Η εξουσία του βουλευτή

Πριν λίγο καιρό κατέβασα από το  Project Gutenberg και διάβασα το βιβλίο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου “Υπεράνθρωπος”.

Από τον τίτλο καταλαβαίνει κανείς ότι έχει σχέση με τις νιτσεϊκές ιδέες που  ο Χατζόπουλος είχε αρχικά ασπαστεί. Το βιβλίο δεν είναι όμως προς διάδοση αυτών των ιδεών αλλά προσπάθεια κριτικής τους μέσα από μια φανταστική ιστορία κάποιου Νίκου, ενός νεαρού φίλου του αφηγητή του μυθιστορήματος, με χαρακτηριστικά που λίγο φέρνουν στον Νιτσεϊκό υπεράνθρωπο και περισσότερο στον πολύ γνωστό τύπο του χαμένου κορμιού.

Η ιστορία δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθαυτή. Ενδιαφέρον όμως έχει ο καμβάς της εποχής στον οποίο αυτή εγγράφεται. 

Αν μπαίνω στο κόπο να τ΄αναφέρω αυτά είναι γιατί κυκλοφοράει ευρύτατα μια άποψη ότι η κομματοκρατία είναι χαρακτηριστικό της μεταπολίτευσης, ή της διαφθοράς της δημόσιας διοίκησης από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Τα δυο αυτά ορόσημα δεν είναι άνευ σημασίας στην ‘κρατικοδιαιτοποίηση’ του βίου μας, που οδήγησε στο σημερινό θλιβερό παρόν, παραπλανούν όμως την ανάλυση μας για το τι πραγματικά έχει λάβει χώρα, αν εκληφθούν ως αφετηρίες.

Γι αυτό, θ’ αναφέρω δυό παραδείγματα από το βιβλίο που νομίζω διαφωτίζουν αυτό που θέλω να πω:

Ο πατέρας του ήρωα, πρώην έμπορος, έχει χρεωκοπήσει και λόγω κάποιων εκκρεμών ιστοριών με τη δικαιοσύνη δεν μπορεί ν’ απομακρυνθεί από το σπίτι του. Ορίστε πως το θέτει το βιβλίο:

 Μια φορά δοκίμασε να βγη όξω από το σύνορο του τόπου του κ’ η εξουσία του βουλευτή του δεν έφτασε ως εκεί να τονέ γλυτώση. Έπρεπε να πουλήση γλήγορα γλήγορα η θεια ένα κομάτι οικόπεδο που είχε, για να πληρωθή ένας δανειστής που τον προσωποκράτησε. Φαίνεται ναπομένανε κι άλλοι απλήρωτοι κι ο θειος δεν αποφάσιζε να ξαναταξιδέψη.

Προσέξτε αυτό το “του”, του βουλευτή του, την οικειοποίηση του πολιτικού προσώπου. Κανονικά ο κύριος αυτός θα έπρεπε να είναι φυλακή αλλά όσο βρισκόταν στην επικράτεια του βουλευτή του γλύτωνε γιατί, προφανώς, ο βουλευτής έλυνε κι έδενε. Μιλάμε για το 1915. Δεν έχει σημασία ο νόμος. Σημασία έχει να είσαι μ’ αυτόν που είναι στα πράγματα. Κι αυτός, σα ‘στοργικός πατέρας’, θα φροντίσει να σε ξελασπώσει. 

Αλλού ο ήρωας, που ήταν φοιτητής Νομικής, χωρίς ενδιαφέρον κι ελπίδα να πάρει πτυχίο, κι αφού έχει ξεκινήσει απερίσκεπτα μια εμπορική δραστηριότητα στη Σύρα, όταν αυτή δεν πάει καλά, γράφει στον πατέρα του να γυρίσει:

… ο Νίκος [ο ήρωας], αφού δεν πήγε καλά το εμπόριο των κρασιών του Ζαμπακίδη, έγραψε στον πατέρα του πως θέλει να γυρίση σπίτι του να κάμη το δικηγόρο εκεί στον τόπο ή να βρη καμιάν άλλη θέση, και τους γύρεψε τα έξοδα του γυρισμού. Ο πατέρας του, αφού είτανε κ’ εκλογές κιόλας, δανείστηκε και του τάστειλε αμέσως για ναρθή γλήγορα να ψηφίση κ’ έτσι αν πιτύχη ο βουλευτής του να τονέ διορίση. 

Κανονική συναλλαγή: σε ψηφίζω, με διορίζεις. Και προσέξτε ότι υπάρχει τόση πίστη σ’ αυτή τη σχέση που ο πατέρας δανείζεται με τη βεβαιότητα ότι θα τα πάρει πίσω μέσω της ‘πωλησης’ της ψήφου του. Κι αυτό, όπως φαίνεται από τη διατύπωση είναι κοινή γνώση.
Σημειωτέον, τα αποσπάσματα αυτά είναι λεπτομέρειες του βιβλίου. Δεν γράφτηκαν σαν κριτική της πολιτικής κατάστασης. Είναι στα ψιλά. Και γι αυτό έχουν αξία. Γιατί αποτυπώνουν το πνεύμα της εποχής. 100 χρόνια πριν. Αναρωτηθείτε πόσα έχουν αλλάξει τώρα…