Tag Archives: Ιστορία

Διαβάζοντας Ιστορία

Πριν μερικές μέρες, χωρίς, ως συνήθως, να θυμάμαι πως και γιατί, έπιασα να διαβάζω το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη “Εμμανουήλ Ξάνθος”. Το βιβλίο επιχειρεί μια αναδίφηση των γραπτών του ενός από τους τρεις πρωτεργάτες της Φιλικής, και, μέσα απ΄ αυτήν, μια έμμεση εξιστόρηση των 7 χρόνων από την ίδρυση της Εταιρείας ως το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821.

Όταν ξαναμελετάς ένα θέμα από χρονική απόσταση (έχουν περάσει χρόνια από τότε που διάβασα κάτι για το ’21) η εν τω μεταξύ ενσκήψασα λήθη ελευθερώνει τη ματιά από τους αυτοματισμούς της και μπορείς να δεις πρόσωπα και πράγματα κάτω από ένα νέο φως. Κάτι που επιτρέπει την έκπληξη για το γνωστό.

Ποιά ήταν αυτή η έκπληξη; Δεν ήταν μία. Ήταν πολλές.

Πρώτ’ απ’ όλα η συνειδητοποίηση ότι αυτή η συνομωτική οργάνωση με το άστοχο όνομα ήταν ο οργανωτής μιας επανάστασης στην οποία οφείλουμε το ελεύθερο κράτος στο οποίο ζούμε. Το ‘οργανωτής επανάστασης‘ είναι πιο εντυπωσιακό απ’ όσο ακούγεται. Γιατί οι τρεις φιλικοί (Σκουφάς, Τσακάλωφ, Ξάνθος) που συνέλαβαν την ιδέα και την έθεσαν σε εκτέλεση ήταν και χαμηλής μόρφωσης και περιορισμένων ικανοτήτων και ταπεινής κοινωνικής καταγωγής και, ίσως το σπουδαιότερο, ουσιαστικά φτωχοί. Το όλο εγχείρημα, εξεταζόμενο από την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, δεν φαίνεται απλώς παράτολμο ή καθαυτό αδύνατο. Φαίνεται χαζό. Σα μια στιγμιαία ξιπασιά τριών φουκαράδων. Κι η ιστορία των 3-4 πρώτων χρόνων της Φιλικής το επιβεβαιώνει: αδράνεια, αποτυχίες να πείσουν και να μυήσουν, απόρριψη από τον Καποδίστρια (“ελεεινούς εμποροϋπαλλήλους” τους είχε αποκαλέσει) κ.α.

Δεύτερον, η χρονική περίοδος. Η απολύτως χειρότερη. Μόλις έχει ηττηθεί ο Ναπολέων κι έχει σχηματιστεί η Ιερά Συμμαχία (μεταξύ Ρωσίας, Αυστρίας, Πρωσίας) που σκοπόν θέτει να καταπνίγει κάθε νέο κίνημα εμπνεόμενο από τις ιδέες της Γαλλικής και της Αμερικάνικης επανάστασης. Αυτή τη συγκυρία την αντιλαμβάνεται πολύ καλά ο τότε υπουργός εξωτερικών του τσάρου Ιωάννης Καποδίστριας και γι αυτό αρνείται κατηγορηματικά κάθε ανάμιξη στη Φιλική.

Τρίτον, η χρήση ενός ψέμματος σαν του κυριώτερου στοιχείου δελεασμού νέων μελών: πως η μυστηριώδης κεφαλή της εταιρείας δεν είναι παρά ο Τσάρος κι η Ρωσία και, συνεπώς, πως θα τύχουν της συνδρομής τους. Το ψέμμα αυτό γίνεται μετά το 1818 όλο και πιο πιεστικό καθώς μεγαλώνει η εταιρεία και τα μέλη ζητούν επίμονα να μάθουν την αλήθεια.

Τέταρτο, η ηθική χαλαρότητα: από τις διαθέσιμες πηγές για την Ιστορία της Φιλικής είναι φανερό πως το ταμείο της, που τόσο δύσκολα γέμιζε από τις δωρεές μελών, άδειαζε γρήγορα προς ιδιοτελείς τσέπες ή ανώφελες δαπάνες.

Πέμπτο, η στρατιωτική απειρία: η εταιρεία ετοιμάζει επανάσταση και για αρκετό καιρό δεν διαθέτει ούτε μια σφαίρα, ούτε ένα στρατιωτικό. Οι ‘εμποροϋπάλληλοι’ βέβαια κάθε άλλο παρά εμπειροπόλεμοι κι αξιόμαχοι είναι.

Έκτο, οι εσωτερικές ασυμφωνίες κι έριδες. Ο Παπαγιώργης παραθέτει στο βιβλίο δεκάδες αποσπάσματα από απομνημονεύματα, αυτοβιογραφίες κι επιστολές των πρωτεργατών και των μελών, μέσα από τα οποία αναδύεται μια διόλου κολακευτική εικόνα. Όλοι μισούν και φοβούνται όλους. Μέχρι κι εκκαθαρίσεις μελών γίνονται (Γαλάτης) για το φόβο της προδοσίας.

Σταματάω εδώ γιατί θα νομίσετε ότι σκοπός μου είναι η αποδόμηση.

Κι όμως.Είναι ακριβώς το αντίθετο.

Τα παραπάνω τ’ ανέφερα για να λειτουργήσουν, να το πω μουσικά, σαν αντίστιξη στο γεγονός ότι αυτή η εταιρεία τελικά καταφέρνει να μυήσει στην ιδέα του ξεσηκωμού το μεγαλύτερο μέρος της Ρωμιοσύνης και σίγουρα όλη την λόγια κι αστική της τάξη.

Καταφέρνει επίσης, με πρωτοβουλία και μόνο του Ξάνθου, να βρει τελικά έναν αρχηγό (τον Αλέξανδρο Υψηλάντη) και να δρομολογήσει την επανάσταση. Against all odds.

Πως; Ειλικρινά δεν το κατάλαβα.

Κι επιπλέον δεν ήταν η επανάσταση της (αυτή του Υψηλάντη στο Ιάσιο) εκείνη που εξαπλώθηκε, αλλά μια δεύτερη, η επανάσταση στην Πελοπόννησο, επήρρεια κι απότοκο της πρώτης.

Ο Σκουφάς πεθαίνει πριν την επανάσταση.

Ο Ξάνθος βρίσκεται με το πέρας της στη Μολδοβλαχία όπου και θα έμενε δια βίου αν δεν εξαναγκαζόταν να γυρίσει στην Ελλάδα, παρότι πάμπτωχος, μόνο και μόνο για να υπερασπίσει την υπόληψη του απέναντι στην ατιμωτική γι αυτόν Ιστορία της Φιλικής που έχει δημοσιεύσει ο Φιλήμων. Συγγράφει έτσι τ’ απομνημονευματά του και γίνεται άθελα του ο κύριος ιστορικός της Φιλικής.

Ο Τσακάλωφ, μετά το πέρας του αγώνα της ανεξαρτησίας, πικραμένος κι αηδιασμένος, πηγαίνει στη Μόσχα και δεν επιστρέφει ποτέ.

Ξεχνιούνται γρήγορα οι Φιλικοί αφού έχουν πριν πέσει σ’ ανυποληψία. Υπάρχει κάτι το θλιβερό σ’ αυτό. Ζωές που αφιερώθηκαν κι αναλώθηκαν στον αγώνα και πήραν ελάχιστα πίσω.

Αλλά το δίδαγμα είναι άλλο. Κι έχει σχέση και με το σήμερα: η πρόβλεψη στην Ιστορία είναι αδύνατη. Τ’ αντικειμενικά δεδομένα θα ‘πρεπε να έχουν οδηγήσει την Φιλική και τον Ελληνισμό σε μια ακόμα καταστροφή. Έγινε το αντίθετο. Πως; Όχι με τις στρατιωτικές επιτυχίες, που ήταν υπαρκτές και πολλές στην αρχή, αλλά με των αντίκτυπο των θυσιών (:σφαγές Χίου, Ψαρών κτλ) στην Ευρώπη. Οι θυσίες  ήταν που επηρέασαν τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών κι επέτρεψαν σε πολιτικούς τους που διαφωνούσαν με την Ιερά Συμμαχία  ν’ αλλάξουν ρότα και να συμφωνήσουν στη δημιουργία και τη στήριξη του νεώτερου ελληνικού κράτους. Η ανεξαρτησία κι η ελευθερία κερδήθηκαν. Μπορεί να μην κερδήθηκαν στο πεδίο των μαχών αλλά κερδήθηκαν με δαπάνη ζωών.

Θα μου πείτε Αγγλία, δάνεια, εξάρτηση κτλ.

Εγώ ξέρω μόνο πως ζω σχετικά ελεύθερος και σε πολύ καλύτερη μοίρα από πολύ μεγάλο ποσοστό του πλανήτη. Κι αν όλα τώρα φαίνονται μαύρα, όλα αλλάζουν, όλα είναι δυνατά κι η ελπίδα, σαν άνοιξη, πάντα επιστρέφει.

Η πόλη των φαντασμάτων

Ομολογώ νοιώθω μια αμηχανία. Δεν έχω απ’ όσο θυμάμαι ξαναγράψει ποστ για ιστορικό βιβλίο. Και η Θεσσαλονίκη του Μark Mazower είναι ένα βιβλίο που καλύπτει την ιστορία της πόλης από την ίδρυση της, στα πρώτα χρόνια μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, ως σήμερα.

Παρότι πάντα μ’ άρεσε η ιστορία, δεν έχω επαρκείς γνώσεις για να εκφέρω άποψη, ειδικά για ένα θέμα όπως η Θεσσαλονίκη που το γνωρίζω ελάχιστα. Για αυτό τα όσα ακολουθούν θα πάρουν εξ ανάγκης τοις μετρητοίς την ιστορική ύλη του βιβλίου και θα πατήσουν σ’ αυτήν σαν να είναι αλήθεια. Και λέω “σαν να ήταν αλήθεια” όχι γιατί την αμφισβητώ αλλά γιατί δεν μπορώ να την αμφισβητήσω. Αφήνω τον πιθανό αντίλογο λοιπόν σε άλλους. Είναι οι συσχετισμοί και οι διασυνδέσεις που με κάνουν να θέλω να γράψω για το βιβλίο κι όχι η αναζήτηση μιας κάποιας ιστορικής αλήθειας.

Ένα βήμα πίσω.

Μέσα στη δίνη της κρίσης -νομίζω αυτό ισχύει γενικά- έχουμε όλοι λίγο πολύ αρχίσει να ξανασκαλίζουμε θέσεις και πράγματα που τα θεωρούσαμε δεδομένα ή που δεν μας απασχόλησαν ποτέ. Η πιο κοινή περίπτωση είναι οι αναδρομές στην πρόσφατη μεταπολιτευτική ιστορία του τόπου κι η αναζήτηση των οικονομικών κι άλλων αιτίων που μας έφεραν στο σήμερα.

Αναλόγως όμως του πόσο πολύ θέλει κανείς να ξετυλίξει το κουβάρι, μπορεί να καταλήξει σε γρήγορα συμπεράσματα ή να χαθεί σ’ ένα λαβύρινθο όπου η ιστορία δεν θα είναι ο μόνος Μινώταυρος.

Ανήκω σ’ αυτούς του λαβύρινθου. Έχω προσπαθήσει όμως να  οριοθετήσω το ενδιαφέρον μου στο νεώτερο ελληνικό κράτος. Και για λόγους οικονομίας (pun intended),  και γιατί δεν πιστεύω στην οργανική συνέχεια από τη αρχαιότητα ως σήμερα, στο βαθμό τουλάχιστον που μια τέτοια συνέχεια επιδιώκει να συνιστά σοβαρά εξηγητικό σχήμα για το τι συμβαίνει σήμερα.

Οι πεντακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες του βιβλίου του Mazower, ρίχνουν το βάρος τους τους πάνω κάτω την  ίδια χρονική περίοδο.  Υπάρχει όμως ένα προγενέστερο σημείο που είναι καθοριστικό στην όλη αφήγηση αλλά κι αποτελεί τον λόγο της εξέλιξης και της μετέπεια διαμόρφωσης της πόλης: η κατάληψη από τους Τούρκους το 1430.

Σ’ αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη προέβαλε μακροχρόνια αντίσταση στους πολιορκητές Οθωμανούς. Κι όπως ήταν ο κανόνας τότε, όποια πόλη δεν παραδινόταν οικειοθελώς, γινόταν αντικείμενο πλήρους λεηλασίας κι εξανδραποδισμού. Το 1430 στη Θεσσαλονίκη, που μέχρι τότε ήταν μια  καθαρά ελληνική, με ιστορική συνέχεια, πόλη,  το ελληνικό στοιχείο σχεδόν αφανίζεται. Για λίγα χρόνια η πόλη μένει μισοερημωμένη με πλειοψηφούν στοιχείο τους νέους μωαμεθανούς κατακτητές που δεν αρκούν όμως για να της δώσουν την παλιά ζωή κι αίγλη της.

Η ανάγκη συμπλήρωσης του ενεργού πληθυσμού της πόλης καλύπτεται μ΄αναπάντεχο τρόπο: με Εβραίους που έρχονται στην Οθωμανική αυτοκρατορία από την Ισπανία και την Πορτογαλία για ν’ αποφύγουν τον εκεί διωγμό τους. Έτσι στα τέλη του 15ου αιώνα, στην Θεσσαλονίκη εγκαθίσταται ένας λάος που δεν έχει ούτε ιστορική, ούτε θρησκευτική, ούτε καν γλωσσική σχέση (οι Εβραίοι αυτοί μιλούν Ισπανικά και Πορτογαλικά) και για πολλούς αιώνες αποτελεί το πολυπληθέστερο κομμάτι της πόλης.

Κι αυτό είναι το στοιχείο της ιστορίας της Θεσσαλονίκης που της δίνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της και το μοναδικό ανθρώπινο μίγμα που όμοιο του δεν έχει η Οθωμανική αυτοκρατορία.

Η Θεσσαλονίκη που ξέρουμε σήμερα ‘γεννήθηκε’ το 1912 με την κατάκτηση της από τον ελληνικό στρατό. Η αρχιτεκτονική και την πολεοδομική μεταμόρφωση της ήλθε απότομα σαν αποτέλεσμα της φωτιάς του 1917 που εξαφάνισε το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς πόλης. Στα ερείπια της χαράχθηκε μια μοντέρνα ευρωπαϊκή πόλη, με λεωφόρους και οικοδομικά τετράγωνα γαλλικής έμπνευσης αλλά ελληνικής τελικά εκτέλεσης.

Πληθυσμιακά η Θεσσαλονίκη του σήμερα είναι παιδί του 1922. Η συνθήκη της Λωζάνης και η πρωτοφανής συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών και η προηγηθείσα Μικρασιατική καταστροφή ήταν που έφεραν στα χώματα της χιλιάδες εξαθλιωμένους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη αλλά κι έδιωξαν όλο σχεδόν τον Μουσουλμανικό πληθυσμό της, όπως και της λοιπής  Μακεδονίας.

Την τελική σφραγίδα στη αλλαγή της εθνολογικής σύνθεσης του πληθυσμού της την έφεραν οι Γερμανοί το 1943 με την μαζική εξόντωση των 45-50 χιλιάδων Εβραίων της.

Το 2010 είχα επισκεφτεί για πολύ λίγο τη Σμύρνη.  Τολμώ να πω ότι δεν μου έκανε καμιά απολύτως εντύπωση. Ήταν μια άλλη πόλη. Άλλη από την πόλη που είχα ακούσει, διαβάσει και δει στις ιστορικές αφηγήσεις των προσφύγων και των Μικρασιατικής προέλευσης λογοτεχνών. Αν δεν έβλεπα τούρκικες σημαίες και πορταίτα του Κεμάλ, κι αν δεν άκουγα τον κόσμο στους δρόμους να μιλά Τουρκικά, θα δυσκολευόμουν να την τοποθετήσω στο χάρτη. Θα μπορούσε να είναι ελληνική, να βρίσκεται κάπου στο Λίβανο ή να την περάσεις για την Τεργέστη. Ό,τι στοιχείο της έδινε την εικόνα και το χρώμα που μας μετέφεραν οι πρόσφυγες, έγινε παρανάλωμα της μεγάλης φωτιάς του 1922, κι ό,τι έμεινε το αφάνισαν οι μουσουλμάνοι έποικοι, που, σημειωτέον, πολλοί προέρχονταν από Μακεδονικά εδάφη.

Η Κωνσταντινούπολη έχει κρατήσει αρκετό από τονπαλιό χαρακτήρα και χρώμα της, αλλά έχει κι αυτή αλλάξει πολύ. Μπορεί τα κτήρια που στέγασαν τα διάφορα μιλιέτ να υπάρχουν ακόμα (αν κι η δημοτική αρχή εκεί επιδίδεται σε μια συστηματική αφάνιση τους) αλλά τα μιλιέτ τα ίδια όχι.

Οι τρεις μεγάλες πολυεθνικές μητροπόλεις της παλιάς Οθωμανικές αυτοκρατορίας, με την άνοδο των εθνικών κρατών και των εθνικισμών, άλλαξαν το χαρακτήρα τους κι αφάνισαν ή αφανίζουν το κομμάτι εκείνο της ιστορίας τους που στέκεται άβολα στην εθνική αφήγηση.

Αυτός ο παλιός χαρακτήρας κι οι άνθρωποι που τον διαμόρφωσαν, πολλά χρόνια πια χαμένοι, είναι τα φαντάσματα στα οποία αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου του Mazower.

Η Θεσσαλονίκη φέτος συμπληρώνει ένα αιώνα υπαγωγής στο ελληνικό κράτος. Αν συγκρίνει κανείς τις πριν το 1912 συνθέσεις τους ήταν λιγότερο ελληνική από τη Σμύρνη κι ίσως από κι από την Κωνσταντινούπολη. Κι όμως η μοίρα το έφερε να είναι αυτή  η μόνη από τις τρεις οθωμανικές μητροπόλεις  που ακολούθησε τα βήματα του ελληνικού κράτους ως το σήμερα. Κι αυτό με κάνει να θεωρώ αλλιώς το ακανθώδες ζήτημα του ελληνισμού που λέγεται “χαμένες πατρίδες”. Δεν υπάρχουν μόνο χαμένες πατρίδες αλλά και κερδισμένες. Και δεν υπάρχει μόνο νοσταλγία εκ δυσμών προς ανατολάς αλλά κι αντίστροφα. Κι ίσως εκεί να είναι μια ευκαιρία για το μέλλον. Η όποια ανάκτηση των χαμένων πατρίδων δεν μπορεί να γίνει με πολεμικούς ή εθνικιστικούς όρους πλέον. Πρέπει καταρχήν να γίνει με όρους μνήμης και συνείδησης κι ύστερα μέσα από το ταξίδι και τη φυσιολογική ώσμωση.

Έχω όμως φλυαρήσει αρκετά για ιστορία κι ελάχιστα για το ίδιο το βιβλίο. Οι ποιότητες που έχω συγκρατήσει είναι η αγάπη του Mazower για το θέμα του, μια αγάπη που βγαίνει στη γλώσσα του (σχεδόν λογοτεχνική) όσο και στην αβρότητα και την κατανόηση με την οποία αφηγείται τα δύσκολα σημεία: τις μισαλλοδοξίες και τις σφαγές, τις εθνικές έριδες και τις υφαρπαγές περιουσιών. Είναι ευτύχημα ότι ο Mazower δεν είναι Έλληνας ή Τούρκος γιατί μας προσφέρει έτσι ένα αποστασιοποιημένο από εθνικές ιδεολογίες κοίταγμα στη ιστορία. Δεν ξέρω αν έχει κάποια εβραϊκή καταγωγή, κάτι για το οποίο πολλές φορές αναρωτήθηκα λόγω του ονόματος του, αλλά κι αν έχει δεν φάνηκε να τον επηρεάζει ιδιαίτερα στην κρίση του.  Πολλές φορές ένοιωσα ένα κρυφό πόνο στη διήγηση του. Ένα πόνο για ένα πλούσιο παρελθόν που έφυγε ανεπιστρεπτί. Όχι γιατί έφυγε. Έτσι κάνουν τα παρελθόντα. Αλλά γιατί έφυγε χωρίς ν’ αφήσει ‘απογόνους’.

Ο Έλληνας που δε θεωρεί δεδομένη την ταυτότητα του, θα βρει στο βιβλίο μια ευκαιρία για αυτοεξέταση κι αυτογνωσία κι ίσως μια νέα αυτοεικόνα.