Tag Archives: επιχειρηματικότητα

Sarah Lacy: για την επιχειρηματικότητα του αναπτυσσόμενου κόσμου

Η τελευταία ομιλία που παρακολούθησα στο 2ημερο Next11 ήταν της  Sarah Lacy, που σε μια πυκνή σε παραδείγματα ομιλία, παρουσίασε κάποια από τα ευρήματα του βιβλίου της Brilliant, Crazy, Cocky: How the Top 1% of Entrepreneurs Profit from Global Chaos.
Ο τίτλος δεν αποδίδει κατά τη γνώμη μου το ξεχωριστό ενδιαφέρον των παραδειγμάτων της Lacy. Γιατί, κι αυτό μας αφορά, η επιχειρηματικότητα σε χώρες σαν την Ινδία ή τη Βραζιλία, είναι πολύ διαφορετική από ότι στα γνωστά κέντρα της Δύσης. Κι επιπλέον, όταν μιλάμε για μια υγιή και καινοτόμα επιχειρηματικότητα κι όχι τη μορφής του crony capitalism και των sweat shops, έχει κοινωνικό αντίκτυπο πολύ μεγαλύτερο από κοινωνικά προγράμματα στήριξης των φτωχών. Δείτε το βίντεο και θα καταλάβετε.

 

Επιχειρήσεις: μια ανοίγει δύο κλείνουν

Με μια πολύ λιγόλογη ανακοίνωση, το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών μας πληροφορεί ότι το α’ τρίμηνο του 2011, άνοιξαν 463 επιχειρήσεις ενώ έκλεισαν 864.  Για κάθε μία που ανοίγει, πρακτικά δύο κλείνουν. Ο συγκριτικός πίνακας δείχνει μια διαχρονική χειροτέρευση:


ΕΤΟΣ

ΙΔΡΥΣΕΙΣ

ΔΙΑΚΟΠΕΣ

ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
(σε απόλυτο αριθμό)

ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΙΔΡΥΣΕΙΣ/ΔΙΑΚΟΠΕΣ

2009

488

709

-221

1/1,4

2010

441

742

-301

1/1,6

2011

463

864

-401

1/1,86

Αλλά, ας μη βιαστούμε να βγάλουμε αρνητικά συμπεράσματα γιατί μ’ αυτά τα στοιχεία απλά δεν μπορούμε να βγάλουμε κανένα ουσιαστικό συμπέρασμα.

Είναι γεγονός ότι επιχειρήσεις εξαφανίζονται με ταχύτερο ρυθμό απ΄ ότι δημιουργούνται κι αυτό σίγουρα έχει επίπτωση στην ανεργία. Χωρίς νούμερο όμως για το τι είδους επιχειρήσεις ανοίγουν και κλείνουν πιθανόν να χάνουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε μια αισιόδοξη πληροφορία. Γιατί μπορεί  οι επιχειρήσεις που κλείνουν να είναι από κλάδους έτσι κι αλλιώς καταδικασμένους, κι αυτές που ανοίγουν να φανερώνουν μια μετατόπιση προς tradable  κλάδους (δείτε τη σχετική ανάλυση του Αρίστου Δοξιάδη), κάτι πολύ θετικό κι επιθυμητό.

Επιπλέον, ένα στοιχείο που αναφέρεται αλλά δεν αναλύεται καθόλου στην ανακοίνωση, και που θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η διατύπωση της υπόθεσης  ότι μέρος της σχετικής αύξησης νέων επιχειρήσεων το 2011 έναντι του 2010 οφείλεται στην επιχειρηματικότητα των αλλοδαπών.  Είναι γνωστό, και για πολλά χρόνια παρατηρημένο και μελετημένο, ότι οι μετανάστες ανά τον κόσμο εμφανίζουν μεγαλύτερη τάση προς την επιχειρηματική δραστηριότητα από τους κατοίκους της χώρας που τους φιλοξενεί. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό θα μπορούσε να είναι μια ανάσα ζωής, ειδικά σε κλάδους που έχουν ανάγκη αναζωγόνησης αλλά που τους απαξιούν τα ελληνικά χέρια, όπως η αγροτική και η βιοτεχνική παραγωγή.

Τελικά με τις στατιστικές το πρόβλημα δεν είναι (μόνο) ότι συνήθως είναι greek statistics αλλά ότι δεν είναι στοιχειωδώς statistics.

via Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών > ΒΕA > Δελτία Τύπου > Λεπτομέρειες Δελτίων Τύπου.

To startup or not to startup?

Ladder

Με αφορμή μια συζήτηση στο μπλογκ του Γρηγόρη Φαρμάκη, θέλω ν’ αναπτύξω εδώ κάποιες σκέψεις που θα ήταν κατάχρηση χώρου να τις καταθέσω εκεί σαν σχόλιο.

Ισχυρίζεται -πολύ σωστά- ο Γρηγόρης ότι οι προσπάθειες για καλλιέργεια της επιχειρηματικότητας έχουν πάρει την μορφή ενός reality show, που σκωπτικά αποκαλεί Next Top Business Model. Αφού δε, με κατανόηση είναι η αλήθεια, απορρίψει αυτή την πρακτική, καταλήγει, στο ότι αυτό που απλά χρειάζεται να κάνουμε είναι να επιμείνουμε στο να κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα:
Θα αποκτήσουμε επιχειρηματικότητα και καινοτομία, αναγκαστικά σχεδόν, παρά τις επιδοτήσεις, και όχι εξ’ αιτίας τους. Με ιδέες για υπηρεσίες και προϊόντα που θα γεννηθούν και θα πετύχουν απρόσμενα, σε τομείς που δεν θεωρούμε τώρα στρατηγικούς, αναδεικνύοντας ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που δεν φανταζόμαστε. Χωρίς να περιμένουμε να σκεφτούμε πρώτα το επόμενο επαναστατικό προϊόν ή την επόμενη πρωτότυπη ψηφιακή υπηρεσία. Ας κάνουμε ό,τι ξέρουμε και μπορούμε να κάνουμε. Αρκεί να το κάνουμε κάθε μέρα καλλίτερα.
Κι ενώ αυτό ακούγεται γοητευτικό, εδώ αρχίζουν οι αντιρρήσεις μου.
Καταρχήν ας διευκρινήσουμε ότι άλλο ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας κι άλλο οικονομική ανάπτυξη. Είναι δεδομένο ότι το πρώτο συντελεί στο δεύτερο αλλά όχι μονοσήμαντα. Δεν επέρχεται ανάπτυξη μόνο με ενθάρρυνση της νέας επιχειρηματικότητας. Κι οι παρακάτω παρατηρήσεις διέπονται απ’ αυτό το πνεύμα κι εστιάζονται μόνο στο μερικώτερο θέμα της ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας κι όχι γενικά στην οικονομική ανάπτυξη, αν και πάντα την θεωρούν σα ζητούμενο.
α. Για ποιά επιχειρηματικότητα μιλάμε;
Μιλάμε για ανάπτυξη επιχειρηματικότητας εδώ και καιρό χωρίς να διευκρινίζουμε για ποιά επιχειρηματικότητα μιλάμε. Υπάρχουν 4 είδη επιχειρηματικότητας
  • των μικρών επιχειρήσεων
  • των startups με προσδοκίες γρήγορης ανάπτυξης
  • των υφιστάμενων/μεγάλων επιχειρήσεων που αναπτύσουν νέες δραστηριότητες
  • η κοινωνική επιχειρηματικότητα.
Που έχουμε έλλειμα επιχειρηματικότητας;  Σίγουρα όχι στην πρώτη κατηγορία. Σαν απόδειξη παραθέτω ένα απόσπασμα από τον Oδηγό Νέων Επιχειρηματιών του ALBA (τα έντονα δικά μου):

Ειδικότερα, στην Ελλάδα παρατηρείται (σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) η μεγαλύτερη πυκνότητα επιχειρήσεων (69 επιχειρήσεις ανά 100 κατοίκους, έναντι 63 της Ισπανίας και 49 ως μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Το σύνολο σχεδόν των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, το 96% των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές εταιρίες με ένα έως εννιά άτομα προσωπικό. …

… Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ (στοιχεία 2005), εκτιμάται ότι οι μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις συγκεντρώνουν το 86,6% της συνολικής απασχόλησης της χώρας.

Τα παραπάνω στοιχεία μας οδηγούν σε συμπεράσματα και για τις μεγάλες επιχειρήσεις: αφού δεν έχουμε πολλές μεγάλες επιχειρήσεις, δεν αναμένουμε από κει κάποια ιδιαίτερα αποτελέσματα σε ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων.
Θ’ αφήσω εκτός την κοινωνική επιχειρηματικότητα λόγω της ιδιαιτερότητας της για να περάσω στην διαπίστωστη ότι η επιχειρηματικότητα που ΔΕΝ διαθέτουμε σχεδόν καθόλου είναι αυτή των  startups με προσδοκίες γρήγορης ανάπτυξης. Το ερώτημα είναι “την θέλουμε” και γιατί;
β. Θέλουμε high growth startups;
Η συνήθης απάντηση είναι ναι (μ’ ένα άρρητο ‘γιατί όχι;’). Αλλά δεν είναι ειλικρινής.  Κι η ανειλικρίνεια μπορεί να φανεί μόνο αν καταλάβουμε την δυναμική των πολύ μικρών επιχειρήσεων και την αντιδιαστείλουμε με το ζητούμενο για να φανεί η έλλειψη. Γιατί πέραν του ότι ελάχιστες από τις μικρές επιχειρήσεις μεγαλώνουν, έστω κι αργά, η κύρια συγκέντρωση τους είναι σε κλάδους πολύ συγκεκριμένους, πολύ παραδοσιακούς και μάλλον κορεσμένους. Ξανά, από τον οδηγό του ALBA:

… στα αρνητικά καταγράφεται η υψηλή συγκέντρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στους κλάδους του λιανικού εμπορίου, των ξενοδοχείων και της εστίασης.

Αν πιστεύουμε ότι αυτοί οι κλάδοι (που κατά πολύ έχουν  σχέση με τουρισμό και  λαϊφ στάιλ κατανάλωση) μπορούν να δώσουν στην Ελλάδα το ΑΕΠ που της λείπει για να κλείσει την τρύπα τον εξαγωγών/ελλειμάτων, όχι δεν χρειαζόμαστε άλλα startups. Αλλά, δυστυχώς, και πάντα κατά τη γνώμη μου,  αυτοί οι κλάδοι, μ’ αυτή τη μορφή επιχειρήσεων δεν μπορούν να μας πάνε πολύ μακρυά. Γιατί αν μπορούσαν, είχαν την ευκαρία να το κάνουν από τον 1970 και μετά, και δεν το έκαναν.
Αν θέλουμε να ξεφύγουμε από την αναιμική ανάπτυξη η απάντηση είναι:
  • Θέλουμε startups που θα μπορέσουν σε μερικά χρόνια να πάνε από το μηδέν στα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ (αυτό είναι high growth) και μάλιστα με τζίρους που θα προέρχονται κατά κύριο λόγο από το εξωτερικό και θα πλουτίζουν τη χώρα. Αυτή τη στιγμή δεν διαθέτουμε ούτε ένα.
  • Θέλουμε startups που να μπορούν να τα εξαγοράσουν μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις για να λειτουργήσουν σαν αιμοδοσία ανανέωσης στις δραστηριότητες, κι όχι για να δικαιολογηθούν τα λεφτά από κάποιο χρηματιστήριο όπως το 1999. Αυτή τη στιγμή ζήτημα αν διαθέτουμε μια χούφτα.
  • Θέλουμε startups που θα μπορέσουν να συγκρατήσουν τη διαρροή όλου του καλού ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό. Αυτή τη στιγμή ζήτημα αν διαθέτουμε λίγες δεκάδες.
Για να μην παρεξηγηθώ, επειδή τα startups έχουν σχεδόν ταυτιστεί με internet  statups τον τελευταίο καιρό, διευκρινίζω ότι δεν χρησιμοποιώ τον όρο έτσι, κι επίτηδες αφήνω ανοιχτό το θέμα των κλάδων.
γ. Μπορεί να προκύψουν από μόνα τους;
Ναι, θέλουμε όλα τα παραπάνω αλλά πως θα τα έχουμε; Αρκεί το business as usual, ακόμα κι αν ότι κάνουμε το κάνουμε κάθε μέρα καλύτερα, όπως λέει ο Γρηγόρης στο προαναφερθέν ποστ; Πολύ αμφιβάλλω. Και βέβαια, με λίγη ακόμα επιδότηση θα πάρουμε λίγη ακόμα διαφθορά. Γιατί, κι εδώ συμφωνώ με τον Γρηγόρη,  το θέμα δεν είναι τα λεφτά. Λεφτά υπάρχουν (ακόμα). Και σε δημόσιους αλλά και στους πολύ παραβλεπόμενους ιδιωτικούς κορβανάδες.  Μυαλά που θα επενδύσουν δεν υπάρχουν. Και μυαλά που θα επιχειρήσουν επίσης. Κι όλα τα business reality shows σ’ αυτό τουλάχιστον, έστω κι από σπόντα, μπορούν να συντελέσουν. Ν’ αρχίσουν ν’ αναπροσανατολίζουν μυαλά. Δεν είναι κακό να εμπνευστείς από κάτι που μπορεί στην πράξη να είναι ανέφικτο για σένα. Εξάλλου η επιχειρηματικότητα είναι κυνήγι ονείρων κι ανεμόμυλων κι αυτό φαίνεται από τα ποσοστά αποτυχίας.
Αλλά ούτε θεσμοί υπάρχουν,  ούτε στοιχειώδεις υποδομές. Τ’ αντικίνητρα είναι σωρό και γι αυτό έγραψα και σαν απάντηση στο μπλογκ του ΓΦ ότι:
Η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας απαιτεί παρέμβαση. Όλα τα ιστορικά παραδείγματα αυτό δείχνουν. Κι οι δρόμοι που μπορεί ν’ ακολουθήσει μια χώρα που δεν ανήκει την πρώτη φουρνιά των ανεπτυγμένων και βιομηχανικών, είναι δυο: ο δρόμος της Ασιατικής τίγρης, που περνάει μέσα από σχεδόν μηδενικά εργατικά κόστη, κι ο δρόμος της εστιασμένης τεχνολογικής ανάπτυξης (βλέπε Ισραήλ, Σιγκαπούρη, Φινλανδία και πρόσφατα Χιλή). Η ιστορία του δεύτερου μας διδάσκει ότι απαιτήθηκε πάντα μια κρατική παρέμβαση που οδήγησε την ανάπτυξη. Κι εδώ είναι το δια ταύτα: για να έχεις επιτυχημένες κρατικές παρεμβάσεις, πρέπει να έχεις κράτος.
Ο Αρίστος Δοξιάδης , σε σχόλιο του, κάπως εξέλαβε ότι η παραπάνω αποστροφή σημαίνει τη συμφωνία μου με τη συνέχιση των επιχορηγήσεων. Κάθε άλλο. Είναι τελείως διαφορετικό το να έχεις κράτος που επιχορηγεί ή, ακόμα χειρότερα, επιχειρεί,  από  κράτος που βοηθά.
Πως θα γίνει αυτό; Είναι αντικείμενο μιας άλλης, μεγάλης, κουβέντας.

 

 

 

ΥΓ. Παραβρέθηκα το πρωϊ στην εκδήλωση HitechExports κι άκουσα τον Γρηγόρη ν’ αναπτύσσει παρόμοιες θέσεις live σε μια ομολογουμένως εντυπωσιακή παρουσίαση. Πρόσθεσε δε και μια άλλη διάσταση, για την οποία έχω μεγάλη ευαισθησία: την πολιτισμική διάσταση της επιχειρηματικότητας.  Kudos!

Make innovation work και παραγωγικοί κλάδοι

Κοιτούσα προχτές το παρακάτω διάγραμμα που είχα βρει παλιότερα στο Spiegel και που απεικονίζει την σύνθεση του ΑΕΠ μας κατά κλάδο.

Το διάγραμμα φανερώνει γρήγορα το (τεράστιο) πρόβλημα: οι κλάδοι του εμπορίου, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και του real estate είναι πάνω από το 50% της οικονομίας. Οι κλάδοι αυτοί (εκτός real estate) είναι κλάδοι διαμεσολαβητικοί:

  • Για να υπάρξει εμπόριο, πρέπει να υπάρχουν προϊόντα. Και προφανώς όχι εισαγώμενα, αν επιδιώκουμε όφελος για τη χώρα.
  • Για να υπάρχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες πρέπει να υπάρχει οικονομική δραστηριότητα. Με τη διαμεσολάβηση υψηλότερη από την κανονική παραγωγή, εύκολα αποκομίζει κανείς την εντύπωση φούσκας απ’ αυτό που βλέπει.

Που υπάρχει όμως παραγωγή;

Σίγουρα στην Γεωργία, στις Κατασκευές (που συναρτάται με το real estate) και στη βιομηχανία/ενέργεια. Σύνολο 20% του ΑΕΠ περίπου. Μαζί με το 18% του τουρισμού και μέρος των υπηρεσιών (η ναυτιλία  κι οι μεταφορές πρέπει να είναι εκεί μέσα),  είναι οι κλάδοι στους οποίους μπορούμε, υπό προϋποθέσεις, να στηρίξουμε κάποιες ελπίδες για βιώσιμη και χωρίς στρεβλώσεις ανάπτυξη.

Αναιμική εικόνα κι απογοητευτική. Αλλά αυτή είναι, δεν έχει άλλη.

Καθώς τα σκεφτόμουν αυτά πήρε το μάτι μου τo διαγωνισμό “Κάνε την Καινοτομία πράξη” που υποστηρίζεται από μια σειρά ιδιωτικών και δημοσίων φορέων. Πρόκειται για ένα διαγωνισμό επιχειρηματικότητας με βράβευση του καλύτερου (πιο καινοτόμου) επιχειρηματικού σχεδίου με 10 χιλ Ευρώ.

Μου έκαναν αμέσως εντύπωση οι κατηγορίες του διαγωνισμού:

Γιατί; Γιατί πρακτικά αναλογούν στους κλάδους που ανέφερα παραπάνω.  Αυτοί που σχεδίασαν το διαγωνισμό,επιλέγοντας τους κλάδους που πραγματικά μπορούν να στηρίξουν την ανάπτυξη στην Ελλάδα,  πρέπει να έκαναν ανάλογες σκέψεις με μένα .

Κι επειδή αυτό το μπλογκ το διαβάζουν πολλοί της πληροφορικής: μην τον προσπεράσετε το διαγωνισμό. Κοιτάξτε τις λεπτομέρειες. Μπορεί να σας αφορά, ακόμα κι αν δεν είναι προφανές από τις θεματικές κατηγορίες. Γιατί, μεταξύ άλλων, στις ιδέες που προτείνονται σαν παράδειγμα είναι κι η ανάπτυξη εφαρμογών γι αυτούς τους κλάδους.

 

 

Οι 4 μορφές επιχειρηματικότητας

morris' afterwork greeting
Αυτή η συζήτηση έρχεται κι επανέρχεται (: τι είναι startup, τι δεν είναι, ποιoν αφορούν τα κίνητρα που εξαγγέλονται για επιχειρηματικότητα, ποιoν όχι, τι έχει ανάγκη ο καθένας και τι νομίζει ότι έχει ανάγκη κτλ). Και μ’ όποιον την κάνω δείχνει να μην έχει καθαρή αντίληψη για τη διάκριση μεταξύ των διάφορων τύπων επιχειρηματικότητας και των στόχων και ικανοτήτων που απαιτεί η κάθε μια.
Το παρήγορο είναι ότι στην σύγχιση δεν συμβάλει κάποια αποκλειστικά ελληνική αδυναμία. Είναι μέρος μιας γενικότερης σύγχισης που φτάνει και μέχρι τις ΗΠΑ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από το οποίο πήρα κι αφορμή γι αυτό το ποστ, είναι το άρθρο του Steve Blank για την πρωτοβουλία της Αμερικάνικης κυβέρνησης που λέγεται Startup America κι αφορά διάθεση πόρων για υποκίνηση και χρηματοδότηση της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας.

Ο Blank κριτικάρει την πρωτοβουλία ακριβώς στη βάση της έλλειψης κατανόησης των 4 τύπων επιχειρηματικότητας από μεριάς κυβέρνησης ΗΠΑ. Και καταλήγει σε κάτι που θα σας ακουστεί πολύ οικείο:

We’re trying to kick-start a national initiative on startups, entrepreneurs and innovation with academics, economists and large company executives. Great for policy papers, but probably not optimal for making change.

Ποιοί είναι λοιπόν αυτοί οι 4 τύποι επιχειρηματικότητας; Αντιγράφω και πάλι από το ποστ του Blank:

1. Small Business Entrepreneurship
Today, the overwhelming number of entrepreneurs and startups in the United States are still small businesses. There are 5.7 million small businesses in the U.S. They make up 99.7% of all companies and employ 50% of all non-governmental workers.
Small businesses are grocery stores, hairdressers, consultants, travel agents, internet commerce storefronts, carpenters, plumbers, electricians, etc. They are anyone who runs his/her own business. They hire local employees or family. Most are barely profitable. Their definition of success is to feed the family and make a profit, not to take over an industry or build a $100 million business. As they can’t provide the scale to attract venture capital, they fund their businesses via friends/family or small business loans.
2. Scalable Startup Entrepreneurship
Unlike small businesses, scalable startups are what Silicon Valley entrepreneurs and their venture investors do. These entrepreneurs start a company knowing from day one that their vision could change the world. They attract investment from equally crazy financial investors – venture capitalists. They hire the best and the brightest. Their job is to search for a repeatable and scalable business model. When they find it, their focus on scale requires even more venture capital to fuel rapid expansion.
Scalable startups in innovation clusters (Silicon Valley, Shanghai, New York, Bangalore, Israel, etc.) make up a small percentage of entrepreneurs and startups but because of the outsize returns, attract almost all the risk capital (and press.) Startup America was focussed on this segment of startups.
3. Large Company Entrepreneurship
Large companies have finite life cycles. Most grow through sustaining innovation, offering new products that are variants around their core products. Changes in customer tastes, new technologies, legislation, new competitors, etc. can create pressure for more disruptive innovation – requiring large companies to create entirely new products sold into new customers in new markets. Existing companies do this by either acquiring innovative companies or attempting to build a disruptive product inside. Ironically, large company size and culture make disruptive innovation extremely difficult to execute.
4. Social Entrepreneurship
Social entrepreneurs are innovators focus on creating products and services that solve social needs and problems. But unlike scalable startups their goal is to make the world a better place, not to take market share or to create to wealth for the founders. They may be nonprofit, for-profit, or hybrid.

Αναλογιζόμενοι τις διαφορές, καταλαβαίνουμε και τι είδους ανθρώποι πρέπει να κάτσουν στο τραπέζι για να συζητήσουν τις ανάγκες της καθε μιας. Για την τελευταία δε κατηγορία δεν είμαι καν σίγουρος ότι τους διαθέτουμε.

Τι σχέση έχει η Ελλάδα με τη Χιλή; Προσφυγή στην επιχειρηματικότητα

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον το τελευταίο ποστ του Steve Blank “Creating the Next Silicon Valley – The Chilean Experiment“.

Το ανέμενα μέρες γιατί το είχε προαναγγείλει στο μπλογκ του.

Το ποστ είναι μια γρήγορη επισκόπηση της προσπάθειας και της θέσης της Χιλής σε σχέση με την επιχειρηματικότητα.

Bρίσκω ότι υπάρχει μια αναλογία της Ελλάδας με τη Χιλή, μια χώρα μικρή (16 εκατ.) και της περιφέρειας (πολύ περισσότερο από την Ελλάδα), με βεβαρυμένη πολιτική ιστορία (Πινοσέτ για 25 χρόνια vs Χούντα Κυπριακό), μ’ ένα κυρίαρχο κλάδο (Μεταλλεία vs Ναυτιλία) τεχνολογικά ανεκμετάλευτο, με προθέσεις σε κυβερνητικό επίπεδο αντίστοιχες (κρατική χρηματοδότηση επιχειρηματικότητας) και ανάλογα δομικά προβλήματα (άτολμα έως ανύπαρχτα VCs).

Πιο καίρια βρίσκω την ακόλουθη επισήμανση, που μας αφορά 100%.

Where will Chile establish technical and innovative leadership?  Is the only way they will attract talent by paying entrepreneurs to come to the country? Or will students and entrepreneurs come to Chile because it is one of the best places in the world for innovation in certain specific industries (pick your favorite – alternative energy? materials science? food science? cellulose outputs? video games and film? South American web commerce hub? automated mining? UAV’s? etc.)

Και βέβαια την αναλογία σ’  ένα κύριο παράγοντα ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας: την ανοχή της αποτυχίας.

.. in Chile the cost of personal failure is high. If you fail, you’ve failed your family, your community and your country. As a result, societal pressures favor people who avoid risky ventures.


Κλείνω με την εξής  παρατήρηση: Μπορεί όψιμα να ανακαλύψαμε την επιχειρηματικότητα στην χώρα μας και να μιλάμε πολύ γι αυτή, κοιτόντας με δέος τα επιτυχημένα διεθνή παραδείγματα, αλλά το ίδιο έχει συμβεί κι αλλού. Και συνεπώς στον αγώνα να φτάσουμε τους πρώτους, έχει να προστεθεί κι ο ανταγωνισμός μ΄όλους όσους επιδιώκουν κάτι παρόμοιο.

Επιχειρηματικότητα: η διαστρωμάτωση της συζήτησης

Πέρασα σήμερα νωρίτερα από την εκδήλωση του Ινστιτούτου Νεολαίας στο  TheHub και παρακολούθησα ολόκληρο το τρίτο μέρος που ήταν βασικά παρουσιάσεις επιχειρήσεων κι επιχειρηματιών που έχουν ένα τεκμήριο επιτυχίας κι ενδιαφέροντος. Οι ομιλίες κυμάνθηκαν περισσότερο στην παρουσίαση εμπειριών και συμβουλών και λιγότερο στο τι ακριβώς έχει κάνει και πετύχει η κάθε εταιρεία ή επιχειρηματίας.

Σκεφτόμενος πάνω στο τι θα ήθελα να ακούσω εγώ από τους τελευταίους αυτούς ομιλητές, άρχισε να ταξιδεύει η σκέψη μου γενικώτερα προς τη διεξαγόμενη πια εκτεταμένα συζήτηση περί επιχειρηματικότητας (παρεπιπτόντως, αν δεν το γνωρίζετε, διανύουμε την 3η Παγκόσμια Εβδομάδα Επιχειρηματικότητας, whatever this means. Επίσης, παρεπιπτόντως, σήμερα διεξαγόταν και μια άλλη ημερίδα με θέμα την επιχειρηματικότητα στον αγροτοβιομηχανικό τομέα).

Η συζήτηση περί επιχειρηματικότητας, όπως φαίνεται κι απ’ αυτές τις εκδηλώσεις, έχει αρχίσει να παίρνει κάποια έκταση και σ΄αυτό έχει συνηγορήσει η οικονομική κρίση: ελλείψει άλλων διεξόδων, ρητά ή άρρητα, η πολιτεία προσφεύγει / προσβλέπει στην επιχειρηματικότητα για δημιουργία θέσεων εργασίας, ανάπτυξης και ανάκτησης κάποιου μέρους από το απωλεσθέν διεθνές κύρος μας. Αυτό όμως σημαίνει, ανεξαρτήτως προθέσεων, ότι πια αυτή η συζήτηση έχει διάφορους συνομιλητές και διαφορετικά ‘κοινά’, τα οποία είναι διαστρωματωμένα, με διαφορετικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες το καθένα.

Οι νέοι κι οι όχι τόσο νέοι

Το πρώτο επίπεδο αυτής της συζήτησης αφορά την υποκίνηση τους ενδιαφέροντος για την επιχειρηματικότητα. Λογικά εδώ το κοινό είναι οι νέοι  κι αυτούς στοχεύουν πολλές από τις μέχρι τώρα προσπάθειες. Υπάρχει όμως ένα κοινό που παραμελείται συστηματικά: οι όχι τόσο νέοι αλλά έμπειροι εργασιακά και κορεσμένοι από την υπαλληλική ζωή, που θέλουν να ξεκινήσουν κάτι δικό τους ή θ’ αναγκαστούν να στραφούν προς μια τέτοια διέξοδο γιατί οι παραδοσιακές θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα μειώνονται (= απολύσεις).

Η συζήτηση περί επιχειρηματικότητας  νομίζω δεν αγγίζει σωστά αυτό το κοινό. Δεν έχουν ανάγκη (ακόμα) να μάθουν για χρηματοδοτικά προγράμματα, για πως να καταρτίζεις   business plan  κτλ. Δεν έχουν επίσης ανάγκη από θεωρητικές αναλύσεις περί καινοτομίας, αειφορίας, startup κτλ. Αυτό που χρειάζονται είναι έμπνευση. Κάτι  να το ζηλέψουν, να το δουν σαν πρότυπο και να προσπαθήσουν να το μιμηθούν. Κι αυτό μπορούν να το δώσουν μόνο τα παραδείγματα, τόσο ανθρώπων, όσο κι επιχειρήσεων.

Σκέφτομαι την  Upstream καθώς το γράφω, και συγκεκριμένα δύο από τα στοιχεία που παρουσίασε ο Νίκος Μωραϊτάκης στην εκδήλωση:

  1. 4% μόνο από τα περίπου 50 εκατ. € έσοδα της προέρχονται από την Ελλάδα, ενώ τα υπόλοιπα 96% από 40 χώρες. Αλλά πληρώνει φόρους στην Ελλάδα!
  2. Το 2008 πήρε 11εκ. χρηματοδότηση, νούμερο που θυμίζει Silicon  Valley!

Τα παραδείγματα θέτουν το ερώτημα: “μπορώ κι εγώ;” ή πιο ‘τσαμπουκαλίδικα’ “Γιατί αυτοί κι όχι εγώ;”.  Ο στόχος γι αυτό το κοινό και γι αυτούς που προορίζονται να γίνουν επιχειρηματίες (γιατί δεν μπορούν όλοι ν’ ακολουθήσουν αυτό το δρόμο) είναι η καταρχήν θετική απάντηση.

Οι  wannabe

Οι wannabe επιχειρηματίες είναι αυτοί που έχουν δώσει την καταφατική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα και παρότι εξακολουθούν να χρειάζονται να βλέπουν θετικά παραδείγματα για ενίσχυση της θέλησης και της αντοχής τους, η ανάγκη τους είναι άλλη: χρειάζονται εκπαίδευση για το πως να υλοποιήσουν το σκοπό τους.  Χρειάζονται συζητήσεις για το πως θα ελέγξουν τις ιδέες τους, πως θα βελτιώσουν τις ικανότητες τους, πως θα βρουν το δρόμο στο δαίδαλο της γραφειοκρατίας, πως να επιλέξουν συνεργάτες, πως να  παρουσιάσουν τις ιδέες τους, πως να τις αναπτύξουν, πως να τις πουλήσουν και, ναι, πως να φτάσουν να τις χρηματοδοτήσουν. Χρειάζονται να χαράξουν γρήγορα ένα νοητικό χάρτη της διαδρομής που έχουν να διανύσουν για να επαναβεβαιώσουν την απόφασή τους (ή να την εγκαταλείψουν).

Οι startupers

Όσοι σήκωσαν τα μανίκια και προσπαθούν να υλοποιήσουν μια ιδέα, έχουν την προσοχή τους στραμμένη στην υλοποίηση γι αυτό εδώ η συζήτηση πρέπει να διεξάγεται γύρω από τα μέσα, απλά και απτά. Αυτό το κοινό ενδιαφέρεται ν’ ακούσει για ευκαιρίες, ν’ αξιοποιήσει καλές πρακτικές τρίτων, να συνεργαστεί, να συνασπιστεί, να δοκιμάσει και να πειραματιστεί. Οτιδήποτε άλλο είναι διάσπαση.

Οι επενδυτές

Το τελευταίο ‘κοινό’ έχει δύο συνιστώσες:

  • είναι οι επενδυτές με την παραδοσιακή έννοια (ιδιώτες, επιχειρήσεις ή θεσμικοί επενδυτές) που θα διοχετεύσουν το κεφάλαιο που θα ενδυναμώσει την επιχειρηματικότητα,
  • κι είναι κι ο επενδυτής κράτος που δεν επενδύει στις επιχειρήσεις στενά, αλλά στην επιχειρηματικότητα και στην προσπάθεια αυτή ζητάει συχνά πυκνά την αρωγή της ακαδημαϊκης κοινότητας για χάραξη πολιτικής ή αξιολόγηση ευκαιριών.

Αυτό το κοινό έχει βασικά ένα ενδιαφέρον: την βέλτιση απόδοση της επένδυσης του. Και οι δύο συνιστώσες του είναι συναρτώμενες: οι ιδιώτες επενδυτές θέλουν να βλέπουν το κράτος να μην μπαίνει στα πόδια τους αλλά να τους δίνει κίνητρα αν μπορεί (βλέπε το co-investing που ανακοίνωσε ο Ειδικός Γραμματέας Ψηφιακής Σύγκλισης  Α. Μαρκόπουλος) και το κράτος θέλει να βλέπει την ‘επένδυση’ ν’ αποδίδει σε ανάπτυξη, ευημέρια, φορολογικά έσοδα κτλ. Σ’ αυτό το επίπεδο η συζήτηση μπορεί να λάβει πολύ αφηρημένο χαρακτήρα [ειδικά η ανάγκη της κατανόησης των φαινομένων αυτών που είναι από τη φύση τους ρευστά κι ασαφή, δημιουργεί την ανάγκη της θεωρητικής κατανόησης τους πράγμα που επιφέρει την ακαδημαϊκή ανάμιξη]  που, παρότι αναγκαία, όταν δεν είναι μια συζήτηση συγκεκριμένων μέτρων και πολιτικών, δεν αφορά άμεσα τις άλλες κατηγορίες κοινών. Αντιθέτως τις μπερδεύει κι ίσως να τις αποθαρρύνει.
Νομίζω πρέπει ν’ αρχίσουμε να εξειδικεύουμε τη συζήτηση περί επιχειρηματικότητας στους παραπάνω άξονες και να σχεδιάζουμε τις ενέργειες προώθησης και τις εκδηλώσεις με γνώμονα του να μην μπερδεύουμε τα κοινά κι άρα τα μηνύματα. Ήτοι, συνοψίζοντας:

  • Νέοι  <–> Έμπνευση
  • Wannabe <–> Έκπαίδευση
  • Startupers <–> Μέσα
  • Επενδυτές <–> Απόδοση

Startegy, λίγες ώρες μετά

Το πράγμα έχει κάπως έτσι: μια ομάδα ανθρώπων από αυτούς που ασχολούνται (και πιθανώς ταλαιπωρούνται) με το internet, τα startups, την επιχειρηματικότητα κτλ σκέφτεται και λέει “Πως ξεκινάει κανείς να κάνει κάτι; Όχι μόνο στο  internet αλλά γενικά. Που βρίσκει ανθρώπους, πως μαθαίνει να δουλεύει; Πως το δρομολογεί;”

Από τα ερωτήματα αυτά διαγνώνει μια έλλειψη και αποφασίζει να την καλύψει. Με τον μόνο τρόπο που, τουλάχιστον για μένα, έχει δώσει ωραία κι ελπιδοφόρα δείγματα δουλειάς: από τα κάτω κι εκ των ενόντων!

Παρακολουθώ για κάποιο καιρό τώρα την προσπάθεια αλλά δεν πολυδίνω σημασία. Οκ, λέω, άλλο ένα startupοειδές μόρφωμα. Έχουμε αρκετά.

Παρόλαυτα, επειδή έχω καιρό να δω τη Βίκυ, σε μια ανταλλαγή μηνυμάτων στο  Facebook συμφωνούμε να βρεθούμε και να τα πούμε στο  event.

Έτσι, σήμερα το πρωϊ,  παίρνω των ομματιών μου και ανηφορίζω προς το Microsoft Innovation Center.

Πρώτη έκπληξη: βλέπω πολλά καινούργια πρόσωπα.

Δεύτερη έκπληξη: ο μισός πληθυσμός περίπου είναι γυναίκες!

“Καλά ξεκινάμε”, σκέφτομαι.

Πρέπει να μαζεύτηκαν συνολικά καμιά κατοσταριά κόσμος τελικά.

Το event  προχώρησε λίγο σαν startup weekend και λίγο σαν team building exercise: αρχικές γνωριμίες, pitching ιδεών,  ψήφος για τις ιδέες (: διαφοροποίηση από το  startup weekend),  χτίσιμο ομάδων γνωριμίας κι ad hoc ομάδων  για την εξέταση των ιδεών, και τέλος παρουσίαση των ιδεών στο σύνολο.

Σαν πρώτη προσπάθεια είχε αρκετά στοιχεία πειράματος αλλά οι διοργανωτές το είχαν ψάξει και δεν έκανε κοιλιά.  Αυτό που βρήκα πολύ θετικό κι ελπιδοφόρο ήταν η συγκέντρωση κόσμου που δεν είχε καμιά σχέση με την τεχνολογία αλλά ήθελε να ξεκινήσει κάτι, κι αυτό το κάτι δεν ήταν σουβλατζίδικο (προσφιλές παράδειγμα του event).

Δεν ξέρω αν αυτό ήταν μια λανθάνουσα κατάσταση, ή χειρότερα μια κατάσταση που δεν βλέπαμε μέχρι τώρα, ή ακόμα, αν είναι αποτέλεσμα της κρίσης που μας έχει κάνει όλους να ψαχνόμαστε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, κατεύθυνση που είναι ανάλογη με την πρωτοβουλία των ιδρυτών: να κάνουμε κάτι, να δημιουργήσουμε χωρίς να περιμένουμε ν’ ανοίξει ο ουρανός και να βρέξει ευμάρεια ή ευκολία. Γιατί, ας το επαναλάβω για χιλιοστή φορά κι εδώ: δεν περιμένω τίποτα από το ελληνικό κράτος, την ελληνική πολιτεία κι ακόμα τον νεοελληνικό ‘πολιτισμό’. Περιμένω μόνο κάτι από τις στάχτες τους.  Και το μόνο που έχω να τους πω είναι αυτό που έλεγε το ’60 ο  Bob Dylan:

Your old road is
Rapidly agin’.
Please get out of the new one
If you can’t lend your hand
For the times they are a-changin

Ξανά στο event, μετά το μουσικό διάλειμμα.
Καταγράφω τα θετικά και τα σημεία της κριτικής μου, χωρίς ιδιαίτερη ιεράρχηση:

Θετικά

  • Ένα event 100% ελληνικής εμπνεύσεως κι οργάνωσης κι όχι μεταφορά κάποιου ξένου  (όπως Opencoffee, TED, GGD, MediaCamp, Startup Weekend κτλ). Θα χαιρόμουν ιδιαίτερα να έβλεπα το concept να πετυχαίνει και να το εξάγουμε έπειτα.
  • Χτύπησε τη φλέβα μιας ανάγκης που δεν ξέρω αν ικανοποίησε: την επιχειρηματικότητα πέρα από το internet και την τεχνολογία. Και την ανάγκη του pre-start, του πως να ξεκινήσω κάτι όταν ακόμα είναι μια θολή ιδέα στο μυαλό μου. Σε κάποιο επόμενο ποστ θέλω να βάλω σε μια σειρά τα μέσα (event)  που είναι διαθέσιμα κι έχουν αναπτυχθεί ήδη στην ‘άλλη’ Ελλάδα για να αποτελέσουν έτσι μια πρώτη προσέγγιση ενός γενικού roadmap όλης της πορείας που καλείται κανείς να διανύσει μέχρι την ολοκλήρωση.
  • Στρωτή ροή και coaching. Άκουσα ότι τα παιδιά της οργανωτικής ομάδας ‘πρόβαραν’ το event δυο τρεις φορές. Φάνηκε ότι είχαν μια διαμορφωμένη άποψη για τη ροή και την συνεπικούρησαν αναλόγως.

Κριτική

  • Χρειάζεται σαφής διαχωρισμός, ακόμα και χωροταξικός των συμμετεχόντων αναλόγως του αν έχουν ιδέα σχετική με τεχνολογία ή όχι. Να το διασαφηνίσω αυτό: κάποιος που θέλει να πουλάει μέλι από το χωριό του σ’ όλο τον κόσμο και θέλει να το κάνει με κάποιο e-shop και να το προωθήσει με ιντερνετικά μέσα, ΔΕΝ θεωρώ ότι εμπίπτει στο χώρο της τεχνολογίας. Αυτά που ζητάει μπορεί να τα βρει στην αγορά, κι αν δεν έχει χρήματα, μπορεί να βρει κόσμο να τον βοηθήσει να τα στήσει, αλλά η βασική ανάγκη του είναι αλλού: η παραγωγική του διαδικασία, η ποιότητα του προϊόντος του, το πως θα βρει ανθρώπινους πόρους, πως θα κάνει πλάνα ανάπτυξης κτλ. Αυτή η κατηγορία συμμετεχόντων χρειάζεται coaching που μπορεί να λάβει από management versed ανθρώπους. Αντίθετα, όσοι έχουν ιδέες που έχουν καθαρά τεχνολογικό αντικείμενο χρειάζονται εντελώς διαφορετικά πράγματα για να ξεκινήσουν: χρειάζονται να μαζέψουν την ομάδα πυρήνα που θα γράψει αρκετό κώδικα για να πει κάποια στιγμή ότι διαθέτει ένα πρωτότυπο (: prototype) ή ακόμα καλύτερα μια alpha version.
  • Η επιλογή των ιδεών πάνω στις οποίες θα δουλέψουν οι ομάδες δεν πρέπει να υπόκειται σε ψήφο. Δεν είναι η πλειοψηφία αυτό που καθορίζει την αξία μιας ιδέας.  Νομίζω δεν υπάρχει καλύτερη εξήγηση γι αυτό από τη φράση που αποδίδεται στον  Henry Ford:
  • If I’d asked my customers what they wanted, they’d have said a faster horse.

    Η φαντασία κι η δημιουργικότητα δεν υπόκεινται σε δημοκρατικές διαδικασίες και, βέβαια, η πρωτοτυπία κι η καινοτομία δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιες αν δεν ‘περπατήσουν’ για καιρό πρώτα

  • Τέλος, μια κριτική για το θέμα της γλώσσας του  event, κατά πόσο πρέπει να είναι ελληνικά αγγλικά και τα δύο, με μετάφραση ή μ’ επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Ακούστηκε ότι κάποιοι αποφάσισαν να μην παρακολουθήσουν το event αν και τους ενδιέφερε επειδή φοβήθηκαν το θέμα των Αγγλικών. Και κάποιοι άλλοι εξέφρασαν τη δυσκολία τους να παρακολουθήσουν τα pitches που ήταν στ’ Αγγλικά. Μάλιστα στο τέλος η κατάσταση ξέφυγε λίγο σε γκρίνια γύρω από το θέμα αυτό. Η άποψη μου είναι σκληρή και ξεκάθαρη: όσοι δεν ξέρουν αγγλικά ας  μάθουν πρώτα αλλιώς να μην μπαίνουν στον κόπο. Οι ιδέες τους δεν θα πάνε πολύ μακρυά. Κι αυτό που χρειαζόμαστε όσο τίποτα είναι ιδέες που να μπορούν να ταξιδέψουν.  Μου φαίνεται δε αδιανόητο σε μια χώρα που ο τουρισμός παράγει το 18% του εθνικού προϊόντος πως οι περιπτεράδες, οι ταξιτζήδες, οι οδηγοί λεωφορείων, τα γκαρσόνια, οι μαγαζάτορες, ακόμα κι οι μικροπωλητές δεν μιλάνε αγγλικά. Οι μόνοι που δεν χρειάζονται αγγλικά στο παρόν status quo για να κάνουν (;)  τη δουλειά τους είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Αυτά. Κι εις ανώτερα, κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου.

To copy or not to copy? #1

Ο Βασίλης έγραφε τις προάλλες για την αξία της αντιγραφής, κόντρα στον εσμό των κηρυγμάτων υπέρ της καινοτομίας.

To ποστ του είναι εμπνευσμένο από κάποιο άλλο ποστ που αναφέρεται στο βιβλίο Copycats, το οποίο συμπτωματικά είχα αγοράσει πριν λίγο καιρό κι έχω αρχίσει να ξεφυλλίζω αλλά μου προκαλεί πλήξη. Μπορεί να φταίει και το θέμα, αλλά βασικά μου προκαλεί πλήξη γιατί είναι ένα βιβλίο γραμμένο για μάνατζερ, χωρίς καθόλου story telling, με οριοθετήσεις του θέματος του τύπου ‘η μίμηση στη βιόσφαιρα, η μίμηση στην ιστορία’ κτλ που μου θυμίζουν φοιτητικές εργασίες και κακή ελληνική αρθρογραφία. Έχω την εντύπωση ότι ένα άρθρο θ’ αρκούσε για να πει τα ουσιώδη ο συγγραφέας, χωρίς τεχνητά ‘γεμίσματα’ και σάλτσες.

Παρόλαυτα, η κεντρική ιδέα του βιβλίου έχει αξία. Κι η αξία αυτή καλύτερα από θεωρητικές προτάσεις συνοψίζεται σε μερικά παραδείγματα.

α. Η Microsoft δεν ήταν η πρώτη ούτε στη δημιουργία λογισμικού για προσωπικό υπολογιστή, ούτε στη δημιουργία παραθυρικού λογισμικού, ούτε στη δημιουργία προγράμματος λογιστικών φύλλων, επεξεργαστή κειμένου, προγράμματος παρουσιάσεων κτλ Παρόλαυτα για 30 χρόνια είναι ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της αγοράς. Θυμάται κανείς τα CP/M, Lotus 1-2-3, Wordprerfect  κτλ πλέον; Όχι.

β. Το Facebook δεν ήταν το πρώτο social network. Ούτε το MySpace βέβαια. Πόσοι γνωρίζουν το Friendster;

γ. Αλλά μήπως ήταν η  Google η πρώτη μηχανή αναζήτησης; Είχαν προηγηθεί άλλες όπως Yahoo!, Lycos, Altavista κτλ.

Τι παρατηρούμε εδώ; Κάποιος που έρχεται μετά τον πρωτοπόρο, κι ίσως ήδη ηγέτη, καταφέρνει και παίρνει την πρωτιά κι εγκαθίσταται σ’ αυτήν για πολύ. Τι αξία είχε η καινοτομία σ’ αυτήν την περίπτωση; Ο πρώτος μιας αγοράς επωμίζεται όλα τα κόστη έρευνας κι ανάπτυξης ενός νέου προϊόντος, ξοδεύεται πολλαπλά σε  προσπάθεια να το επικοινωνήσει, και όταν  αρχίσει και πουλάει και φαίνεται πως το μέλλον του ροδίζει, έρχεται ένας δεύτερος που τον αντιγράφει στα κύρια σημεία, βελτιώνει κάποια άλλα, προσφέρει ίσως (ή κυρίως) ανταγωνιστική τίμη, μιας και δεν είχε τα ίδια έξοδα ανάπτυξης και δεν έχει τα ίδια κόστη μάρκετιν και πωλήσεων, και τελικά παίρνει τη μερίδα του λέοντος από την αγορά. Υπό μία προϋπόθεση: ότι αυτό που προσφέρει είναι και ποιοτικά καλύτερο από του πρωτοπόρου κι όχι για γρήγορη ξεπατικοσούρα.

Σε επίπεδο χωρών έχουμε δει την διαδικασία της επιτυχούς αντιγραφής να δημιουργεί γίγαντες όπως η Ιαπωνία το ’60, ’70 και ’80, η Ταϊβάν το ’90 και η Κίνα το ’00.

Σωστά λοιπόν ρωτάει ο Βασίλης “Innovation or wealth creation?”; Κι αναρωτιέται μήπως αυτή είναι μια σωστή στρατηγική για την Ελλάδα. Κι εδώ έρχεται να δέσει η   έρευνα του καθηγητή κ.  Σπ. Λιούκα που είχε παρουσιαστεί πέρσι στο  SmartBusiness Forum κι είχε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αντιγράφω την στρατηγική που προτεινει ο Λιούκας μετά από ανάλυση των ποιοτικών, ποσοτικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών της Ελλάδας:

  • Επένδυση στην πρόσκτηση, προσαρμογή & διάχυση ιδεών
  • Συνεπάγεται διαφορετική εστίαση, με
    • ενίσχυση δικτύωσης και συνεργασιών, κυρίως διεθνών
    • ενίσχυση  της  παγκόσμιας έρευνας για συλλογή πληροφοριών για νέες αποδεδειγμένες ιδέες και τεχνολογίες, για δοκιμασμένες λύσεις χαμηλού κινδύνου
    • εστίαση σε μικρές καινοτομίες, ενθάρρυνση σειράς οριακών καινοτομιών στην εφαρμογή, στην προσαρμογή
  • Δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για υποδοχή,  καλλιέργεια και εφαρμογή ιδεών
    • επένδυση σε παιδεία, γνώσεις, ικανότητες
    • ενίσχυση των ικανοτήτων / μηχανισμών απορρόφησης των επιχειρήσεων με ειδικά προγράμματα
  • Προσανατολισμός δημόσιων πολιτικών και προγραμμάτων προς την κατεύθυνση αυτή
    • με ανακατανομή πόρων προς την ανοιχτή καινοτομία
    • με εστίαση της Ε&Α σε θέματα υποστηρικτικά

Εν ολίγοις, αντιγράψτε έξυπνα λέει η προτεινόμενη στρατηγική. Και στο έξυπνα βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά. Είναι η αντιγραφή που έχει μέσα της καινοτομία. Imovation την χαρακτηρίζει ο Shenkar στο Copycats, από τα imitation και innovation. Και δεδομένης της ανυπαρξίας -πια- κονδυλίων για έρευνα ή για εξαγωγικό μάρκετιν, η πρόταση έχει και μια σαφή -και σοφή- οικονομική διάσταση. Και δεν είναι μακρυά από αυτό που έλεγα κι εγώ, ότι η εξωστρέφεια δεν χρειάζεται να είναι εντυπωσιακή. Γιατί, αν προσέξατε, μέσα στις προτάσεις του Λιούκα, διακρίνεται όχι καθαρά, η επιδίωξη της εξωστρέφειας. Γιατί το θέμα δεν είναι ν΄αντιγράψουμε το οτιδήποτε για να το λανσάρουμε στην ελληνική αγορά και μόνο. Δεν έχει κλίμακα κάτι τέτοιο και γρήγορα θα υποσκελιστεί ή θα αναγκαστεί να φυτοζωϊσει.

Οκ, η δημιουργική αντιγραφή είναι σοβαρή στρατηγική τόσο σε εθνικό, όσο και σε εταρικό ή προσωπικό επίπεδο. Παραμένει όμως το ερώτημα: Τι αξία έχει (αν έχει) η καινοτομία; Και υπό ποιές προϋποθέσεις;

Startup nation – update 1

Σε πρόσφατο ποστ έγραφα:

Η χώρα που έχει μια σειρά από αναλογίες με την Ελλάδα και που μπορεί να χρησιμεύσει σαν σύγκριση, είναι το Ισραήλ.

Ποιές είναι οι αναλογίες;

  • Ανάλογος πληθυσμός
  • Μια γλώσσα που δε μιλιέται από κανέναν άλλον.
  • Θερμό κλίμα που υποτίθεται σε κάνει πιο αργό και πιο τεμπέλη
  • Κακές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες
  • Μεγάλη ομογένεια ανά την υφήλιο και κυρίως στην Αμερική

Έχει βέβαια και μεγάλες διαφορές αλλά δεν είναι οι ομοιότητες ή οι διαφορές αυτές από τις οποίες θέλω ν’ αντλήσω συμπεράσματα. Η κύρια παρατήρηση για το Ισραήλ είναι ότι δεν έχει ούτε μεγάλη εσωτερική αγορά, ούτε μια δυνητική περιφερειακή αγορά. Γι αυτό όλα τα ισραηλινά startup στοχεύουν εξαρχής στην Αμερικάνικη αγορά κι από κει στον κόσμο.

Κι επειδή όπως συμβαίνει πολλές φορές, λέμε κάτι και μετά συνειδητοποιούμε τι είπαμε κι αρχίζουμε να το σκεφτόμαστε περισσότερο, έτσι κι εδώ, μετά απ’ αυτή τη διατύπωση άρχισα ν’ αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που διαθέτει το Ισραήλ και το κάνει τόσο μοναδικό στην παραγωγή startups και καινοτομίας που άλλες, προηγμένες χώρες δεν μπορούν να πλησιάσουν καν, πολύ περισσότερο εμείς.

Ψάχνοντας τη διεθνή βιβλιογραφία να βρω μια απάντηση έπεσα πάνω στο βιβλίο  των Dan Senor και Saul Singer Startup Nation που επιχειρεί ν’ απαντήσει ακριβώς αυτό το ερώτημα.

Το βιβλίο είναι περισσότερο ένα εκτεταμένο δημοσιογραφικό αφιέρωμα παρά μια ακαδημαϊκή μελέτη. Απ’ αυτή την άποψη, ελέγχεται ως προς τη μεθοδολογία και τα εξαγόμενα συμπεράσματα. Επειδή όμως η προσέγγιση που ακολούθησαν οι συγγραφείς του καθ’ υπόδειξιν του εκδότη τους, είναι να χρησιμοποιήσουν περισσότερo  story telling  και λιγότερο ακαδημαϊκή επιχειρηματολογία, συνιστά ένα ευχάριστο, μερικές φορές συναρπαστικό ανάγνωσμα.

Για να καταλάβουμε τι νέο φέρνει το βιβλίο σαν εξήγηση, πρέπει πρώτα να επιχειρήσουμε ν’ απαντήσουμε το ερώτημα μόνοι μας και μετά να συγκρίνουμε τις απαντήσεις. Στη δική μου σκέψη πριν το βιβλίο, η ιδιαιτερότητα του Ισραήλ εξηγείτο από τρεις παράγοντες:

  • την υψηλή επίδοση των Εβραίων στις επιστήμες πριν κι εκτός Ισραήλ
  • την ανάπτυξη στρατιωτικής βιομηχανίας και τεχνολογίας
  • στην αμερικάνικη βοήθεια

Κι οι τρεις αυτές εξηγήσεις συμφωνούν με κάποια από τα συμπεράσματα των συγγραφέων, αλλά είναι υποσύνολο.

Το startup nation  παρουσιάζει περίπου τη σημερινή κατάσταση ως νομοτελειακή: είναι το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής κατάστασης (ένα λαό που νοιώθει περικυκλωμένος και χωρίς διέξοδο από ξηράς πουθενα), μιας δεδομένης στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το σύνολο του αραβικού κόσμου (εδώ μπαίνουν οι Ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις) και μιας νοοτροπίας στάση ζωής που συμπυκνώνεται στη λέξη chutzpah, που το μόνο ελληνικό κάπως αντίστοιχο της που μπορώ να σκεφτώ είναι ο ‘τσαμπουκάς’ με περισσότερο την καλή και λιγότερο την κακή του διάσταση.

Αυτό που βρήκα πραγματικά καινούργιο κι ενδιαφέρον, έως απροσδόκητο, είναι το ότι ο Ισραηλινός στρατός είναι σε μεγάλο βαθμό, χαλαρής ιεραρχίας, επιτρέπει -όχι επιτρέπει, αναμένει- πρωτοβουλίες και προτρέπει προς τον αυτοσχεδιασμό. Η θητεία είναι υποχρεωτική και υπηρετείται πριν απ’ οποιεσδήποτε σπουδές, οι φαντάροι όμως έχουν το ΄δικαίωμα’ να κατακρίνουν έναν ανώτερο τους αν δεν του αναγνωρίσουν αξία ανάλογη της θέσης του, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει πολλές φορές στην αποπομπή του. Αυτό το χαρακτηριστικό δεν περιορίζετα στον Ισραηλινό στρατό. Είναι χαρακτηριστικό της Ισραηλινής κοινωνίας. Το 1991 επισκέφτηκα την Intel, νεόκοπος  yuppie τότε. Οι τρεις κουστουμαρισμένοι Έλληνες ήμασταν σαν τη μύγα μες το γάλα. Δεν είδαμε πουθενά κουστούμι. Ρωτήσαμε και μας είπαν ότι μόνο σε καμιά τράπεζα μπορεί να συναντήσουμε. Εμείς είμασταν οι yuppies μιας ασήμαντης διεθνώς ελληνικής εταιρείας, κι εκείνοι ήταν τα φρικιά του εργοστασίου που άλλαξε την πορεία της Intel  παγκοσμίως. Τι σύγκριση!

Κοιτόντας πίσω στην ιστορία του Ισραήλ διακρίνει κανείς δύο περιόδους: την περίοδο των ιδρυτών και του κρατισμού και την περίοδο μετά το 1985 όπου συντελούνται οι αλλαγές που οδηγούν στο φαινόμενο του startup nation. Στην πρώτη περίοδο το κράτος είναι τα πάντα: Ο Ben Gurion πρώτος πρωθυπουργός και πατέρας του Ισραηλινού κράτους έχει ρίζες στην Ρωσιά κι έχει εμποτιστεί με τις ιδέες του σοσιαλισμού. Έτσι το κράτος είναι ο μεγάλος πατέρας, οι υποδομές είναι κρατική υπόθεση, οι μεγάλες βιομηχανίες είναι κρατικές κτλ

Το μοντέλο αυτό δουλεύει αρκετά καλά μέχρι τα μέσα του ’80 οπότε και ξεσπάει η μεγάλη κρίση πληθωρισμού με τριψήφια νούμερα και το Ισραήλ αναγκάζεται να ζητήσει βοήθεια από την Αμερική όπου με τις συμβουλές ενός οικονομολόγου του ΔΝΤ (θυμίζει τίποτα;) θέτει τις βάσεις για τη μετεξέλιξη της οικονομίας σε μια που το βάρος το έχει ο ιδιωτικός τομέας, η επιχειρηματικότητα κι οι εξαγωγές. Η μετάβαση δεν είναι χωρίς αντιδράσεις αλλά δεν είναι και δύσκολη. Γιατί η καινοτομία κι η εφευρετικότητα δεν ήταν άγνωστες στις κρατικά ελεγχόμενες ή παρακινούμενες προσπάθειες κι απλά καναλαρίστηκαν αλλού.

Μια ενδιαφέρουσα σύγκριση αποτελεί η δημιουργία Venture Capital  εταιρειών στο Ισραήλ η οποία επιτεύχθηκε μ’ ένα τρόπο ανάλογο μ’ αυτόν που επιχειρήσαμε να μιμηθούμε κι εμείς με το ΤΑΝΕΟ: η κυβέρνηση έβαζε μέρος του κεφαλαίου (40% αν θυμάμαι καλά) αν κατάφερναν οι ιδιώτες να προσελκύσουν άλλα κεφάλαια, κυρίως από το εξωτερικό. Το πρόγραμμα αυτό είχε τεράστια επιτυχία και δημιούργησε ένα διεθνή κλάδο από το μηδέν. Τα διάφορα exits στο Ισραήλ, συνήθως μέσω πώλησης των startup σε μεγάλες πολυεθνικές, μετρώνται σε δις δολλάρια.

Για να ξαναγυρίσω στις συγκρίσεις με την Ελλάδα, γιατί για να βγάλω συμπεράσματα γι αυτήν αποσκοπούσε η ανάγνωση, αυτό που διαπιστώνω είναι ότι ενώ υπάρχουν πολλές πολιτικές, οικονομικές και ιστορικές αναλογίες εκείνο που διαφέρει ουσιαστικά είναι αυτό το χαρακτηριστικό της ανοχής της αποτυχίας, της προτροπής προς τον αυτοσχεδιασμό, της αξιοκρατίας και της τόλμης. Που ενώ φαίνεται να είναι πολιτισμικό χαρακτηριστικό (o ελληνικός δείκτης αποφυγής αβεβαιότητας  είναι ο μεγαλύτερος στον κόσμο) στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα μιας ιστορικής συγκυρίας και διαμόρφωσης. Αρκεί να θυμηθούμε το από που ξεκίνησε κι αναπτύχθηκε  ο μόνος πραγματικά παγκόσμιος κλάδος της ελληνικής οικονομίας, η ναυτιλία: οι ναυτικές δυνάμεις μας πάντα είχαν πατρίδα τα νησιά. Μ’ εξαίρεση το Γαλαξείδι (και τον Πειραιά που είναι αποτέλεσμα διοικητικής ρύθμισης =  λιμάνι της πρωτεύουσας), όλη η εφοπλιστική παράδοση έχει σχέση με τα νησιά και δη τα μικρά νησιά. Γιατί; Γιατί εκεί και τότε η θάλασσα ήταν η μόνη διέξοδος προς ένα καλύτερο μέλλον. Ήταν δρόμος για μετανάστευση αλλά και δρόμος για ανάπτυξη. Πολλοί διάλεξαν το πρώτο. Όσοι όμως ακολούθησαν το δεύτερο, δημιούργησαν το φαινόμενο της ελληνικής ναυτιλίας. Και το δημιούργησαν αυτοσχεδιάζοντας, τολμώντας, ίσως όχι μόνο με θεμιτά μέσα, αλλά πάντως τολμώντας. Στη συνέχεια, καθώς η Ελλάδα ‘πλούτιζε’, καθώς ο τουρισμός έδωσε άλλες επιλογές στα νησιά, ο εφοπλισμός ‘μετανάστευσε’ διατηρώντας μόνο την ελληνική καταγωγή. Όλα τα λοιπά έγιναν διεθνή: καράβια, κεφάλαια, πληρώματα.

Στην Ελλάδα του 2010, του μνημονίου και του αβέβαιου ορίζοντα δεκαετίας ή εικοσαετίας, βλέπω να ξαναδημιουργείται μια συνθήκη πρόκληση, μια συνθήκη που απαιτεί μια ανάλογη διέξοδο υπέρβαση. Δεν είμαστε περικυκλωμένοι όπως το Ισραήλ, αλλά είμαστε το ίδιο εγκλωβισμένοι. Η ιθύνουσα τάξη της χώρας είναι μια παραπαίουσα τάξη και δεν μπορεί κανείς ν’ αναμένει τίποτα απ’ αυτήν, όπως δεν ανέμεναν οι Έλληνες των νησιών τίποτα από την Οθωμανική διοίκηση. Η πρόκληση για μας, τους νέους ‘νησιώτες’ παραμένει η ίδια όπως και με τους παλιούς. Ήδη μια ομάδα άρχισε τη μετανάστευση. Μένει να δούμε αν θα γεννηθεί η δεύτερη, αυτή που θα υπερβεί την κρίση και θα δημιουργήσει.

Update 1:  Σχετικό ποστ του Vivek Wadhwa  από το techcrunch για την ανάγκη της ανοχής της αποτυχίας σαν αναγκαία για την ανάπτυξη της Ιαπωνίας.