Tag Archives: ελληνικές ταινίες

Τα άυλα σαν λύση εξωστρέφειας

Διαβάζοντας αυτή τη μετρημένη και χωρίς τεχνοκρατικές περιστροφές παρουσίαση της πορείας του Μνημόνιου και της  αποτυχημένης (μη) εφαρμογής του  συνειδητοποίησα κάτι που έπρεπε να είναι καθαρό από την αρχή. Στη συνταγή του μνημονίου υπήρχε μόνο η ελπίδα της αύξησης της εξωστρεφούς παραγωγής. Και λέω ελπίδα γιατί με τόσο ισχνή παραγωγική βάση, το κυρίως πρόβλημα δεν θα λυνόταν αν απελευθερώνονταν, και κατά συνέπεια φτήναιναν, οι μεταφορές, ή αν έφευγε από τη μέση το ‘λίπος’ των ενδιάμεσων και της γραφειοκρατίας (όχι πως δεν πρέπει να φύγουν).

Γιατί, τελικά, αυτό που όντως θα φτήναινε, θα ήταν ένα μη αναγνωρίσιμο, μέτριας ποιότητας, χαμηλής συνθετότητας προϊόν που, και πάλι, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε ν’ ανταγωνιστεί την πλημμυρίδα των εξευτελιστικά φτηνών προϊόντων από την Απω Ανατολή, στην εγχώρια ή στη διεθνή αγορά, καθώς, από τα χαρακτηριστικά του, μόνο μ’ αυτά θα συγκρινόταν.

Συνειδητοποίησα επίσης, πως αυτό το άρθρο στην ουσία είναι μια ελεγεία για την ήττα της αξίας και της παραγωγικότητας, καθώς οι δυνάμεις που δυναστεύουν τη μοίρα του τόπου προτιμούν να είναι οι πλουσιώτεροι των φτωχών, παρά οι φτωχοί των πλουσίων και συνεπώς δεν θα εγκαταλείψουν τον στραγγαλισμό μας μέχρι ν’ αποπνεύσουμε.

Κι αναρωτήθηκα (κι αναρωτιέμαι ακόμα) μήπως υπάρχει τρόπος αντί να νικηθεί αυτό το σύστημα σε ευθεία αντιπαράθεση, απλά να βραχυκυκλωθεί.

Κι εκεί πάνω ξανάφερα στο μυαλό την όλη συζήτηση για τα  tradables, που έχει ξεκινήσει ο Αρίστος Δοξιάδης, σκεφτόμενος ότι, στην αναζήτηση μιας νέας δυναμικώτερης παραγωγής, κάπου έχουμε παρασυρθεί σε παλαιότερα σχήματα.

Μήπως το μιλάμε για επιστροφή στην αγροτική παραγωγή π.χ. είναι, όχι μόνο λάθος, αλλά κι απομάκρυνση από κει που έχουμε πραγματικά απόθεμα δυνάμεων κι αρωγό την ελληνική ψυχοσύνθεση;

Κι παρυσφρύει πάλι στη σκέψη το παράδειγμα του μικρόκοσμου στον οποίο συχνά πυκνά κινούμαι: των startups και της νέας εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας.

Σκεφτείτε: ένα ιντερνετικό startup δεν θα χρειαστεί φορτηγατζήδες για να μεταφέρουν τα ‘προϊόντα’ του στις διεθνείς αγορές. Δεν έχει ανάγκη από ακριβές εγκαταστάσεις. Δεν πληρώνει μισθούς με βάση κάποια συλλογική σύμβαση. Κι αν αναζητήσει σοβαρή χρηματοδότηση και μέλλον, το πιθανώτερο είναι να τα βρει εκτός ελληνικής επικράτειας.

Θα μου πείτε: “τότε τι όφελος μπορεί έχει η ελληνική οικονομία ή η χώρα;”  Το ίδιο που είχε παλιαότερα από τη ναυτιλία και το εισόδημα που εισέρρε σ’ ελληνικά σπιτικά.

“Αλλά, εντάξει, ακόμα κι έτσι να είναι”, θα μου πείτε πάλι,  “πόσο πρέπει να είναι αυτό για να έχει επίπτωση μιας κάποιας σημαντικότητας;”

Σωστά, δεν μπορεί να είναι πολύ και δεν θα έρθει γρήγορα. Αλλά ας το χρησιμοποιήσουμε σαν μοντέλο για να δούμε αν υπάρχουν κι άλλες δραστηριότητες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν έτσι ή παρόμοια, και να συντελέσουν στο βραχυκύκλωμα που λέγαμε παραπάνω. Υπάρχουν;

Τις προάλλες άκουγα μια ραδιοφωνική εκπομπή, σε  κάποιο από τα διαλείματα απεργίας στον  Kosmos (ο παραγωγός και τ’ όνομα της εκπομπής μου διαφεύγουν) όπου το θέμα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον: αφορούσε την ομοιότητα της ελληνικής λαϊκής μουσικής με μουσικές της Μέσης Ανατολής, της Κεντρικής Ασίας κι ακόμα πιο πέρα. Κι η έκπληξη μου ήταν τεράστια όταν άκουσα ένα τραγούδι από κάποια επαρχία της Κίνας που, αν έβαζες ελληνικό στίχο, με τίποτα δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσεις από ένα ρεμπέτικο. Η ελληνική λαϊκή μουσική είναι (είτε μας αρέσει, είτε όχι) συγγενής με τη μουσική αυτών των λαών, μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτή εκεί,  κι εύκολα και μπορούν να μάθουν να την αναγνωρίζουν και να την καταναλώνουν.

Η αρέσκεια των Ισραηλινών και των Τούρκων στην ελληνική μουσική είναι γνωστή, αλλά το να βάζεις στο νου μια δυνητική αγορά μεγαλύτερη σ’ έκταση από τις χώρες που κατέκτησε ο Μέγας Αλέξανδρος, και σε πληθυσμό που μετριέται σε δεκάδες φορές τον ελληνικό, είναι μια προοπτική και μια ευκαιρία που κόβει την ανάσα.  Απαιτεί όμως μια στρατηγική στροφή στο λαϊκό τραγούδι: να φύγει από το περιτύλιγμα της φτηνής αλλά ακριβά χρεούμενης διασκέδασης και να γίνει προϊόν. Προϊόν πολιτισμού μεν, αλλά προϊόν. Κι οι εταιρείες παραγωγής του κι οι φορείς του να κοιτάξουν να στοχεύσουν αυτές τις αγορές στις οποίες έχουν πραγματικά πιθανότητα να ακουστούν και ν’ αναδειχτούν  παρά να γλύφουν κατουρημένες γκλαμουροποδιές στη Γιουροβίζιον.

Ύστερα είναι ο κινηματογράφος που, παρά το πλούσιο ελληνικό παρελθόν του δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα διεθνής, και παρά τα τελευταία μικρά καλά νέα του (τη διεθνή προβολή π.χ. που γνώρισαν οι ταινίες του Λάνθιμου ‘Κυνόδοντα’ς και ‘Άλπεις’, το ‘Άττενμπεργκ’ της Τσαγκάρη και ο ‘Άδικος Κόσμος’  του Τσίτου), δεν μας έχει δώσει κάτι μεγάλης κλίμακας ακόμα, ούτε έχει βρει ένα δικό του ύφος. Έχει δε μια διπλή εικόνα: παραγωγές πιο εμπορικές αλλά και πιο εσωστρεφείς που πατάνε κυρίως πάνω σε τηλεοπτικά ονόματα, κι άλλες πιο soul searching που μπορούν να έχουν ανταπόκριση σ’ ένα διεθνές κοινό. Δε χρειάζεται να ψάχνουμε διεθνή θέματα για το διεθνές κοινό. Ο Ιρανικός κινηματογράφος κάνει διεθνείς επιτυχίες μ’ ακραιφνώς ιρανικά θέματα.  Ειλικρίνεια χρειάζεται. Γιατί το αληθινό είναι και πανανθρώπινο κι αναγνωρίζεται άμεσα σαν τέτοιο.

Εκείνο που γεννάει ελπίδες εδώ είναι τ’ ότι η κρίση στην διαφημιστική άγορα έχει ήδη αρχίσει να στρέφει τους κινηματογραφιστές των τηλεοπτικών σποτ σ’ αναζήτηση άλλων λύσεων, κάτι που μπορεί να σημαίνει είτε τη συνέχιση της παρούσας δουλειάς τους στο εξωτερικό (καλό αλλά λίγο) , είτε τη δημιουργία ταινιών που θα μπορούν να ‘ταξιδέψουν’ και να φέρουν εκατομύρια στη χώρα. (Παρεπιπτόντως, μια τέτοια φιλόδοξη προσπάθεια έχει ξεκινήσει ο Γιάννης Σμαραγδής με το “Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι” .  Μακάρι να πετύχει).

Γενικά, η καλλιτεχνική δημιουργία έχει ένα πλεονέκτημα: δεν εξαρτάται στενά από όρους παραγωγής. Αν κάτι αρέσει, ο κόσμος είναι διατεθειμένος να πληρώσει γι αυτό. Δεν αγοράζουμε μουσική με κριτήριο πόσο φτηνώτερο είναι ένα κομμάτι από ένα άλλο. Συνεπώς, εδώ δεν υπάρχει εδώ ανταγωνισμός από χώρες χαμηλού κόστους. Υπάρχουν βέβαια ζητήματα σχετικά με τη διανομή και το μάρκετιν, που όμως είναι επιλύσιμα, και μάλιστα, εφόσον αναφερόμαστε σε διεθνείς αγορές, επιλύσιμα σε πλαίσια διεθνούς ανταγωνισμού που σημαίνει μακρυά και πέραν από το γνωστό πεδίο κατεργαριών των ελληνικών doing business.

Κι επιπλέον τα προϊόντα πολιτισμού, έχουν κι ένα άλλο, πέραν του οικονομικού, όφελος: δημιουργούν μια αναγνώριση, χαράζουν το  brand Ελλάδα στα μυαλά των μη Ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο ότι, για δεκαετίες, όταν στη Δύση άκουγαν τη λέξη Έλληνας σκέφτονταν το Ζορμπά και τη Μελίνα. Δυο ταινίες το έκαναν αυτό. Δυο ταινίες (Το Zorba the Greek και το Ποτέ την Κυριακή) σχηματοποίησαν την εικόνα του Έλληνα στο μυαλό της Δύσης. Πιθανόν άλλες δυο να μπορέσουν να την ανασχεδιάσουν με νέους ευνοϊκότερους όρους.