμάρεια σταματάει απότομα. Πολύ απότομα. Τόσο που να ψάχνεις να βρεις κάτι άξιο λόγου που να έχει κτιστεί μετά το 1922 και να μην μπορείς. Κι είναι αυτό ένας γρίφος. Γιατί, ναι μεν, με το σχηματισμό του νεώτερου Τουρικού κράτους αλλά και την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, οι Μυτιληνιοί παραγωγοί λαδιού και σαπουνιού έχασαν εν μια νυκτί τις παραδοσιακές αγορές τους κι έτσι μια κρίση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά δεν είναι κατανοητό, τουλάχιστον σε μένα, γιατί δεν αναζήτησαν άλλες αγορές πιο δυτικά, παρά άφησαν όλες τις παλιές δραστηριότητες να εκφυλιστούν και τελικά να εκπνεύσουν. Δεν μπορεί δε να ήταν θέμα αύξησης του εργατικού κόστους αφού οι ήδη εξαθλιωμένοι χωρικοί που αποτελούσαν την κύρια εργατική δύναμη απλά πολλαπλασιάστηκαν με την έλευση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Ίσως κάποια αναδιανομή γης ή μεταβολή των διεθνών τιμών του λαδιού να μην επέτρεπε πλεόν μεγάλες παραγωγές και κέρδη. Το ακόμα πιο περίεργο είναι ότι η ελαιοπαραγωγή δεν σταμάτησε ποτέ. Απλά δεν έχει πια την ικμάδα του παρελθόντος και σταμάτησε να δημιουργεί μεγάλες περιουσίες.Μετά την Μικρασιατική δοκιμάστηκαν συνεταιριστικές μορφές παραγωγής (το ελαιοτριβείο στην Αγ. Παρασκευή είναι συνεταιριστικό) που πιθανώς να υπάρχουν ακόμα. Πάντως, τίποτα στο νεώτερο Μυτιληνιό αρχιτεκτονικό τοπίο δεν ‘μιλάει’ για μοντέρνα ελαιουργία όπως μιλούσαν οι καμινάδες στο παλιό.

Για τη σαπωνοποιία, την συγγενική αυτή βιομηχανική δραστηριότητα που βασίζεται σαν πρώτη ύλη στο κατάλοιπο της ελαιοπαραγωγής, μπορώ να καταλάβω ότι δεν ήταν μόνο θέμα αγορών αλλά και (ίσως κυρίως) τεχνολογίας. Τα μοντέρνα, τελείως χημικά, σαπούνια εκτόπισαν τα παληά, τα βασισμένα στην ελιά. Είναι ενδιαφέρον ότι η οικογένεια Παπουτσάνη, της ομώνυμης φίρμας σαπουνιών, προέρχεται από τη Μυτιλήνη. Το εργοστάσιο Παπουτσάνη στο Πλωμάρι έβγαζε κατά κύριο λόγο λάδι και σαν υποπροϊόν σαπούνι. Η οικογένεια πρόβλεψε την επερχόμενη καταστροφή και γι αυτό φρόντισε να μεταφέρει τις δραστηριότητες της στον Πειραιά κι έτσι διασώθηκε για ένα ακόμα αιώνα.

Είναι επίσης περίεργο πως μετά την χρυσή εποχή των λαδιών άνθισε η ποτοποιϊα του ούζου με δεκάδες μικρές φίρμες. Και μάλιστα παρά την έλλειψη τοπικής παραγωγής της πρώτης ύλης: της αιθυλικής αλκόολης που συνήθως βγαίνει από σταφύλια ή σταφίδες. Υπάρχει βέβαια τοπική παραγωγή γλυκάνισου αλλά το ακλόολ έρχεται, όπως μας είπαν σ’ ένα εργοστάσιο, από την Πάτρα!

Η τελευταία ‘βιομηχανία’ που ανέπτυξε η Λέσβος, κι αυτήν μάλλον αναιμικά, είναι ο τουρισμός. Συγκριτικά με την Κρήτη ή τη Ρόδο οι επιδόσεις είναι αστείες παρότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις. Πολλοί το αποδίδουν σε μια ιδιότυπη καραντίνα του νησιού από μεριάς επίσημης πολιτείας, λόγω του αριστερού προσανατολισμού του εκλογικού του σώματος. Αυτό μπορεί να έχει αλήθεια σ’ ότι αφορά επιδοτήσεις αλλά και πάλι δεν βλέπω πως θα στεκόταν εμπόδιο σ’ ιδιώτες που θα θέλαν να χτίσουν μοντέρνες τουριστικές μονάδες.

Περιηγούμενος το ανατολικό κυρίως τμήμα του νησιού, είχα πολλές φορές την αίσθηση ότι αφενός δεν βρίσκομαι σε νησί, κι αφετέρου δεν βρίσκομαι σε ελληνικό έδαφος. Η πυκνή βλάστηση, τα δίπατα σπίτια με τα χρωματιστά παράθυρα, τα τειχία από τον κοκκινωπό τραχείτη, τα μέγαρα με τους γύψινους διάκοσμους και τα ζωγραφιστά νταβάνια και τα κουφάρια των εργοστασίων που κάποια έχουν αναστηλωθεί κι έχουν γίνει ξενοδοχεία κι άλλα μουσεία, θυμίζουν περισσότερο Ιταλία ή Νότια Γαλλία παρά Ελλάδα.

Υπάρχει κάτι παραπάνω σε αρχοντιά σ’ αυτά που βλέπει κανείς και μια ηρεμία κι ηπιότητα που σίγουρα αντανακλάται και στο θυμικό των κατοίκων. Δεν θυμάμαι ν’ άκουσα ντόπιους να φωνάζουν, έστω και για πλάκα. Ίσως πάλι αυτή η ηρεμία να είναι η μάσκα μιας μελαγχολίας. Της μελαγχολίας των πληβείων που ζουν σ’ ένα αρχοντικό σκηνικό με τα φαντάσματα των πατρίκιων που δεν κατάφεραν ακόμα ν’ αντικαταστήσουν.

Η ελληνική ‘εκστρατεία’ στο MWC

This slideshow requires JavaScript.

Χρόνια τώρα που παρακολουθώ διεθνή event, κατατάξεις, στατιστικές κτλ είχα μια απορία κι ένα παράπονο: σε πολλά απ’ αυτά η χώρα μας ήταν απούσα χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Και λέω χωρίς προφανή λόγο γιατί αν επικαλεστεί κανείς σαν δικαιολογία τα κακά οικονομικά, την ανύπαρκτη βιομηχανία, το ειδικό αντικείμενο κτλ θα πρέπει να εξηγήσει πως μικρότερες και φτωχότερες χώρες κατόρθωναν να δίνουν το παρόν ενώ εμείς ‘λάμπαμε’ δια της απουσίας μας. Η εξήγηση νομίζω πρέπει ν’ αναζητηθεί στην έλλειψη πνεύματος συνεργασίας που μας διακρίνει και στην ως τώρα ‘συνεπή’ εσωστρέφεια μας. Εσωστρέφεια που τροφοδοτούσε διαρκώς ο κρατικοδίαιτος προσανατολισμός των επιχειρήσεων μας.

Μ’ αυτά κατά νου, το γεγονός και μόνο ότι φέτος η Ελλάδα κατόρθωσε να συμμετάσχει με εθνική αποστολή στο Mobile World Congress, την μεγαλύτερη εμπορική έκθεση/συνέδριο γύρω από την κινητή τηλεφωνία, είναι από μόνο του κατόρθωμα. Κι είναι και σήμα των καιρών, γιατί επιβεβαιώνει μια άλλη τάση που έχουμε διαπιστώσει πολλαπλά τα τελευταία 3 χρόνια: τον αναπροσανατολισμό των επιχειρηματικών σχεδιασμών προς την εξωστρέφεια. Κι ενώ αυτό είναι πια κοινός τόπος για τα startups που απαρτίζουν το μικρό μεν ακόμα, αλλά κινητικό ελληνικό οικοσύστημα, είναι επίσης πραγματικότητα και για όσες πιο παραδοσιακές ή παλαιές εταιρείες αγωνίζονται σοβαρά να επιβιώσουν.

Διευκρίνηση: όταν μιλάμε για ελληνική παρουσία στο  MWC δεν αναφερόμαστε στην παρουσία ελληνικών εταιρειών μόνο αλλά στη συγκροτημένη εθνική παρουσία κάτω από ελληνικό περίπτερο. Γιατί παρουσία ελληνικώς εταιρειών υπήρχε και στο παρελθόν. Velti, InternetQ, Globo και Intracom ήταν και φέτος παρούσες με δικά τους μεγάλα κι εντυπωσιακά περίπτερα.  Το καινούργιο ήταν το εθνικό περίπτερο που στέγαζε κάτω από τη σκέπη του τις μικρότερες εταιρείες που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα αυτόνομης παρουσίας στο MWC.

Το εθνικό περίπτερο ήταν αποτέλεσμα μιας λίγο άτσαλης, ίσως λόγω αρχής, αλλά τελικά αποτελεσματικής συνεργασίας των ενώσεων εταιρειών, των εταιρειών και του ελληνικού κράτους που το χρηματοδότησε σε μεγάλο μέρος και που γι αυτό και μόνο παίρνει πόντους εκεί που συνήθως τους χάνει.

Ενορχηστρωτής της προσπάθειας ήταν ο ΣΕΚΕΕ και μια σειρά από κλαδικές οργανώσεις που μαζί με τους λοιπούς εκθέτες, σπόνσορες και συμμετόχους φαίνονται παρακάτω:

PLEURA-PERIPTEROY_FINAL

 

Εθνικά περίπτερα είχαν μια πλειάδα χωρών, κι αρκετά απ’ αυτά τα φωτογράφισα για να μπορεί κανείς να κάνει γρήγορες οπτικές συγκρίσεις.

Κατασκευαστής του περιπτέρου ήταν μια ισπανική εταιρεία κι από αισθητική τα πήγε καλά. Από άποψη μεγέθους και τοποθεσίας στο χώρο της έκθεσης δεν ήταν από το πιο επιφανή αλλά αυτό το καθορίζουν τα οικονομικά κι οι έγκαιρες αποφάσεις και σ’ αυτά έχουμε υστέρηση.

Για να έχουμε μια αίσθηση των αναλογιών: το ελληνικό περίπτερο βρισκόταν στο 8ο (και τελευταίο) τμήμα της έκθεσης, αυτό που ήταν αφιερωμένο στις εφαρμογές. Στα προηγούμενα επτά υπήρχε πολύ hardware και πολλά … meeting rooms. Meeting rooms; Ναι. Γιατί αν πιστεύετε ότι αυτή η έκθεση είναι για να πας να χαζέψεις την πραγμάτεια των εκθετών, μάλλον έχετε χάσει την ουσία. Η έκθεση περισσότερο λειτουργεί σαν αφορμή. Η ουσία του γεγονότος είναι ότι φέρνει στον ίδιο τόπο τους κύριους decision makers και τεράστιο αριθμό στελεχών του κλάδου, σε πυκνότητα που καμιά εταιρεία μόνη της δεν θα ονειρευόταν να καταφέρει. Και γι αυτό η κύρια δραστηριότητα της έκθεσης είναι το networking κι οι συναντήσεις. Αν αυτό δεν ακούγεται αρκετά πειστικό ίσως το γεγονός ότι μεγάλες εταιρείες πληρώνουν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες, μπορεί κι εκατομύρια, ευρώ για να στήσουν κλειστούς χώρους συναντήσεων πολλών δεκάδων τετραγωνικών, ίσως πείθει καλύτερα. Σαν αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος του εκθεσιακού χώρου είναι off limits για τον περαστικό.

Το υπόλοιπο πάντως δεν είναι ευκαταφρόνητο κι έχει από κινητές συσκευές (η μερίδα του λέοντος των εκθεμάτων),tablets, σ’ αρκετές περιπτώσεις και laptops, φωτογραφικές και κάμερες, τεχνολογίες υποδομών δικτύων κινητής, όργανα ανάλυσης και μετρήσεων, επιχειρηματικές εφαρμογές, συστήματα πληρωμών κτλ.

Στο κομμάτι των εφαρμογών και υπηρεσιών, δύο ήταν οι κατηγορίες που κυριαρχούσαν εμφανώς:  διαφημιστικές πλατφόρμες για κινητά και ανάπτυξη εφαρμογών για κινητά.  Για το τελευταίο το μενού περιλάμβανε βέβαια λειτουργικά κινητών συσκευών (εκτός από το πανταχού παρόν Android, η Microsoft, απούσα η ίδια από την έκθεση αλλά χρυσός χορηγός του MWC, είχε προσπαθήσει πολύ να κάνει αισθητή την παρουσία της χωρίς να το πολυκαταφέρνει). Η Intel ευαγγελιζόταν HTML5 προσφέροντας εργαλεία να μετατρέψεις native εφαρμογές σε HTML5, πράγμα που είναι το ανάποδο απ’ αυτό που οι περισσότεροι αναζητούν, το Mozilla Foundation παρουσίαζε το Firefox OS συνοδεία καταπληκτικού καφέ,  και κάπου μέσα στο όλο χαμό υπήρχε χώρος και για το Tizen το καινούγιο λειτουργικό που σπρώχνει αρκετά η Samsung. Ακολούσαν frameworks cross platform ανάπτυξης εφαρμογών αλλά όχι τα γνωστά (appcelerator και  phonegap δεν είδα πουθενά).

Μιας κι είπα  Samsung,  η Samsung ήταν η πιο εντυπωσιακή παρουσία της έκθεσης κατά τη γνώμη μου. Δεν ήταν μόνο το τεράστιο κι εντυπωσιακό, πάντα γεμάτο, περίπτερο της. Ήταν που κατάφερνε να είναι παρούσα σ’ όλους τους χώρους. Είτε με άλλα περιφερειακά ή εξειδικευμένα περίπτερα, είτε ως χορηγός. Ακόμα και στο ελληνό περίπτερο φιγουράριζε το λογότυπο της. Με τις Google, Microsoft και Apple απούσες από την έκθεση, η Samsung εύκολα έπαιρνε τις εντυπώσεις της νέας μεγάλης δύναμης.

Από άποψη νέων τεχνολογιών, δυο ακρωνύμια συναντούσε συνεχώς κανείς στα περίπτερα: NFC και LTE.

Πίσω στην ελληνική παρουσία: οι περισσότεροι εκθέτες του ελληνικού περιπτέρου δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία παρουσίας σε τέτοια έκθεση. Απ’ αυτή την άποψη η ελληνική προσπάθεια είχε μάλλον εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Η ‘γωνίτσα’ μας δεν πέρασε απαρατήρητη. Βοήθησε και το ελληνικό πάρτυ που έγινε στο ελληνικό περίπτερο την Τετάρτη στις 4.30 μμ . Ποτά χαρακτηριστικά ελληνικά (τσικουδιά και μαστίχα), κρασί, ελιές, γραβιέρα, παξιμαδάκια. Απλό αλλά αποτελεσματικό. Δυο Δανοί παριστάμενοι μου εκθείασαν την ιδέα και την πρωτοβουλία λέγοντας ότι το να προσφέρουμε παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα μας διαφοροποιούσε από τα άλλα συναφή πάρτυ που είχαν παντού μια από τα ίδια.

Αλλά και πέραν αυτού, πολλοί παραξενεύονταν που είχαμε περίπτερο, δεδομένης της πασίγνωστης πια κρίσης μας και της προηγούμενης απουσίας. Στη γωνιά της ‘γωνίτσας’ ήταν και το stand του MomoAthens που φιλοξενούσε τα ελληνικά startups και που το Jupitee παρουσίαζε την πλατφόρμα του μέσα από τη σχετική εφαρμογή. Για το πως πήγε θ’ αφήσω τη Βίκη να μας πει.

Από ερωτήσεις προς τους άλλους εκθέτες, κατάλαβα ότι δημιούργησαν leads και … εκτέθηκαν. Τον αριθμό και την ποιότητα των leads είναι νωρίς ν’ αποτιμήσουμε. Πάντως δεν επέστρεψαν μ’ άδειες αποσκευές.

Ελληνική παρουσία startups υπήρχε κι εκτός της έκθεσης: Bugsense, Warply  και Taggzy συμμετείχαν σε pitches και μίνι competitions. Δεν είχαμε καμιά διάκριση αλλά και μόνο η πολλαπλή παρουσία είναι επιτυχία.

Διάβασα ελληνικές αναφορές από το MWC που λένε ότι η διοργάνωση φθίνει γιατί οι μεγάλοι έλειπαν (επειδή προτιμούν να κρατούν το PR για δικά τους αποκλειστικά  event) κι ότι δεν είχαμε μεγάλες ανακοινώσεις εταιρειών. Μπορεί. Αλλά αυτό είναι ζήτημα που θ’ αργήσει να μας απασχολήσει. Το θέμα μας είναι πως θα συντονιστούμε οργανωμένα σε μια νέα εξωστρέφεια. Κι απ’ αυτή την άποψη φαίνεται πως κάναμε το πρώτο πετυχημένο βήμα.

Βαρκελώνη: η πόλη σαν επιχείρηση

This slideshow requires JavaScript.

Κανονικά αυτό το post θα έπρεπε να είναι για το Mobile World Congress αλλά βρίσκω δύσκολο να επιχειρήσω μια αποτίμηση του μεγαλύτερου συνεδρίου/εκθεσης για την κινητή τηλεφωνία(κι όχι μόνο) χωρίς να το τοποθετήσω πρώτα σ΄ένα πλαίσιο. Κι αυτό το πλαίσιο αναφοράς είναι η Βαρκελώνη, η πόλη που το φιλοξενεί.

Όταν, χάρις στο ξεμυάλισμα της Βίκης (ευχαριστώ Βίκη) αποφάσισα να πάω, κι άρχισα να σκέφτομαι τα του συνεδρίου, σκάλωσα σε μια απορία: πως μια μεσογειακή πόλη σαν τη Βαρκελώνη, που δεν είναι πρωτεύουσα κράτους και που ναι μεν είναι μεγάλη και μοντέρνα αλλά δεν ανήκει στις μητροπόλεις του κόσμου, κατόρθωσε να προσεκλύσει και να διοργανώνει ένα τόσο μεγάλο event  σαν το MWC;  Για να έχουμε μια αίσθηση μεγέθους:  70 χιλιάδες επισκέπτες φέτος και γύρω στους 1500 εκθέτες. Και δεν πρόκειται για μια έκθεση ανοιχτή στο ευρύ κοινό, αλλά ένα industry event, όπου οι επαγγελματίες του κλάδου ‘συνομιλούν’ μεταξύ τους, συνεπώς αυτές οι 70 χιλιάδες δεν είναι αργόσχολοι περαστικοί.

Η απορία μου άρχισε να λύνεται με την πρώτη επαφή με τη Βαρκελώνη: μεγάλο καινούργιο αεροδρόμιο (ή τουλάχιστον καλοδιατηρημένο), καλή συγκοινωνία με την πόλη, τακτικά κι οργανωμένα δρομολόγια. Μια απλή λεπτομέρεια στη σύγκριση αναδεικνύει τις διαφορές: στο λεωφορείο του αεροδρομίου, μπορείς να βγάλεις εισητήριο μετ’ επιστροφής και μάλιστα με μια μικρή έκπτωση. Το ποσό είναι ανάλογο αυτού που πληρώνεις από και προς το Ελ. Βενιζέλος κι ο εισπάκτορας δεν είναι άλλος από τον οδηγό. Έτσι και το λεωφορείο διασφαλίζει κατά κάποιο τρόπο επιβάτες για μεταφορά κι ο επιβάτης γλυτώνει από ένα μικρό αλλά περιττό παραπανίσιο άγχος.

Έπειτα έρχεται το μετρό: πολύ πυκνό δίκτυο (8 γραμμές) και συχνό (2-3 λεπτά αναμονή κατά μέσο όρο) με μια επίσης έξυπνη τιμολογιακή πολιτική: 2 ευρώ το κανονικό εισητήριο, 10 και κάτι ευρώ για δέκα διαδρομές, όχι μόνο στο μετρό αλλά και σε μια σειρά άλλα μεταφορικά μέσα. Έκπτωση 50%!

Αλλά αυτά ωχριούν μπροστά στην εντύπωση που σου κάνει η πόλη μόλις βγείς στην επιφάνεια: βουλεβάρτα μεγαλύτερα των του Παρισιού, με σύγχρονα και πεντακάθαρα λεωφορεία να τα διατρέχουν,  πεζοδρόμια μεγέθους ελληνικών λεωφόρων, εκτεταμένο δίκτυο ποδηλατοδρόμων, παντού διασταυρώσεις διαμορφωμένες σαν πλατείες, με ‘κομμένες’ τις γωνίες των οικοδομικών τετραγώνων ώστε να σχηματίζεται πάντοτε ένα εξάγωνο, και  φοίνικες, για να θυμίζουν ότι βρισκόμαστε στη Μεσόγειο.

Η πολεοδομία της Βαρκελώνης είναι τόσο εντυπωσιακή και προσεγμένη που θα έλεγα ότι δεν θυμίζει Ευρωπαϊκή πόλη. Πιο πολύ μου έφερε στο μυαλό τη Νέα Υόρκη, που όμως, εντυπωσιακό αυτό, προηγήθηκε απ’ αυτήν σε πολεοδομικό σχεδιασμό. Γιατί τέτοια  πολεοδομία δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα της προετοιμασίας της πόλης για τους Ολυμπιακούς του 1992 που την ξαναέβαλε στο διεθνές προσκήνιο. Είναι το προϊόν της γόνιμής περιόδου του τέλους του 19ου αιώνα που η πόλη είχε μεγάλα όνειρα για το μέλλον της. Τόσο μεγάλα, που στο τότε νέο πολεοδομικό σχέδιο η παλιά πόλη χώρεσε όλη σ’ ένα ‘τετράγωνο’.

Αλήθεια, τι ήταν τότε η Βαρκελώνη; Μια ιστορική πόλη που είχε γνωρίσει μια μετεωρική άνοδο στα τέλη του 19ου αιώνα, εποχή από την οποία χρονολογούνται εκτός από την σύγχρονη πολεοδομία της και τα πιο τουριστικά μνημεία της, τα έργα του Γκάουντι (ή Γκαουντί, ποτέ δεν κατάλαβα πως προφέρεται).

Μετά όμως ήρθε η περίοδος της δικτατορίας του Φράνκο. Κι επειδή η Καταλονία, συνεπής σε μια αριστερή, αντιαυταρχική έως αναρχική παράδοση,  ήταν το κομμάτι της Ισπανίας που πρόβαλε την πιο σθεναρή αντίσταση κατά την αναρρίχηση του στην εξουσία, γι αυτό κι η ηθελημένη παραμέληση της.  Ήταν τόσο μακρυά και σκοτεινή αυτή η περίοδος που κάποιος είπε ότι κι οι ίδιοι οι Καταλανοί ξέχασαν την Ιστορία τους και την ακμή τους. Φαίνεται όμως πως μετά την επιστροφή της Ισπανίας στη Δημοκρατία ανέκτησαν  γρήγορα την ιστορική μνήμη.

Μικρή παρένθεση εδώ για να πούμε δυο λόγια για την ιστορία της Καταλονίας. Διακρίνεται αδρά σε  τρεις περιόδους:

  1. Την μεσαιωνική, από τον 9ο ως τον 15ο αιώνα, όπου η Καταλονία ήταν μεγάλη ναυτική δύναμη κι η Βαρκελώνη οικονομικό κέντρο του τότε κόσμου (το πρώτο γνωστό  χρηματιστήριο του κόσμου, η  Llotja, δημιουργήθηκε εδώ).  Σ’ αυτή την περίοδο χτίζεται το μεγαλύτερο μέρος αυτού που είναι σήμερα γνωστό ως η παλιά πόλη και το Μπάρι Γκότικο (: η γοτθική συνοικία).  
  2. Την περίοδο που ξεκινάει με την ένταξη κι απορρόφηση της Καταλονίας από το Ισπανικό βασίλειο με έδρα τη Μαδρίτη, και που γι αυτό είναι μια μάλλον αδιάφορη περίοδος εκτός από το τέλος της, το 19ο αιώνα,  που η Βαρκελώνη γνωρίζει μια εκπληκτική άνθιση και θέτει τα θεμέλια της πόλης που βλέπουμε σήμερα. Εκτός από την πολεοδομία, τα έργα του Γκάουντι της περιόδου 1880 μέχρι το 1910 αποβαίνουν τα νέα landmarks της πόλης. Καταλύτης της αρχιτεκτονικής έκρηξης είναι η ανάπτυξη της Βιομηχανίας κι ο συνακόλουθος πλούτος που γεννά. Αρκετά από τα σημερινά αξιοθέατα είναι χρηματοδοτημένα από τους μεγιστάνες της περιόδου (όπως η οικία Μπατλό που έχτισε ο Γκάουντι για την ομώνυμη οικογένεια, το πάρκο Γκουέλ κ.α.). Η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή της Ισπανίας ξεκίνησε από τη Βαρκελώνη, όπως κι η πρώτη εφημερίδα. Η κλωστοϋφαντουργία της περιόδου κάνει  την πόλη ένα Μάντσεστερ του Νότου. Παράλληλα και σαν συνέπεια της εκβιομηχάνισης αναπτύσσεται ένα έντονο εργατικό κίνημα με αρκετές συμπάθειες προς σοσιαλιστικές κι αναρχικές ουτοπίες που σταμάτησαν απότομα με την επικράτηση του Φράνκο. Εκτός από την εκβιομηχάνιση, η πολεοδομική και οικοδομική ανάπτυξη της περιόδου οφείλεται και σ’ ένα μοναδικής σημαντικότητας γεγονός: την κατάσχεση της εκκλησιαστικής περιουσίας και τη διάθεση των κτημάτων της προς πώληση για όφελος των δημόσιων ταμείων, πράγμα για το οποίο η καθολική εκκλησία δεν συγχώρησε ποτέ τον εμπνευστή της.
  3. Η τρίτη περίοδος είναι αυτή που διανύουμε, η μετά την Φράνκο δηλαδή, και απ’ ότι φαίνεται, πάει καλά.

Σ’ όλη αυτή τη διαδρομή, οι Καταλανοί επέδειξαν μερικά χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμα και σήμερα. Καταρχήν, ήταν ένα έθνος εμπόρων. Το γεγονός αυτό αναγνωριζόταν και θεωρητικά ήδη από τον Μεσαίωνα. Ένας πρώην φραγκισκανός καλόγηρος, ο Francesc de Eiximenis, το 14ο αιώνα,  εξήρε τις αρετές και τα οφέλη για τις πόλεις από την επικράτηση και κυριαρχία των εμπόρων και της μεσαίας τάξης.  Θεωρούσε τη μεσαία τάξη ανάχωμα κατά της τυραννίας και των πολεμάρχων. Η ύπαρξη έντονης αστικής ζωής και μεγάλης μεσαίας τάξης, είχε τον αντίκτυπο της στα πολιτικά ήθη. Οι Καταλανοί είναι πάντα πιο ‘δημοκρατικοί’ από το μέσο Ισπανό, η δε χώρα έχει γνωρίσει σειρά κοινωνικών αναταραχών, με την πιο εντυπωσιακή ίσως, το κάψιμο των εκκλησιών κάπου στις αρχές του 19ου αιώνα.

Αλλά και σήμερα, όπως ιδίοις όμασι διαπιστώσαμε, το πνεύμα αυτό είναι πανταχού παρόν: μικρές, οργανωμένες και well behaving  αλλά πολύ φασαριόζικες ομάδες, που διαδήλωναν για κάποιο λόγο, έκαναν αισθητή την παρουσία τους ακόμα και στην είσοδο του Mobile World Congress. Mια ομάδα ειδικά διαδήλωνε κατά του Kaspersky του δημιουργού του ομώνυμου antivirus, δεν πολυκατάλαβα για ποιό λόγο.

Με την υποδομή μεγαλούπολης εν υπνώσει, ο Δήμαρχος της Βαρκελώνης Pasqual Maragall, οραματίστηκε να βγάλει την πόλη από το λήθαργο της χρησιμοποιώντας σαν μέσο τους Ολυμπιακούς αγώνες. Αν σκεφτεί κανείς ότι η διεκδίκηση και υλοποίηση των Ολυμπιακών αγώνων είναι project  10ετίας, τότε δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από την ταχύτητα που κινήθηκε. Από το τέλος του Φράνκο το 1975 μέχρι την διεξαγωγή των αγώνων το 1992 μεσολάβησαν μόνο 17  χρόνια, που σημαίνει ότι χρειάστηκαν μόλις 7 χρόνια για να μπουν στην τροχιά της διεκδίκησης με σοβαρές αξιώσεις. Είναι δε ιδιαίτερης σημασίας ότι η πρωτοβουλία ανήκει σ‘ ένα δήμαρχο κι όχι σε κάποιο κυβερνητικό λειτουργό, γιατί δείχνει τη διάθεση της πόλης να πάρει το μέλλον της στα χέρια της.

Τα Ολυμπιακά έργα σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να ‘δένουν’ με την πόλη και να δημιουργούν τα πλαίσια για μια μελλονική ανάπτυξη. Το Ολυμπιακό στάδιο στο λόφο του Μοντζουϊκ, είναι ακριβώς πίσω από το μεγαλειώδες Εθνικό μουσείο, κι ίσως γι αυτό, η αισθητική του είναι όχι μοντέρνα, αλλά παραπέμπει σε κάτι ρωμαϊκό κι αναγεννησιακό.

Τα ολυμπιακά έργα στη θάλασσα έχουν πια τόσο απορροφηθεί από την πόλη που δεν διακρίνονται αν δεν στα υποδείξει κάποιος ή κάποια πινακίδα. Κι η απόσταση όλων των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων από το κέντρο της πόλης είναι μικρή, το πολύ 10 λεπτά με το αυτοκίνητο.

Ο λόφος του Μοντζουϊκ που δεσπόζει στα νότια της πόλης, έχει αξιοποιηθεί περαιτέρω με την δημιουργία τελεφερίκ που είτε κάνουν το γύρο του, είτε σε μεταφέρουν πάνω από το επιβατικό λιμάνι, στη Μπαρτσελονέτα, τη γραφική παραθαλάσσια συνοικία της ψαροφαγίας. Η τελευταία αυτή διαδρομή είναι εντυπωσιακή και από μόνη της πόλος έλξης πολλών επισκεπτών.

Κατά τ’ άλλα η ζωή στα Βαρκελώνη είναι μάλλον φθηνή με τα δικά μας μέτρα. Οι τιμές στα σουπερμάρκετ ήταν ένα μικρό σοκ. Σε γενικές γραμμές τα είδη διατροφής είναι 50% φθηνότερα από την Ελλάδα. Η φθήνια αυτή αντανακλάται και στις τιμές των εστιατορίων. Μπορείς να φας πλήρες γεύμα με ορεκτικό, κυρίως πιάτο και επιδόρπιο με λιγότερα από 10 ευρώ. Μπορείς βέβαια να βρεις και πολύ ακριβότερα και πιο ψαγμένα εστιατόρια μιας κι η γαστρονομία είναι ένας από τους λόγους επίσκεψης στην Βαρκελώνη. Άλλωστε μέχρι πριν λίγα χρόνια εδώ βρισκόταν και το ακριβώτερο εστιατόριο του κόσμου του σεφ Φεράν Αντριά, με αναμονή για τραπέζι που έφτανε και τον ένα χρόνο. Δοκιμάσαμε και τις  δύο πλευρές, τη φθνή και την ακριβή, κι οι εντυπώσεις ήταν αμφότερες πολύ καλές. Ειδικά για τους μαθημένους στα μεζεδάκια Έλληνες η κουλτούρα των τάπας και των πίντσος ταιριάζει γάντι.

Σ’ αντίθεση όμως με το φαγητό, οι τιμές εισόδου στα μουσεία και τ’ αξιοθέατα είναι από τις πιο ακριβές στην Ευρώπη. Αποκορύφωμα η οικία Μπατλό του Γκάουντι, που η είσοδος κοστίζει 20 Ευρώ! Παρότι σαν επισκέπτη κάτι τέτοιο με εκνεύρισε, το δικαιολογώ: η Βαρκελώνη δεν σ’ αποτρέπει από το να την επισκεφτείς (μια βόλτα στο Μπάρι Γκότικο ή στη Ράμπλα ισοδυναμεί έτσι κι αλλιώς μ’ επίσκεψη σε μουσείο στο πιο ευχάριστο) αλλά αν θες να δεις τους θησαυρούς της πρέπει να πληρώσεις για να μπορέσει να συνεχίσει να τους συντηρεί και να τους δείχνει. Κι όταν μπαίνεις σ’ ένα μουσείο, η οργάνωση κι η τάξη σου λέει ότι τα λεφτά που πλήρωσες τουλάχιστον  ξοδεύονται καλά.

Όσο πιο πολύ περπατάς την Βαρκελώνη, τόσο διαπιστώνεις ότι αυτή η πόλη means business. Δεν θέλει να σου αρπάξει τα λεφτά πασάροντας σου φύκια για μεταξωτές κορδέλλες, αλλά σταδιακά σε παρασέρνει με τα θέλγητρα της να μπεις σε μαγαζιά και ν’ αφήσεις χρήμα. Παραπάνω απ’ αυτό που προγραμμάτιζες.

Δεν έχω εικόνα ποιά είναι η τωρινή οικονομική κατάσταση των κατοίκων της ή της Καταλονίας γενικότερα, αλλά ένα φυλλάδιο με πληροφόρησε ότι το ΑΕΠ της Καταλωνίας είναι περίπου όσο το Ελληνικό ενώ οι κάτοικοι της 3 εκατομύρια λιγότεροι, πράγμα που σημαίνει ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα πρέπει να είναι 45% ψηλώτερο από το αντίστοιχο ελληνικό.  Αν υπάρχει κρίση, τουλάχιστον δεν είναι άμεσα ορατή στον επισκέπτη. Ναι, είδα αστέγους, αλλά λίγους. Είδα περιθωριακούς αλλά μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές και ώρες. Είδα μετανάστες, πολλούς για την ακρίβεια, αλλά που μοιάζαν αρκετά ενταγμένοι και σίγουρα σε καλύτερη κατάσταση απ’ αυτούς που κυκλοφορούν κάτω από την Ομόνοια.

Η Βαρκελώνη με την τάξη και την καθαριότητα της μοιάζει βόρεια προτεσταντική πόλη. Έχει όμως πολύ πιο ανοιχτό κι εύθυμο χαρακτήρα, καλύτερο κλίμα και πολύ καλύτερη ρυμοτομία, πράγμα που την ανεβάζει ψηλότερα από πολλές γνωστές Ευρωπαϊκές πόλεις. Μοιάζει να κινείται μ΄ ένα στόχο: να μεγαλώσει την επιρροή και την ευημέρια της. Και παρότι τίποτα απ’ όσα έχει να προσφέρει δεν είναι αποκλειστικό και μοναδικό, και δεν υπάρχει κάποιος τομέας που να διακρίνεται παγκοσμίως, η ισόρροπη και ποιοτική  ανάπτυξη διαφόρων χαρακτήρων αποτελεί τη δική της μοναδικότητα.

Και για να έρθουμε στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε, η Βαρκελώνη μπορεί να διοργανώνει και να φιλοξενεί ένα event παγκοσμίων προδιαγραφών σαν το MWC γιατί έχει δημιουργήσει τις αντίστοιχες υποδομές κι υπηρεσίες. Γιατί μπορεί να προσφέρει ένα συνδιασμό από λόγους για να την επισκεφτεί κανείς κι έτσι να είναι επιθυμητός προορισμός πέραν των συνεδρίων,  και  γιατί η πόλη βλέπει πολύ επιχειρηματικά τη ζωή της και την ανάπτυξη της και, γι αυτό, το μέλλον της.

15 εκατ. $ στην ελληνικής προέλευσης Persado

Screen Shot 2013-02-13 at 9.12.02 PMΤον τελευταίο καιρό διαβάζουμε πολλές καλές ειδήσεις για την ελληνική τεχνολογική και startup επιχειρηματικότητα. Αυτή δεν είναι απλά άλλη μια. Είναι μια μεγάλη είδηση: το spin-off της upstream, η Persado, μια εταιρία που αναπτύσει συστήματα persuasion marketing, πήρε από Αμερικάνικο VC  χρηματοδότηση ύψους 15 εκατ. δολαρίων!

H Persado, δημιούργημα του συνιδρυτή της Upstream Αλεξ Βρατσκίδη, ξεκίνησε τη ζωή της σαν μονάδα της Upstream το 2010 και στο τέλος του 2012 αποσχίστηκε κι έλαβε υπόσταση αυτόνομης εταιρείας. Μέχρι τότε η Upstream είχε επενδύσει στη μονάδα της περί τα 20 εκατομύρια δολάρια και με την δημιουργία της νέας εταιρείας άλλα 15. Και τώρα έρχονται δύο αμερι

κάνικα VC, η Baine Capital Ventures κι η TL Capitol, και τοποθετούν σ΄αυτήν 14 συν 1 εκατομύρια ακόμα.

Για περισσότερες λεπτομέρειες για το deal και την Persado μπορείτε να διαβάσετε εδώ κι εδώ. Εγώ θέλω να σταθώ στην ευρύτερη σημασία της είδησης που παραπάνω την χαρακτήρισα ‘μεγάλη’. Γιατί;

  • Γιατί νομίζω είναι το πρώτο τέτοιο μεγέθους deal που περιλαμβάνει ελληνικής προέλευσης εταιρεία.
  • Γιατί πέραν του μεγάλου ποσού η εμπιστοσύνη που δείχνουν αμερικάνικά VC, και μάλιστα VC που δεν έχουν επενδύσει σχεδόν καθόλου εκτός Αμερικής, προς μιας ελληνικής προέλευσης εταιρεία και τεχνολογία είναι σήμα. Σήμα πως η λέξη Ελλάδα δεν σημαίνει απαραίτητα κόκκινο πανί. Είναι ψήφος εμπιστοσύνης και συνιστά μεγάλη αλλαγή κλίματος που θα οφελήσει όλη την ελληνική startup σκηνή.
  • Γιατί έχουμε το πρώτο ελληνικό φαινόμενο spill out, δηλαδή τη διάχυση της εμπειρίας κι επιτυχίας ενός startup  (: της Upstream) σε διάδοχα και παράγωγα άλλα. Γιατί μην ξεχνάμε ότι μέσα στο περιβάλλον της Upstream δεν εκκολάφθηκε μόνο η Persado αλλά και το WorkableHR.
  • Γιατί μιλάμε για μια εταιρεία έντασης γνώσης που βασίζεται στην τεχνολογική έρευνα για την επιτυχία της (σπάνιο για τα καθ’ ημάς), πράγμα που με μαθηματική βεβαιότητα θα δημιουργήσει μια νέα σειρά ανθρώπων που θα εμπλουτίσουν μ’ αυτή τη γνώση κι εμπειρία, αλλά και κουλτούρα, το γενικότερο οικοσύστημα.

Νομίζω ότι η Persado πέτυχε ήδη ένα πολύτιμο persuasion:  ότι το ελληνικό οικοσύστημα μπορεί. Εγώ πείστηκα. Εσείς;

 

 

Greek Startups στη Βαρκελώνη

Greek Startups App

Η Βαρκελώνη είναι η πόλη που η Αθήνα θα ήθελε να έχει γίνει: μετά από τους επιτυχημένους Ολυμπιακούς του 1992, και την αξιοποίηση του ότι άφησαν πίσω τους, έχει γίνει μια μητρόπολη μαγνήτης γιατί έχει κάτι που στερούνται οι περισσότερες μεγάλες πόλεις του Ευρωπαϊκού Βορρά: θάλασσα και ήλιο.

Αυτό, στους ‘κακούς παίχτες’ σαν κι εμάς, ακούγεται λίγο  αλλά είναι χαρτί που παίζεται σ’ όλες τις παρτίδες και κερδίζει πάντα. Κερδίζει μεταξύ άλλων και τη διοργάνωση του μεγαλύτερου συνέδριου και έκθεσης που έχει σχέση με την κινητή τηλεφωνία, Κάτι διόλου ευκαταφρόνητο, αφού αυτή η έκθεση θα συγκεντρώσει φέτος πάνω από 65 χιλιάδες επισκέπτες στις τέσσερεις μέρες που διαρκεί αλλά και στα δεκάδες πριν μετά και κατά τη διάρκεια της μικρότερα event που διοργανώνονται από κόσμο που θέλει να εκμεταλευτεί την ευκαρία αυτής της δημοσιότητας.

Θυμάστε τι λέγαμε για το LeWeb; Ε, πολλαπλασιάστε επί 10 ίσως και παραπάνω.

Γι αυτό κι οι διάφορες χώρες σπεύδουν να δείξουν στο Mobile World Congress ότι έχουν … να δείξουν.

Και κάπως έτσι σκέφτηκε κι ο Ελληνικός Σύνδεσμος Εταιριών Κινητών Εφαρμογών Ελλάδος και μια σειρά από άλλες συναφείς οργανώσεις, και συνασπίστηκαν για να διεκδικήσουν επιτυχώς την κρατική αρωγή για ελληνικά παρουσία με περίπτερο στο  MWC13.

Σ’ αυτό το περίπτερο, και κάτω από την αιγίδα των συλλόγων και των εκθετών, θα συμμετάσχει και το Mobile Monday Athens με δικό του stand. Κι έτσι η Βίκυ θεώρησε ότι θα  ήταν καλή ιδέα να προσπαθήσουμε να κάνουμε πράξη αυτά που έλεγα για το LeWeb: Να προωθήσουμε δηλαδή τις ελληνικές startup του mobile χώρου (κι όχι μόνο) στο MWC με κάποιες πρωτοβουλίες πέραν των παραδοσιακών.

Καθίσαμε και το συζητήσαμε λίγο και σκεφτήκαμε πως καταρχήν θα ήταν καλό αντί να μοιράζουμε φυλλάδια, να μοιράζουμε αυτό που ταιριάζει περισσότερο σ΄ένα τέτοιο συνέδριο: μια mobile εφαρμογή κατάλογο.

Κι ακόμα περισσότερο,  μια εφαρμογή φτιαγμένη από ένα Ελληνικό  Startup που να δείχνει την τεχνολογία του. Έτσι, ζητήσαμε τη  βοήθεια του Jupitee που πολύ πρόθυμα δέχτηκε να μας την προσφέρει. Καλώς εχόντων των πραγμάτων λοιπών, η ελληνική ομάδα θα πάει στη Βαρκελώνη με μια εφαρμογή που θα παρουσιάζει τους εκθέτες κι όσα startup θέλουν να προβληθούν μέσα απ’ αυτήν (δείτε εδώ για περισσότερες λεπτομέρειες κι εδώ για να δηλώσετε συμμετοχή).

Η ιδέα είναι αυτή η εφαρμογή  να μην είναι απλά κατάλογος, αλλά εργαλείο: να βοηθάει στο κλείσιμο συναντήσεων, να διαχειρίζεται το μήτιν ρουμ του περιπτέρου, να χρησιμοποιηθεί σαν κανάλι για ανακοινώσεις και για προσφορές, κ.α..

Και βέβαια να μην τελειώσει με το MWC αλλά μόνο ν’ αρχίσει. Στο μέλλον θα μετασχηματίζεται στο ανάλογο εργαλείο γι άλλα συνέδρια ή περιστάσεις και φιλοδοξεί να μαζέψει όλα τα startup. Κάπου εκεί θα υπάρξει και μια γέφυρα με τον web προπάτορα της, το GreekStartups.com.

Αλλά προτρέχω.

Το θέμα είναι η Βαρκελώνη. Και από την πρώτη επαφή που έκανα με τους εκθέτες σχημάτισα την εντύπωση ότι υπάρχουν κι άλλα πολλά ‘εργαλεία’ για μια εθνική προώθηση: πολλοί από τους εκθέτες είναι εταιρίες που ασχολούνται με το mobile marketing. Ε, δεν μπορεί! Κάτι θα έχουν στα προϊόντα και τις υπηρεσίες του που μπορούν να συνεισφέρουν στην προσπάθεια.

Κι επειδή αυτό το post προτρέχει πολλών επίσημων ανακοινώσεων,  σταματάω εδώ. Αλλά θα υπάρξει συνέχεια βέβαια. Κι από το έδαφος του MWC 😉

 

Και μετά το Athens Techcrunch Meetup τι;

This slideshow requires JavaScript.

Χτες έλαβε χώρα το δεύτερο Athens Techcrunch meetup στο Μουσείο Μπενάκη, σπάζοντας κάθε ρεκόρ προσέλευσης κόσμου σε αντίστοιχο ελληνικό event. Το πρώτο είχε λάβει χώρα πριν τεσσεράμιση χρόνια σε πιο ζεστή εποχή και πιο χαλαρό μέρος.

Και στις δύο περιπτώσεις ο στόχος της ελληνικής κοινότητας ήταν ο ίδιος: να μπει στο ραντάρ των διεθνών μέσων και ν’ αποκτήσει μια υπόσταση στη διεθνή σκηνή. Σίγουρα το πρώτο meetup δεν είχε κάποιο τέτοιο αποτέλεσμα.

Δεν ξέρω ποιος ήταν ο στόχος των διοργανωτών για το χτεσινό μιας και, απ΄όσο γνωρίζω, την πρωτοβουλία γι αυτή την διοργάνωση δεν την είχε η τοπική κοινότητα, αλλά οι Έλληνες της  Silicon Valley Νίκος Μπονάτσος, Associate του μεγάλου αμερικάνικου VC General Catalyst και η Alexia Tsotsis co-editor του Techcrunch που, μαζί με τον Mike Butcher,  τον European Techcrunch Editor, ήταν κι οι παρουσιαστές/moderators του event.

Το Techcrunch είναι σίγουρα ένα μεγάλο μέσο και παρά τις όποιες αλλαγές χαρακτήρα έχει υποστεί μετά την εξαγορά του από την AOL,  σίγουρα κάποιες αναφορές του στην ελληνική startup σκηνή μπορούν να βοηθήσουν και στο να ενδιαφερθούν κι άλλα μέσα ν’ ασχοληθούν μαζί της αλλά και στο να τραβήξουν τα βλέματα υποψήφιων επενδυτών ή συνεργατών των ελληνικών startup.

Για να ενδιαφερθούν όμως τέτοια μέσα για την ελληνική σκηνή πρέπει να συντρέχουν κάποιες από τις παρακάτω προϋποθέσεις:

  • να έχουμε να επιδείξουμε είτε κάποια πολύ δυναμικά startup με διεθνή προσανατολισμό
  • να διαθέτουμε άφθονο και ποιοτικό δυναμικό που μπορεί ν’ αξιοποιηθεί από  startups
  • να κρατάμε τα κλειδιά για κάποιες αγορές ή πηγές κεφαλαίων που δύσκολα μπορείς να προσπελάσει από τη Δύση (όπως η Κίνα, Ρωσία, Ινδία).

Προφανώς η τρίτη προϋπόθεση δεν ισχύει.

Startup  με διεθνή προσανατολισμό διαθέτουμε κάποια, αλλά όχι σε ικανό αριθμό ακόμα, και, κυρίως, χωρίς μια ολοκληρωμένη ιστορία επιτυχίας (:ένα exit) όπως πολύ σωστά ανέφερε στο πρώτο πάνελ κι ένας από τους συνιδρυτές της Hellas Direct. Άρα και για την πρώτη προϋπόθεση δεν έχουμε ακόμα κάποιο ισχυρό σημείο ενδιαφέροντος για διεθνή μέσα.

Από δυναμικό τι κάνουμε; Αυτό είναι ένα μεγάλο στοίχημα κι ένα μεγάλο ερωτηματικό. Γιατί το δυναμικό δεν είναι στατιστική. Είναι κάτι που αποδεικνύεται μέσα από υλοποιήσεις. Όμως η προσέλευση του κόσμου χτες ήταν εντυπωσιακή με όποιο διεθνές μέτρο και να την κρίνεις. Κι αυτό είναι ένα σήμα άξιο προσοχής για τα διεθνή μέσα. Για να θυμηθώ λίγο κι εκείνο το στίχο του Διονύση Σαββόπουλου, ο κόσμος εξέπεμπε ένα:

Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ, κάτι μυστικό…

και δεν μένει παρά ν’ αποκρυπτογραφηθεί σιγά σιγά.

Μια πρώτη  ‘αντίδραση’ σ’ αυτή τη δυναμική, ήταν η δημόσια προτροπή του Mike Butcher να τον ενημερώνουμε για τα event που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα για να τα δημοσιεύει σε μια διεθνή λίστα.

Από άποψη διάρθρωσης, το event είχε τέσσερα μέρη: 3 πάνελ με αντίστοιχους συντονιστές τους Τσώτση, Butcher, Μπονάτσο και αντίστοιχα θέματα Greek Founders, Ecosystem, Investors και μια παρένθετη συνέντευξη του Μάρκου Βερέμη συνιδρυτή της Upstream στον Νίκο Μπονάτσο.

Σε γενικές γραμμές δεν ακούσαμε κάτι καινούργιο από τους ομιλητές εκτός από την ανακοίνωση των δύο πρώτων επενδύσεων του Openfund στα startup Incrediblue και WorkableHR. Αλλά αυτό για τους παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ ήταν μάλλον αναμενόμενο.

Έχοντας παρακολουθήσει αντίστοιχα πάνελ σε διεθνή event μπορώ να πω ότι δεν διέκρινα αισθητές διαφορές εκτός από τις αναπόφευκτες αναφορές στην ελληνική ‘ιδιαιτερότητα’ και την κρίση. Διέκρινα όμως κάτι που πιθανόν ν’ αποτελέσει πρόβλημα στη διεθνή μας παρουσία: μιλάμε αγγλικά με πολύ έντονη προφορά, δίνοντας πολύ βάρος στα φωνήεντα που, σε γρήγορη εκφορά,  κάποιος αγγλόφωνος ή  απλά κάποιος ξένος που μιλάει αγγλικά, είναι δύσκολο να παρακολουθήσει.

Κι οι ερωτήσεις του κοινού, αν και λίγες σχετικά, είχαν κάποια διαμάντια.

Το ερωτηματικό που μένει ν’ απαντηθεί είναι τι να περιμένουμε στη συνέχεια. Καταρχήν μια συνέχεια του ίδιου του event, απ’ ότι λένε οι φήμες.

 

Αλλά το σημαντικώτερο είναι να μην περιμένουμε από event να μας ‘σώσουν’. Γιατί όπως είπε κι ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος στο πρώτο panel, η συνταγή της επιτυχίας, δεν έχει μυστικά.

Travel, network and work! There is no panacea!

Σημείωση: Για όσους το έχασαν υπάρχει η αναπλήρωση μέσω βίντεο, εδώ.

 

 

Το taxibeat στο LeWeb

Έχω ήδη γράψει για την πρώτη παρουσία ελληνικού  startup  στο LeWeb. Και βέβαια αυτή η παρουσία φέρνει και κάλυψη από το σχετικό τύπο (δείτε εδώ κι εδώ). Μπόρεσα επίσης να δοκιμάσω χτες βράδυ την υπηρεσία, πράγμα που σας διαβεβαιώ ότι σε κάνει να νοιώθεις και λίγο ότι είσαι στο ‘σπίτι’ σου μιας και κουβαλάς τη συνήθεια σου σε μια ξένη χώρα χωρίς πολλά πολλά, αλλά και να νοιώθεις μια κάποια περηφάνεια που ‘πατάς’ πάνω σ’ ελληνική τεχνολογία σε ξένη χώρα.

Αλλά πως είναι τα πράγματα λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια; Πέρα από το publicity υπάρχει ουσία; Αξίζει να μιμηθούν κι άλλοι το παράδειγμα του  Taxibeat; Αυτά -κι άλλα- ρώτησα το Νίκο Δρανδάκη να μου απαντήσει.

3+1 funds κι ο αγώνας δρόμου


Χωρίς υπερβολή μπορώ να πω ότι το σημερινό Open Coffee ήταν το πολυπληθέστερο της 5χρονης ιστορίας του. Κι ίσως το σημαντικώτερο. Καθόλου παράξενο δε, αφού το αντικείμενο ήταν η παρουσίαση των τριών από τα τέσσερα νέα κεφάλαια υψηλού κινδύνου (VCs) που δημιουργήθηκαν στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού  Jeremie. Τα κεφάλαια αυτά έρχονται σα δροσιά στο επί μακρόν χρηματοδοτικά άνυδρο τοπίο της ελληνικής νεοφυούς επιχειρηματικότητας [Σημείωση: θαυμάζω τον εαυτό μου, τα είπα όλα ελληνικά ως τώρα :)].

Και η σημασία αυτού του σημείου καμπής, γιατί περί τέτοιου πρόκειται, έγινε αντιληπτή από το σύνολο της σχετικής κοινότητας.

Τα funds που αυτοπαρουσιάστηκαν ήταν τα:

  1.  Odyssey Venture Partners
  2.  PJ Tech Catalyst
  3. Openfund II

κι η σειρά παρουσίασης μάλλον δεν ήταν τυχαία. Πρέπει να ήταν ανάλογη του ύψους των κεφαλαίων προς επένδυση που το κάθε fund  έχει,  ή συντομα θα έχει, συγκεντρώσει. Πιο συγκεκριμένα:

  1.  Odyssey Venture Partners  30-40 εκατ. ευρώ (το fund δεν έχει τυπικά κλείσει ακόμα).
  2.  PJ Tech Catalyst 15 εκατ. ευρώ
  3. Openfund II 10 εκατ. ευρώ
Το τέταρτο fund που δεν μπόρεσε να παρευρεθεί είναι το First Athens.  Αγνοώ προς το παρόν το ύψος των κεφαλαίων που έχει ‘σηκώσει’ αλλά αν είναι κάπου στο μέσο των άλλων τριών τότε μιλάμε για περί τα 80 εκ.  σύνολο διαθέσιμων κεφαλαίων προς επένδυση και μάλιστα μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.
Οι παρουσιάσεις είχαν κι ένα πολύ απαραίτητο άλλο στοιχείο πέραν των καθαρά χρηματοτεχνικών: φανέρωσαν στον κόσμο τα πρόσωπα και τα προφίλ των διαχειριστών αυτών των κεφαλαίων. Μια πρώτη παρατήρηση είναι πως υπάρχει σε όλα τα σχήματα το απαίτητο διεθνές flavor: είτε Έλληνες του εξωτερικού, είτε ξένοι που ζουν στην Ελλάδα. Και πως υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι της τεχνολογίας στα σχήματα, πράγμα που αποτελεί εχέγγυο καλύτερης αντίληψης κι αξιολόγησης των προτάσεων.
Το νούμερο όμως των κεφαλαίων προς επένδυση  είναι πολύ μεγάλο για να μην είναι δυνητικά επικίνδυνο. Κι οι κίνδυνοι του είναι αφενός οι γνωστοί του ‘να φάμε τα λεφτά γρήγορα τώρα που τα βρήκαμε΄, αφετέρου οι προερχόμενοι από το ενδεχόμενο άγχος να πιαστεί ο στόχος της τριετίας και τις εκπτώσεις στα κριτήρια και την αξιολόγηση που μπορεί να προκαλέσει. Αυτό το τελευταίο (το πιάσιμο του στόχου) είναι πραγματικά δύσκολο καθαρά για λόγους αριθμητικής: με 80 εκατ. προς διάθεση ακόμα κι αν δινόταν μισό εκατομύριο κατά μέσο όρο σε κάθε χρηματοδήτηση, θα χρειάζονταν 160 startups άξια λόγου για χρηματοδότηση. Που σημαίνει ένα pool τουλάχιστον 500-1000, νούμερο πραγματικά πάρα πολύ μεγάλο για τα ελληνικά δεδομένα.
Αλλά ας αφήσουμε αυτό το άγχος στους fund manager.  Το ζητούμενο της άλλης μεριάς (των startupers) είναι η ανάδειξη πρωταθλητών, όχι Β’ εθνικής, αλλά από UEFA και πάνω. Κι από αυτή την άποψη είναι ευκαιρία. Μοναδική και χωρίς υπερβολή ιστορική. Που αν την προσπεράσουμε δεν ξέρω πότε θα μας ξαναδοθεί στο μέλλον.

Δείτε επίσης:

Κι οι σχετικές παρουσιάσεις