Category Archives: Business

Nikos Anagnostou

23/09/2018

Αυτοί οι κουμουνιστές του Economist!

Πέραν της πλάκας, το μάτι μου έπεσε στο βίντεο ενώ σκεφτόμουν το περιβόητο Fundamental Attribution Error της ψυχολογίας, που περίπου λέει ότι τις αποτυχίες μας και τα στραβοπατήματα, τις αποδίδουμε περισσότερο την τύχη και τις συνθήκες, ενώ των άλλων τις αποδίδουμε στην προσωπικότητα και την πρόθεση. Αντίθετα, τις επιτυχίες μας τις αποδίδουμε στην προσπάθεια και την προσωπικότητα μας, ενώ των άλλων στις συνθήκες και την τύχη.

Χοντρικά, λοιπόν, ο Economist μας λέει ότι δεν γίνεσαι πλούσιος (στην Αμερική, τουλάχιστον) επειδή δούλεψες σκληρά αλλά επειδή γεννήθηκες έτσι, ή παντρεύτηκες έτσι.

Now, go dream of pitchforks. 

Nikos Anagnostou

20/09/2018

Σαν παιδί έχαιρα άκρας υγείας. Σ’ όλη μου την παιδική ηλικία άρρωστησα σοβαρά μόνο δυο φορές, τη μια με ιλαρά και την άλλη με ανεμοβλογιά. Η ανεμοβλογια με χτύπησε πολύ ελαφριά. Πέραν από τα εξανθήματα, δεν είχα τίποτα. Η ιλαρά όμως ήταν το κάτι άλλο: πυρετό 40 επι μέρες. Παραληρούσα. Είχα παραισθήσεις. Το δέρμα μου κατάστικτο. Κι έμεινα στο κρεββάτι βδομάδες. Το εμβόλιο για την ιλαρά δεν ήταν διαδεδομένο τότε. Κι οι γονείς μου ήταν απλοί άνθρωποι που πιθανώς να μη γνώριζαν.
Αν το είχα κάνει, θα είχα αποφύγει μια από τις πιο δυσάρεστες κι επώδυνες εμπειρίες της παιδικής μου ηλικίας.

Δεν ξέρω πως να χαρακτηρίσω τους γονείς που υποβάλλουν τα παιδιά τους σ’ αυτό το μαρτύριο. Γιατί ακόμα κι αν δεχτώ τον αστήριχτο κίνδυνο του εμβολίου για πρόκληση αυτισμού, ποιος είναι μεγαλύτερος κίνδυνος; Να αποκτήσεις αυτιστικό παιδί (που πάρα πολλά είναι αξιολογότατα και με ειδικες ικανότητες), ή να χάσεις το παιδί σου τελείως;

37 dead as measles cases spike in Europe

Με την αλλαγή του κλίματος δεν είναι η φύση που κινδυνεύει. Αυτή θα βρει το δρόμο της και, αναλόγως συνθηκών, κάποια είδη θα ευδοκιμήσουν και θα πολλαπλασιαστούν. Παράδειγμα, εδώ, οι αράχνες του Αιτωλικού. Οι αβεβαιότητες αφορούν βασικά εμάς τους ανθρώπους.
https://www.bbc.com/news/world-europe-45572331
 

Στρατηγική υποστήριξη

 



Όταν έχεις αφήσει αρκετά πίσω την αφετηρία μιας startup, έχουν πια διαλυθεί οι ατμοί της ομίχλης των ονείρων που σου έδωσαν την αρχική ώθηση.

Ένα από τα πράγματα που βλέπεις ξεκάθαρα τότε, είναι ότι ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείσαι, έχεις ανταγωνισμό. Θα συμπλήρωνα, πολύ ανταγωνισμό, αλλά ας το αφήσουμε έτσι γενικό για να καλύπτει και την περίπτωση των λίγων, πραγματικά καινοτόμων, που δεν έχουν ακόμα ανταγωνιστές.

Αν σ’ αυτό το σημείο δεν έχεις γονατίσει ήδη κι αν το κεφάλι σου δεν έχει μείνει στα σύννεφα, αρχίζεις να σκέφτεσαι κάτι θεμελιώδες για την πορεία σου από δω και πέρα: “ποια θα είναι η στρατηγική μου;”.

Για ν’ αποφασίσεις, πρέπει πρώτα απόλα να γνωρίζεις, τι σημαίνει στρατηγική. Κι εδώ βοηθάει λίγο μια παιδεία τύπου MBA. Γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν σαφή αντίληψη περί τίνος πρόκειται και μπλέκουν τη στρατηγική με τακτικές αποφάσεις, επιμέρους κινήσεις και συγκεκριμένα πλάνα εφαρμογής.

To cut a long story short, και με κίνδυνο κάποιας απλοποίησης, να πούμε γρήγορα ότι στρατηγική είναι η κεντρική θέση που θα κατευθύνει όλες τις επιμέρους αποφάσεις σου και το πιθανότερο είναι να έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε τέσσερεις θεμελιώδεις στρατηγικές:

  • Ηγεσία κόστους
  • Ηγεσία διαφοροποίησης
  • Εστιασμό και ηγεσία κόστους
  • Εστιασμό και ηγεσία διαφοροποίησης

Η διαφορά των δύο πρώτων από τις δύο δεύτερες είναι το ότι οι μεν απευθύνονται στο σύνολο της αγοράς εντός της οποίας δραστηριοποιείται η επιχείρηση, ενώ οι δε σε κάποιο τμήμα της.

Ένα απλό παράδειγμα για να γίνει κατανοητό: Παπούτσια (σύνολο αγοράς) Αθλητικά παπούτσια (τμήμα αγοράς).

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη απόφαση που παίρνουμε είναι αν θα κινηθούμε προς το να επιτύχουμε ηγεσία κόστους (δηλαδή να έχουμε τις καλύτερες τιμές, από όλο τον ανταγωνισμό) ή ηγεσία διαφοροποίησης (δηλαδή να έχουμε προϊόν με χαρακτηριστικά τέτοια που να είναι το ελκυστικότερο, ανεξαρτήτως τιμής).

Στα ICT startup, κι ειδικά τα ελληνικά, η απόφαση είναι εύκολη και έρχεται από τα ίδια τα πράγματα: η ηγεσία κόστους είναι ανέφικτη και, σε μεγάλο βαθμό, άνευ νοήματος.

Είναι ανέφικτη, καταρχήν, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση ν’ ανταγωνιστούμε χώρες χαμηλού κόστους. Δεν έχουμε κάποιο φτηνό νόμισμα. Κι οι υποδομές που χρησιμοποιούμε (cloud platforms, third party apps κτλ) βρίσκονται σε χώρες υψηλού κόστους με αντίστοιχο τίμημα.

Επιπλέον δεν έχει και νόημα γιατί startup κάνεις με την ελπίδα να προσφέρεις κάτι που διαφέρει, όχι κάτι που είναι καρμπόν κάποιου άλλου. Δεν πρόκειται για στάρι ή για ρύζι.

Το ερώτημα λοιπόν είναι που στηρίζεις μια στρατηγική διαφοροποίησης; 

Μιλάμε για διαφοροποίηση, αλλά ο προσεκτικός αναγνώστης θα έχει ήδη παρατηρήσει ότι δεν έχουμε ορίσει σαφώς σε τι.

Διαφοροποίηση στο προϊόν, είναι η προφανής απάντηση.

Αλλά τι είναι προϊόν; Είναι μόνο το λογισμικό ή και το πως προσφέρεται; Τα κανάλια από τα οποία το προμηθευόμαστε, η ευκολία πληρωμής, οι ευνοϊκοί όροι, η διαδικασία εκπαίδευσης κι εκμάθησης κτλ; Και τι βάρος μπορεί να έχει το καθένα από τα επιμέρους στην αξιολόγηση και την κρίση του πελάτη;

Τεχνολογία

Για τα ICT startup το νούμερο ένα στοιχείο διαφοροποίησης θα έπρεπε να είναι η τεχνολογία. Αλλά πραγματική διαφοροποίηση στην τεχνολογία μπορεί να προκύψει μόνο αν υπάρχει και λειτουργεί το ανεξάντλητο φυτώριο ταλέντου και γνώσης που λέγεται ανώτατη παιδεία. Από τις εργασίες και τα εξειδικευμένα μεταπτυχιακά, την κατεύθυνση της έρευνας προς παραγωγικούς σκοπούς κλπ. προκύπτουν, αρχικά, οι νέες κατευθύνσεις κι ιδέες, κι οι εφαρμογές στη συνέχεια.

Παρότι έχουμε αξιόλογο διδακτικό προσωπικό κι εν δυνάμει ταλέντα, το όλο περιβάλλον βρίθει αντικινήτρων. Τα Πανεπιστήμια δεν είναι ελεύθερα να κάνουν το έργο τους και σύρονται συνεχώς προς τα κάτω. Όταν εμφανιστούν νέα ταλέντα που μπορούν να δημιουργήσουν πραγματικά νέες τεχνολογίες, το πιθανότερο είναι να μεταναστεύσουν για να εκπληρώσουν τους στόχους τους.

Συνεπώς στο κομμάτι τεχνολογία, εκεί που καταλήγει να στοχεύει και να ελπίζει περισσότερο μια ελληνική εταιρεία, είναι η επιτυχημένη εφαρμογή μιας υπάρχουσας τεχνολογίας κι όχι η εισαγωγή μιας νέας.

Το περιτύλιγμα

Το πως προσφέρεις ένα προϊόν, μπορεί να είναι και σημαντικότερο από το ίδιο το προϊόν. Οι χρήστες δεν είναι μηχανές (ακόμα) και παρορμούνται στο ν’ αγοράσουν μια υπηρεσία από πολλά και διάφορα:

  • Φήμη
  • Αισθητική
  • Ευκολία
  • Branding
  • Ταχύτητα αγοράς
  • Τρόποι αγοράς και πληρωμής

κ.α.

Πολλοί απ’ αυτούς τους τρόπους πρέπει να υποστηρίζονται από τεχνολογία κι έτσι πέφτουμε στο προηγούμενο πρόβλημα. Πολλοί άλλοι όμως μοιάζουν εφικτοί. Και θ’ αρκούσαν αν δεν παρεμβάλλονταν δύο άλλα προβλήματα που, και πάλι, δεν έχουν να κάνουν με τα statup αλλά τη χώρα.

  • Μικρό μέγεθος αγοράς που οδηγεί σε μικρό word of mouth
  • Περιορισμένης εμβέλειας μέσα προώθησης

Για να μη μακρηγορώ, με ανάλογο σκεπτικό πάνε στην άκρη οι περισσότερες επιλογές, εκτός από δύο:

  • Τον καλό σχεδιασμό που οδηγεί σε ευκολία χρήσης.
  • Την καλή υποστήριξη που “διασώζει” τον πελάτη από όλα τα άλλα shortcomings.

Η προσωπική μου επιλογή στο Discoveroom υπήρξε η δεύτερη. Κι έχει αποδώσει. Παρά τα μικρά μεγέθη, μας έχει ανταμείψει με loyalty πάνω από το μέσο όρο, σε μια αγορά που δεν φημίζεται για το loyalty των πελατών. Κι έχουμε ακούσει πολλές φορές επαινετικά σχόλια για την ταχύτητα και την ποιότητα της ανταπόκρισης μας.

Θα πάω ένα βήμα παραπέρα, για να ισχυριστώ ότι το θέμα της υποστήριξης είναι βασικά θέμα commitment. Δεν θέλει τρελές υποδομές κι εργαλεία. Και, ειδικά για τις startup, πιστεύω ακράδαντα ότι οι founders πρέπει να ξοδεύουν ικανό χρόνο υποστηρίζοντας οι ίδιοι πελάτες, ακόμα κι όταν έχει πάψει να είναι αναγκαίο λόγω μεγέθους. Κι αυτό γιατί είναι μια μοναδική ευκαιρία ν’ ακούσεις από πρώτο χέρι τι προβλήματα έχουν οι χρήστες, τι επιθυμούν, τι αγαπούν, τι μισούν, τι θα θέλανε, τι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν. Κι αν αυτό δεν είναι χρήσιμο, δεν ξέρω τι είναι.


Η εστίαση μας στο κομμάτι της υποστήριξης μου άνοιξε τα μάτια στις ελλείψεις των εργαλείων υποστήριξης. Κι από νωρίς σκέφτηκα κι επιθύμησα κάτι που δεν υπήρχε. Κι όπως γίνεται συνήθως, ότι δεν βρίσκεις έτοιμο, τελικά σηκώνεις τα μανίκια κι αρχίζεις να το φτιάχνεις. Αλλά αυτό είναι για επόμενο ποστ.

Υπάρχει τύπος προσωπικότητας κατάλληλος για startuper;

Με έξη νέα επιχειρηματικά κεφάλαια και 400 εκατομμύρια, η σύμπραξη Ευρωπαϊκής και ιδιωτικής χρηματοδότησης αναζητά πολλά νέα επιχειρηματικά σχήματα για χρηματοδότηση. Η έμφαση δεν είναι στο 400 εκατομύρια αλλά στο πολλά νέα επιχειρηματικά σχήματα. Αν υποθέσουμε ότι επιλεγούν τελικά γύρω στις 120 προτάσεις για χρηματοδότηση, θα πρέπει να υπάρξει μια προσφορά τουλάχιστον τετραπλάσια/πενταπλάσια για να έχει ενδιαφέρον η διαδικασία και πιθανότητες ευόδωσης το όλο εγχείρημα.

Προσωπικά πιστεύω ότι θα υπάρξει ο ικανός αριθμός προτάσεων. Έχοντας περάσει από το αντίστοιχο στάδιο πριν πέντε χρόνια και φιλοδοξώντας μια επανάληψη, θέλω να μοιραστώ μερικές σκέψεις όχι για τη διαδικασία αλλά για το soul searching που πρέπει να κάνουν όσοι αποφασίσουν να ξεκινήσουν. Πιστεύω ότι μπορεί να γλυτώσει πολλούς από άδικο κόπο και σπατάλη χρόνου.

Προφανώς δεν έχω κανενός είδους ειδίκευση γι αυτά που θα πω, ούτε κάποια παραδειγματική πορεία που μου δίνει carte blance να συμβουλεύω, ούτε καν καλή εμπειρική θεμελίωση. Είναι πράγματα που συμπέρανα από το δικό μου soul searching κι ίσως μπορεί να φανούν χρήσιμα και σε άλλους.

Πάμε λοιπόν.

Το πρώτο πράγμα που αναρωτιέται ή, τουλάχιστον, θα ‘πρεπε ν’ αναρωτιέται όποιος για πρώτη φορά ανοίγει πανιά στην επιχειρηματικότητα δεν είναι τόσο η ιδέα του, όσο αν ο ίδιος έχει ό τι απαιτείται.

Με πρόχειρη αναζήτηση μπορεί να βρει κανείς χιλιάδες άρθρα από χιλιάδες, πεπειραμένους εντός κι εκτός εισαγωγικών μέντορες. Για την ακρίβεια τόσα πολλά και σε κάποιο βαθμό αντιφατικά, που μάλλον σύγχιση προκαλούν παρά βοηθούν.

Επειδή την ερώτηση προς τον εαυτό του για το αν έχει ότι χρειάζεται δεν την κάνει κανείς μια μόνο φορά, αλλά σε κάθε φάση, ειδικά στις δύσκολες, ακόμα περισσότερο στις αποτυχίες και τα πισωγυρίσματα, ένα αντικειμενικό μέτρο είναι σαφώς προτιμώτερο από τις όποιες απόψεις τρίτων ή από την απλουστευτική θέση ότι αρκεί να θελήσεις αρκετά κάτι και θα γίνει.

Στην ψυχολογία, η κυρίαρχη θεωρία για την προσωπικότητα θεωρεί ότι αυτή συναρμόζεται από πέντε διαφορετικά χαρακτηριστικά (Big Five personality traits). Αυτά είναι τα ακόλουθα:

  • Openess:  δηλαδή να είναι κανείς ανοιχτός στην εμπειρία και στις νέες ιδέες. Σημαίνει συνήθως δημιουργικότητα, εφευρετικότητα, αγάπη για τις τέχνες και τις επιστήμες, κ.α.
  • Consientiousness: σημειοδοτεί εργατικότητα, αγάπη για συνέπεια και τάξη.
  • Extraversion: εξωστρέφεια, κοινωνικότητα, επικοινωνία.
  • Agreeableness: αποφυγή σύγκρουσης, διάθεση για προσφορά προς τους άλλους, ενσυναίσθηση, προσήνεια.
  • Neuroticism: εύκολη εμφάνιση αρνητικών συναισθημάτων.

Τα πέντα χαρακτηριστικά τα θυμάται κανείς εύκολα από τα αρχικά τους που συνθέτουν τη λέξη OCEAN (ωκεανός).

Η προσωπικότητα είναι ένα μίγμα από αυτά τα πέντα χαρακτηριστικά με διάφορους βαθμούς έντασης το καθένα.

Αυτά που θα περιμέναμε να βρούμε σε ανθρώπους με “κλήση” προς την επιχειρηματικότητα είναι:

  • Openess αφού ζητούμενο είναι η καινοτομία αλλά κι η γρήγορη προσαρμογή σε νέες συνθήκες κι αλλαγή πλεύσης, η υιοθέτηση νέων πρακτικών κι η δυνατότητα να αφουγκράζεται κανείς το περιβάλλον, από το στενό εσωτερικό της επιχείρησης ως το ευρύτερο κοινωνικό κι οικονομικό. Θα έλεγα είναι το νούμερο 1 από το επιθυμητό μίγμα χαρακτηριστικών κι οι επίδοξοι επιχειρηματίες πρέπει να “σκοράρουν” ψηλά σε openess, πάνω από 70%.
  • Conscientiousness καθώς startup σημαίνει πολλή δουλειά. Αλλά εδώ θέλει λίγο μεγαλύτερο μέτρο γιατί η αγάπη για την τάξη και την οργάνωση οδηγεί πολλές φορές σε δυσκαμψία και δογματικότητα. Θέλουμε κάτι πάνω από 50% αλλά όχι πολύ πάνω.

Είναι επίσης επιθυμητό να έχει κανείς χαμηλό ποσοστό neurotisism για να μην καταρακωθεί ψυχικά από τις αναποδιές και τις απογοητεύσεις, το συνεχές stress και την αβεβαιότητα.

Σχετικά με την εξωστρέφεια (extraversion), άποψη μου είναι ότι για μη τεχνικούς founders είναι ένα συν καθώς κατά πάσα πιθανότητα η δουλειά τους θα επικεντρωθεί περισσότερο στις πωλήσεις και το marketing. Οι τεχνικοί founder αναμένεται να σκοράρουν χαμηλότερα σ’ εξωστρέφεια. Αν είναι πολύ χαμηλά, αυτό μπορεί ν’ αποδειχτεί πρόβλημα καθώς πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνούν αποτελεσματικά, συχνά και με πολλούς (πελάτες, επενδυτές, υπαλλήλους).

Τέλος, το εναπομένον χαρακτηριστικό (agreeableness) μάλλον δεν ταιριάζει με την επιχειρηματικότητα γιατί η τελευταία ενέχει πολύ ανταγωνισμό. Μπορεί όμως να είναι βοηθητική σ’ ένα τύπο επιχειρηματικότητας, την κοινωνική επιχειρηματικότητα.

Τα ποσοστά που αναφέρω δεν είναι απόλυτα, ούτε έχουν προκύψει από κάποια αντικειμενική μελέτη. Είναι gut feeling και γι αυτό δεν πρέπει να τα παίρνει κανείς πολύ τοις μετρητοίς. Περισσότερο σαν ένδειξη κατεύθυνσης, παρά σαν μέτρηση.

Πως όμως διαγνώνουμε τον τύπο της προσωπικότητας μας;

Υπάρχουν πολλά τεστ. Άλλα διατίθενται δωρεάν, άλλα επί πληρωμή. Πολλά χρησιμοποιούν το μοντέλο των Big Five  παραλλαγμένο ή επαυξημένο. Υπάρχουν ολόκληρες online υπηρεσίες που κάνουν αυτή τη δουλειά.

Εδώ είναι ένα δωρεάν τεστ https://openpsychometrics.org/tests/IPIP-BFFM/.

Κι εδώ ένα επί πληρωμή (πολύ μικρό ποσό): https://www.understandmyself.com/personality-assessment

Αν θέλετε να κάνετε μια διασταύρωση μπορείτε να δοκιμάσετε κι ένα αυτόματο τρόπο διάγνωσης με τη βοήθεια της IBM και λίγου machine learning.   Αρκεί να έχετε δείγματα γραπτού στ’ αγγλικά:  https://www.ibm.com/watson/services/personality-insights/

Κατά τ’ άλλα, καλή αρχή 🙂

 

 

 

 

 

 

 

 

30 χρόνια

Χτες, κάποια στιγμή που το μυαλό μου ήταν χαμένο σε μια ονειροπόληση, θυμήθηκα ότι φέτος συμπληρώνω 30 χρόνια επαγγελματικής ζωής. Η σκέψη με ξάφνιασε κάπως, κι αναπόφευκτα άρχισα να κάνω ένα απολογισμό αυτής της πορείας.

Μερικά στατιστικά πρώτα. Αυτά τα τριάντα χρόνια είναι περίπου ισομοιρασμένα ανάμεσα σε υπαλληλική ζωή και σε ζωή σαν επιχειρηματίας, σε περίπου ίσο αριθμό εταιρειών από την κάθε πλευρά: 4 σαν υπάλληλος, 3 σαν επιχειρηματίας.

Κι οι επτά αυτές εταιρείες είχαν ένα προφανές κοινό χαρακτηριστικό: τη σχέση με την πληροφορική, το ίντερνετ και τον ψηφιακό κόσμο. Αν μπρορούσα να μετρήσω φυγόκεντρες δυνάμεις από αυτό τον πυρήνα, θα έβρισκα τις περισσότερες στη προτελευταία μου απασχόληση, που είχε σχέση με digital marketing. Που όμως κι εκεί, το στοιχείο που με είχε τραβήξει, ήταν το digital κι όχι το marketing.

Για κάποιον που δεν έχει σπουδάσει πληροφορική, είναι λίγο παράξενη αυτή η εμμονή. Βέβαια, δεν θα μπορούσα να είχα σπουδάσει πληροφορική ακριβώς, γιατί δεν υπήρχαν οι σχετικές σχολές όταν ήμουν φοιτητής. Η σαγήνη του ψηφιακού κόσμου ξεκίνησε από το λύκειο, όταν πρωτοείδα ένα βιβλίο για υπολογιστές του ξαδέλφου μου που ήταν πρωτοετής ηλεκτρολόγος στο ΕΜΠ. Μετά ήρθαν τα Spectrum και τα πρώτα PC και κάπου εκεί κόλλησα. Όχι τόσο όμως ώστε να πάρω μια πορεία προγραμματιστή (πράγμα εφικτό τότε, γιατί οι περισσότεροι ήταν αυτοδίδακτοι), παρότι άρχισα να γράφω κώδικα από πολύ νωρίς και μάλιστα κάποιες στιγμές πήγαινα και στα πολύ βαθεία γράφοντας προγραμματάκια σε assembly για 8088.

Τα οικονομικά, το finance και το management τράβηξαν επίσης την προσοχή μου και η ενασχόληση μου στις εταιρείες πληροφορικής την πρώτη δεκαπενταετία ήταν γύρω από αυτά τα αντικείμενα.

Ο μικρότερος χρόνος που έμεινα σε κάποια εταιρεία ήταν το 1 χρόνος κι ο μεγαλύτερος τα 10. Σε 3 από τις 7 έμεινα 3 χρόνια, ενώ τα 10 τα πέρασα στην Oracle τη δεκαετία του 90 που ήταν κι ένα μεγάλο σχολείο απόλες τις απόψεις.

Από άποψη απολαβών, σαν υπάλληλος έβγαζα πολύ περισσότερα απότι σαν επιχειρηματίας. Αυτό μπορεί να λέει κάτι για μένα σαν επιχειρηματία, αλλά μπορεί να λέει και κάτι για την επιχειρηματικότητα γενικά. Ειδικά, την επιχειρηματικότητα που πάει να φύγει λίγο από την πεπατημένη, τη “σιγουράτζα”.

Εκ των υστέρων διαπιστώνω, ότι αυτό που με κρατούσε ή, πιο σωστά, κρατούσε το ενδιαφέρον μου σε υψηλά επίπεδα σε μια απασχόληση, ήταν ο διεθνής προσανατολισμός της εταιρείας, το κατά πόσο είχε εμπορικές σχέσεις, συνεργασίες ή εκτελούσε εργασίες εκτός Ελλάδος. Στις 5 από τις 7 παραπάνω εταιρείες υπήρχε αυτό το στοιχείο αλλά πιο έντονο ήταν σε δύο περιπτώσεις.

Συνεργαζόμενος με κόσμο από άλλες χώρες (Κορέα, Ισραήλ, Γερμανία, Βαλκάνια, ΗΑΕ, Αμερική, Ιταλία κ.α.) απέκτησα μια εικόνα του work ethic της κάθε μιας από αυτές τις χώρες.

Από πολύ νωρίς απορούσα τι ήταν αυτό που έκανε κάποιες από τις χώρες και τις εταιρείες που συναλλασόμουν πιο αποτελεσματικές, πιο κερδοφόρες, πιο καινοτόμες κτλ. Γιατί στο επίπεδο των peers δεν έβλεπα κάτι ιδιαίτερο, κάτι που να δικαιολογεί τη διαφορά. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις διέκρινα χαμηλότερο επίπεδο γενικών γνώσεων και μικρότερο commitment προς την εργασία.

Παράλληλα, όμως, έχοντας περάσει χρόνο σε διάφορα ξένα γραφεία, έβλεπα τις εταιρείες αυτές να δουλεύουν με σημαντικά μικρότερες ενδοεταιρικές εντάσεις και μ’ ένα καλοκουρδισμένο ρυθμό ενώ στην ελληνική πλευρά επικρατούσε πάντα ένα μικρό ή μεγάλο χάος. Ανεξαρτήτως βαθμίδος, το πνεύμα συνεργασίας ήταν πάντα χαμηλό και η αντιμετώπιση του άλλου καχύποπτη στην καλύτερη περίπτωση, υπονομευτική στη χειρότερη.

Ο Έλληνας στην εργασία ή φοβάται, οπότε ακολουθεί μια απαρέγκλιτη ρουτίνα για να μην χάσει τη θέση του, ή θέλει να επιβάλει τον δικό του κανόνα, όποιος κι αν είναι αυτός, από το θα έρχομαι όποτε μου καπνίσει, μέχρι το η εταιρεία θ’ ακολουθήσει εμένα.

Για να μην παρεξηγηθώ, προφανώς έχοντας γεννηθεί, ανατραφεί και μεγαλώσει σ’ αυτό το περιβάλλον, δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από αυτές τις συμπεριφορές. Απλά κάποιο κομμάτι του μυαλού μου είχε ανοίξει μια κάμερα και “κατέγραφε προς αρχειοθέτηση”.

Όπως οι περισσότεροι, από αυτή την περιορισμένη εμπειρία πηδάω σε γενικεύσεις που δεν δικαιολογούνται από το στατιστικό δείγμα. Δεν έχει σημασία όμως. Δεν γράφω paper, απλά ανασκαλεύω αναμνήσεις.

Και το ερώτημα που με απασχολεί είναι: “Can we fix it?”. Ή, πιο προσωπικά, τι έχω κάνει εγώ για να αλλάξω τα κακώς κείμενα που έβλεπα και βλέπω;

Όχι πολλά, είναι η απάντηση. Κι ίσως δεν είμαι και σε θέση πια να κάνω, όπως οξειδώθηκα μες τη νοτιά των ανθρώπων, που λέει κι ο Ελύτης.

Αλλά υπάρχει κάτι παρήγορο. Έχοντας ανακατευτεί με την νεόκοπη startup σκηνή από το ξεκίνημα της, βλέπω μια νέα γενηά (ένα μέρος της, καλύτερα) που είναι πιο ανοιχτή στις διεθνείς προκλήσεις και προοπτικές. Και που έχει μια διάθεση να πειραματιστεί όχι μόνο στα τεχνολογικά κι επιχειρηματικά αλλά και στις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Παρά τη γκρίνια, οι νέες εταιρείες που εμφανίζονται, είναι όλο και πιο ενδιαφέρουσες, με αντικείμενα όλο και πιο σύνθετα και knowledge intensive. Κι αυτό είναι σπουδαίο. Αλλά είναι το δεύτερο, οι ανθρώπινες συμπεριφορές, η ομαδικότητα, η αλληλοβοήθεια, η καλή προαίρεση, που θα κρίνουν την έκβαση, κατά την ταπεινή μου άποψη.

Κι όσο για μένα, απλά εύχομαι να είμαι ακόμα ενεργός για καιρό ακόμα για να το δω να συμβαίνει.

Πως αγοράζω βιβλία και ποιούς θα ‘πρεπε ν’ ανησυχεί

Σήμερα το πρωί έκανα μια βόλτα σε δυό Αθηναϊκά βιβλιοπωλεία, ένα μικρό κι ένα μεγάλο. Και στα δύο εντόπισα βιβλία που μ’ ενδιέφεραν αλλά δεν αγόρασα τίποτα.

Στην μεν περίπτωση του μικρού γιατί βρήκα το (ελληνικό) βιβλίο που μ’ ενδιέφερε 6 ευρώ ακριβότερα απ’ όσο θα μπορούσα να το πάρω από τον εκδότη του, και στην περίπτωση του μεγάλου γιατί τα δύο αγγλικά που μου τράβηξαν την προσοχή παρότι πολύ φθηνά σε σχέση με τα ελληνικά αντίστοιχου μεγέθους βιβλία , μια γρήγορη αναζήτηση στο amazon μου έδειξε ότι θα μπορούσα να τ’ αποκτήσω στο 1/3 αυτής της ήδη χαμηλής τιμής!

Πάνε κοντά 4 χρόνια από τότε που πήρα τον πρώτο μου ebook reader, το kindle.
Από τότε ως σήμερα άλλαξαν πολλά προς το καλύτερο για την εμπειρία της ανάγνωσης. Δεν περιορίζομαι πιο μόνο στο kindle. Διαβάζω πολύ και στο iPad mini που είναι ελαφρύ και βολικό γι αυτή τη δουλειά. Προσφέρει επίσης καλύτερη πλοήγηση από το Kindle και υποστηρίζει περισσότερα ebook format, συμπεριλαμβανομένου του pdf το οποίο προτιμούν αρκετοί έλληνες εκδότες (αν και δεν είναι πραγματικό ebook format, αλλά με καλή σελιδοποίηση και, βέβαια, δυνατότητα για υψηλής ποιότητας φωτογραφίες).

Η ευκολία με την οποία αγοράζει κανείς ηλεκτρονικό βιβλίο δεν έχει προηγούμενο και γι αυτό το προϊόν-βιβλίο που παλαιότερα αποτελούσε αποτέλεσμα επιλογής κι εμπεριστατωμένης αναζήτησης έχει γίνει πια impulse buy. Και βέβαια σ’ αυτό συντελεί κι ο παράγοντας τιμή.

Εξακολουθώ ν΄αγοράζω κι έντυπα βιβλία ακόμα.

Τεσσάρων ειδών κυρίως:

  • ό,τι έχει πολύ οπτικό υλικό και απαιτεί μεγάλη διάσταση για να το απολαύσεις (λευκώματα, graphic novels, ειδικές εκδόσεις)
  • ό,τι δεν μπορώ να βρω σε άλλη γλώσσα ή ηλεκτρονικό
  • ό,τι είναι τόσο προσεγμένο σαν έκδοση που συνιστά συλλεκτικό αντικείμενο
  • παλιά βιβλία

Γιατί τα λέω όλ’ αυτά; Γιατί η πρωινή μου βόλτα κι οι αγοραστικές κι αναγνωστικές μου συνήθειες  (στο βαθμό που αυτές οι τελευταίες είναι ή τείνουν να γίνουν κοινός τόπος), προοιωνίζουν άλλη μια καταστροφή για την ελληνική οικονομία: την καταστροφή του βιβλίου και της βιβλιοπαραγωγής.

Για ν’ ανταγωνιστεί ο έλληνας εκδότης και βιβλιοπώλης τον ξένο, μέχρι τώρα επαφίετο σε δύο πράγματα: ότι τα μεταφορικά από το εξωτερικό επιβάρυναν αρκετά την τιμή του ξένου βιβλίου, κι ότι, έτσι κι αλλιώς, τα βιβλία που γράφονταν στα ελληνικά δεν μπορούσε κανείς να τα προμηθευτεί απ’ αλλού.

Και οι δύο συνθήκες έχουν εκλείψει πλέον λόγω του ηλεκτρονικού βιβλίου: και μπορεί κανείς ν’ αγοράσει φθηνότερα το ξένο βιβλία κατευθείαν από την πηγή, και όσοι συγγραφείς (ναι, συγγραφείς, κι εδώ είναι ο κίνδυνος για τους εκδότες) ή εκδότες το επιθυμούν, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα μεγάλα κανάλια διανομής (: Αmazon, iBooks, Β&Ν)  για να εκδόσουν και να προωθήσουν τα βιβλία τους.

Το παιχνίδι της διανομής έχει πλέον χαθεί για τον ελληνικό κόσμο του βιβλίου. Είναι θέμα χρόνου.  Το στοίχημα που μένει είναι να μην χαθεί και το παιχνίδι της παραγωγής.

Ειδήσεις από το διάστημα

Πριν 3 χρόνια έγραφα ενθουσιασμένος για ένα πείραμα αποστολής από ερασιτέχνες μιας κάμερας στην στρατόσφαιρα, και για την αντίστοιχη βιντεοσκόπηση όλου του ταξιδιού.

Σήμερα έμαθα ότι  κι ένας Έλληνας επιχείρησε κάτι ανάλογο, και μάλιστα για δεύτερη φορά. Καλωσορίστε το SlaRos Project.

[via]

Μυτιλήνη: ο γρίφος με το λάδι

This slideshow requires JavaScript.

Στη διαδρομή  από το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης προς την πόλη, ο ελάχιστα παρατηρητικός περαστικός δεν θ’ αποφύγει να προσέξει -και να εντυπωσιαστεί- από μια σειρά μεγαλόπρεπων σπιτιών. Η λέξη ‘σπίτια’ τ’ αδικεί. Πρόκειται  καλύτερα για επαύλεις  και μέγαρα, παραταγμένα και στις δυό μεριές του δρόμου.

Η περιοχή λέγεται Σουράδα και φιλοξενεί μια σειρά αρχιτεκτονικούς ρυθμούς (νεοκλασσικό, νεογοτθικό, εκλεκτικισμό κ.α.) σε συχνότητα και πυκνότητα που δεν έχω δει σε άλλο μέρος στην Ελλάδα.

Αλλά κι η υπόλοιπη πόλη της Μυτιλήνης είναι διάσπαρτη από μεγάλα εντυπωσιακά κτίρια, είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά, πράγμα που έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τα στενά, ως επί το πλείστον, δρομάκια της που προδίδουν το οθωμανικό παρελθόν της.

Είναι γνωστό ότι αυτή η αρχιτεκτονική πανδαισία είναι κληρονομιά μιας εποχής που το νησί γνώριζε δόξες και κυρίως πλούτο: στα τέλη του 19ου αιώνα κι τις αρχές του 20ου. Βάση αυτού του πλούτου ήταν η ελιά που και σήμερα ακόμα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργημένων εκτάσεων (κάπου διάβασα ότι τα ελαιόδεντρα αριθμούν τα έντεκα εκατομύρια).

Περιδιαβαίνοντας την οποιαδήποτε σχετικά σημαντική πόλη του νησιού είναι απίθανο να μην πέσεις πάνω στα ερείπια κάποιου παλιού ελαιουργείου με τη χαρακτηριστική ψηλή καμινάδα ή ότι έχει μείνει απ’ αυτήν τέλος πάντων. Κι έτσι καταλαβαίνεις ότι σε κείνη την εποχή της ακμής, δεν ήταν σκέτα η γη που έπαιξε ρόλο, αλλά κυρίως η βιομηχανική  εκμετάλλευση της. Γιατί τα ελαιουργεία αυτά ήταν ατμοκίνητες βιομηχανικές μονάδες κι όχι τα παλια απλά λιοτρίβια που είχαν κινητήρια δύναμη μουλάρια και γαϊδούρια.

Κι όπου υπάρχει βιομηχανία υπάρχει κι αστική τάξη. Και τα μέγαρα της Σουράδας είναι δικά της δημιουργήματα.

Η οικονομική άνθηση του νησιού οφείλεται κατά πολύ στην φιλελευθεροποίηση του οθωμανικού καθεστώτος του 1839 (το λεγόμενο τανζιμάτ = μεταρρύθμιση) η οποία επέτρεψε στους χριστιανούς να επιδίδονται σε οικονομικές δραστηριότητες που δεν επιτρέπονταν ή επιτρέπονταν με περιορισμούς στο παρελθόν. Επιπλέον, μια σειρά από άλλα κίνητρα βοήθησαν ιδιαίτερα όπως οι μηδενικοί δασμοί για την εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού. Έτσι, η Λέσβος ανάπτυξε μια δυναμική εξαγωγική οικονομία γύρω από την ελιά κι έγινε σταδιακά ο κύριος τροφοδότης λαδιού και σαπουνιού της οθωμανικής ενδοχώρας  αλλά και των χωρών του Ευξείνου.

Επισκεφτήκαμε και τα δύο  μουσεία ελαιουργεία που έχει το νησί (κι η Ελλάδα ολόκληρη): το ένα στον Πάπαδο κοντά στο Πλωμάρι, κι  άλλο ένα στην Αγ. Παρασκευή κοντά στην Καλλονή.  Είχαμε έτσι την ευκαιρία να δούμε  όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Ο λέβητας που ζεσταινόταν το νερό και γινόταν ατμός και κινούσε με τη σειρά του όλο το εργοστάσιο ήταν ένα μεγάλο καζάνι, που αποτελείτο από  δύο κυλίνδρους τον ένα μέσα στον άλλον. Στον εσωτερικό έμπαινε σαν καύσιμο το κατάλοιπο της ελιάς   και ο μεγάλος γέμιζε με 2/3 νερό που όταν θερμαινόταν επαρκώς κι αποκτούσε γινόταν ατμός. Όταν ο ατμός ‘σήκωνε’ πίεση άνοιγαν μια βαλβίδα και τον διοχέτευαν στο κύκλωμα της ατμομηχανής που με τη σειρά της, μέσω ιμάντα, έδινε κίνηση σ΄ ένα μεγάλο άξονα που διέτρεχε την μια πλευρά του κτιρίου. Απ’ αυτόν τον άξονα, πάλι μέσω ιμάντων, έπαιρναν κίνηση τα δυο μεγάλα τριβεία που γινόταν η αρχική σύνθλιψη της ελιάς, και μετά 3 πρέσσες που συμπίεζαν τον πολτό κι έβγαζαν το λάδ και τέλος συσκευές Laval που γινόταν διαχωρισμός του λαδιού.

Δύο ενδιαφέροντα μηχανολογικά στοιχεία: οι πρέσσες και στα δύο εργοστάσια, κι ο ατμολέβητας του ενός ήταν κατασκευής του εργοστασίου Ισηγόνη στη Σμύρνη που ήταν ένας από τους βασικούς προμηθευτές των ελαιουργίων. Αν δεν σας λέει τίποτα το όνομα, θυμίζω ότι ο Alec Issigonis, απόγονος της οικογένειας των βιομηχάνων, ήταν ο σχεδιαστής του περιβόητου Μίνι Κούπερ. Η αρχική ατμομηχανή του Πάπαδου ήταν επίσης κατασκευή ενός μηχανουργείου της Μυτιλήνης. Την περίοδο εκείνη μόνο η Σμύρνη, η Σύρος κι ο Πειραιάς είχαν μηχανουργεία με τέτοιες δυνατότητες συνεπώς η κατασκευή αυτή ήταν τεχνολογικό επίτευγμα για την εποχή.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή η οικονομική ευμάρεια σταματάει απότομα. Πολύ απότομα. Τόσο που να ψάχνεις να βρεις κάτι άξιο λόγου που να έχει κτιστεί μετά το 1922 και να μην μπορείς. Κι είναι αυτό ένας γρίφος. Γιατί, ναι μεν, με το σχηματισμό του νεώτερου Τουρικού κράτους αλλά και την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, οι Μυτιληνιοί παραγωγοί λαδιού και σαπουνιού έχασαν εν μια νυκτί τις παραδοσιακές αγορές τους κι έτσι μια κρίση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά δεν είναι κατανοητό, τουλάχιστον σε μένα, γιατί δεν αναζήτησαν άλλες αγορές πιο δυτικά, παρά άφησαν όλες τις παλιές δραστηριότητες να εκφυλιστούν και τελικά να εκπνεύσουν. Δεν μπορεί δε να ήταν θέμα αύξησης του εργατικού κόστους αφού οι ήδη εξαθλιωμένοι χωρικοί που αποτελούσαν την κύρια εργατική δύναμη απλά πολλαπλασιάστηκαν με την έλευση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Ίσως κάποια αναδιανομή γης ή μεταβολή των διεθνών τιμών του λαδιού να μην επέτρεπε πλεόν μεγάλες παραγωγές και κέρδη. Το ακόμα πιο περίεργο είναι ότι η ελαιοπαραγωγή δεν σταμάτησε ποτέ. Απλά δεν έχει πια την ικμάδα του παρελθόντος και σταμάτησε να δημιουργεί μεγάλες περιουσίες.Μετά την Μικρασιατική δοκιμάστηκαν συνεταιριστικές μορφές παραγωγής (το ελαιοτριβείο στην Αγ. Παρασκευή είναι συνεταιριστικό) που πιθανώς να υπάρχουν ακόμα. Πάντως, τίποτα στο νεώτερο Μυτιληνιό αρχιτεκτονικό τοπίο δεν ‘μιλάει’ για μοντέρνα ελαιουργία όπως μιλούσαν οι καμινάδες στο παλιό.

Για τη σαπωνοποιία, την συγγενική αυτή βιομηχανική δραστηριότητα που βασίζεται σαν πρώτη ύλη στο κατάλοιπο της ελαιοπαραγωγής, μπορώ να καταλάβω ότι δεν ήταν μόνο θέμα αγορών αλλά και (ίσως κυρίως) τεχνολογίας. Τα μοντέρνα, τελείως χημικά, σαπούνια εκτόπισαν τα παληά, τα βασισμένα στην ελιά. Είναι ενδιαφέρον ότι η οικογένεια Παπουτσάνη, της ομώνυμης φίρμας σαπουνιών, προέρχεται από τη Μυτιλήνη. Το εργοστάσιο Παπουτσάνη στο Πλωμάρι έβγαζε κατά κύριο λόγο λάδι και σαν υποπροϊόν σαπούνι. Η οικογένεια πρόβλεψε την επερχόμενη καταστροφή και γι αυτό φρόντισε να μεταφέρει τις δραστηριότητες της στον Πειραιά κι έτσι διασώθηκε για ένα ακόμα αιώνα.

Είναι επίσης περίεργο πως μετά την χρυσή εποχή των λαδιών άνθισε η ποτοποιϊα του ούζου με δεκάδες μικρές φίρμες. Και μάλιστα παρά την έλλειψη τοπικής παραγωγής της πρώτης ύλης: της αιθυλικής αλκόολης που συνήθως βγαίνει από σταφύλια ή σταφίδες. Υπάρχει βέβαια τοπική παραγωγή γλυκάνισου αλλά το ακλόολ έρχεται, όπως μας είπαν σ’ ένα εργοστάσιο, από την Πάτρα!

Η τελευταία ‘βιομηχανία’ που ανέπτυξε η Λέσβος, κι αυτήν μάλλον αναιμικά, είναι ο τουρισμός. Συγκριτικά με την Κρήτη ή τη Ρόδο οι επιδόσεις είναι αστείες παρότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις. Πολλοί το αποδίδουν σε μια ιδιότυπη καραντίνα του νησιού από μεριάς επίσημης πολιτείας, λόγω του αριστερού προσανατολισμού του εκλογικού του σώματος. Αυτό μπορεί να έχει αλήθεια σ’ ότι αφορά επιδοτήσεις αλλά και πάλι δεν βλέπω πως θα στεκόταν εμπόδιο σ’ ιδιώτες που θα θέλαν να χτίσουν μοντέρνες τουριστικές μονάδες.

Περιηγούμενος το ανατολικό κυρίως τμήμα του νησιού, είχα πολλές φορές την αίσθηση ότι αφενός δεν βρίσκομαι σε νησί, κι αφετέρου δεν βρίσκομαι σε ελληνικό έδαφος. Η πυκνή βλάστηση, τα δίπατα σπίτια με τα χρωματιστά παράθυρα, τα τειχία από τον κοκκινωπό τραχείτη, τα μέγαρα με τους γύψινους διάκοσμους και τα ζωγραφιστά νταβάνια και τα κουφάρια των εργοστασίων που κάποια έχουν αναστηλωθεί κι έχουν γίνει ξενοδοχεία κι άλλα μουσεία, θυμίζουν περισσότερο Ιταλία ή Νότια Γαλλία παρά Ελλάδα.

Υπάρχει κάτι παραπάνω σε αρχοντιά σ’ αυτά που βλέπει κανείς και μια ηρεμία κι ηπιότητα που σίγουρα αντανακλάται και στο θυμικό των κατοίκων. Δεν θυμάμαι ν’ άκουσα ντόπιους να φωνάζουν, έστω και για πλάκα. Ίσως πάλι αυτή η ηρεμία να είναι η μάσκα μιας μελαγχολίας. Της μελαγχολίας των πληβείων που ζουν σ’ ένα αρχοντικό σκηνικό με τα φαντάσματα των πατρίκιων που δεν κατάφεραν ακόμα ν’ αντικαταστήσουν.

Η ελληνική ‘εκστρατεία’ στο MWC

This slideshow requires JavaScript.

Χρόνια τώρα που παρακολουθώ διεθνή event, κατατάξεις, στατιστικές κτλ είχα μια απορία κι ένα παράπονο: σε πολλά απ’ αυτά η χώρα μας ήταν απούσα χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Και λέω χωρίς προφανή λόγο γιατί αν επικαλεστεί κανείς σαν δικαιολογία τα κακά οικονομικά, την ανύπαρκτη βιομηχανία, το ειδικό αντικείμενο κτλ θα πρέπει να εξηγήσει πως μικρότερες και φτωχότερες χώρες κατόρθωναν να δίνουν το παρόν ενώ εμείς ‘λάμπαμε’ δια της απουσίας μας. Η εξήγηση νομίζω πρέπει ν’ αναζητηθεί στην έλλειψη πνεύματος συνεργασίας που μας διακρίνει και στην ως τώρα ‘συνεπή’ εσωστρέφεια μας. Εσωστρέφεια που τροφοδοτούσε διαρκώς ο κρατικοδίαιτος προσανατολισμός των επιχειρήσεων μας.

Μ’ αυτά κατά νου, το γεγονός και μόνο ότι φέτος η Ελλάδα κατόρθωσε να συμμετάσχει με εθνική αποστολή στο Mobile World Congress, την μεγαλύτερη εμπορική έκθεση/συνέδριο γύρω από την κινητή τηλεφωνία, είναι από μόνο του κατόρθωμα. Κι είναι και σήμα των καιρών, γιατί επιβεβαιώνει μια άλλη τάση που έχουμε διαπιστώσει πολλαπλά τα τελευταία 3 χρόνια: τον αναπροσανατολισμό των επιχειρηματικών σχεδιασμών προς την εξωστρέφεια. Κι ενώ αυτό είναι πια κοινός τόπος για τα startups που απαρτίζουν το μικρό μεν ακόμα, αλλά κινητικό ελληνικό οικοσύστημα, είναι επίσης πραγματικότητα και για όσες πιο παραδοσιακές ή παλαιές εταιρείες αγωνίζονται σοβαρά να επιβιώσουν.

Διευκρίνηση: όταν μιλάμε για ελληνική παρουσία στο  MWC δεν αναφερόμαστε στην παρουσία ελληνικών εταιρειών μόνο αλλά στη συγκροτημένη εθνική παρουσία κάτω από ελληνικό περίπτερο. Γιατί παρουσία ελληνικώς εταιρειών υπήρχε και στο παρελθόν. Velti, InternetQ, Globo και Intracom ήταν και φέτος παρούσες με δικά τους μεγάλα κι εντυπωσιακά περίπτερα.  Το καινούργιο ήταν το εθνικό περίπτερο που στέγαζε κάτω από τη σκέπη του τις μικρότερες εταιρείες που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα αυτόνομης παρουσίας στο MWC.

Το εθνικό περίπτερο ήταν αποτέλεσμα μιας λίγο άτσαλης, ίσως λόγω αρχής, αλλά τελικά αποτελεσματικής συνεργασίας των ενώσεων εταιρειών, των εταιρειών και του ελληνικού κράτους που το χρηματοδότησε σε μεγάλο μέρος και που γι αυτό και μόνο παίρνει πόντους εκεί που συνήθως τους χάνει.

Ενορχηστρωτής της προσπάθειας ήταν ο ΣΕΚΕΕ και μια σειρά από κλαδικές οργανώσεις που μαζί με τους λοιπούς εκθέτες, σπόνσορες και συμμετόχους φαίνονται παρακάτω:

PLEURA-PERIPTEROY_FINAL

 

Εθνικά περίπτερα είχαν μια πλειάδα χωρών, κι αρκετά απ’ αυτά τα φωτογράφισα για να μπορεί κανείς να κάνει γρήγορες οπτικές συγκρίσεις.

Κατασκευαστής του περιπτέρου ήταν μια ισπανική εταιρεία κι από αισθητική τα πήγε καλά. Από άποψη μεγέθους και τοποθεσίας στο χώρο της έκθεσης δεν ήταν από το πιο επιφανή αλλά αυτό το καθορίζουν τα οικονομικά κι οι έγκαιρες αποφάσεις και σ’ αυτά έχουμε υστέρηση.

Για να έχουμε μια αίσθηση των αναλογιών: το ελληνικό περίπτερο βρισκόταν στο 8ο (και τελευταίο) τμήμα της έκθεσης, αυτό που ήταν αφιερωμένο στις εφαρμογές. Στα προηγούμενα επτά υπήρχε πολύ hardware και πολλά … meeting rooms. Meeting rooms; Ναι. Γιατί αν πιστεύετε ότι αυτή η έκθεση είναι για να πας να χαζέψεις την πραγμάτεια των εκθετών, μάλλον έχετε χάσει την ουσία. Η έκθεση περισσότερο λειτουργεί σαν αφορμή. Η ουσία του γεγονότος είναι ότι φέρνει στον ίδιο τόπο τους κύριους decision makers και τεράστιο αριθμό στελεχών του κλάδου, σε πυκνότητα που καμιά εταιρεία μόνη της δεν θα ονειρευόταν να καταφέρει. Και γι αυτό η κύρια δραστηριότητα της έκθεσης είναι το networking κι οι συναντήσεις. Αν αυτό δεν ακούγεται αρκετά πειστικό ίσως το γεγονός ότι μεγάλες εταιρείες πληρώνουν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες, μπορεί κι εκατομύρια, ευρώ για να στήσουν κλειστούς χώρους συναντήσεων πολλών δεκάδων τετραγωνικών, ίσως πείθει καλύτερα. Σαν αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος του εκθεσιακού χώρου είναι off limits για τον περαστικό.

Το υπόλοιπο πάντως δεν είναι ευκαταφρόνητο κι έχει από κινητές συσκευές (η μερίδα του λέοντος των εκθεμάτων),tablets, σ’ αρκετές περιπτώσεις και laptops, φωτογραφικές και κάμερες, τεχνολογίες υποδομών δικτύων κινητής, όργανα ανάλυσης και μετρήσεων, επιχειρηματικές εφαρμογές, συστήματα πληρωμών κτλ.

Στο κομμάτι των εφαρμογών και υπηρεσιών, δύο ήταν οι κατηγορίες που κυριαρχούσαν εμφανώς:  διαφημιστικές πλατφόρμες για κινητά και ανάπτυξη εφαρμογών για κινητά.  Για το τελευταίο το μενού περιλάμβανε βέβαια λειτουργικά κινητών συσκευών (εκτός από το πανταχού παρόν Android, η Microsoft, απούσα η ίδια από την έκθεση αλλά χρυσός χορηγός του MWC, είχε προσπαθήσει πολύ να κάνει αισθητή την παρουσία της χωρίς να το πολυκαταφέρνει). Η Intel ευαγγελιζόταν HTML5 προσφέροντας εργαλεία να μετατρέψεις native εφαρμογές σε HTML5, πράγμα που είναι το ανάποδο απ’ αυτό που οι περισσότεροι αναζητούν, το Mozilla Foundation παρουσίαζε το Firefox OS συνοδεία καταπληκτικού καφέ,  και κάπου μέσα στο όλο χαμό υπήρχε χώρος και για το Tizen το καινούγιο λειτουργικό που σπρώχνει αρκετά η Samsung. Ακολούσαν frameworks cross platform ανάπτυξης εφαρμογών αλλά όχι τα γνωστά (appcelerator και  phonegap δεν είδα πουθενά).

Μιας κι είπα  Samsung,  η Samsung ήταν η πιο εντυπωσιακή παρουσία της έκθεσης κατά τη γνώμη μου. Δεν ήταν μόνο το τεράστιο κι εντυπωσιακό, πάντα γεμάτο, περίπτερο της. Ήταν που κατάφερνε να είναι παρούσα σ’ όλους τους χώρους. Είτε με άλλα περιφερειακά ή εξειδικευμένα περίπτερα, είτε ως χορηγός. Ακόμα και στο ελληνό περίπτερο φιγουράριζε το λογότυπο της. Με τις Google, Microsoft και Apple απούσες από την έκθεση, η Samsung εύκολα έπαιρνε τις εντυπώσεις της νέας μεγάλης δύναμης.

Από άποψη νέων τεχνολογιών, δυο ακρωνύμια συναντούσε συνεχώς κανείς στα περίπτερα: NFC και LTE.

Πίσω στην ελληνική παρουσία: οι περισσότεροι εκθέτες του ελληνικού περιπτέρου δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία παρουσίας σε τέτοια έκθεση. Απ’ αυτή την άποψη η ελληνική προσπάθεια είχε μάλλον εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Η ‘γωνίτσα’ μας δεν πέρασε απαρατήρητη. Βοήθησε και το ελληνικό πάρτυ που έγινε στο ελληνικό περίπτερο την Τετάρτη στις 4.30 μμ . Ποτά χαρακτηριστικά ελληνικά (τσικουδιά και μαστίχα), κρασί, ελιές, γραβιέρα, παξιμαδάκια. Απλό αλλά αποτελεσματικό. Δυο Δανοί παριστάμενοι μου εκθείασαν την ιδέα και την πρωτοβουλία λέγοντας ότι το να προσφέρουμε παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα μας διαφοροποιούσε από τα άλλα συναφή πάρτυ που είχαν παντού μια από τα ίδια.

Αλλά και πέραν αυτού, πολλοί παραξενεύονταν που είχαμε περίπτερο, δεδομένης της πασίγνωστης πια κρίσης μας και της προηγούμενης απουσίας. Στη γωνιά της ‘γωνίτσας’ ήταν και το stand του MomoAthens που φιλοξενούσε τα ελληνικά startups και που το Jupitee παρουσίαζε την πλατφόρμα του μέσα από τη σχετική εφαρμογή. Για το πως πήγε θ’ αφήσω τη Βίκη να μας πει.

Από ερωτήσεις προς τους άλλους εκθέτες, κατάλαβα ότι δημιούργησαν leads και … εκτέθηκαν. Τον αριθμό και την ποιότητα των leads είναι νωρίς ν’ αποτιμήσουμε. Πάντως δεν επέστρεψαν μ’ άδειες αποσκευές.

Ελληνική παρουσία startups υπήρχε κι εκτός της έκθεσης: Bugsense, Warply  και Taggzy συμμετείχαν σε pitches και μίνι competitions. Δεν είχαμε καμιά διάκριση αλλά και μόνο η πολλαπλή παρουσία είναι επιτυχία.

Διάβασα ελληνικές αναφορές από το MWC που λένε ότι η διοργάνωση φθίνει γιατί οι μεγάλοι έλειπαν (επειδή προτιμούν να κρατούν το PR για δικά τους αποκλειστικά  event) κι ότι δεν είχαμε μεγάλες ανακοινώσεις εταιρειών. Μπορεί. Αλλά αυτό είναι ζήτημα που θ’ αργήσει να μας απασχολήσει. Το θέμα μας είναι πως θα συντονιστούμε οργανωμένα σε μια νέα εξωστρέφεια. Κι απ’ αυτή την άποψη φαίνεται πως κάναμε το πρώτο πετυχημένο βήμα.