Tag Archives: κρίση

Οι ταινίες σαν startup

Τα όσα ακολουθούν είναι μεν μια συνέχεια του προηγούμενου μου ποστ, αλλά είναι κι αποτέλεσμα έμπνευσης από μια ανάλογη ιδέα: το βιβλίο σαν startup (αν ενδιαφέρεστε για την πηγή της έμπνευσης πηγαίντε στο leanpub).

Η αναλογία είναι απλή κι οι παραλληλισμοί πολλοί και σε πολλά επίπεδα, εκτός από ένα. Ένα startup στοχεύει να ζήσει για πάντα, άσχετο αν σπάνια το καταφέρνει. Μια ταινία στοχεύει να ζήσει για πάντα επίσης αλλά ουσιαστικά, σαν πολιτιστικό προϊόν, ο ενεργός χρόνος ζωής της (αυτός δηλαδή που μπορεί να δημιουργήσει υπολογίσιμα εισοδήματα) είναι μικρός.

Κατά τ’ άλλα:

  • Κι οι ταινίες και τα startup είναι ομαδικές προσπάθειες. Βασίζονται σε 1-3 κύριους συντελεστές (στα startup είναι οι  co-founders , στις ταινίες ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος και κάποιος από τους: υπεύθυνος φωτογραφίας, μουσικής, πρωταγωνιστές κτλ).
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπεισέρχεται η αβεβαιότητα και το υψηλό ρίσκο.
  • Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ανάγκη για χρηματοδότηση.
  • Κατ’ εξαίρεση, μια ταινία μπορεί να δημιουργηθεί από μεράκι των δημιουργών της με λεφτά δικά τους και μόνο, όπως ένα startup μπορεί να ξεκινήσει με προσωπικά λεφτά και ιδρώτα των ιδρυτών -και ίσως της οικογένειας και των φίλων τους, και να οδηγήσει σε μια μεγάλη επιτυχία.
  • Μια ταινία μπορεί να μην αποσκοπεί στην οικονομική εκμετάλλευση και στο κέρδος όπως κι ένα open source project (που δεν είναι startup αλλά λειτουργεί πάνω κάτω με τους ίδιους όρους).
  • Τα startup αυτοπαρουσιάζονται σε startup competitions όπως οι ταινίες σε φεστιβάλ. Και στις δύο περιπτώσεις το ζητούμενο είναι η αναγνώριση κι η σύναψη εμπορικών ή άλλων επιχειρηματικών συμφωνιών.

Αφήνω σε σας ν’ ανακαλύψετε κι άλλες αναλογίες για να εξετάσω το που αυτές μπορούν να οδηγήσουν.

Το ζητούμενο από το προηγούμενο ποστ ήταν ο ελληνικός  κινηματογράφος σαν εξωστρεφής δραστηριότητα. Κι αυτή την δυνατότητα προσπαθεί να ερευνήσει κι η αναλογία μιας ταινίας μ’ ένα startup. Για να ψάξουμε όμως τη δυνατότητα λίγο καλύτερα, χρειάζεται μια μικρή ιστορική αναδρομή στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή την οποία θα την επιχειρήσω καθαρά από μνήμης, χωρίς να έχω ανατρέξει σε σχετικές πηγές που, γι αυτό, θα είναι ανοιχτή σε αναθεωρήσεις.

Παλιός ελληνικός κινηματογράφος

Κάτω απ’ αυτό τον όρο θα ‘τσουβαλιάσω’ όλη την ελληνική παραγωγή μέχρι την μεταπολίτευση, αν και τα όρια δεν είναι τόσο σαφή. Απλά το ορόσημο αναφοράς είναι βολικό κι όχι πολύ λανθασμένο.

Στο μεγάλο μέρος του, ίσως και στο σύνολο, δεν το γνωρίζω, ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είναι αποτέλεσμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας ως προς την παραγωγή (με τη Φίνος Φίλμ το πιο γνωστό παράδειγμα).

Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι εκείνο του Χόλυγουντ, με ένα εγχώριο σταρ σύστεμ που λειτουργεί σαν το δέλεαρ για την παρακολούθηση μιας νέας ταινίας.

Οικονομικά ο παλιός κινηματογράφος τα καταφέρνει καλά: τα εισητήρια που κόβουν οι ταινίες το 60 θα τα ζήλευαν και μεγάλες σημερινές blockbuster παραγωγές. Το “Υπολοχαγός Νατάσα” πιάνει δε το για πολλά χρόνια ρεκόρ των 750χιλ. εισητηρίων.

Κι ενώ το μεγάλο μέρος της παραγωγής είναι εμπορικές ταινίες που απευθύνονται κυρίως στην εσωτερική αγορά, υπάρχει χώρος και για ποιοτικότερες, πιο καλλιτεχνικές παραγωγές, που γίνονται κι οι πρεσβευτές του ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό,  όπως ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου κά.

Κι εδώ είναι η ιδιομορφία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: το εμπορικό είναι εσωστρεφές (non tradable, με διεθνείς όρους, θα λέγαμε), ενώ το ποιοτικό αναζητάει μια δικαίωση κι ένα λόγο ύπαρξης εκτός Ελλάδος.

Στις ποιοτικές επιτυχίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου μεγάλο λόγο παίζουν οι συνέργειες: και στην περίπτωση του Κούνδουρου που προανέφερα αλλά κυρίως στο Ποτέ την Κυριακή του Ντασσέν και της Μελίνας, είναι η μουσική του Χατζιδάκη που υποστηρίζει ικανά τις ταινίες.

Μια άλλη συνέργεια είναι επίσης ενδιαφέρουσα στην περίπτωση του Κούνδουρου: το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Αναφέρω αυτά περί συνεργειών για να ξαναθυμήσω την αναλογία με τα  startup: οι ταινίες είναι ομαδικά δημιουργήματα και ο ρόλος της ομάδας των ‘co-founders’ σημαντικός στην επιτυχία τους.

Η ρόδινη διαδρομή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ανακόπτεται, απότομα σχετικά, από την επέλαση της τηλεόρασης. Είναι κλασσικό disruption και βέβαια όχι μόνο ελληνικό. Απλά στην Ελλάδα οι συνθήκες παραγωγής του ‘παραδοσιακού’ κλάδου δεν άντεξαν στην διαδικασία της προσαρμογής.

Η εμπορικότερη ελληνική ταινία

Νεώτερος Ελληνικός Κινηματογράφος

Ο μετά την μεταπολίτευση κινηματογράφος χαρακτηρίζεται από τη στροφή στο πιο ‘κουλτουριάρικο’ και λόγω του ότι το εμπορικό έχει μετακομίσει στην τηλεόραση αλλά και λόγω του πολιτικού πνεύματος που εισάγεται από τη Γαλλία, κυρίως με τον επαναπατρισμό των πολιτικών (αυτο)εξόριστων διανοουμένων, αλλά και το γενικώτερο πνεύμα της εποχής. Το πιο εξέχον παράδειγμα και το role model αυτής της περιόδου, μέχρι τα τέλη του ’80, είναι ο προσφάτως εκλιπών Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Αυτό όμως που είναι μεγαλύτερης σημασίας είναι η αλλαγή στη διαδικασία της παραγωγής ταινιών: στην πλειονότητα τους δεν χρηματοδοτούνται πια από ιδιώτες αλλά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Συνέπεια αυτού είναι η ύπαρξη μιας νέας δυνατότητας: του να παράγονται ταινίες οι οποίες δεν βρίσκουν κοινό, απλά και μόνο γιατί κρίνονται a priori καλλιτεχνικές.

Παράλληλα, υπάρχουν δείγματα παραγωγής όπως το Λούφα και Παραλλαγή του Νίκου Περάκη όπου ακολουθούν το δρόμο της ιδιωτικής παραγωγής και  της εμπορικής αλλά ποιοτικής ταινίας, που θυμίζουν ότι ο κινηματογράφος μπορεί να μετασχηματιστεί και να ξαναγίνει σημαντικός στις νέες συνθήκες.

Από τη δεκαετία του 90 και μετά, και με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης και της άνθισης της διαφήμισης δημιουργούνται νέες συνθήκες: αφενός οι κινηματογραφιστές μπορούν να έχουν ένα daytime-job στη διαφήμιση, αφετέρου σχηματίζεται ένα νέο star system, το τηλεοπτικό.  Το εμπορικό ζενίθ αυτής της νέας συνθήκης είναι η ταινία του 1999 Safe Sex που σπάει το φράγμα του 1 εκατομυρίου εισητηρίων. Την παραγωγή της ταινίας, κι εδώ είναι το ενδιαφέρον, κάνει ένα τηλεοπτικό κανάλι (το Mega Channel) το οποίο κάνει έτσι cash out  στο μέχρι τότε star system του.

Τη δεκαετία του 2000 τα μεγάλα νούμερα εισητηρίων στον ελληνικό κινηματογράφο επανέρχονται: με το Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίo να φτάνει στο all time high εισητηρίων με κοντά 1,3 εκατομ. ακολουθούμενο κοντά από την Πολίτικη Κουζίνα.  Από πλευράς παραγωγής το μεν πρώτο είναι της CL Productions, μιας εταιρίας καθαρά κινηματογραφικών παραγωγών, ενώ το δεύτερο της  Village Roadshow που εκτός από τις ομώνυμες αίθουσες κάνει και κινηματογραφικές διανομές.

Η πορεία των τελευταίων χρόνων δείχνει να αναβιώνει, σε κάποιο βαθμό, χαρακτηριστικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: ιδιωτική παραγωγή, εγχώριο star system και μεγάλο αριθμό εισητηρίων, χωρίς όμως ν’ αναδεικνύει μόνιμους και σταθερούς ‘παίχτες’ σ’ όλο το production chain της κινηματογραφικής παραγωγής.

Το σήμερα της κρίσης

Στις σημερινές συνθήκες ο ελληνικός κινηματογράφος αντιμετωπίζει τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν κι όλοι οι άλλοι κλάδοι της οικονομίας: μειωμένα εισοδήματα των θεατών, που οδηγούν σε μειωμένα εισητήρια, απώλειες των βιοποριστικών θέσεων εργασίας (τηλεόραση, διαφήμιση) των διαφόρων συντελεστών (ηθοποιοί, τεχνικοί, σκηνοθέτες) και, βέβαια, περαιτέρω στένεμα στα κεφάλαια χρηματοδότησης. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να οδηγηθεί ξανά σε μια περίοδο μαρασμού. Μπορεί όμως να εκμεταλευτεί και την κρίση σαν ευκαιρία.

Πως;

Πρώτα απ’ όλα οι νέες συνθήκες δυσκολεύουν το να κάνεις κινηματογράφο εκ του ασφαλούς: είτε έχοντας μια daytime job, είτε έχοντας μια κρατική χρηματοδότηση.  Άρα, αν υπάρξει συνέχεια, αυτή θα είναι συναρτημένη από το κατά πόσο μπορεί ο ελληνικός κινηματογράφος να περάσει σε μια διεκδίκηση μέλλοντος μέσα στο διεθνές περιβάλλον παίρνοντας ρίσκα.

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να μας επιτρέψει αισιοδοξία γι αυτό, είναι αφενός ότι το εσωτερικό περιβάλλον είναι πλέον εχθρικό, οπότε αναγκαστικά η εξωστρέφεια είναι η μόνη διέξοδος, και, κυρίως, το γεγονός ότι οι νεώτεροι κινηματογραφιστές έχουν μεγαλώσει σε μια εποχή διασύνδεσης: έχουν τις ευκαιρίες και τις προσβάσεις που προσφέρονται από το internet όσον αφορά την πληροφόρηση και την εύρεση συντελεστών και πόρων. Κι όπως και με τα ελληνικά startups,  ο άνθρωπος του κινηματογράφου έχει ένα carrier path να ονειρεύεται: ότι μια ελληνική διεθνής επιτυχία μπορεί ν’ ανοίξει τις πόρτες των μεγάλων στούντιο. Το Hollywood είναι η Silicon Valley  των κινηματογραφιστών κι οι μεγάλες παραγωγές όπως και οι μεγάλες χρηματοδοτήσεις λαμβάνουν χώρα κυρίως  σ΄αυτή τη πλευρά της γης.

Ευκαιρίες και συνέργειες

Κάνοντας τη νοητική αναδρομή στον ελληνικό κινηματογράφο ένα πράγμα που συνειδητοποίησα, και που μου προκάλεσε κατάπληξη, είναι πόσο λίγο,  σε αντίθεση με άλλους κινηματογράφους, αντλεί από την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Ενώ στο Hollywood το να γίνει ταινία ένα επιτυχημένο βιβλίο είναι σχεδόν δεδομένο κι αυτονόητο, στην Ελλάδα τα παραδείγματα είναι ελάχιστα. Αναρωτιέται κανείς γιατί. Τόση λίγη εκτίμηση έχουν στην ελληνική λογοτεχνία οι κινηματογραφιστές μας; Γιατί δεν κάνει κάποιος ταινίες τα βιβλία  που μπορούν να έχουν μια υγιή δόση και ποιότητα και εμπορικότητας; Του Μάρκαρη, ας πούμε.

Σε μικρότερο βαθμό το ίδιο ισχύει και για τη μουσική: οι ταινίες ή θα έχουν καθαρά κινηματογραφική μουσική, (αξιόλογη καθ’ όλα, όπως του Δημήτρη Παπαδημητρίου ή της Ελένης Καραϊνδρου) ή πιο παραδοσιακή (ρεμπέτικα, έντεχνο κτλ). Η σύγχρονη ελληνική μουσική παραγωγή απουσιάζει. Και πάλι γιατί; Δεν είναι άξια λόγου; Δεν αρέσει στους σκηνοθέτες; Δεν έχω απάντηση.

Η ελληνική κρίση οδεύει να είναι άλλη μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τον κινηματογράφο για ένα ακόμα λόγο: δεν έχει επιχειρήσει να την αφηγηθεί. Ας σκεφτούμε πως από μόνο του το θέμα είναι ικανό να προσελκύσει διεθνές κοινό μιας και το ζήτημα ‘διαφημίζεται’ στα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης αδιάλειπτα τα τελευταία δύο χρόνια. Και δεν εννοώ μ’ αυτό μια νέα γενιά πολιτικών ταινιών. Χορτάσαμε απ’ αυτές, όχι. Εννοώ μια εικονογράφηση της κοινωνίας όπως έχει αυτή διαμορφωθεί σ’ αυτές τις συνθήκες. Ζούμε μια πρωτόγνωρη περίοδο της ιστορίας μας, που σε ανθρώπινο επίπεδο, παράγει τόνους ιστορίες άξιες αφήγησης, αλλά ο ελληνικός κινηματογράφος δείχνει να τις αγνοεί. Ή να τις σνομπάρει. Αντ’  αυτού επιλέγει ή να στρέφει το βλέμμα σε μια αμφίβολη ελαφρότητα ή να επιδίδεται σε κρυπτικές ομφαλοσκοπήσεις. Γιατί; Είναι νωρίς μήπως;

 

Μια πρόταση δράσης

Αν υποθέσουμε ότι αυτά που λέω  τ’ ακούσουν κάποιοι άμεσα ενδιαφερόμενοι (κινηματογραφιστές) και θέσουν το (απίθανο) ερώτημα τι θα μπορούσαν να κάνουν για να εκμεταλευτούν τις νέες συνθήκες, θα είχα να προτείνω τα παρακάτω:

  • Πρώτα ν’ αρχίσουν να μαζεύονται και να συζητούν τις ιδέες τους για ταινίες, ν΄ανταλλάσουν ειλικρινείς απόψεις και να παίρνουν  feedback όχι μόνο από το συνάφι τους. Ένα είδος Opec Coffee για τον κινηματογράφο, ή κάτι τέτοιο.
  • Να ψάξουν θέματα και στην ελληνική λογοτεχνία και στην διεθνή. Η ιστορία είναι το πρωταρχικό σε μια αφήγηση. Δεν πρόκειται για ντοκυμανταίρ. Και δεν είναι δεδομένο ότι κάποιος που γνωρίζει τα μυστικά της αφηγηματικής γλώσσας (ο κινηματογραφιστής εν προκειμένω) μπορεί να επινοεί ιστορίες άξιες αφήγησης.
  • Να σκεφτούν σαν θεατές μιας μακρινής χώρας. Να προσπαθήσουν να μιλήσουν σε τέτοιους θεατές, χωρίς απαραίτητα να κάνουν υποχωρήσεις στο εύκολο και στο κοινότυπο.
  • Και κυρίως και πάνω απ’ όλα να τολμήσουν να ξεκινήσουν (start up) ακόμα κι αν δεν έχουν υπεσχημένη ούτε μια δραχμή (παλαιά ή μέλλουσα).

Update 1:

Από το σχόλιο του Απόστολου βρήκα σ’ αυτό το αφιέρωμα στα 100 χρόνια του  (ελληνικού) κινηματογράφο από την εκπομπή παρασκήνιο, την ακόλουθη κι αρκετά παλιά δήλωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου που είναι στην καρδιά του θέματος που πραγματεύομαι(το  screencast είναι λίγο κακής ποιότητας, αλλά σημασία έχει ο ήχος).

Σε 10 χρόνια λοιπόν;

Λένε πως στα social media τα νέα σε βρίσκουν μόνα τους. Ε, λοιπόν δε σε βρίσκουν μόνο τα νέα. Σε βρίσκουν και τα βιβλία. Όπως το “Παγκόσμια κατάρρευση σε 10 χρόνια;” του Jacques Attali, από τις  Εκδόσεις Παπαδόπουλος, ελληνική μετάφραση από την Καλλιόπη Ζούρα.

Πως με βρήκε; Με αφορμή το ποστ για το  Big Short (το οποίο εγώ διάβασα μεν στ’ αγγλικά στο Kindle, αλλά οι Εκδόσεις Παπαδόπουλος έχουν εκ

 

δόσει στα ελληνικά, στη σειρά People Need to Know) με πλησίασε η υπεύθυνη μάρκετιν του εκδοτικού οίκου, και μου πρόσφερε τη δυνατότητα να πάρω δυο βιβλία της αρεσκείας μου από τη σειρά και, αν μ΄αρέσουν όταν κι όποτε τα διαβάσω, να γράψω κάτι γι αυτά.

Έτσι εντόπισα τον Attali.

Το όνομα μου ήταν οικείο κάπως, χωρίς να έχω διαβάσει κάτι δικό του παλαιότερα. Μια αναζήτηση στο internet με διαφώτισε: είχε διατελέσει, το πάλαι ποτέ, σύμβουλος του Μιτεράν, και μάλλον από κει τον θυμόμουν.
Ρίχνοντας μια ματιά στο site του εντυπωσιάστηκα από την ποσότητα και το εύρος των πραγμάτων που έχει ασχοληθεί κι έχει γράψει. Πρέπει να εκδίδει 2-3 βιβλία το χρόνο από το 1975 και μετά, εκτείνοντας τη συγγραφική του δράση από το θέατρο και το μυθιστόρημα ως το πολιτικό και οικονομικό δοκίμιο.

Ομολογώ ότι οι πρώτες σελίδες του βιβλίου με απώθησαν: τις βρήκα πολύ αόριστα φιλοσοφικές. Μου θύμισαν Ζαν Ζακ Ρουσώ κάπως, ειδικά με τις αναφορές στις απαρχές της έννοιας του χρέους. Και το να φιλοσοφεί κανείς για το χρέος ήταν το τελευταίο που ήθελα να διαβάσω.
Σύντομα όμως η αφήγηση πέρασε στην ιστορία και, απρόσμενα, αυτή η ιστορία απέκτησε πολύ ενδιαφέρον καθώς ερχόταν να συνεπικουρήσει μια εσωτερική ανάγκη να δω την πρόσφατη κρίση του χρέους μας μέσα από μια πιο μακρυά ιστορική προοπτική.
H παγκόσμια ιστορία του χρέους λειτούργησε  κάπως αγχολυτικά. Ίσως και να λειτουργεί έτσι γενικώς η ιστορία. Γιατί αυτό που νοιώθεις όταν διατρέχεις τους αιώνες και τις δεκάδες μεγάλες περιπτώσεις υπερχεώσεων κι αθετήσεων, είναι ότι δεν είσαι μόνος. Δεν ανήκεις στο μόνο υπερχεωμένο (λαό), στο μόνο δαχτυλοδεικτούμενο (και πάλι λαό). Κι αυτό, παρότι δεν αλλάζει τίποτα επί της ουσίας, ανακουφίζει.

Καθώς προχωρούσα το βιβλίο, η εικόνα μου για τον Attali μετατοπιζόταν από τον Ρουσώ προς τον Ντιντερό, το μεγάλο διαφωτιστή. Νομίζω ο Attali φέρνει στους διαφωτιστές:   ως  προς την προσωπικότητα και φιλοσοφία,  ως προς την πολυπραγμωσύνη αλλά και, όντας Γάλλος,  ως προς την παιδεία . Ο τρόπος γραφής του είναι πυκνός και περιεκτικός, χωρίς τις χιλιάδες αναφορές και υποσημειώσεις (που εμένα παρόλαυτά μου έλειψαν κάπως) και χωρίς ακραίες θέσεις και ύφος.

Παρακολουθώντας την εξέλιξη του Δημόσιου χρέους διαχρονικά και φτάνοντας στις μέρες μας, ο Attali κάνει μερικές διαπιστώσεις πολύ θλιβερές και άλλες τόσες προβλέψεις πολύ δυσοίωνες. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, θεωρεί ότι το δημόσιο χρέος στη Δύση κινδυνεύει ν’ αποβεί η ταφόπλακά της. Κι είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί μια αναδυόμενη δύναμη, η Κίνα, για να επιταχύνει αυτό το πεπρωμένο.

Στο κεφάλαιο που μιλάει για τη Γαλλία, και παρότι η Γαλλία είναι σε πολύ καλύτερη θέση από την Ελλάδα, ο Έλληνας αναγνώστης θα νοιώσει ένα deja vu. Γιατί, ως προς τη γενική τάση, η εικόνα που παρουσιάζει η Γαλλία, όπως  και τα περισσότερα Ευρωπαϊκά κράτη, δεν διαφέρει από την της Ελλάδας: ανεξέλεκτη αύξηση ελλειμάτων και χρέους .

Οι επιπτώσεις, δε, που ο Attali αναμένει  να έχει η αύξηση του χρέους για τη Γαλλία, είναι μέρος της ιστορίας που εμείς διάγουμε: αυξήσεις επιτοκίων, αδυναμία δανεισμού, προσφυγή στο ΔΝΤ ή αντίστοιχο μηχανισμό, λιτότητα και κοινωνική αναταραχή που εύκολα μπορεί να κυλήσει στο χάος.

Αν υπάρχει κάτι που έρχεται κι επανέρχεται στην πορεία της αφήγησης, είναι οι αθετήσεις. Που, αν το μεταφέρει κανείς στα καθ’ ημάς, μεταφράζεται στην σχεδόν βεβαιότητα της επερχόμενης αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους και της στάσης πληρωμών.

Εντυπωσιακό είναι ότι κοιτώντας τα νούμερα άλλων χωρών (δημοσιονομικά ελλείμματα και δείκτες χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ) φαίνεται πως δεν είναι τα μεγέθη καθαυτά που συνιστούν το πρόβλημα: υπήρξαν και υπάρχουν χώρες με μεγαλύτερα χρέη κι ελλείματα που δεν κινδυνεύουν, κι άλλες που χρεωκόπησαν, με δείκτες που θ’ αποτελούσαν όνειρο θερινής νυκτός για μας. Η  Αργεντινή είναι μια απ’ αυτές: το χρέος της ήταν στο ποσοστό που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σαν όριο για τα κράτη μέλη της, στο 60% του ΑΕΠ.

Παρότι εξαιρετικά μελανή η εικόνα που ζωγραφίζει ο Attali, δεν έχει τις κορώνες και την πολιτική ατζέντα των λεγόμενων deficit hawks. Είναι περισσότερο μια ψύχραιμη αγωνία, αν μπορεί κανείς να πει κάτι τέτοιο.

Έχει προτάσεις; Ναι, έχει. Που όμως δεν μου φάνηκαν καθόλου εφαρμόσιμες γιατί προϋποθέτουν το δυσκολώτερο απ’ όλα: κοινή αντίληψη του προβλήματος κι ευρεία συναίνεση. Που ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Ευρώπη ή τον κόσμο γενικά απαντώνται.

Οπότε τι; Δεν ξέρω. Σε 10 χρόνια θα δούμε…

13 τραπεζίτες


Συνεχίζοντας τις αναγνώσεις του τελευταίου καιρού με θέμα την κρίση, μόλις τελείωσα ένα πολύ πρόσφατο βιβλίο, το “13  Bankers”, των Simon Johnson και  James Kwak.

Ας αρχίσω από το πως το ανακάλυψα:  Μόλις είχα τελειώσει το Big Short και  καθώς δήλωνα την απορία μου για το πόσο αναλογικά μικρή αντίδραση υπήρξε στην Αμερική για τις παράνομες πρακτικές των επενδυτικών τραπεζών, σε μια απάντηση μου πέρασε  το  σχετικό link ο @achillopoulos

Το βιβλίο δεν έχει μυθιστορηματική αφήγηση σαν το Big Short. Χωρίς να είναι ακαδημαϊκό, είναι σίγουρα πιο επιστημονικό και πιο τεκμηριωμένο (δεκάδες οι αναφορές σε πηγές ανά κεφάλαιο)

.

Επιπλέον δεν εστιάζει στενά στην κρίση. Θα έλεγα ότι με αφορμή την κρίση θέτει μερικά πολιτικά ερωτήματα για το ρόλο του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Αμερική και ειδικά για το μέλλον των υπερΤραπεζών.

Ξεκινώντας από μια συνάντηση του Μπάρακ Ομπάμα με 13 Τραπεζίτες αμέσως μετά την κρίση, κάνει μια ιστορική αναδρομή στις σχέσης πολιτικής και χρηματοοικονομικού συστήματος, από συστάσεως ΗΠΑ, κι εξετάζει τις εξαρτήσεις αλλά και τις αντιπαραθέσεις τους, ειδικά εκείνη του  Φραγκλίνου Ρούσβλελτ που μετά την Μεγάλη Κρίση του ’30 οδήγησε στο θεσμικό περιορισμό των Τραπεζών και, κατά συνέπεια, σε δεκαετίες ηρεμίας.

Κατόπιν ανιχνεύει την σταδιακή απελευθέρωση του πιστωτικού συστήματος από τους θεσμικούς περιορισμούς λόγω μια σειράς ιστορικών συγκυριών που έχουν σχέση με τις εξελίξεις στην οικονομική θεωρία, εξελίξεις που μετατρέπει σε ιδεολογία ο Ρόναλντ Ρήγκαν κι ανοίγει έτσι την πόρτα για μια, σταδιακή αρχικά και ασυγκράτητη τελικά, απορρύθμιση του χρηματοοικονομικού τομέα. Κεντρινό ρόλο αργότερα παίζει ο Άλαν Γκρήνσπαν του οποίου η άμετρη πίστη στην αυτορρύθμιση των αγορών αφήνει να πέσουν και τα τελευταία στοιχεία περιορισμού των τραπεζών.

Όποιος διαβάζει για πρώτη φορά για θέματα του χρηματοοικονομικού τομέα,  θα δυσκολευτεί να παρακολουθήσει τις λεπτομέρειες, μιας και το βιβλίο κάνει εκτενείς αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα της τελευταίας εικοσαετίας. Είναι όμως μια πολύτιμη πηγή για αυτόν που θέλει ν’ αρχίσει να ξετυλίγει αυτό το ηθελημένα μπλεγμένο κουβάρι.

Η κατάληξη του βιβλίου είναι το σημαντικώτερο θέμα: θέτει το ζήτημα του περιορισμού της νέας τραπεζικής ολιγαρχίας που κρατάει σε ασφυκτικό εναγγαλισμό την Ουάσιγκτον και την αμερικάνικη πολιτική, και προτείνει, στο πνεύμα του Τζέφερσον και του Ρούσβελτ, ένα νέο θεσμικό περιορισμό της δύναμης τους, μέσω ρύθμισης και, κυρίως, μέσω του  περιορισμού του γιγάντιου μεγέθους τους.

Υπάρχει κάτι σαν απειλητικό προμήνυμα  που διατρέχει όλο το βιβλίο: ότι μετά την κρίση του 2008 οι υπερΤράπεζες, με τα χρήματα φορολογουμένων, έγιναν λιγότερες, μεγαλύτερες κι ισχυρότερες κι αν δεν χαλιναγωγηθούν τότε η επόμενη κρίση, που νομοτελειακά θα έρθει, μπορεί να μην είναι δυνατόν να αποσωβηθεί με ένα νέο bail out. Απλά και μόνο γιατί το μέγεθος του απαιτούμενου bail out θα είναι τέτοιο που δεν θα δύναται ακόμα κι αυτή η κρατική μηχανή των ΗΠΑ να το αντέξει. Και τότε τι;

The big short: στα παρασκήνια του χρηματοπιστωτικού συστήματος

Από το τέλος του 2009 που ξεκίνησε η δική μας οικονομική κρίση (ξεκίνησε, δηλαδή έγινε εμφανής, γιατί η πραγματική αρχή είναι πολλά χρόνια πριν) με βασάνιζε το ερώτημα τι είχε συμβεί ένα δυό χρόνια πριν με την Παγκόσμια Οικονομική κρίση, γιατί, κατά ένα μαγικό τρόπο, είχα καταφέρει να μείνω ουσιαστικά ανενημέρωτος. Το “The Big Short” ήταν μια καλή αρχή κι ευκαιρία να διαφωτίσω λίγο αυτά τα κενά στην πληροφόρηση μου. Και, διαβάζοντας το, να καταλάβω γιατί τις μέρες των μεγάλων γεγονότων η προσοχή μου ήταν αλλού.
Στην πρώτη φάση της χρηματοπιστωτικής κρίσης,  που λαμβάνει χώρα το καλοκαίρι του 2007, όλοι εδώ έχουμε συλλογικά στραμμένη την προσοχή μας αλλού: είναι η χρονιά με τις μεγάλες φωτιές που κατέστρεψαν την Ηλεία και την Εύβοια, τη συγκέντρωση των ‘μπλογκερ’ έξω από τη βουλή και την μετέπειτα βιαστική προκήρυξη εκλογών.
Στη δεύτερη και σημαντικότερη φάση, στις 18/9/2008 πάλι έχω αλλού στραμμένη την προσοχή: είναι λίγες μέρες μετά την επίσκεψη στο Ευρωκοινοβούλιο κι έχω ακόμα το μυαλό μου στην επεξεργασία των βίντεο και τη συζήτηση που ακολουθεί. Συν το γεγονός ότι στην ειδησεογραφία που φτάνει  από Αμερική, τη μερίδα του λέοντος της προσοχής την καταλαμβάνει η καμπάνια του Ομπάμα. Αυτά, και βέβαια το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ελληνικές Τράπεζες άμεσα εκτεθειμένες στα ‘τοξικά παράγωγα’, υποβαθμίζουν στην αντίληψη μου την κρίση σε κάτι μακρινό, εξωτικό, κάτι που δεν μας αφορά.

Το 2010, μεσούσης της ελληνικής κρίσης πια, ονόματα όπως Moody’s, S&P, Fitch κάνουν συχνά πυκνά την εμφάνιση τους στις ειδήσεις μας με τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής μας ικανότητας, ενώ η ιστορία με το ομόλογο με το οποίο η Goldman Sachs ‘βοήθησε’ την κυβέρνηση Σημίτη να ολοκληρώσει την είσοδο στην ΟΝΕ είναι σταθερά στις οργισμένες αναφορές του τύπου, των μπλογκ και όλου του κόσμου τελικά.
Κάτι όμως φαίνεται παράταιρο, ανάρμοστο σχεδόν: Πως οι ‘κριτές’ μας που με τις ανακοινώσεις τους εκτοξεύουν τα spread των ελληνικών ομολόγων στον ουρανό, δεν μπόρεσαν να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τις αγορές τους από την ίδια τους την ανικανότητα; Πως οι οικονομολόγοι που βγαίναν κάθε λίγο και λιγάκι και ζητούσαν μέτρα ιδιωτικοποιήσεων και λιγότερης κρατικής παρέμβασης ήταν στη μισθοδοσία οργανισμών που κανονικά θα έπρεπε να είχαν χρεωκοπήσει και πάψει να υπάρχουν. Οργανισμών που σώθηκαν μόνο χάρις σε μια άνευ προηγουμένου στην ιστορία κρατική παρέμβαση από μεριάς Αμερικάνικης Κυβέρνησης, Treasury και Fed, που τους κράτησε στη ζωή διοχετεύοντας 1τρις από τους Αμερικάνους φορολογούμενους τους οποίους οι ίδιοι αυτοί οργανισμοί είχαν προηγουμένως εξαπατήσει κι εξαθλιώσει σε τεράστιους αριθμούς.

Αυτή ακριβώς την απορία έρχεται να διαφωτίσει το βιβλίο του Michael Lewis, “The Big Short”, το “Μεγάλο Σορτάρισμα” θα το μεταφράζαμε ελληνικά. Και το κάνει μ’ ένα πάρα πολύ έξυπνο τρόπο: χρησιμοποιώντας σαν κύριο κορμό της αφήγησης όχι αυτή καθαυτή την ιστορία της κρίσης αλλά τις ιστορίες 3 διαφορετικών ομάδων ανθρώπων που την προέβλεψαν, πόνταραν τα λεφτά που διαχειρίζονταν σ’ αυτήν και πέτυχαν απίστευτες αποδόσεις (~1 προς 80).
Δεν είναι όμως η ιστορία ανθρώπων που είναι πιο καρχαρίες κι από τους καρχαρίες, πιο αδίστακτοι κι από τους αδίσταχτους. Πρόκειται για μικρούς money managers, εκτός των μεγάλων επενδυτικών Τραπεζών της Wall Street,   που για χρόνια προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει, κι αφού συνειδητοποιούν ότι είναι οι μόνοι που κατά πάσα πιθανότητα το αντιλαμβάνονται, κι αφού έχουν περιφρονηθεί απ’ όσους προσπάθησαν να ενημερώσουν και να τους εξηγήσουν, σορτάρουν ΟΛΟ το χρηματοοικονομικό σύστημα και για το κέρδος βέβαια, αλλά κι εν είδει εκδίκησης για την τρέλα του.

Στην πορεία αυτή, που ξεκινάει κάπου στις αρχές του 2000 και τελειώνει το 2008, μαθαίνει κανείς μερικά απίστευτα πράγματα:

Πως στήθηκε όλο αυτό το απίστευτο σύστημα δανείων κατοικίας σε ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν.

Πως δίνονταν δάνεια ακόμα και χωρίς κανένα χαρτιά από μεριάς δανειολήπτη (π.χ. αντίγραφο φορολογικής δήλωσης).

Πως αντιμετώπιζαν τις αδυναμίες πληρωμών με νέες δανειοδοτήσεις προς τους ίδιους δανειολήπτες.

Πως μετά τα δάνεια αυτά ομαδοποιούνταν και τσουβαλιάζονταν σε ομόλογα.

Πως τα χειρότερα από αυτά τα ομόλογα γίνονταν CDOs και, ‘μαγικά’, μέσω ενός υποτιθέμενου diversification, ομόλογα με rating ΒΒΒ (το χειρότερο)  δημιουργούσαν CDOs με ΑΑΑ αξιολόγηση (την καλύτερη).

Πως πουλιούνταν ομόλογα και CDOs σαν κουλούρια όχι μόνο εντός Αμερικής αλλά σ’ όλο το παγκόσμιο επενδυτικό σύστημα.

Πως τα CDS, δηλαδή την ασφάλιση κινδύνου γι αυτά τα υπερεπικίνδυνα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα πουλούσε πάμφηνα κι αποκλειστικά μέχρι το 2005 η  AIG (η οποία ξελασπώθηκε από την αμερικάνικη κυβέρνηση με 180 δις! όταν ξέσπασε η κόλαση).

Και πως, τελικά, αυτά τα  CDS ήταν το όργανο που χρησιμοποίησαν οι ήρωες του βιβλίου για να σορτάρουν … τους πάντες.

Και βέβαια, κομβικός ρόλο στη ιστορία αυτής της παραφροσύνης παίζουν οι  S&P,  Moody’s  και,  λιγότερο, η  Fitch, γιατί είναι οι αξιολογήσεις τους για τα διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που επιτρέπουν στην αγορά να υποκρίνεται πως υπάρχει. Και λέω υποκρίνεται γιατί  ο λόγος που η αγορά επέτρεπε χαρτιά σχεδόν μηδενικής αξίας να διαπραγματεύονται σε σχεδόν ονομαστική αξία ήταν επειδή  οι οίκοι αξιολόγησης τα βάφτιζαν AAA.

Ο  Michael Lewis δεν είναι πρωτάρης στο αντικείμενο για το οποίο γράφει. Αφού δούλεψε για λίγα χρόνια σαν trader στην  Salomon Brothers τη δεκαετία του ογδόντα (σημειωτέον η  Salomon Bother’s δεν υπάρχει πλέον, κατέρευσε υπό το βάρος σκανδάλων το 1991 κι εξαγοράστηκε), έγραψε ένα βιβλίο για την εμπειρία του, το “The Liar’s Pocker“, όπου εξέθετε τις πρακτικές τις περιόδου, κι έκτοτε γράφει για παρόμοια θέματα.

Το πιο ενδιαφέρον απ΄ όλα όσα διάβασα στο βιβλίο είναι η διάγνωση που δίνει στον επίλογο: θεωρεί αρχή του κακού την ενέργεια του πρώην αφεντικού του στην  Salomon Brothers να εισάγει την επενδυτική τράπεζα στο χρηματιστήριο κι έτσι να κάνει την αρχή για να μετατραπούν όλες οι αντίστοιχες ιδιωτικών συμφερόντων επενδυτικές σε εισηγμένες, κι άρα σε εταιρείες που πια δεν επενδύουν τα λεφτά των λίγων ιδιοκτητών τους αλλά ενός ανώνυμου πλήθους επενδυτών. Εκεί κάπου χάνεται η σχέση ευθύνης. Δεν υπάρχει ρίσκο όταν δεν ρισκάρεις κάτι δικό σου. Κι αυτό καταδεικνύεται από την κατάληξη και των πιο αποτυχημένων στελεχών των επενδυτικών τραπεζών: στην χειρότερη περίπτωση έχασαν τη δουλειά τους αλλά έμειναν με μερικά εκατομύρια δολάρια στην τσέπη.

Δεν μπορώ να πω ότι κατέχω τα μυστικά του  high finance (my ass)  μετά την ανάγνωση του   βιβλίου, αλλά σίγουρα κάποιες τρύπες καλύφθηκαν. Θα ήθελα να δω κι εδώ να πιάνει κάποιος την ιστορία της Siemens, του Βατοπεδίου ή των δομημένων ομολόγων και να την κάνει συναρπαστικό ανάγνωσμα. Τουλάχιστον αυτό. Δεν είναι αντίστοιχα και παράλληλα γεγονότα, ούτε καν ανάλογα με τα γεγονότα της μεγάλης χρηαματοοικονομικής κρίσης αλλά κατέληξαν με τον ίδιο τρόπο: την ατιμωρησία. Κι αφού δεν μπορούμε να έχουμε την ικανοποίηση της δικαιοσύνης, ας μας δώσει κάποιος τουλάχιστον τη χαρά της ανάγνωσης.

Καπιταλισμός 2.0

Η δεύτερη ομιλία του next09 που είναι πραγματικά προκλητική. Μια πρόταση μετασχηματισμού του καπιταλισμού βασισμένη πάνω σε νέες αρχές για την δημιουργία αξίας, από τον Umair Haque του Havas Media Lab.
Στην ομιλία ο Haque ισχυρίζεται ότι η παρούσα κρίση δεν είναι απλά μια οικονομική κρίση, είναι βαθύτερη κι υπάρχουν τα σημάδια μιας ριζικής μεταμόρφωσης.
Στον παραδοσιακό καπιταλισμό κυριαρχούν συμπεριφορές κι αξίες που συνοψίζει στον κατάλογο:

  • Exploit (εκμεταλλεύσου)
  • Command (διέταξε)
  • War (κάνε πόλεμο)
  • Dominate (κυριάρχησε)
  • Profit (κέρδισε)

Βλέπει δε να αντικαθιστώνται τα παραπάνω  από τα:

  • Renewal (ανανέωση / ανακύκλωση)
  • Democracy (δημοκρατία)
  • Peace (ειρήνη)
  • Equity (Ισότητα)
  • Meaning (Νόημα)

Το παράδοξο της παρουσίασης είναι ότι χρησιμοποιεί παραδείγματα από μεγάλες εταιρείες για να δείξει αυτό που θέλει να πει και, σωστά, τον ρωτάει στο τέλος η moderator, αν βλέπει η ‘επανάσταση’ να έρχεται από κει. Η απάντηση είναι ότι το έκανε γιατί τον κατηγορούσαν ότι συνεχώς χρησιμοποιούσε παραδείγματα από μικρές καινοτόμες εταιρείες και συνεπώς ‘αγνοούσε’ τον υπάρχοντα κόσμο.
Προσωπικά, δεν πείστηκα από τη θεωρία του, αλλά θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι στην συζήτηση για το που πάει ο καπιταλισμός έχουν μπει θέματα όπως δημοκρατία, ειρήνη κι ισότητα, όχι σαν αιτήματα που αντιπαραβάλλονται σ΄ αυτόν, αλλά σαν αρχές του μετασχηματισμού του.