Ε. Παπαστράτος: η απόπειρα δημιουργίας αστικής τάξης

Τα τελευταία δυο χρόνια προσπαθώ ν’ ανασυνθέσω την ιστορία της ζωής του παπού μου. Επειδή ένα μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στη δούλεψη του καπνοβιομήχανου Ευάγγελου Παπαστράτου, θεώρησα πως η πρόσφατα επανεκδοθείσα αυτοβιογραφία του τελευταίου (με τον τίτλο “Η δουλειά κι ο κόπος της”) θα μπορούσε να περιέχει κάποια στοιχεία και γι αυτό την αγόρασα και τη διάβασα σε δυό μέρες.

Έκανα λάθος. Κανένα στοιχείο για το θέμα μου δεν προέκυψε. Αλλά δεν μετάνοιωσα. Γιατί είδα να ξετυλίγεται μπροστά μου η ιστορία της αναρρίχησης στην αστική τάξη ενός απλού χωριατόπαιδου με βασικό εργαλείο αυτό που λέει κι ο τίτλος: την δουλειά και τον κόπο που τη συνοδεύει.

Ο Ε. Παπαστράτος δεν ανήκε στην συνήθη χορεία πλουσίων που έχουμε συνηθίσει: εφοπλιστών ή τραπεζιτών της ομογένειας. Ούτε προερχόταν από κάποια παλιά εύπορη οικογένεια, ούτε είχε ιστορικές καταβολές από κάποιον αγωνιστή του ’21 για να μπορεί να τις μεταφράζει σε πολιτικά προνόμια. Ήταν ο πιο μικρός γυιός μιας σχετικά άπορης οικογένειας με πέντε παιδιά: τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι.

Παρότι τα δυό μεγαλύτερα αδέλφια του κατάφεραν να σπουδάσουν,  ο ίδιος κι ο αμέσως μεγαλύτερος αδελφός του μπήκαν στο μεροκάματο από την πολύ φρέσκια ηλικία των 12 ετών.  Οι γραμματικές τους γνώσεις συνεπώς ήταν στοιχειώδεις.  Αυτό δεν τον εμπόδισε να διακριθεί από πολύ νωρίς στη δουλειά του κι όταν ήταν μόλις 21 ετών να είναι ένας από τους πιο καλοπληρωμένους υπαλλήλους της γενέτειράς του, του Αγρινίου. Σ’ αυτή όμως την ηλικία αποφάσισε πως ήθελε να κάνει κάτι δικό του και, δανειζόμενος ένα κεφάλαιο 3000 δρχ. και συνεταιριζόμενος με ένα πιο μεγάλο σε ηλικία έμπορο, ξεκίνησε την πρώτη του εμπορική δραστηριότητα που κράτησε ως το τέλος των βαλκανικών πολέμων, οπότε κι ο συνέταιρος του απεβίωσε.

Η βασική δραστηριότητα της εταιρείας του ήταν το καπνεμπόριο το οποίο ο Παπαστράτος κατόρθωσε ν’ αναβαπτίσει και ν’ αυξήσει σε αξία με δύο βασικές δράσεις του: την επικέντρωση στη βελτίωση της συλλογής και της επεξεργασίας των καπνών ούτως ώστε να παραδίδονται καθαρώτερα, ομογενή και αναλοίωτα στους πελάτες του και την εξωστρέφεια. Με όπλο την αναβαπτισμένη ποιότητα κινήθηκε εκτός Ελλάδος για να βρει αγορές στις Ολλανδία και Γερμανία αλλά και στην Αίγυπτο κάτι που το κατάφερε και με τη συνδρομή διαφόρων Ελλήνων της διασποράς.

Εν τω μεταξύ κατόρθωσε να εντάξει στο δυναμικό της εταιρείας του όλους τους μεγαλύτερους αδελφούς του και να δημιουργήσει μια σεβαστή περιουσία από την καπνεμπορική του δραστηριότητα που επέκτεινε πέραν του Αγρινίου σε όλη την παλαιά και νέα Ελλάδα.

Το 1930 οι αδελφοί Παπαστράτου δημιούργησαν μια πρότυπη καπνοβιομηχανία στα πρότυπα αναλόγων που είχε δει ο Ευάγγελος στην Γερμανία. Η βιομηχανία αυτή έζησε μέχρι το 2003 οπότε κι εξαγοράστηκε από την Philip Morris.

Το ενδιαφέρον της πορείας του Παπαστράτου είναι η μετάβαση από το εμπόριο ενός αγροτικού προϊόντος στη δημιουργία μιας βιομηχανίας. Σε διάφορα σημεία του βιβλίου αναφέρει αυτή την εξέλιξη ως πλήγμα στα οικονομικά του αλλά συγχρόνως και κάτι για το οποίο δεν μετάνοιωσε ποτέ.  Γιατί, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις αστών της Δύσης, το χρήμα δεν είναι το μόνο ή το όλο κίνητρο. Ο Παπαστράτος εμφορείται από μια εθνική ιδέα: αρχικά την διάδοση κι επικράτηση των ελληνικών καπνών στο εξωτερικό, κι αργότερα της προόδου που συμβολίζει η βιομηχανία και μάλιστα μια βιομηχανία μοντέρνα και πρότυπη για τον κλάδο της, όπως μαρτυρούσε το εργοστάσιο που έχτισε στον Πειραιά.

Αυτή η πορεία δημιουργίας αστικού κεφαλαίου που δεν σχετίζεται με σκέτα μεταπρατική δραστηριότητα (όπως π.χ. ήταν το εμπόριο της Σύρας ή το σιτεμπόριο από τις παραευξείνιες περιοχές που ‘έχτισε’ τον ελληνικό εφοπλισμό), αλλά που πατάει πάνω στην ντόπια αγροτική παραγωγή κι έχει βλέψεις εξαγωγικές, είναι μια από τις λίγες υγιείς κινήσεις σχηματισμού μιας πραγματικά ελληνικής αστικής τάξης κι αστικής νοοτροπίας, χωρίς εξάρτηση από πολιτικούς φαβοριτισμούς ή δοσοληψίες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλά σημεία του βιβλίου ο σε γενικές γραμμές κάπως ξερός και λίγο συμβατικός λόγος του Παπαστράτου καταφέρεται με αρκετή ειλικρίνεια κατά της ελληνικής γραφειοκρατίας, της κομματικής νοοτροπίας και, σε 1-2 περιπτώσεις,  του λαϊκισμού.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του Παπαστράτου, που και πάλι προσομοιάζει στα ιδεοτυπικά χαρακτηριστικά της πρώιμης αστικής τάξης, είναι η φιλομάθεια κι η διάθεση για καινοτομία. Μια φιλομάθεια καθαρά προσανατολισμένη στους σκοπούς της επιχειρηματικής του δράσης: διδάχτηκε σε μεγάλη ηλικία διαδοχικά Γαλλικά, Γερμανικά κι Αγγλικά. Και μια καινοτομία αντίστοιχη, αφού αφορούσε εφευρέσεις και διαδικασίες που βελτίωναν την επεξεργασία των καπνών και την παραγωγή τσιγάρων.

Πολιτικά το Παπαστράτος δεν είναι ξεκάθαρος: η οικογένεια του ήταν Τρικουπική, όπως ομολογεί ο ίδιος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναφέρεται με θαυμασμό και σεβασμό στο βιβλίο αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν κι αντίστοιχες ενδείξεις σεβασμού προς μέλη της βασιλικής οικογένειας και μια περίεργη αναφορά στην τάξη που επικράτησε επί Μεταξά παρά την απώλεια των ελευθεριών.

Για τα αισθηματά του απέναντι στους αντάρτες του ΕΑΜ είναι σαφώς πιο ξεκάθαρος (:αντίθετος) κάτι που ίσως να δικαιολογείται από τον εγκλεισμό του στο διαμέρισμα του για μέρες κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, όπου οι σφαίρες έβρισκαν πολλές φορές τον δρόμο τους προς τα δωμάτια της πρόσοψης του επί της Λεωφόρου Αμαλίας διαμερίσματός του. Σ’ αυτή ακριβώς την περίοδο είναι που αρχίζει ν’ αναπολεί τη ζωή του κι ολοκληρώνει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του το οποίο τελικά θα εκδώσει στις αρχές του ’60.

Αντίστοιχες περιπέτειες είχε υποστεί και το εργοστάσιο στον Πειραιά, το οποίο καταλήφθηκε για μια περίοδο, λεηλατήθηκε και τελικά βομβαρδίστηκε αλλά όχι σε σημείο ολικής καταστροφής.

Έχω εκφράσει πολλές φορές δημόσια κι ιδιωτικά την άποψη ότι η Ελλάδα ποτέ δεν απέκτησε αστική τάξη. Αυτό που έχουμε συνηθίσει ν’ αποκαλούμε αστική τάξη είναι όσοους κατέχουν πλούτο με κάποιο τρόπο. Ο πλούτος όμως αυτός αποκτήθηκε είτε με πολιτικές εύνοιες, είτε είχε φεουδαλική μορφή (:γη ή σπίτια προς εκμετάλλευση), είτε αφορούσε εμπόριο που διεξαγόταν κυρίως εκτός ελληνικών συνόρων, είτε, τέλος, ήταν πλούτος χρηματοοικονομικός. Η μόνη γνήσια παραγωγική δραστηριότητα στα πρώτα 100 χρόνια του νέου ελληνικού κράτους ήταν η αγροτική δραστηριότητα. Κι αν πρόκειτο να πηγάσει ποτέ μια βιομηχανία σ’ αυτό τον τόπο θα έπρεπε κατά κύριο λόγο να πατήσει πάνω στην αγροτική παραγωγή, να την επεξεργαστεί, να την διαφοροποιήσει και να την αναβαθμίσει. Σ’ αυτή ακριβώς τη γραμμή κινήθηκε ο Παπαστράτος -κι αργότερα οι μεγάλες κλωστουφαντουργίες όπως η Πειραϊκή Πατραϊκή. Κι αυτό το αστικό πείραμα όμως απέτυχε αφού η βιομηχανία του δεν υπήρξε ποτέ κερδοφόρα και τελικά υποχώρησε στην ασφυκτική πίεση των ξένων τσιγάρων. Το γιατί δεν είναι του παρόντος αλλά μια εξήγηση θα μπορούσε ν’ αφορά την οικογενειακή δομή της ελληνικής βιομηχανίας που δεν κατορθώνει να δημιουργήσει το στελεχιακό δυναμικό που θα τη βοηθήσει να σταθεί επάξια στον εκτός Ελλάδος ανταγωνισμό. Γιατί τελικά ότι δεν καταφέρνει να ζήσει κι εκτός Ελλάδος αργά ή γρήγορα πεθαίνει κι εντός.

One thought on “Ε. Παπαστράτος: η απόπειρα δημιουργίας αστικής τάξης

Comments are closed.