Tag Archives: CDS

The big short: στα παρασκήνια του χρηματοπιστωτικού συστήματος

Από το τέλος του 2009 που ξεκίνησε η δική μας οικονομική κρίση (ξεκίνησε, δηλαδή έγινε εμφανής, γιατί η πραγματική αρχή είναι πολλά χρόνια πριν) με βασάνιζε το ερώτημα τι είχε συμβεί ένα δυό χρόνια πριν με την Παγκόσμια Οικονομική κρίση, γιατί, κατά ένα μαγικό τρόπο, είχα καταφέρει να μείνω ουσιαστικά ανενημέρωτος. Το “The Big Short” ήταν μια καλή αρχή κι ευκαιρία να διαφωτίσω λίγο αυτά τα κενά στην πληροφόρηση μου. Και, διαβάζοντας το, να καταλάβω γιατί τις μέρες των μεγάλων γεγονότων η προσοχή μου ήταν αλλού.
Στην πρώτη φάση της χρηματοπιστωτικής κρίσης,  που λαμβάνει χώρα το καλοκαίρι του 2007, όλοι εδώ έχουμε συλλογικά στραμμένη την προσοχή μας αλλού: είναι η χρονιά με τις μεγάλες φωτιές που κατέστρεψαν την Ηλεία και την Εύβοια, τη συγκέντρωση των ‘μπλογκερ’ έξω από τη βουλή και την μετέπειτα βιαστική προκήρυξη εκλογών.
Στη δεύτερη και σημαντικότερη φάση, στις 18/9/2008 πάλι έχω αλλού στραμμένη την προσοχή: είναι λίγες μέρες μετά την επίσκεψη στο Ευρωκοινοβούλιο κι έχω ακόμα το μυαλό μου στην επεξεργασία των βίντεο και τη συζήτηση που ακολουθεί. Συν το γεγονός ότι στην ειδησεογραφία που φτάνει  από Αμερική, τη μερίδα του λέοντος της προσοχής την καταλαμβάνει η καμπάνια του Ομπάμα. Αυτά, και βέβαια το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ελληνικές Τράπεζες άμεσα εκτεθειμένες στα ‘τοξικά παράγωγα’, υποβαθμίζουν στην αντίληψη μου την κρίση σε κάτι μακρινό, εξωτικό, κάτι που δεν μας αφορά.

Το 2010, μεσούσης της ελληνικής κρίσης πια, ονόματα όπως Moody’s, S&P, Fitch κάνουν συχνά πυκνά την εμφάνιση τους στις ειδήσεις μας με τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής μας ικανότητας, ενώ η ιστορία με το ομόλογο με το οποίο η Goldman Sachs ‘βοήθησε’ την κυβέρνηση Σημίτη να ολοκληρώσει την είσοδο στην ΟΝΕ είναι σταθερά στις οργισμένες αναφορές του τύπου, των μπλογκ και όλου του κόσμου τελικά.
Κάτι όμως φαίνεται παράταιρο, ανάρμοστο σχεδόν: Πως οι ‘κριτές’ μας που με τις ανακοινώσεις τους εκτοξεύουν τα spread των ελληνικών ομολόγων στον ουρανό, δεν μπόρεσαν να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τις αγορές τους από την ίδια τους την ανικανότητα; Πως οι οικονομολόγοι που βγαίναν κάθε λίγο και λιγάκι και ζητούσαν μέτρα ιδιωτικοποιήσεων και λιγότερης κρατικής παρέμβασης ήταν στη μισθοδοσία οργανισμών που κανονικά θα έπρεπε να είχαν χρεωκοπήσει και πάψει να υπάρχουν. Οργανισμών που σώθηκαν μόνο χάρις σε μια άνευ προηγουμένου στην ιστορία κρατική παρέμβαση από μεριάς Αμερικάνικης Κυβέρνησης, Treasury και Fed, που τους κράτησε στη ζωή διοχετεύοντας 1τρις από τους Αμερικάνους φορολογούμενους τους οποίους οι ίδιοι αυτοί οργανισμοί είχαν προηγουμένως εξαπατήσει κι εξαθλιώσει σε τεράστιους αριθμούς.

Αυτή ακριβώς την απορία έρχεται να διαφωτίσει το βιβλίο του Michael Lewis, “The Big Short”, το “Μεγάλο Σορτάρισμα” θα το μεταφράζαμε ελληνικά. Και το κάνει μ’ ένα πάρα πολύ έξυπνο τρόπο: χρησιμοποιώντας σαν κύριο κορμό της αφήγησης όχι αυτή καθαυτή την ιστορία της κρίσης αλλά τις ιστορίες 3 διαφορετικών ομάδων ανθρώπων που την προέβλεψαν, πόνταραν τα λεφτά που διαχειρίζονταν σ’ αυτήν και πέτυχαν απίστευτες αποδόσεις (~1 προς 80).
Δεν είναι όμως η ιστορία ανθρώπων που είναι πιο καρχαρίες κι από τους καρχαρίες, πιο αδίστακτοι κι από τους αδίσταχτους. Πρόκειται για μικρούς money managers, εκτός των μεγάλων επενδυτικών Τραπεζών της Wall Street,   που για χρόνια προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει, κι αφού συνειδητοποιούν ότι είναι οι μόνοι που κατά πάσα πιθανότητα το αντιλαμβάνονται, κι αφού έχουν περιφρονηθεί απ’ όσους προσπάθησαν να ενημερώσουν και να τους εξηγήσουν, σορτάρουν ΟΛΟ το χρηματοοικονομικό σύστημα και για το κέρδος βέβαια, αλλά κι εν είδει εκδίκησης για την τρέλα του.

Στην πορεία αυτή, που ξεκινάει κάπου στις αρχές του 2000 και τελειώνει το 2008, μαθαίνει κανείς μερικά απίστευτα πράγματα:

Πως στήθηκε όλο αυτό το απίστευτο σύστημα δανείων κατοικίας σε ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν.

Πως δίνονταν δάνεια ακόμα και χωρίς κανένα χαρτιά από μεριάς δανειολήπτη (π.χ. αντίγραφο φορολογικής δήλωσης).

Πως αντιμετώπιζαν τις αδυναμίες πληρωμών με νέες δανειοδοτήσεις προς τους ίδιους δανειολήπτες.

Πως μετά τα δάνεια αυτά ομαδοποιούνταν και τσουβαλιάζονταν σε ομόλογα.

Πως τα χειρότερα από αυτά τα ομόλογα γίνονταν CDOs και, ‘μαγικά’, μέσω ενός υποτιθέμενου diversification, ομόλογα με rating ΒΒΒ (το χειρότερο)  δημιουργούσαν CDOs με ΑΑΑ αξιολόγηση (την καλύτερη).

Πως πουλιούνταν ομόλογα και CDOs σαν κουλούρια όχι μόνο εντός Αμερικής αλλά σ’ όλο το παγκόσμιο επενδυτικό σύστημα.

Πως τα CDS, δηλαδή την ασφάλιση κινδύνου γι αυτά τα υπερεπικίνδυνα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα πουλούσε πάμφηνα κι αποκλειστικά μέχρι το 2005 η  AIG (η οποία ξελασπώθηκε από την αμερικάνικη κυβέρνηση με 180 δις! όταν ξέσπασε η κόλαση).

Και πως, τελικά, αυτά τα  CDS ήταν το όργανο που χρησιμοποίησαν οι ήρωες του βιβλίου για να σορτάρουν … τους πάντες.

Και βέβαια, κομβικός ρόλο στη ιστορία αυτής της παραφροσύνης παίζουν οι  S&P,  Moody’s  και,  λιγότερο, η  Fitch, γιατί είναι οι αξιολογήσεις τους για τα διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που επιτρέπουν στην αγορά να υποκρίνεται πως υπάρχει. Και λέω υποκρίνεται γιατί  ο λόγος που η αγορά επέτρεπε χαρτιά σχεδόν μηδενικής αξίας να διαπραγματεύονται σε σχεδόν ονομαστική αξία ήταν επειδή  οι οίκοι αξιολόγησης τα βάφτιζαν AAA.

Ο  Michael Lewis δεν είναι πρωτάρης στο αντικείμενο για το οποίο γράφει. Αφού δούλεψε για λίγα χρόνια σαν trader στην  Salomon Brothers τη δεκαετία του ογδόντα (σημειωτέον η  Salomon Bother’s δεν υπάρχει πλέον, κατέρευσε υπό το βάρος σκανδάλων το 1991 κι εξαγοράστηκε), έγραψε ένα βιβλίο για την εμπειρία του, το “The Liar’s Pocker“, όπου εξέθετε τις πρακτικές τις περιόδου, κι έκτοτε γράφει για παρόμοια θέματα.

Το πιο ενδιαφέρον απ΄ όλα όσα διάβασα στο βιβλίο είναι η διάγνωση που δίνει στον επίλογο: θεωρεί αρχή του κακού την ενέργεια του πρώην αφεντικού του στην  Salomon Brothers να εισάγει την επενδυτική τράπεζα στο χρηματιστήριο κι έτσι να κάνει την αρχή για να μετατραπούν όλες οι αντίστοιχες ιδιωτικών συμφερόντων επενδυτικές σε εισηγμένες, κι άρα σε εταιρείες που πια δεν επενδύουν τα λεφτά των λίγων ιδιοκτητών τους αλλά ενός ανώνυμου πλήθους επενδυτών. Εκεί κάπου χάνεται η σχέση ευθύνης. Δεν υπάρχει ρίσκο όταν δεν ρισκάρεις κάτι δικό σου. Κι αυτό καταδεικνύεται από την κατάληξη και των πιο αποτυχημένων στελεχών των επενδυτικών τραπεζών: στην χειρότερη περίπτωση έχασαν τη δουλειά τους αλλά έμειναν με μερικά εκατομύρια δολάρια στην τσέπη.

Δεν μπορώ να πω ότι κατέχω τα μυστικά του  high finance (my ass)  μετά την ανάγνωση του   βιβλίου, αλλά σίγουρα κάποιες τρύπες καλύφθηκαν. Θα ήθελα να δω κι εδώ να πιάνει κάποιος την ιστορία της Siemens, του Βατοπεδίου ή των δομημένων ομολόγων και να την κάνει συναρπαστικό ανάγνωσμα. Τουλάχιστον αυτό. Δεν είναι αντίστοιχα και παράλληλα γεγονότα, ούτε καν ανάλογα με τα γεγονότα της μεγάλης χρηαματοοικονομικής κρίσης αλλά κατέληξαν με τον ίδιο τρόπο: την ατιμωρησία. Κι αφού δεν μπορούμε να έχουμε την ικανοποίηση της δικαιοσύνης, ας μας δώσει κάποιος τουλάχιστον τη χαρά της ανάγνωσης.