Ελλάδα – Τουρκία: μια σύγκριση (τρίτο μέρος)

Το σταδιακό άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των οικονομιών Ελλάδας και Τουρκίας, που είδαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, είναι φυσικό να έχει την αντανάκλαση του και στα θέματα της άμυνας.
Γι αυτό δεν θα σταθούμε στα βασικά μεγέθη (που φαίνονται στο slideshow παρακάτω) παρά μόνο στο τελευταίο διάγραμμα που απεικονίζει τις εξαγωγές όπλων.

Εδώ παρατηρούμε ότι οι Τουρκικές εξαγωγές είναι περίπου δεκαπλάσιες  από τις αντίστοιχες ελληνικές (το 2016), πράγμα που φανερώνει ότι υπάρχει ένα ποσοτικό άλμα στην Τουρκική πλευρά.

Μια χώρα που έχει μπει πρόσφατα στο εμπόριο όπλων, καθώς οι συγκεκριμένες αγορές είναι και ολιγοπωλιακές και κλειστές κι αυστηρά ελεγχόμενες, το να σημειώνει επιτυχίες σημαίνει ότι έχει προηγηθεί έντονη δραστηριότητα εντός της χώρας, για την κάλυψη πρώτα των δικών της αναγκών. Κι οι ανάγκες της Τουρκίας είναι μεγάλες.

Τα προϊόντα αυτής της βιομηχανίας μιλάνε για μια φιλοδοξία ευρύτερου γεωπολιτικού ρόλου, αυτονομίας κι αυτάρκειας. (Για όποιον ενδιαφέρεται για τον πλήρη κατάλογο προϊόντων, κλικ εδώ.)

Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα από προγράμματα εν εξελίξει:

Πως έφτασε όμως σ’ αυτό σημείο η Τουρκία; Φαίνεται πως πρόκειται για μια συντονισμένη προσπάθεια πολλών ετών (αρχίζει κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80) και που σαν κέντρο έχει ένα τμήμα του Τουρκικού Υπουργείου Αμύνης, υπεύθυνο για την Αμυντική Βιομηχανική Πολιτική και μια Γραμματεία που υπάγεται σ’ αυτό  (των Αμυντικών Βιομηχανιών), απ΄όπου και το οπτικό υλικό παραπάνω.

H Wikipedia έχει λήμμα για την Τουρκική Αμυντική Βιομηχανία, απ’ όπου μπορεί να πάρει κανείς μια ιδέα για το εύρος και το είδος των δραστηριοτήτων καθώς και τα προϊόντα τους.

Για να στηθεί μια βιομηχανία απαιτούνται καταρχήν κεφάλαια και το Υπουργείο Αμύνης της Τουρκίας σίγουρα διαθέτει. Αλλά απαιτείται και ένας προγραμματισμός και συντονισμός.

Σ’ αντίθεση με τις Ελληνικές προσπάθειες ανάπτυξης αμυντικής βιομηχανίας, οι Τούρκοι δεν περιορίστηκαν σε κρατικές εταιρείες,  αν κι αρκετές είναι κρατικές ή ελεγχόμενες από το κράτος. Ενέπλεξαν τον ιδιωτικό τομέα, και, το σημαντικότερο, τα Πανεπιστήμια για την έρευνα. Κι αυτή η επιλογή έχει επιπτώσεις ευρύτερες. Γιατί τα αμυντικά προϊόντα είναι σύνθετα κι η εφοδιαστική αλυσίδα που απαιτεί η παραγωγή τους, μεγάλη. Πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν, υπό συνθήκη, να δημιουργήσουν ripple effect στη λοιπή οικονομία και ν’ αλλάξουν τη διάρθρωση του βιομηχανικού τομέα. Χωρίς να έχω στοιχεία, σαν πρώτη ένδειξη μπορούμε να θεωρήσουμε αυτό που είδαμε στο προηγούμενο άρθρο: το δείκτη οικονομικής πολυπλοκότητας της Τουρκίας που έγινε διπλάσιος από τον αντίστοιχο ελληνικό.

Ποιό ρόλο έχει παίξει η εκπαίδευση;

Όπως φαίνεται από τις παρακάτω κατατάξεις, ενώ η Ελλάδα διαθέτει ένα τεχνολογικό εκπαιδευτικό ίδρυμα σε πολύ ψηλότερη θέση από τα Τουρκικά (το ΕΜΠ), ο μέσος όρος των τεχνολογικών σχολών είναι περίπου αντίστοιχος με τις ελληνικές.

Συνεπώς, δεν πρέπει να είναι η ποιότητα της εκπαίδευσης που κάνει τη διαφορά.

Αλλά η τυπική εκπαίδευση δεν είναι το μόνο ή το κύριο στην ανάπτυξη μιας βιομηχανίας. Σημαντικό ρόλο παίζει κι η ύπαρξη ειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Κι εδώ η Τουρκία έχει άλλους συναφείς κλάδους για να το αντλήσει: αυτοκινητοβιομηχανία, ηλεκτρικές συσκευές κ.α.

Μπορεί κανείς να φέρει την αντίρρηση ότι η βιομηχανική ανάπτυξη μπορεί να είναι ανεξάρτητη της ανάπτυξης τεχνολογίας, μιας και μια χώρα που διαθέτει φτηνά εργατικά μπορεί να δημιουργήσει βιομηχανίες που παράγουν προϊόντα που σχεδιάζονται κι αναπτύσονται αλλού.

Τέτοιου τύπου οικονομική δραστηριότητα έχει λάβει χώρα αρκετά στην Τουρκία. Για να πάρουμε μια ιδέα όμως που στέκει η τεχνολογία της τώρα, ας ρίξουμε μια ματιά στην κατάταξη της σε θέματα σχετικά με πνευματική ιδιοκτησία, και συγκεκριμένα πατέντες, σήματα και σχέδια.

Στην παγκόσμια κατάταξη η Τουρκία στέκεται αρκετά ψηλά, και σίγουρα πολύ ψηλότερα από την Ελλάδα. Τα δεδομένα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας.

Παγκόσμια κατάταξη σε καταχωρήσεις πνευματικής ιδιοκτησίας 2017 (τμήμα του πίνακα)

Συνεπώς, αν η βιομηχανία της στους κλάδους αιχμής,  ξεκίνησε σαν φασόν, έχει προοδεύσει κι έχει φτάσει στο σημείο καμπής: να μπορεί ν’ αυτονομηθεί και ν’ αρχίσει ν’ ανταγωνίζεται τους μεγάλους “παίκτες”.

Για να δούμε τώρα και τη δική μας πλευρά. Για την τεχνολογία πήραμε ήδη γεύση του πόσο υπολειπόμαστε.  Η εικόνα όμως της αμυντικής βιομηχανίας της Ελλάδας δεν είναι απλά χειρότερη της Τουρκίας. Είναι θλιβερή.

Μετά τη μεταπολίτευση έγιναν κάποιες προσπάθειες να δημιουργηθεί εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Αυτές αφορούσαν τη δημιουργία της ΕΑΒ, της ΕΒΟ, της ΕΛΒΟ και ανάθεση κατασκευών πολεμικών σκαφών στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά κι Ελευσίνας.

Επιπλέον υπήρχε η ΠΥΡΚΑΛ, μια εταιρεία που ευημερούσε όσο ζούσε ο ιδρυτής της, ο Πρόδρομος Μποδοσάκης (με κρατικά συμβόλαια βέβαια). Αργότερα κρατικοποιήθηκε και ενώθηκε με την ΕΒΟ και συναποτέλεσαν την ΕΑΣ.

Μια πρόχειρη γεύση της σημερινής κατάστασης:

Αν υπάρχει κάποιο φως είναι σε μια δεύτερη γενιά εταιρειών αμυντικής τεχνολογίας που δραστηριοποιούνται όχι σε οπλικά συστήματα αλλά σε ηλεκτρονικά και συναφή. Η πιο μεγάλη πρέπει να είναι η Intracom ενώ η πιο εντυπωσιακή, κατά τη γνώμη μου, είναι η Theon Sensors  που κατασκευάζει οπτικούς αισθητήρες για αμυντικές εφαρμογές.

Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από αυτή τη σύγκριση είναι το ότι υπάρχει δρόμος και τρόπος για μια τριτοκοσμική οικονομία (όπως ήταν η Τουρκία πριν 40 χρόνια) να γίνει τεχνολογική, βιομηχανική κι αμυντική δύναμη χρησιμοποιώντας το κράτος σαν αιχμή του δόρατος και συσπειρώνοντας ιδιωτικές μονάδες γύρω του έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας ενάρετος κύκλος παραγωγής, καινοτομίας κι εξωστρέφειας.

Και για να προλάβουμε αντιρρήσεις που έχουν σχέση με το μέγεθος της Τουρκίας, το καλύτερο παράδειγμα για την περίπτωση μας, είναι το Ισραήλ, όπου η εθνική εγρήγορση στην οποία το κράτησε για πολλά χρόνια η εξωτερική απειλή, το ώθησε να λύσει τα περισσότερα προβλήματα τεχνολογίας και άμυνας μόνο του.

Μπορεί ν’ ακουστεί μιλιταριστικό, ανεδαφικό ή απλά αδύνατο, αλλά στην περίοδο που αναζητάμε σαν χώρα ένα δρόμο προς την ανάπτυξη, το να μην γίνεται καθόλου λόγος για την ανάπτυξη μιας εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας φανερώνει ηττοπάθεια και συνιστά εγκληματική αμέλεια.

Η αμυντική βιομηχανία δεν είναι αυτοσκοπός. Μπορεί να γίνει ο καταλύτης μιας γενικότερης ανάπτυξης.

Και μιας κι όπως είδαμε, το μοντέλο της κρατικής διαχείρισης των αμυντικών εταιρειών οδήγησε σε παταγώδη αποτυχία, ενώ ένας μικρός πυρήνας από ιδιωτικές εταιρείες επιβιώνει κι αναπτύσεται, το ρόλο του κράτους σ’ αυτή την προσπάθεια θα πρέπει να τον δούμε περισσότερο στο σχεδιασμό, τη χρηματοδότηση και στα κίνητρα, παρά στην παραγωγή καθαυτή.

Μια εγχώρια εξωστρεφής και τεχνολογικά ακμαία αμυντική βιομηχανία μπορεί ν’ ανατρέψει την εις βάρος μας γεωπολιτική ανισορροπία που είδαμε στο πρώτο μέρος, να κλείσει την διαφορά ανάμεσα στις δύο οικονομίες και να επιτύχει τον άμεσο στόχο της: την αποτροπή και τη διαφύλαξη της ειρήνης.