Ασκήσεις χρέους

Καθώς η κρίση έχει καθιερώσει τα δικά της ημερολόγια (ξέρετε, τα τελευταία 30,40, 50 χρόνια που έγιναν αυτά ή εκείνα κτλ) θα υιοθετήσω το Ανδρέειο ημερολόγιο που αρχίζει το σωτήριον έτος 1981 του Γρηγοριανού.

Το έτος 2 λοιπόν του Ανδρέειου ημερολόγιου, που ήταν ακόμα νωπά τα Ανδρέεια πράγματα (μόλις τότε δημιουργείτο ο Οργανισμός Ανασυγκρότησης Προβληματικών, αυτή η λαμπρή σχολή του μάνατζμεντπου θ’ αναλάμβανε να κοινωνικοποιήσει  όλες τις προβληματικές, και δεν είχε ακόμα μπει ο μισός πληθυσμός στο Δημόσιο, κατά την επικρατούσα αφήγηση της Ανδρεείου Περιόδου)   συνέβη να περάσω το καλοκαίρι μου σαν ασκούμενος ηλεκτρολόγος μηχανικός σε μια Δημόσια Επιχείρηση.

Πολύ Δημόσια όμως.

Την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.

Ήταν δε μια άσκηση θεωρητικά από τις πιο ενδιαφέρουσες που θα μπορούσε να έχει ένας νεαρός τεχνολόγος, καθώς δεν διεξαγόταν σε μια οποιαδήποτε μονάδα ή υπηρεσία της ΔΕΗ αλλά στο Κέντρο Δοκιμών και Προτύπων. Το Κέντρο δεν ξέρω τι έκανε όσον αφορά τα πρότυπα αλλά για τις δοκιμές ήταν πολύ ξεκάθαρη η αποστολή του: τεστάριζε υλικό που είχε ή επρόκειτο ν’ αγοράσει η ΔΕΗ.

Η ανάμνηση που έχει μείνει στο μυαλό μου από τους τότε μηχανικούς της ΔΕΗ είναι ότι πρόκειτο για γατόνια. Είχαν και θεωρητική κατάρτιση και ‘λερώσει’ τα χέρια τους στη δουλειά. Ένας δε εργοδηγός που μας επέβλεπε ήξερε τα διπλότριπλα από μας τους ‘σπουδαγμένους’.

 

Όμως η ατμόσφαιρα στο κέντρο ήταν νωχελική. Για μας τουλάχιστον. Ήταν σαφές ότι ήμασταν ενόχληση για το προσωπικό. Και βέβαια δεν είχαμε αντικείμενο.

Ήμασταν 2 σπουδαστές από Ελλάδα, 1 από Κύπρο κι 1 από Γερμανία (το ξέρω ότι δεν το πιστεύετε αυτό, αλλά είναι αλήθεια).

Το πιο ενδιαφέρον μέρος του κέντρου ήταν αυτό που γινόντουσαν οι δοκιμές αντοχής των υλικών σε βραχυκυκλώματα. Χρησιμοποιείτο γι αυτό το σκοπό μια ειδική γεννήτρια, μοναδική στην Ελλάδα, που είχε παραγγελθεί από Γερμανία. Η κάθε δοκιμή παρήγαγε μια μικρή έκρηξη, εξόχως θεαματική, που ακριβώς για το λόγο ότι ήταν έκρηξη, γινόταν σε ειδικά ασφαλισμένο δωμάτιο, αλλά μπορούσες να την παρακολουθήσεις πίσω από ειδικό τετράπαχο τζάμι. Γι αυτές τις δοκιμές και μόνο το πέρασμα μας από κει άξιζε τον κόπο. Αλλά πόσες να παρακολουθήσεις; Σύντομα είχαν εξαντληθεί σα θέμα.

Μέναμε λοιπόν να προσπαθούμε να εκτελέσουμε την ‘άσκηση’ μας στο απέναντι υπόστεγο με τις ώρες να κυλούν νωχελικά, πιο αργά από παγωμένο μέλι, μέσα σε ζέστη και πάνω σε άβολες καρέκλες. (Εφιστώ την προσοχή στους νεώτερους ότι μιλάμε για μια εποχή που δεν υπήρχαν κινητά στις τσέπες ή υπολογιστές στα γραφεία και που η μόνη δυνατή τεχνολογική παρηγοριά ήταν ένα τρανζιστοράκι).

Αυτό το άλλο υπόστεγο διέθετε επίσης το δικό του πρόγραμμα δοκιμών. Πιο λάιτ μεν αλλά όχι χωρίς ενδιαφέρον. Μόνο που αυτές διεξάγονταν με το σταγονόμετρο. Ως τη μέρα που ο υπεύθυνος του τμήματος, βλέποντας ότι κινδυνεύαμε να πεθάνουμε από ανία, αφού μας έδειξε τι πρέπει να κάνουμε, μας ανέθεσε να φέρουμε σε πέρας ένα μεγάλο σετ των δοκιμών. 
Αν θυμάμαι καλά, πρόκειτο για πάνω από 200 διακόπτες μέσης τάσης. Για να βάλετε στο μυαλό σας μέγεθος, δείτε τον καθένα με τη φαντασία σας σαν ένα γκρι ψυγείο. Γιατί για τέτοιο όγκο μιλάμε. 
Επιπλέον οι διακόπτες δεν βρίσκονταν στο χώρο δοκιμών (το υπόστεγο) αλλά σ’ ένα άλλο υπόστεγο κι έπρεπε να μετακινηθούν με κλάρκ (ελληνιστί περονοφόρο), ένας ή δυο τη φορά.

Το διάγραμμα ροής των δοκίμων είχε ως εξής:  ξεπακετάρισμα του κάθε διακόπτη, μια ειδική συνδεσμολόγηση του με μέση τάση, την εκτέλεση της δοκιμής, μέτρηση κάποιων μεγεθών και καταγραφή του αποτελέσματος, ξαναπακετάρισμα του κάθε διακόπτη και επιστροφή στην αρχική του θέση.
Με τον ενθουσιασμό του ότι θα είχαμε να κάνουμε κάτι, και την ενεργητικότητα και το σφρίγος των 20 χρόνων, ‘ξεπετάξαμε’ το σύνολο των δοκιμών σε κάτι λιγότερο από δύο μέρες. 
Ναι, το είχαμε δει σαν παιχνίδι κάπως, κάναμε και κάτι μικροζημιές αλλά, what the hell, ασκούμενοι ήμασταν. Όταν τελειώσαμε τα χαμόγελα ικανοποίησης ήταν ζωγραφισμένα σ’ όλα τα πρόσωπα. Είχαμε μάθει, είχαμε κάνει κάτι χρήσιμο και περιμέναμε να μας ανατεθούν και νέα καθήκοντα. 

Αντ’ αυτού αντιμετωπίσαμε τη χλυαρή επιδοκιμασία του προϊσταμένου μας (που τώρα έπρεπε να ξανασπάσει το κεφάλι του να βρει τι θα μας κάνει), αλλά κυρίως το σοκ της επιπληξης ενός απλού τεχνίτη: “Ρε σεις, τελειώσατε σε δυό μέρες τη δουλειά. Τι θα κάνουμε όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι;”.

Το έτος 2 λοιπόν του Ανδρέειου ημερολόγιου έμαθα κάτι σημαντικό: ότι τα προβλήματα που τώρα μας ταλανίζουν ήταν ήδη εκεί πριν εγώ τ’ αντιληφθώ ως προβλήματα. 

“Ε, και;”,  θα μου πείτε. 

Απλά έχει σημασία όταν προσπαθείς να φορτώσεις το εθνικό πρόβλημα στον αποδιοπομπαίο τράγο της μεταπολίτευσης.