Συζήτηση μ’ ένα καφετζή

Τις προάλλες γνώρισα κάποιον που τον τελευταίο χρόνο είχε αγοράσει και λειτουργούσε ένα καφενείο. Ήταν πολύ ανοιχτός και λαλίστατος κι επειδή μ' αρέσουν οι ανθρώπινες ιστορίες τον άκουγα για πολύ ώρα να μου διηγείται απίθανες λεπτομέρειες της ζωής του.
Αργότερα, φέρνοντας στο νου μου τη συζήτηση, διαπίστωσα ότι κάποια από τα πράγματα που μου είπε ρίχνουν φως από μια άλλη σκοπιά σε πράγματα και καταστάσεις για τα οποία, σ' άλλα φόρα κι άλλες ομηγύρεις γίνονται ομηρικές μάχες.

Να ποιά:

Ο Α. – ας τον πούμε χάριν ευκολίας- ήταν λίγο πάνω από τα τριάντα, πρώην ναυτικός  κι είχε αγοράσει το καφενείο με παρότρυνση της γυναίκας του, σα μια εργασιακή διέξοδο για να μπορέσει ν' αφήσει τη θάλασσα.Σημειωτέον ότι στη θάλασσα έβγαζε 8-10 χιλ. ευρώ τους μήνες που ταξίδευε. Και ταξίδευε 7-8 μήνες το χρόνο.  
Κι ακριβώς γι αυτό παραπονιόταν:  γιατί με συνεχή δουλειά από νωρίς το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα, κι αυτός κι η γυναίκα του, ζήτημα ήταν αν έφερνε σπίτι 3χιλ. το μήνα. Σημαντική μείωση εισοδήματος. Κι ακόμα χρωστούσε λεφτά για τον αέρα του καφενείου που είχε αγοράσει και δεν έβλεπε πως θα τα ξοφλήσει. 
Όμως αυτό που τον απέλπιζε ήταν η δραματική πτώση της δουλειάς μετά την ανακοίνωση των οριζόντιων περικοπών που είχαν συμφωνηθεί με το μνημόνιο. Γιατί; Κι εδώ είναι το 'ωραίο'. Διότι, καθώς έλεγε, δεν είχε περαστική πελατεία. Μόνο σταθερή. 200 περίπου ανθρώπους: συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους. Τις δύο δηλαδή ομάδες που επηρέασε άμεσα η πρώτη δόση των μέτρων με τις οριζόντιες περικοπές. 
Όταν απόρησα για τους δημόσιους υπαλλήλους μου εξήγησε κάπως έτσι: "Αυτοί πάνε το πρωί 1-2 ώρες στη δουλειά, και μετά την κοπανάνε κι έρχονται στο καφενείο και περνάνε εκεί την υπόλοιπη μέρα παίζοντας τάβλι ή χαρτιά". Δεν είχε διάθεση κριτικής για τους δημόσιους υπαλλήλους η δήλωση. Την εξέφερε απλά σαν εξήγηση. Και στην ουσία παραπονιόταν που δεν γινόταν πλέον έτσι.

Η άλλη 'κατραπακιά' που δέχτηκε η δουλειά του ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο με τα μέτρα για το κάπνισμα. "Καφενείο χωρίς τσιγάρο; Δεν γίνεται". Για να βολέψει τους πελάτες έπρεπε να βάλει τραπέζια έξω, να βάλει τέντες και σόμπες, νέα έξοδα δηλαδή, και πάλι, επειδή ο χειμώνας μετά ήταν κρύος, να μην του  κάθονται οι πελάτες γιατί το σκεπαστό πεζοδρόμιο έμπαζε.

Για να κρατήσει τη διαρρέουσα πελατεία του, άρχισε να προσφέρει φαγητά στους πελάτες του. Και μάλιστα φαγητά που μπορούν να συνοδέψουν ούζο (γαύρο, κουτσομούρα, χταπόδι κτλ) και που είναι κατά κανόνα ακριβά. Τα προσφέρει δε σε πραγματικά εξευτελιστικές τιμές.  Κι η τελευταία τους στροφή, είναι που προσπαθεί να μετατρέψει το καφενείο σε μπυραρία μιας και το ποτό του αφήνει περισσότερα.
 
Ας μεταφράσουμε τα παραπάνω με όρους εθνικής οικονομίας.

Ο Α. εγκατέλειψε μια δουλειά που απέδιδε στον ίδιο κι έφερνε συνάλλαγμα στη χώρα για χάρη μιας δραστηριότητας εξαρτημένης από πληθυσμιακές ομάδες που δεν παράγουν. Εγκατέλειψε δηλαδή ένα εμπορεύσιμο κλάδο για ένα μη εμπορεύσιμο. Ένα μη εμπορεύσιμο δε που εξαρτάται έμμεσα από το κράτος και τις πληθυσμιακές ομάδες που αυτό συντηρεί. 
Όχι μόνο εξαρτάται από ομάδες που δεν παράγουν, αλλά εξαρτάται κι από προβληματικές δραστηριότητες (: κάπνισμα και χαρτοπαιξία) που κι οι δύο τελούν υπό απαγόρευση. Ουσιαστικά, για να επιβιώσει αναγκάζεται να κινείται στην παρανομία. 
Παρότι δεν του λείπει ούτε η ενέργεια (πάνω από 12 ώρες δουλειά τη μέρα), ούτε η προσαρμοστικότητα (τέντες, φαγητά, μπυραρία) βλέπει τις προοπτικές της επιχείρησης του χλωμές και σίγουρα απόλυτα εξαρτώμενες από τη συγκυρία. Και ζει με την αγωνία του δικού του default καθώς τα γραμμάτια που έχει υπογράψει πλησιάζουν στη λήξη τους.

Βρίσκω πολύ 'τυπική' αυτή την ιστορία. Σα να συνοψίζει τη στάση και τις επιλογές μια μεγάλης μερίδας της κοινωνίας μας. Κι αν ξύσει κανείς την κρούστα της συμπεριφοράς και των επιλογών του Α. βρίσκει από κάτω να κρύβεται μια σειρά από αξίες: το πολιτισμικό φορτίο που υπαγόρευσε αυτές τις επιλογές. 
Πράγμα που μας φέρνει όμως σ' ένα γνωστό business μάντραμ: δεν αρκεί να κάνεις τα πράγματα σωστά (στην περίπτωση του Α. να δουλεύει με ζήλο, να προσαρμόζεται και να επινοεί λύσεις) αλλά πρέπει να κάνεις και το σωστό 'πράγμα' (do the right thing). Γιατί εδώ είναι το πρόβλημα του Α. και του κάθε Α. από τις χιλιάδες που έχουν κάνει ανάλογες επιλογές. Η επιλογή αυτή δεν 'βγαίνει'.