Ένας Έλληνας startuper του 19ου αιώνα

Στέφανος Ξένος

Μια κοινοτοπία που ακούμε συχνά είναι πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Αν και δεν στερείται αλήθειας η φράση, δίκαια μας κάνει ν’ αναρωτηθούμε γιατί αφού η ιστορία επαναλαμβάνεται, δεν αξιοποιούμε τη γνώση της για να την προβλέψουμε; Για ν’ αποφύγουμε κρίσεις, πολέμους, καταστροφές κι όλ’ αυτά τα συνταρακτικά που συνηθίζει να μας φέρνει σε κύκλους;
Μέχρι πριν λίγες μέρες δεν είχα καμιά απάντηση όταν, αναπάντεχα, κι όπως συνήθως γίνεται, άνευ προειδοποίησης ή κατανοητής γεννεσιουργού αιτίας, κατάλαβα το εξής απλό, απλούστατο: Η Ιστορία επαναλαμβάνεται και δεν την προβλέπουμε, απλά και μόνο γιατί δεν την ξέρουμε ή γιατί την ξεχνάμε. Κάθε νέα γενιά που έρχεται στον κόσμο έχει μηδενική ιστορική μνήμη. Θ’ αποκτήσει μόνο τη μνήμη που θα της προσδώσει το περιβάλλον και οι προσπάθειες των ίδιων των ατόμων. Κι αυτή η γνώση στο μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι ελλιπής, στρεβλωμένη και συνήθως για γεγονότα άσχετα απ΄ αυτά που πραγματικά έχουν σημασία. Συνεπώς η Ιστορία είναι καταδικασμένη να … επαναλαμβάνεται.

Εδώ και κάποιους μήνες μ’ απασχολεί, όπως πολλούς μας, το θέμα της επιβίωσης της χώρας στην παρούσα κρίση. Η απασχόληση δεν είναι καθόλου ακαδημαϊκή και θεωρητική γιατί αφορά πρώτα και κύρια την προσωπική μου επιβίωση. Στα πλαίσια αυτά, και για λόγους που δεν είναι του παρόντος, μελετάω διάφορα θέματα που έχουν να κάνουν με την επιχειρηματικότητα, μιας και τη θεωρώ στοιχείο κλειδί για την δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος, τόσο ατομικού όσο και συλλογικού.
Ειδικά τελευταία μ’ έχει απασχολήσει η ιστορία της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Έχει κάποιες ιδιαιτερότητες, κάποια χαρακτηριστικά που να την κάνουν να διαφέρει από άλλες παρόμοιων χωρών ή από τις των αναπτυγμένων; Γιατί, ας πούμε, ο κλάδος της ναυτιλίας έχει καταφέρει να είναι ένας διεθνής και πετυχημένος κλάδος σε αδιάκοπη συνέχεια διακοσίων χρόνων και κανένας άλλος κλάδος δεν έχει καν πλησιάσει σε κάτι αντίστοιχο;
Στην προσπάθεια μου να καταλάβω το θέμα, διάβασα ένα ογκωδέστατο βιβλίο της Τζελίνας Χαρλαύτη που ενώ μου έδωσε μεν πλήθος λεπτομερειών και γνώσεων, δεν με βοήθησε ιδιαίτερα στην απάντηση του παραπάνω ερωτήματος.
Καθώς οι παραδοσιακοί κλάδοι ανατρέπονται συνήθως από κάποια τεχνολογική αλλαγή, είχα ιδιαίτερα στραμμένη την προσοχή μου στο πως η ελληνική ναυτιλία απέφυγε την καταστροφή κατά την μετάβαση από το ιστίο στον ατμό (σημειωτέον, δεν την απέφυγαν όλοι: το Γαλαξίδι, κατεξοχήν ναυτική πόλη, έχασε τη δύναμη του ακριβώς από την αδυναμία να κάνει τη μετάβαση). Κι εκεί ήταν που διάβασα, για πρώτη φορά, για τον Στέφανο Ξένο και την εταρεία του την Greek and Oriental Steam Navigation Company, την πρώτη ελληνόκτητη με στόλο αποτελούμενο αποκλειστικά από ατμόπλοια.

Η αναφορά ήταν αρκετή για να μου καρφωθεί στο μυαλό κι έτσι όταν τυχαία αργότερα είδα τ’ όνομα του στα Google Books, το αναγνώρισα και κατέβασα αμέσως το βιβλίο του που έφερε τον τίτλο Depredations (επιδρομές).

Το βιβλίο είναι η προσπάθεια του να πει την ιστορία του και ν’ αποκαταστήσει τη δημόσια εικόνα του που είχε θιγεί από την αντιδικία του με την Overend, Gurney and Co. και τη χρεωκοπία του.

Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο βιβλίο (κοντά 400 σελίδες) γραμμένο σε όμορφα αγγλικά αλλά με χαλαρή δομή, κάπως φλύαρη αφήγηση στα σημεία που ο Ξένος θέλει να τονίσει το δίκιο του, παράθεση επιστολών, ισολογισμών, αποδείξεων κτλ.

Άθελα του όμως ο Ξένος γράφει έτσι το πρώτο ελληνικό business book. Και μάλιστα με αναφορά σε μια εποχή που έχει μεγάλες ομοιότητες με τη δική μας (εξ ου κι ο πρόλογος μου περί ιστορίας παραπάνω).

Εν συντομία η ιστορία του έχει ως εξής: Ο Ξένος συλλαμβάνει την ιδέα να στήσει μια μόνιμη γραμμή με το Γαλάτσι της Ρουμανίας, σταθμό φόρτωσης σιτηρών, που θ’ αποτελείται αποκλειστικά από ατμόπλοια. Ο λόγος; Η ταχύτητα κι η μεγαλύτερη τους μεταφορική ικανότητα, πράγμα που θα του έδινε πλεονέκτημα απέναντι σ’ όλους τους άλλους εμπορευόμενους με την περιοχή. Επιπλέον σκέφτεται, για να πετύχει ακόμα μεγαλύτερο πλεονέκτημα, να χρησιμοποιήσει μικρότερα ατμόπλοια με αποκλειστικό σκοπό ν’ ανεβαίνουν το Δούναβη και ν’ αγοράζουν σιτηρά από τους παραγωγούς κι όχι από τους χονδρέμπορους όπως οι υπόλοιποι, που θα μεταφορτώνουν έπειτα στα μεγάλα του ατμόπλοια στο Γαλάτσι.
Το σχέδιο είχε αξία και κάποια αρχικά ταξίδια του αποφέρουν αρκετά κέρδη.
Το μεγάλο μυστικό όμως που κατάλαβε τότε ο Ξένος και που αργότερα η ελληνόκτητη ναυτιλία το έκανε core competence, ήταν ότι με 5-6 ταξίδια το χρόνο η αξία ενός ατμόπλοιου μπορούσε ν’ αποσβεστεί στο ακέραιο.
Το δεύτερο εντυπωσιακό του εγχειρήματος, και πάλι χαρακτηριστικό που έχουν αναγάγει σε τέχνη οι έλληνες εφοπλιστές, είναι ότι αγόρασε τον εξ 24 ατμοπλοίων αποτελούμενο στόλο του, σε πολύ χαμηλές τιμές και μάλιστα σχεδόν αποκλειστικά με πίστωση.

Τι έχουμε εδώ; Μια καινοτόμα επιχειρηματική ιδέα που υλοποιείται με τη χρήση νέας τεχνολογίας (τ’ ατμόπλοια), χαρακτηριστικά που μοιάζουν πάρα πολύ σ’ ένα startup. Τι άλλο έχουμε επίσης εδώ; Την έλλειψη κεφαλαίου, πράγμα που ακόμα περισσότερο μας θυμίζει startup.

Αρχικά ο Ξένος προσπάθησε να βρει κεφάλαιο χρησιμοποιώντας έναν άλλο Έλληνα, τον Γ.Λασκαρίδη, ως τριτεγγυητή σε συναλλαγματικές που έδωσε για να πληρώσει την αξία των πλοίων του. Σταδιακά όμως διάφορες αναποδιές, η δική του απειρία και η επιλογή ακατάλληλων συνεργατών τον οδηγούν σε δυσκολία εξόφλησης των συναλλαγματικών και γι αυτό καταφεύγει σε τραπεζικό δανεισμό από την τράπεζα σταρ της εποχής, την Overend Gurney and Co.
Η τράπεζα αυτή μέτραγε τότε πάνω από μισό αιώνα ζωής κι ενώ είχε ξεκινήσει με αποκλειστικό αντικείμενο την προεξόφληση γραμματίων και συναλλαγματικών, τον καιρό του Ξένου είχε ανοιχτεί σε επενδύσεις που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε βιομηχανικής τράπεζας: σιδηροδρόμους, ναυτιλιακές γραμμές, μεταλλεία κτλ.
Τα χρέη προς αυτή την Τράπεζα, που κάποια στιγμή γίνονται υπέρογκα, θα οδηγήσουν τον Ξένο στο να χάσει τελικά την εταιρεία του.
Το εντυπωσιακό; Η Overend Gurney and Co. μετά από λίγα χρόνια (το 1866) θα χρεωκοπήσει υφιστάμενη ένα run on the bank. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι στην Αγγλία δεν υπήρξε άλλο run on the bank από τότε μέχρι το 2007 και την κατάρρευση της Northen Rock. Ο λόγος της πτώσης της Overend Gurney and Co. ανιχνεύεται στο ότι είχε πολλές μη εύκολα ρευστοποιήσιμες και μακράς απόδοσης επενδύσεις ενώ οι υποχρεώσεις της ήταν μεσοβραχυπρόθεσμες.

Για να καταλάβουμε λίγο τη μεγαλύτερη εικόνα της εποχής πρέπει να λάβουμε υπόψιν την επανάσταση της ατμομηχανής, μια τεχνολογική επανάσταση που με σιδηροδρόμους κι ατμόπλοια υποσχόταν να μικρύνει τις αποστάσεις, να φτηνήνει τις μεταφορές και να διασυνδέσει τον κόσμο (όπως κι έγινε).
Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι με την Αγγλική Αυτοκρατορία στο απόγειο της, ο κόσμος ζει το πρώτο  globalization.
Με την ασφάλεια απέναντι σε συναλλαγματικούς κινδύνους που έδινε η ρήτρα χρυσού, που είχε επικρατήσει στο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα, οι κεφαλαιούχοι της Δύσης ρίχνουν λεφτά σε δάνεια προς τρίτες χώρες που η βρεταννική κηδεμονία ή κυριαρχία προστατεύει. Αντίθετα από τα χρηματιστηριακά παιχνίδια του σήμερα, τα λεφτά αυτά πάνε κυρίως σε υποδομές και μεγάλης πνοής έργα.
Το κερασάκι της τούρτας της εποχής είναι μια τρέλα χρηματιστηρίου: μεταξύ 1864 και 1866 δεκάδες Περιορισμένης Ευθύνης (Limited) εταιρείες δημιουργούνται και κάνουν την εισαγωγή τους στο Αγγλικό Χρηματιστήριο αντλώντας κεφάλαια από ένα κοινό διψασμένο για εύκολο πλουτισμό. Εταιρείες σαπάκια μετατρέπονται δια της εισαγωγής σε αστέρες και βλέπουν την τιμή των μετοχών τους να εκτοξεύονται για να ακολουθήσει νομοτελειακά η απότομη πτώση.
Η Overend προσπαθώντας ν’ αποφύγει την πτώχευση, παίζει κι αυτό το χαρτί, γίνεται Limited κι αντλεί ρευστότητα από την κεφαλαιαγορά που όμως δεν στέκεται ικανή ν’ αποτρέψει το μοιραίο.

Ο Ξένος δημοσιεύει το Depredations το 1869 κι έτσι έχει την άνεση να ισχυρίζεται ότι είχε προβλέψει αυτή την πτώση. Αντλεί μάλιστα τον τίτλο depredations από μια φράση ενός εκ των μετόχων της Τράπεζας που χαρακτήριζε τις πράξεις του ως ‘επιδρομές’.
Μέσα από τις σελίδες του Depredations όλος αυτός ο Βικτωριανός κόσμος, παρότι δεν είναι στο κέντρο της σκηνής, πάλλεται και ζει. Κι αυτό που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι πως μέσα από την αφήγηση ενός Έλληνα, δεν μοιάζει καθόλου ξένος και μακρινός από τον τότε ελληνικό κόσμο.

Ο Ξένος παρασέρνεται κι αυτός από την τρέλα του χρηματιστηρίου, αρχικά σαν επενδυτής, κατόπιν προσπαθώντας να κάνει εισαγωγή της δεύτερης ατμοπλοϊκής εταιρείας του, της Anglo Greek Steam Navigation and Trading Company, αλλά βρίσκει πόρτες κλειστές εξαιτίας της προηγούμενης χρεωκοπίας του και της, όπως ισχυρίζεται εκείνος, μνησίκακης στάσης της Overend απέναντί του.
Και για τη δεύτερη αυτή εταιρεία έχει ένα καινοτόμο πλάνο: επεκτείνοντας το σχέδιο λειτουργίας της Greek and Oriental Steam Navigation, σκέφτεται να κάνει τον Πειραιά κέντρο μια γραμμής με Λονδίνο απαρτιζόμενης από μεγάλα ατμόπλοια, που θα τροφοδοτούνται από μια σειρά μικρότερων που με τη σειρά τους θα συγκεντρώνουν όλο το εμπόριο της περιοχής στον Πειραιά. Κι όταν λέμε περιοχής, δεν εννοούμε τον Ελλαδικό χώρο μόνο, αλλά Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βηρυττό κι Αλεξάνδρεια επίσης. Τα μικρά ατμόπλοια θα διασφάλιζαν ταχύτητα και συχνότητα, τα δε μεγάλα με τον όγκο, φθηνό ναύλο κι ασφαλή μεταφορά.

Υπάρχει κάτι το μεγαλεπήβολο στα σχέδια του Ξένου και τ’ ότι η γεωγραφική του εστίαση είναι η ανατολή δεν είναι μόνο απόρροια της προέλευσης του απ’ αυτήν (γεννήθηκε στη Σμύρνη από Πατμιακή οικογένεια).
Είναι κι ο πολιτικός του οραματισμός για το νέο Έθνος και η λογοτεχνική του φλέβα που το συνδαυλίζουν. Γιατί ο Ξένος, αυτός ο περίεργος έμπορος κι εφοπλιστής, είναι επιπλέον ο συγγραφέας του πρώτου νεοελληνικού Ιστορικού μυθιστορήματος. Είναι επίσης ο εκδότης της πρώτης ελληνόφωνης εικονογραφημένης εφημερίδας, του Βρεταννικού Αστέρα που ήταν όργανο πολιτικής πολεμικής απέναντι στον Όθωνα.

Είναι χαρακτηριστικές επίσης οι προτάσεις που θέλει να προωθήσει ως διοργανωτής και μέλος μιας επιτροπής Φιλελλήνων του Λονδίνου: να πείσει την τότε ελληνική κυβέρνηση να εκμεταλλευτεί την αγορά ομολόγων του City για ν’ αντλήσει φτηνά κεφάλαια για δυό μεγάλα έργα: τον Ισθμό της Κορίνθου και τη δημιουργία σιδηροδρόμου από την Άρτα προς την Πάτρα, την Αθήνα με κατάληξη το Πόρτο Ράφτη. Το δεύτερο έργο είχε το σκεπτικό της μείωσης του χρόνου ταξιδιού από την Ευρώπη προς την Αλεξάνδρεια. Παράλληλα μ’ αυτές τις προτροπές προσπαθεί να πείσει τους Έλληνες να μην αρνηθούν να ξοφλήσουν το επαναστατικό δάνειο του 1824 όπως πολλοί τότε ήθελαν γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν πλήγμα στην πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και θα εξαφάνιζε τη δυνατότητα για χρηματοδότηση των σχεδίων που προαναφέραμε.

Ο Στέφανος Ξένος, αυτή η πολυσύνθετη, ενεργητική και ταλαντούχα προσωπικότητα, με την ευρεία παιδεία (στο Depredations αφθονούν οι αναφορές στα γαλλικά, στα λατινικά και στην Αρχαία Ελλάδα), με την κοσμοπολίτικη αντίληψη και το εργασιακό πνεύμα του Άγγλου της εποχής, είχε  όλα τα χαρακτηριστικά του τρελού που θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο, περιγραφή του entrepreneur που έχει γίνει του συρμού στην τωρινή Silicon Valley. Κι όπως συνήθως συμβαίνει με τους founders των startups, o ίδιος απέτυχε, ξεχάστηκε και τον ανακαλύπτουμε τυχαία πλέον. O σύγχρονος ελληνικός εφοπλισμός όμως, που βάδισε πάνω σ’ αυτά τα βήματα, καλά κρατεί.

 

(όποιος θέλει να κατεβάσει το βιβλίο μπορεί να το βρει εδώ)

One thought on “Ένας Έλληνας startuper του 19ου αιώνα

  1. Mike

    Kai go exo anarotithei pos i ellada einai toso psila stin naytilia. Isos to nomiko kai politiko kathestos tis elladas na evnoei akomi tous ploiktites kai efoplistes, kai endexomenos me ta lefta pou fernei stin xora aytos o tomeas, oi efoplistes na einai evnoimenoi kai politika kai nomika.

Comments are closed.