Category Archives: Business

3+1 funds κι ο αγώνας δρόμου


Χωρίς υπερβολή μπορώ να πω ότι το σημερινό Open Coffee ήταν το πολυπληθέστερο της 5χρονης ιστορίας του. Κι ίσως το σημαντικώτερο. Καθόλου παράξενο δε, αφού το αντικείμενο ήταν η παρουσίαση των τριών από τα τέσσερα νέα κεφάλαια υψηλού κινδύνου (VCs) που δημιουργήθηκαν στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού  Jeremie. Τα κεφάλαια αυτά έρχονται σα δροσιά στο επί μακρόν χρηματοδοτικά άνυδρο τοπίο της ελληνικής νεοφυούς επιχειρηματικότητας [Σημείωση: θαυμάζω τον εαυτό μου, τα είπα όλα ελληνικά ως τώρα :)].

Και η σημασία αυτού του σημείου καμπής, γιατί περί τέτοιου πρόκειται, έγινε αντιληπτή από το σύνολο της σχετικής κοινότητας.

Τα funds που αυτοπαρουσιάστηκαν ήταν τα:

  1.  Odyssey Venture Partners
  2.  PJ Tech Catalyst
  3. Openfund II

κι η σειρά παρουσίασης μάλλον δεν ήταν τυχαία. Πρέπει να ήταν ανάλογη του ύψους των κεφαλαίων προς επένδυση που το κάθε fund  έχει,  ή συντομα θα έχει, συγκεντρώσει. Πιο συγκεκριμένα:

  1.  Odyssey Venture Partners  30-40 εκατ. ευρώ (το fund δεν έχει τυπικά κλείσει ακόμα).
  2.  PJ Tech Catalyst 15 εκατ. ευρώ
  3. Openfund II 10 εκατ. ευρώ
Το τέταρτο fund που δεν μπόρεσε να παρευρεθεί είναι το First Athens.  Αγνοώ προς το παρόν το ύψος των κεφαλαίων που έχει ‘σηκώσει’ αλλά αν είναι κάπου στο μέσο των άλλων τριών τότε μιλάμε για περί τα 80 εκ.  σύνολο διαθέσιμων κεφαλαίων προς επένδυση και μάλιστα μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.
Οι παρουσιάσεις είχαν κι ένα πολύ απαραίτητο άλλο στοιχείο πέραν των καθαρά χρηματοτεχνικών: φανέρωσαν στον κόσμο τα πρόσωπα και τα προφίλ των διαχειριστών αυτών των κεφαλαίων. Μια πρώτη παρατήρηση είναι πως υπάρχει σε όλα τα σχήματα το απαίτητο διεθνές flavor: είτε Έλληνες του εξωτερικού, είτε ξένοι που ζουν στην Ελλάδα. Και πως υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι της τεχνολογίας στα σχήματα, πράγμα που αποτελεί εχέγγυο καλύτερης αντίληψης κι αξιολόγησης των προτάσεων.
Το νούμερο όμως των κεφαλαίων προς επένδυση  είναι πολύ μεγάλο για να μην είναι δυνητικά επικίνδυνο. Κι οι κίνδυνοι του είναι αφενός οι γνωστοί του ‘να φάμε τα λεφτά γρήγορα τώρα που τα βρήκαμε΄, αφετέρου οι προερχόμενοι από το ενδεχόμενο άγχος να πιαστεί ο στόχος της τριετίας και τις εκπτώσεις στα κριτήρια και την αξιολόγηση που μπορεί να προκαλέσει. Αυτό το τελευταίο (το πιάσιμο του στόχου) είναι πραγματικά δύσκολο καθαρά για λόγους αριθμητικής: με 80 εκατ. προς διάθεση ακόμα κι αν δινόταν μισό εκατομύριο κατά μέσο όρο σε κάθε χρηματοδήτηση, θα χρειάζονταν 160 startups άξια λόγου για χρηματοδότηση. Που σημαίνει ένα pool τουλάχιστον 500-1000, νούμερο πραγματικά πάρα πολύ μεγάλο για τα ελληνικά δεδομένα.
Αλλά ας αφήσουμε αυτό το άγχος στους fund manager.  Το ζητούμενο της άλλης μεριάς (των startupers) είναι η ανάδειξη πρωταθλητών, όχι Β’ εθνικής, αλλά από UEFA και πάνω. Κι από αυτή την άποψη είναι ευκαιρία. Μοναδική και χωρίς υπερβολή ιστορική. Που αν την προσπεράσουμε δεν ξέρω πότε θα μας ξαναδοθεί στο μέλλον.

Δείτε επίσης:

Κι οι σχετικές παρουσιάσεις

Πριν 5 χρόνια παρά 2 μέρες: στις ρίζες του OpenCoffee

Χτες, κάνοντας μια ταχτοποίηση στο δίσκο του παλιού μου PC, έπεσα πάνω σ’ ένα από τα αρχαία επεισόδια του metablogging radio (Σημείωση για τους φρέσκους αναγνώστες: έτσι ονομαζόταν το podcast αυτού του blog). Ήταν μια μισάωρη συζήτηση με το Γιώργο Τζιραλή για την ιστορία του  Open Coffee.

Και τότε μεν η ‘ιστορία’ του μέτραγε σε μήνες όσο περίπου μετράει τώρα σε χρόνια. Κάθισα και άκουσα όλη την εκπομπή (που κρίνοντας από απόσταση, τη βρίσκω πια πολύ άτεχνη, αλλά γι αυτό φρέσκια) και θυμήθηκα, ή καλύτερα, ξαναέμαθα τις λεπτομέρειες του πως ξεκίνησε αυτή η σημαδιακή για την Ελληνική  startup σκηνή πρωτοβουλία.

Σήμερα πρόσεξα πως έχουν περάσει 5 χρόνια παρά 2 μέρες από την ημερομηνία που δημοσιεύτηκε αυτό το επεισόδιο. Πολύς καιρός! Κι εν τω μεταξύ έχουν αλλάξει πολλά. Προς το καλύτερο.

Ήθελα να κάνω reblog  αυτό το επεισόδιο αλλά αυτό το blog δεν είναι tumblr, ούτε  wordpress.com και δεν διαθέτει αντίστοιχες λειτουργίες, οπότε για να το φέρω στην επιφάνεια χρειάστηκε ν’ αναβιώσω καταρχήν το παλιό podpress plugin (γιατί χωρίς αυτό δεν φαινόταν τίποτα) και ν’ αντιγράξω τη διεύθυνση του αρχείου παρακάτω.

Σημειωτέον, ότι το  podpress που κάποτε έπαιζα στα δάχτυλα, μου φάνηκε βουνό κι εντελώς ακατανόητο πλέον.

Αν σας κίνησα την περιέργεια ή  ανασκάλεψα παλίες μνήμες σας, κατεβάστε το αρχείο από τον παρακάτω σύνδεσμο:

Metablogging Radio Επεισόδιο 12

Ή αν πάλι βαριέστε να κατεβάζετε, κατηφορήστε τη λεωρόρο της μνήμη προς το παλιό επεισόδιο του MBR . Θα σας δυσκολέψει λίγο το ότι ο  audio player κρύβεται πια κάτω από το like button (τουλάχιστον, εγώ έτσι το βλέπω). Σημείο των καιρών κι αυτό.

 

Οι προϋποθέσεις για μια πετυχημένη κοινότητα startup

Αγόρασα τις προάλλες το βιβλίο του Brad Feld Startup Communities κι έχω ξεκινήσει να το διαβάζω χωρίς να έχω έρθει ακόμα στο ‘ζουμί’. Σήμερα όμως είδα αυτό το ποστ του Mark Suster που καταπιάνεται με το ίδιο θέμα (και συστήνει και το ίδιο βιβλίο) αλλά δίνει τις δικές του απαντήσεις. Πριν λοιπόν διαβάσω το βιβλίο κι εμβαθύνω (αν μπορέσω) κι εγώ, είπα να κάνω μια άσκηση: να χρησιμοποιήσω τα κριτήρια που παραθέτει ο Suster και να δω τι απ’ αυτά πληρεί η Αθήνα. Θα είχε ενδιαφέρον να επαναλάμβαναν την άσκηση όσοι διαβάσουν το ποστ και είναι από άλλες πόλεις που έχουν μια κάποια δραστηριότητα σχετική με startup (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Γιάννενα, Βόλος, Χανιά/Ηράκλειο).

Ακολουθουν τα  κριτήρια του Suster (με έντονα) κι η δική μου απάντηση/σχόλιο για την Αθήνα:

1. A Strong Pool of Tech Founders

Στην ουσία μιλάει για ύπαρξη ‘ταλέντων’. Χωρίς μεγάλη ιστορία πίσω είναι δύσκολο να πεις κάτι με βεβαιότητα αλλά θα κάνω την υπόθεση ότι διαθέτουμε τέτοια ταλέντα, κυρίως γιατί έχει φανεί από τους Έλληνες που δραστηριοποιούνται εκτός Ελλάδος. Και βέβαια μεγάλο μέρος τους προέρχεται από την Αθήνα.

2. Local Capital

Ο MS λέει ότι αν δεν υπάρχει τοπικό κεφάλαιο δύσκολα ξεκινάει κάτι. Είναι ενδιαφέρον να διερευνήσουμε τι σημαίνει ‘τοπικό’. Ευρωπαϊκά κεφάλαια που προέρχονται από κάποια κοινοτική χρηματοδότηση δεν είναι ‘τοπικά’, IMHO. Τοπικό είναι το κεφάλαιο που έχει δημιουργηθεί στο συγκεκριμένο τόπο σαν πλεόνασμα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Και τέτοιο στον τομέα της τεχνολογίας διαθέτουμε αρκετό. Αλλά αν αφαιρέσουμε τη συνιστώσα ‘κοινοτικοί πόροι’ κι από την συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα που το γέννησε, τότε δεν μένει πολύ. Υπάρχει όμως κάποιο, διάσπαρτο. Κι η συμβουλή του MS είναι οι τοπικοί  angels να συνασπιστούν σ’ ένα μικρό VC βάζοντας μπροστά κάποιους έμπειρους διαχειριστές. Θεωρώ πιθανό να δούμε κάτι τέτοιο σύντομα.

3. Killer Events

Αυτό είναι κάτι που συμπτωματικά συζητούσαμε τις προάλλες στο Colab. Ναι, δεν διαθέτουμε κάποιο μεγάλο διεθνές event ακόμα αλλά τα διάφορα TED έδειξαν ότι υπάρχει πλέον δυναμική και τεχνογνωσία για να δημιουργηθεί κάποιο τέτοιo. Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι τουριστικός προορισμός κάνει εύκολη την προσέλκυση προσωπικοτήτων αλλά και συνέδρων από άλλες χώρες γιατί μπορούν να συνδιάσουν δυο σε ένα: και το συνέδριο και λίγες μέρες στην  θάλασσα..

4. Access to Great Universities

“Great” Πανεπιστήμια δεν διαθέτουμε. Δεν είμαι σίγουρος αν διαθέτουμε καν Πανεπιστήμια πια αλλά αν είναι δύο ιδρύματα που μπορούν να διεκδικήσουν στο μέλλον το ρόλο του φυτώριου της startup επιχειρηματικότητας αυτά μάλλον θα είναι το Μετσόβειο και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών που έχουν ήδη δώσει τέτοια δείγματα.

5. Motivated “Champions”

Μιλάμε για πρεσβευτές του τόπου με διεθνή ακτινοβολία. Κάποιους που θα υποδέχονται τους επισκέπτες και που οι επισκέπτες θα θεωρούν τιμή τους ότι τους συνάντησαν. Εδώ είμαστε μακρυά ακόμα.

6. Local Press / Websites / Organizational Tools

Παρότι το οικοσύστημα του τύπου στην Αθήνα είναι μεγάλο και θεωρητικά θα μπορούσε να παίξει ρόλο προωθητή, δεν έχω μεγάλες ελπίδες. Μεγαλύτερες ελπίδες έχω από τα τοπικά blog που τουλάχιστον όταν γράφουν για το θέμα ξέρουν πάνω κάτω και για τι μιλάνε.

7. Alumni Outreach

Αυτό το κριτήριο μάλλον δεν έχει νόημα: οι Έλληνες όταν πετυχαίνουν δεν φεύγουν από τον τόπο τους. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Γυρνάνε σ’ αυτόν αν πετύχουν αλλού.

8. Wins

Το μεγαλύτερο και σημαντικώτερο όλων: χωρίς τοπικές επιτυχίες που θα γίνουν φάρος κι έμπνευση δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Εδώ απλά νομίζω ότι έχει αρχίσει να χαράζει κάποιο φως αλλά μας λείπουν έντονα.

9. Recycled Capital

Πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο. Ανακυκλωμένο κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο από κάποιο  exit που επανεπενδύεται σ’ άλλο startup. Ελλείψει exit δεν έχουμε ιδιαίτερη ανακύκλωση.

10. Second-Time Entrepreneurs

Μιλάμε κυρίως για στελέχη (όχι επιχειρηματίες) κάποιου startup που πέτυχε και που με τη σειρά τους αποφασίζουν να ακολουθήσουν τον επιχειρηματικό δρόμο. Και πάλι είναι νωρίς για να διαθέτουμε κάτι τέτοιο μ’ εξαίρεση ίσως την κινητικότητα που δείχνει κάποιος κόσμος προερχόμενος από τη Velti και την Upstream που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά.

11. Ability To Attract a Pool of Engineers

Προφανώς πέραν των ντόπιων η Αθήνα αυτή τη στιγμή δυσκολεύεται πολύ να προσελκύσει ταλέντα για τους γνωστούς λόγους. Δεν ξέρω τι μπορεί ν’ αλλάξει σύντομα. Το χαρτί του καλού κλίματος πάντως δεν το έχουμε παίξει.

12. Tent-pole Local Tech Companies

Εδώ μιλάμε για μεγάλες εταιρείες, κατά τεκμήριο επιτυχημένες, ικανές να στεγάσουν πολύ κόσμο και συνεπώς να γίνουν ο μαγνήτης που θα ωθήσει άλλες μικρότερες να δημιουργηθούν σαν προμηθευτές τους. Υπάρχει μια αντίστοιχη δυναμική αλλά όχι στη σωστή κατεύθυνση: εταιρείες τεχνολογίας ή μεγάλες διαφημιστικές που δίνουν υπεργολαβίες σε μικρότερες επιχειρήσεις. Αυτό διασφαλίζει την επιβίωση σε κάποιους αλλά δεν δημιουργεί brands και δεν αναδεικνύει καινοτομίες καθώς τα έργα των μεγάλων είναι συνήθως συντηρητικά και τεχνολογικά κάποια βήματα πίσω από το σήμερα.

 

Εν κατακλείδι, στα περισσότερα κριτήρια έχουμε ελλείψεις. Αναμενόμενο. Αλλά δεν είναι όλα ισοβαρή. Το θέμα του κεφαλαίου, παρότι φαίνεται σοβαρό, δεν το θεωρώ τόσο κρίσιμο, αφενός γιατί πιστεύω ότι υπάρχουν κεφάλαια αφετέρου γιατί πιστεύω αρκετά στο bootstrapping και στη δύναμη του B2B.

Επίσης δεν με φοβίζει τόσο η έλλειψη ακόμα μεγάλων επιτυχιών και προσώπων. Νομίζω θα τα έχουμε σε λίγο καιρό.

Κι ένα μεγάλο event νομίζω είναι ζήτημα χρόνου για να το οργανώσουμε. Μόνο και μόνο συμμαζεύοντας τα δεκάδες (πλέον) μικρά σ’ ένα μεγάλο.

Αλλά Πανεπιστήμια, νομοθεσία της προκοπής  και κλίμα κοινωνικής ηρεμίας δεν μπορούμε να φτιάξουμε εκ των κάτω. Χρειάζεται να κερδηθεί μια πολύ μεγαλύτερη μάχη. Η μάχη της χώρας στην ουσία.

Enhanced by Zemanta

Η άνοδος του B2B

Αν παρατηρείτε, έστω κι από απόσταση, την εξέλιξη και την ιστορία των ελληνικών startups (ναι, ξέρω δεν έχουμε πολλά, διάσημα κτλ, αλλά κάτι έχουμε πλέον), θα έχετε προσέξει μια ενδιαφέρουσα στροφή: ενώ τότε στην αρχή, περί τα μέσα του 2000, όταν μιλάγαμε για ελληνικό startup το κυρίαρχο business model που έρχόταν στο μυαλό είχε σχέση … με τη διαφήμιση που θα προβαλόταν στον τυχαίο επισκέπτη, τα project κι οι ομάδες αλλά και τα startup που ξεκινάνε τελευταία έχουν μια διαφορετική στόχευση. Όχι όλα βέβαια,  αλλά ένα σεβαστό ποσοστό τους.

Η στόχευση αυτή αφορά κάποια επαγγελματική ομάδα προς την οποία το startup αποσκοπεί να προσφέρει κάποια υπηρεσία επ’ αμοιβή.

Πριν προχωρήσω σε παραδείγματα να κάνω μια ενδιαφέρουσα διάκριση: άλλο ποιοί είναι οι χρήστες μιας υπηρεσίας κι άλλο ποιοί λαμβάνουν μια υπηρεσία για την οποία πληρώνουν. Αυτά τα δύο δεν είναι αναγκαστικό να συμπίπτουν. Το παράδειγμα του taxibeat είναι διαφωτιστικό: χρήστες είμαστε δυνάμει όλοι όσοι χρησιμοποιούμε ταχτικά ή περιστασιακά ταξί, αλλά πελάτες του  taxibeat είναι οι ταξιτζήδες. Είναι αυτή η επαγγελματική ομάδα που λαμβάνει μια υπηρεσία μέσα από το taxibeat (πείτε την μάρκετιν, πείτε την πωλήσεις) για την οποία κρίνει ότι αξίζει τον κόπο να πληρώσει. Και πληρώνει.

Οι επαγγελματίες οποιασδήποτε κατηγορίας είναι μαθημένοι στο να πληρώνουν κάτι και κάποιους για να διεκπεραιώσουν τη δική τους δουλειά. Και γι αυτό οι υπηρεσίες προς επαγγελματικές ομάδες πάντα είναι ευκολώτερες στο να δημιουργήσουν έσοδα. Και μάλιστα στο βαθμό που οι προσφερόμενες υπηρεσίες είναι ποιοτικές, αυτά τα έσοδα και αυξητικά θα είναι και βάθος χρόνου θα έχουν.

Δυό παλαιότερα ελληνικά startup το ξέρουν αυτό καλά: το transifex  και το megaventory.

Αλλά προς τα κει φαίνεται πως κατευθύνεται κι η νεώτερη γενιά: το bugsense  που απευθύνεται στους δημιουργούς εφαρμογών για κινητά,το  WorkableHR που προσφέρει HR & Recruitment management, το doctoranytime  που απευθύνεται στους γιατρούς, το instabuck που είναι μια e-commerce πλατφόρμα για digital goods κι απευθύνεται σε μουσικούς, εικαστικούς, προγραμματιστές κλπ, το warp.ly που προσφέρει υπηρεσίες μάρκετιν μέσω κινητών,  το cssigniter  που απευθύνεται σε δημιουργούς ιστοσελίδων, το gnostix και το monitor  που παρέχουν υπηρεσίες social analytics σε εταιρείες, το eventora που απευθύνεται σε διοργανωτές εκδηλώσεων κ.α.

Θεωρώ προς αυτός ο ‘αναπροσανατολισμός’ είναι και σωστός και υγιής.

Γιατί τα ελληνικά startup ζούνε (και θα ζούνε γι αρκετό καιρό ακόμα) χωρίς τις μεγάλες χρηματοδοτικές ευκαιρίες που παρέχουν οι αγορές της Αμερικής ή κάποιων Ευρωπαϊκών χωρών. Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να μπορέσουν να σταθούν γρήγορα στα πόδια τους πριν τελειώσει το μικρό αρχικό τους κεφάλαιο.

Γιατί, επίσης,  δεν ξεχνάνε έτσι ότι είναι (ή θα γίνουν) πρώτα και κύρια επιχειρήσεις κι ο σκοπός τους είναι να λειτουργούν σαν επιχειρήσεις κι όχι σαν άλλοθι για lifestyle διαβίωση των ιδρυτών τους.

Το Business to Business (B2B) δεν είναι sexy βέβαια. Τις περισσότερες φορές τουλάχιστον. Δεν θα κάνει μια υπηρεσία household brand, κάτι που θα γέμιζε με υπερηφάνεια τους ιδρυτές της. Δεν προσφέρει την αναγνωρισιμότητα και την εμβέλεια μια μεγάλης B2C υπηρεσίας. Αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ν’ αναφύονται υπηρεσίες που θα μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης και να φέρουν χρήμα από εκτός εντός Ελλάδος. Και παρότι το δείγμα είναι μικρό ακόμα, νομίζω είμαστε σε καλό δρόμο.

Update 1

Το καλό με αυτά τα ποστ είναι ότι … αυτοσυμπληρώνονται. Είχα ήδη δύο ειδοποιήσεις για προσθήκες startup: το  singletonapps που είναι template  εφαρμογών κινητού για διάφορα verticals, και το  incrediblue  που είναι marketplace για  ενοικίαση σκαφών αναψυχής.

Enhanced by Zemanta

Ένας Έλληνας που ονειρεύεται κάτι μεγάλο

Έπεσα τυχαία πάνω σ’ αυτή την ομιλία του Ανδρέα Ραφτόπουλου και του startup Matternet με το φιλόδοξο όραμα ν’ αλλάξει τον τρόπο που διεξάγονται οι μεταφορές, είτε στις πολύ φτωχές χώρες, είτε στις πολυάνθρωπες μεγαλουπόλεις, που, αν ευοδωθεί, μπορεί να έχει  τεράστιο αντίκτυπο στη ζωή εκατομμυρίων μη προνομιούχων ανθρώπων.

Στη σημερινή Ελλάδα της μιζέριας και της μεμψιμοιρίας είναι πολύ ενθαρρυντικό να βλέπεις ένα συμπατριώτη μας να έχει και όραμα και σχέδιο ν’ προχωρήσει τον κόσμο προς το καλύτερο.

Διάβασα: European Founders at Work

Πριν μερικές βδομάδες είχα μια ασυνήθιστη πρόταση μέσω twitter: να διαβάσω και να γράψω μια κριτική για το “European Founders at Work”.

Ο άνθρωπος που μου την έκανε ήταν ο συγγραφέας του βιβλίου, ο Πορτογάλος Pedro Gairifo Santos:

 

 

Απάντησα πως, ναι, θα μ΄ενδιέφερε (μόνο και μόνο λόγω του θέματος) αλλά ότι θα ήθελα να γράψω την κριτική στα Ελληνικά γιατί μόνο σ’ αυτό το blog γράφω κριτικές βιβλίων. Έθεσα κι έναν άλλον όρο: να πάρω το βιβλίο σε μορφή ebook. Ο PGS συμφώνησε και μετά από λίγες μέρες το έλαβα με email.

Η αλήθεια είναι  πως, τότε, είχα λίγη όρεξη για διάβασμα κι έτσι καθυστέρησα να ξεκινήσω μέχρι τα μέσα του Ιουνίου, οπότε, επειδή καθηλώθηκα στο σπίτι μου λόγω της μέσης μου, έχοντας πλέον άφθονο χρόνο, άρχισα να το διαβάζω σιγά σιγά. Το τέλειωσα μόλις χτες.
Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από ένα παλιότερο αμερικάνικο με το ίδιο θέμα, το Founders at Work: Stories of Startups’ Early Days της Jessica Livingston που δεν έχω διαβάσει.

Στην πραγματικότητα είναι μια συρραφή συνεντεύξεων που, εικάζω, πρέπει να έγιναν τηλεφωνικά (ή με Skype ή κάτι τέτοιο)  ιδρυτών γνωστών startup της Ευρώπης.

Παρότι αυτή η μορφή κειμένου (:μεταφορά προφορικού λόγου σε γραπτό) μου είναι λίγο απωθητική, η υποκείμενη ύλη (οι ιστορίες της δημιουργίας των startup, η πορεία προς την επιτυχία, τα προβλήματα και οι επιμονή των ιδρυτών κτλ) γρήγορα με απορρόφησε.Πάντως, αν ήμουν στη θέση του Santos, θα επεξεργαζόμουν πολύ αυτές τις συνεντέξεις και θα τις μετέτρεπα σε ιστορίες, κρατώντας μόνο τα πιο δυνατά σημεία του διαλόγου. Αλλά αυτό είναι θέμα προσωπικής προτίμησης.

Οι συνεντεύξεις είναι 20 τον αριθμό κι αφορούν αντίστοιχα startup ή σχετικές πρωτοβουλίες (π.χ. η συνέντευξη με την Resma Sohoni, συνιδρύτριας του Seedcamp, δεν αφορά ένα startup αλλά ένα startup accelerator, τον γνωστότερο στην Ευρώπη).

Καθώς περνούσα από τη μια συνέντευξη στην άλλη ένοιωθα συνεχώς ένα αίσθημα αύξουσας οικειότητας.Για δυό λόγους:

  • Ο πρώτος ήταν γιατί ‘ανακάλυπτα’ υπηρεσίες και προϊόντα που γνώριζα, χρησιμοποιούσα κι αγαπούσα (όπως amiando, last.fm, soundcloud, shazam, balsamiq, moo cards κ.α.) και που, κατά κάποιο τρόπο, έχουν σημαδέψει την web 2.0 διαδρομή μου από το 2006 ως σήμερα.
  • Ο δεύτερος ήταν γιατί, επίσης, ‘ανακάλυπτα’ ανθρώπους και πρωτοβουλίες που έχουν βάλει τη σφραγίδα τους στη δημιουργία startup κουλτούρας στην Ευρώπη, όπως ο Saul Klein, συνιδρυτής κι αυτός του SeedCamp αλλά κι εμπνευστής του OpenCoffee, ο Loic le Meur, που τα τελευταία τέσσερα χρόνια βλέπω από κοντά στο LeWeb στο Παρίσι,ή o Boris Veldhuijzen van Zanten, συνιδριτής του The Next Web, που πρωτοσυνάντησα στην Ίο στο δεύτερο Ελληνικό blogger’s camp, και συναντάω έκτοτε σε διάφορα συνέδρια ανά την Ευρώπη.

Ένα στοιχείο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν ο ισχυρισμός των ιδρυτών του Xing, του Αmiando και του DailyMotion ότι δεν ήταν κλόνοι, όπως φανταζόμουν, των LinkedIn, EventBrite και Youtube αντιστοίχως, αλλά ότι είτε ήταν αυτοί που πρώτοι εφάρμοσαν την ιδέα και τ’ αμερικάνικα startup τους αντέγραψαν (Xing, Amiando), είτε ότι ανέπτυσαν σχεδόν παράλληλα την υπηρεσία τους (DailyMotion).

Άλλο σημείο που μου κίνησε το ενδιαφέρον ήταν η πρωτοκαθεδρία της Ευρώπης στα startup που έχουν σχέση με ήχο: Last.fm (και το Spotify που δεν παρουσιάζεται στο βιβλίο), Shazam και SoundCloud ήταν μπροστά και πριν απ’ οτιδήποτε αντίστοιχο της πέραν όχθης του Ατλαντικού. Αυτό δεν αναφέρεται ρητά πουθενά, αλλά αρκεί λίγο να γνωρίζεις τα σχετικά για να το συμπεράνεις.

Τρίτο σημείο ενδιαφέροντος: το προφίλ των Ευρωπαίων founders δεν είναι το ίδιο με το αντίστοιχο που έχουμε συνηθίσει από την Silicon Valley. Πολλοί προέρχονται από το χώρο του μάρκετιν και των πωλήσεων ή ακόμα κι από πιο θεωρητικές σπουδές (όπως π.χ. φιλοσοφία) πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με την στερεότυπη εικόνα του wiz computer kid  που έχουμε συνηθίσει ή εκπαιδευτεί να θεωρούμε ότι είναι οι startup founders.

Τέλος, υπάρχουν και δυο τρεις ιστορίες από startup των 90s.  Η μια  απ’ αυτές είναι της Business Objects που θυμάμαι πολύ καλά από τις μέρες μου στην Oracle,  όπου συχνά τη συναντούσαμε σαν ανταγωνιστή στην προϊοντική κατηγορία Business Intelligence, και συχνά μας έπαιρνε τα deals. Η Business Objects πρέπει να είναι και το μεγαλύτερο exit Ευρωπαϊκού startup αφού εξαγοράστηκε από την επίσης Ευρωπαϊκή SAP προς 6.8 δις δολάρια.

Εν κατακλείδι, το βιβλίο νομίζω αξίζει να διαβαστεί απ’ όσους ενδιαφέρονται για, ασχολούνται με ή ονειρεύονται startups. Αν μη για τι άλλο, για το ότι κάνει προσιτή την Ευρωπαϊκή γειτονιά (γιατί περί αυτού πρόκειται) και αποδομεί την επιχειρηματική προσπάθεια σε μερικά βασικά μοτίβα, που αναφέρουν επαναληπτικά σχεδόν όλοι οι ιδρυτές. Αλλά αυτά σας αφήνω να τ’ ανακαλύψετε μόνοι σας.

Δείγματα γραφής

Διαβάζω πρώτα αυτό: πως ο Ράιχενμπαχ ταξιδεύει οικονομική στο αεροπλάνο όταν το δικό μας πολιτικό προσωπικό, εν μέσω κρίσης, συνεχίζει ακάθεκτο την business class.

Κι ύστερα αυτό: «Μας ζητάτε να έρθουμε για επενδύσεις και όταν φτάνουμε στην Ελλάδα βλέπουμε τους Ελληνες επιχειρηματίες στα σύνορα να φεύγουν», δήλωση του προέδρου των Γερμανών βιομηχάνων.

Κι εμπεδώνεται μέσα μου η πεποίθηση ότι από την ιθύνουσα τάξη της χώρας (πολιτική ή οικονομική) δεν μπορούμε να περιμένουμε απολύτως τίποτα.

Χειρότερα. Το μόνο που μπορούμε να περιμένουμε είναι το χειρότερο.

Χρειάζονται νέοι άνθρωποι και νέα ήθη.

Και θυμάμαι τότε δυό απλά μικρά παραδείγματα που μπορεί να σημειοδοτούν αυτά τα νέα ήθη:

Δυο ελληνικά  startup, που πρόσφατα πήραν χρηματοδότηση από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το gipht.me  και το dailysecret,  έδωσαν αγώνα για να κρατήσουν μέρος των δραστηριοτήτων τους στην Ελλάδα, πράγμα επιεικώς αδιανόητο για επενδυτές στην Αμερική και δη αυτή την περίοδο.

Και το κατάφεραν.

Ένα μέρος δηλαδή από τις 700χιλ. και 1,9 εκ. που πήραν αντίστοιχα, θα εισαχθεί και θα δαπανηθεί στην Ελλάδα. Και θα ταϊσει κάποια στόματα για κάποιες μέρες.

Είναι κάτι σαν την επένδυση που ζητάμε από τους Γερμανούς σε μικροσκοπική κλίμακα.

Δε σώζεται βέβαια καμιά κατάσταση αλλά το παράδειγμα δείχνει το δρόμο.

Γιατί οι ‘μικροί’ μπορεί να μην το σκέφτονται, αλλά, σ’ αντίθεση με τους ‘μεγάλους’, εξακολουθούν να είναι πατριώτες.

 

Ο Νασρεντίν Χότζα και το PSI

Κάποτε η γυναίκα του Νασρεντίν του παραπονιόταν ότι το σπίτι τους ήταν μικρό.

Με τα πολλά ο Νασρεντίν αποφάσισε να επιληφθεί του θέματος.
"Βάλε το γάιδαρο μέσα στο σπίτι", είπε στη γυναίκα του και την κοίταξε με ύφος που μαρτυρούσε ότι κάποιο κρυφό σχέδιο είχε στο μυαλό του. Κι εκείνη υπάκουσε.

Την επόμενη άρχισε πάλι η γκρίνια, ειδικά μετά από μια νύχτα που ο γάιδαρος γκάριζε στα καλά καθούμενα, έριχνε κλωτσιές στο κρεββάτι κι άλλα τέτοια.

"Βάλε και την κατσίκα μέσα στο σπίτι", ήταν η αντίδραση του Νασρεντίν. Με απελπισία η γυναίκα του υπάκουσε κι αυτή τη φορά, ελπίζοντας ότι τουλάχιστον τώρα θα φανερωνόταν το μυστικό σχέδιο.
Αλλά δεν…
Οι επόμενες νύχτες έγιναν όλο και πιο δύσκολες καθώς ο Νασρεντίν πρόσθετε κι από ένα νέο ζώο τη φορά: να κι ο σκύλος, να κι η κότα, να κι η γάτα, να και τα κουνέλια.

Ωσπου η γυναίκα του ξέσπασε. Το έλουσε στο βρισίδι κι απαίτησε να βρει λύση στη στιγμή.

Ψύχραιμος ο Νασρεντίν της είπε: "Βγάλε όλα τα ζώα έξω".

Η επόμενη νύχτα πέρασε ήσυχα και χωρίς απρόοπτα. 

"Πως κοιμήθηκες;" ρώτησε τη γυναίκα του ο Νασρεντιν το άλλο πρωί.
"Αχχ, θαύμα", είπε κείνη, "Ποτέ δε μου φάνηκε πιο όμορφο το σπίτι".

Μετά απ' αυτή την επιτυχία ο Νασρεντίν διορίστηκε σύμβουλος της Ελληνικής κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του χρέους.

Μια ιστορία που θυμήθηκα

Είχαμε μια συζήτηση σήμερα νωρίτερα στο τουϊτερ για το κατά πόσο ο Μόντι νομιμοποιείται να φορολογεί την καθολική εκκλησία χωρίς να έχει επιλεγεί κατευθείαν από το λαό. Η συζήτηση μου έφερε στο νου μια παλιά ιστορία του Νασρεντίν Χότζα. Την διηγούμαι κι αφήνω τα συμπεράσματα σε σας.

 

Κάποτε ένας επιφανής θεολόγος που είχε αρρωστήσει βαρειά κι ένοιωθε πως πλησιάζει το τέλος του έστειλε και φώναξαν τον Νασρεντίν για να προσευχηθεί να έχει καλό πέρασμα στον άλλο κόσμο. Ο Νασρεντίν δέχτηκε κι έπιασε δουλειά επαναλαμβάνοντας μονότονα την εξής προσευχή:

 

Θεέ μου βοήθησε τον, Διάβολε βοήθησέ τον

 

Ο θεολόγος αναστατώθηκε και του ζήτησε να σταματήσει ρωτώντας τον συγχρόνως αγριεμένος τι νομίζει πως κάνει και πως τολμά κι επικαλείται το διάβολο ειδικά για ένα θεολόγο.

 

“Κοίτα να δεις φίλε μου”, του απάντησε ήρεμα ο Νασρεντίν, “στην κατάσταση σου δεν έχουμε περιθώρια να ρισκάρουμε”.

Τα άυλα σαν λύση εξωστρέφειας

Διαβάζοντας αυτή τη μετρημένη και χωρίς τεχνοκρατικές περιστροφές παρουσίαση της πορείας του Μνημόνιου και της  αποτυχημένης (μη) εφαρμογής του  συνειδητοποίησα κάτι που έπρεπε να είναι καθαρό από την αρχή. Στη συνταγή του μνημονίου υπήρχε μόνο η ελπίδα της αύξησης της εξωστρεφούς παραγωγής. Και λέω ελπίδα γιατί με τόσο ισχνή παραγωγική βάση, το κυρίως πρόβλημα δεν θα λυνόταν αν απελευθερώνονταν, και κατά συνέπεια φτήναιναν, οι μεταφορές, ή αν έφευγε από τη μέση το ‘λίπος’ των ενδιάμεσων και της γραφειοκρατίας (όχι πως δεν πρέπει να φύγουν).

Γιατί, τελικά, αυτό που όντως θα φτήναινε, θα ήταν ένα μη αναγνωρίσιμο, μέτριας ποιότητας, χαμηλής συνθετότητας προϊόν που, και πάλι, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε ν’ ανταγωνιστεί την πλημμυρίδα των εξευτελιστικά φτηνών προϊόντων από την Απω Ανατολή, στην εγχώρια ή στη διεθνή αγορά, καθώς, από τα χαρακτηριστικά του, μόνο μ’ αυτά θα συγκρινόταν.

Συνειδητοποίησα επίσης, πως αυτό το άρθρο στην ουσία είναι μια ελεγεία για την ήττα της αξίας και της παραγωγικότητας, καθώς οι δυνάμεις που δυναστεύουν τη μοίρα του τόπου προτιμούν να είναι οι πλουσιώτεροι των φτωχών, παρά οι φτωχοί των πλουσίων και συνεπώς δεν θα εγκαταλείψουν τον στραγγαλισμό μας μέχρι ν’ αποπνεύσουμε.

Κι αναρωτήθηκα (κι αναρωτιέμαι ακόμα) μήπως υπάρχει τρόπος αντί να νικηθεί αυτό το σύστημα σε ευθεία αντιπαράθεση, απλά να βραχυκυκλωθεί.

Κι εκεί πάνω ξανάφερα στο μυαλό την όλη συζήτηση για τα  tradables, που έχει ξεκινήσει ο Αρίστος Δοξιάδης, σκεφτόμενος ότι, στην αναζήτηση μιας νέας δυναμικώτερης παραγωγής, κάπου έχουμε παρασυρθεί σε παλαιότερα σχήματα.

Μήπως το μιλάμε για επιστροφή στην αγροτική παραγωγή π.χ. είναι, όχι μόνο λάθος, αλλά κι απομάκρυνση από κει που έχουμε πραγματικά απόθεμα δυνάμεων κι αρωγό την ελληνική ψυχοσύνθεση;

Κι παρυσφρύει πάλι στη σκέψη το παράδειγμα του μικρόκοσμου στον οποίο συχνά πυκνά κινούμαι: των startups και της νέας εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας.

Σκεφτείτε: ένα ιντερνετικό startup δεν θα χρειαστεί φορτηγατζήδες για να μεταφέρουν τα ‘προϊόντα’ του στις διεθνείς αγορές. Δεν έχει ανάγκη από ακριβές εγκαταστάσεις. Δεν πληρώνει μισθούς με βάση κάποια συλλογική σύμβαση. Κι αν αναζητήσει σοβαρή χρηματοδότηση και μέλλον, το πιθανώτερο είναι να τα βρει εκτός ελληνικής επικράτειας.

Θα μου πείτε: “τότε τι όφελος μπορεί έχει η ελληνική οικονομία ή η χώρα;”  Το ίδιο που είχε παλιαότερα από τη ναυτιλία και το εισόδημα που εισέρρε σ’ ελληνικά σπιτικά.

“Αλλά, εντάξει, ακόμα κι έτσι να είναι”, θα μου πείτε πάλι,  “πόσο πρέπει να είναι αυτό για να έχει επίπτωση μιας κάποιας σημαντικότητας;”

Σωστά, δεν μπορεί να είναι πολύ και δεν θα έρθει γρήγορα. Αλλά ας το χρησιμοποιήσουμε σαν μοντέλο για να δούμε αν υπάρχουν κι άλλες δραστηριότητες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν έτσι ή παρόμοια, και να συντελέσουν στο βραχυκύκλωμα που λέγαμε παραπάνω. Υπάρχουν;

Τις προάλλες άκουγα μια ραδιοφωνική εκπομπή, σε  κάποιο από τα διαλείματα απεργίας στον  Kosmos (ο παραγωγός και τ’ όνομα της εκπομπής μου διαφεύγουν) όπου το θέμα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον: αφορούσε την ομοιότητα της ελληνικής λαϊκής μουσικής με μουσικές της Μέσης Ανατολής, της Κεντρικής Ασίας κι ακόμα πιο πέρα. Κι η έκπληξη μου ήταν τεράστια όταν άκουσα ένα τραγούδι από κάποια επαρχία της Κίνας που, αν έβαζες ελληνικό στίχο, με τίποτα δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσεις από ένα ρεμπέτικο. Η ελληνική λαϊκή μουσική είναι (είτε μας αρέσει, είτε όχι) συγγενής με τη μουσική αυτών των λαών, μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτή εκεί,  κι εύκολα και μπορούν να μάθουν να την αναγνωρίζουν και να την καταναλώνουν.

Η αρέσκεια των Ισραηλινών και των Τούρκων στην ελληνική μουσική είναι γνωστή, αλλά το να βάζεις στο νου μια δυνητική αγορά μεγαλύτερη σ’ έκταση από τις χώρες που κατέκτησε ο Μέγας Αλέξανδρος, και σε πληθυσμό που μετριέται σε δεκάδες φορές τον ελληνικό, είναι μια προοπτική και μια ευκαιρία που κόβει την ανάσα.  Απαιτεί όμως μια στρατηγική στροφή στο λαϊκό τραγούδι: να φύγει από το περιτύλιγμα της φτηνής αλλά ακριβά χρεούμενης διασκέδασης και να γίνει προϊόν. Προϊόν πολιτισμού μεν, αλλά προϊόν. Κι οι εταιρείες παραγωγής του κι οι φορείς του να κοιτάξουν να στοχεύσουν αυτές τις αγορές στις οποίες έχουν πραγματικά πιθανότητα να ακουστούν και ν’ αναδειχτούν  παρά να γλύφουν κατουρημένες γκλαμουροποδιές στη Γιουροβίζιον.

Ύστερα είναι ο κινηματογράφος που, παρά το πλούσιο ελληνικό παρελθόν του δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα διεθνής, και παρά τα τελευταία μικρά καλά νέα του (τη διεθνή προβολή π.χ. που γνώρισαν οι ταινίες του Λάνθιμου ‘Κυνόδοντα’ς και ‘Άλπεις’, το ‘Άττενμπεργκ’ της Τσαγκάρη και ο ‘Άδικος Κόσμος’  του Τσίτου), δεν μας έχει δώσει κάτι μεγάλης κλίμακας ακόμα, ούτε έχει βρει ένα δικό του ύφος. Έχει δε μια διπλή εικόνα: παραγωγές πιο εμπορικές αλλά και πιο εσωστρεφείς που πατάνε κυρίως πάνω σε τηλεοπτικά ονόματα, κι άλλες πιο soul searching που μπορούν να έχουν ανταπόκριση σ’ ένα διεθνές κοινό. Δε χρειάζεται να ψάχνουμε διεθνή θέματα για το διεθνές κοινό. Ο Ιρανικός κινηματογράφος κάνει διεθνείς επιτυχίες μ’ ακραιφνώς ιρανικά θέματα.  Ειλικρίνεια χρειάζεται. Γιατί το αληθινό είναι και πανανθρώπινο κι αναγνωρίζεται άμεσα σαν τέτοιο.

Εκείνο που γεννάει ελπίδες εδώ είναι τ’ ότι η κρίση στην διαφημιστική άγορα έχει ήδη αρχίσει να στρέφει τους κινηματογραφιστές των τηλεοπτικών σποτ σ’ αναζήτηση άλλων λύσεων, κάτι που μπορεί να σημαίνει είτε τη συνέχιση της παρούσας δουλειάς τους στο εξωτερικό (καλό αλλά λίγο) , είτε τη δημιουργία ταινιών που θα μπορούν να ‘ταξιδέψουν’ και να φέρουν εκατομύρια στη χώρα. (Παρεπιπτόντως, μια τέτοια φιλόδοξη προσπάθεια έχει ξεκινήσει ο Γιάννης Σμαραγδής με το “Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι” .  Μακάρι να πετύχει).

Γενικά, η καλλιτεχνική δημιουργία έχει ένα πλεονέκτημα: δεν εξαρτάται στενά από όρους παραγωγής. Αν κάτι αρέσει, ο κόσμος είναι διατεθειμένος να πληρώσει γι αυτό. Δεν αγοράζουμε μουσική με κριτήριο πόσο φτηνώτερο είναι ένα κομμάτι από ένα άλλο. Συνεπώς, εδώ δεν υπάρχει εδώ ανταγωνισμός από χώρες χαμηλού κόστους. Υπάρχουν βέβαια ζητήματα σχετικά με τη διανομή και το μάρκετιν, που όμως είναι επιλύσιμα, και μάλιστα, εφόσον αναφερόμαστε σε διεθνείς αγορές, επιλύσιμα σε πλαίσια διεθνούς ανταγωνισμού που σημαίνει μακρυά και πέραν από το γνωστό πεδίο κατεργαριών των ελληνικών doing business.

Κι επιπλέον τα προϊόντα πολιτισμού, έχουν κι ένα άλλο, πέραν του οικονομικού, όφελος: δημιουργούν μια αναγνώριση, χαράζουν το  brand Ελλάδα στα μυαλά των μη Ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο ότι, για δεκαετίες, όταν στη Δύση άκουγαν τη λέξη Έλληνας σκέφτονταν το Ζορμπά και τη Μελίνα. Δυο ταινίες το έκαναν αυτό. Δυο ταινίες (Το Zorba the Greek και το Ποτέ την Κυριακή) σχηματοποίησαν την εικόνα του Έλληνα στο μυαλό της Δύσης. Πιθανόν άλλες δυο να μπορέσουν να την ανασχεδιάσουν με νέους ευνοϊκότερους όρους.